vendredi 19 août 2016

ΟΦΙΣ

Βγαίνω από το γκαράζ του νοσοκομείου. Πολλά αυτοκίνητα με προσπερνούν. Τελευταίο είναι το αυτοκίνητο του φίλου μου ψυχίατρου Σαμουήλ Λαζενές. Παθαίνει βλάβη στη μέση του δρόμου. Ξαπλώνει κάτωθεν του οχήματος σαν να θέλει να το επισκευάσει. Είναι διπλωμένος στα δύο όταν τον ρωτώ πως πέρασε το ταξίδι του στην Ελλάδα. Μου δείχνει δίπλα του ένα πολύχρωμο κουτί, σαν να είναι από παιδικά υποδήματα, έχει χρώματα πράσινο, κίτρινο ανοιχτό, καφέ, άσπρο και πορτοκαλί. Από το κουτί βγαίνει ένα πράσινο φίδι χωρίς εχθρικές διαθέσεις. Οπισθοχωρώ καλού-κακού. Ο γιατρός Λαζενές λέει να μη φοβάμαι, έφερε το φίδι από την Ελλάδα, τώρα τον ακολουθεί παντού.



samedi 30 juillet 2016

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Ο πατέρας μου είχε το δαιμόνιο του εμπορίου. Πούλαγε ξερά ξύλα, τα μάζευε στις καψάλες, είχαν μείνει από τις πυρκαγιές του τελευταίου πολέμου. ΄Ηταν ξύλα κέδρου, είχαν γκρίζο χρώμα στάχτης. Κουβάλαγε τα ξύλα, με τρία μουλάρια, στα αρτοποιεία της Στυλίδος και στον Καραβόμυλο. Εργαζόταν νύχτα, φόρτωνε τα μουλάρια μόλις σουρούπωνε, έφτανε νύχτα στη Στυλίδα, ξεφόρτωνε, αγόραζε ψωμί, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής και πριν ξημερώσει ήταν στο χωριό ή στα μαντριά να αρμέξει τις γίδες.
΄Αλλοτε φόρτωνε τα μουλάρια, τα ΄στελνε μόνα τους να έρθουν στο χωριό, όπου τα περίμενε η μάνα μου να τα ξεφορτώσει. Σε πέτρινες πλάκες έγραφε οδηγίες για τα ζητήματα που αφορούσαν την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πρώτο μουλάρι ήταν πάντοτε η Ρούσα, υπάκουο ζώο, χωρίς πείσματα, δεν είχε χούγια, ερχόταν κατ΄ευθείαν στο  σπίτι, ακολουθούσαν η Μαρίκα και η Μάρσα, σταμάταγαν δίπλα στη γέρικη συκιά, αφού έπιναν νερό στο καρδάρι, δίπλα στη βρύση. Ορισμένοι χωριανοί, περίεργοι, πονηροβλακωδώς σκεπτόμενοι, σταμάταγαν τα ζώα, διάβαζαν τα μηνύματα στα πέτρινα πινάκια, τα έλεγαν μετά στα καφενεία και στις γειτονιές, γέλαγαν με αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο επικοινωνίας.
Μετά συμφώνησε με τον γαλατά, τον Μπακογιάννη, να του πουλάει ξύλα. Ο γαλατάς ήθελε μεγάλη ποσότητα για το τυροκομείο. Ο πατέρας μου με τη μάνα μου μάζευαν τα καψάλια, τα συγκέντρωναν δίπλα στον αχυρώνα του Πανόπουλου και άλλοτε στ΄ αλώνια. Ο γαλατάς φόρτωνε τα ξύλα στο φορτηγό. ΄Ηταν οχτώ με δέκα τόνοι ξερά ξύλα κέδρου. Τα κέδρινα δεν ζύγιζαν βαριά, γι΄αυτό ο πατέρας μου έβαζε χλωρά, τα έκοβε λάθρα σε ορεινές περιοχές, απέναντι από τον Αγιο Κωνσταντίνο, στο Βριζοχώραφο, στα Αρέα, στη Σπλήτσα. Τα μάζευε σε ειδικό μέρος, σε σημείο όπου είχε πρόσβαση το αυτοκίνητο. Αυτά τα φόρτωναν τη νύχτα με απόλυτη μυστικότητα.
Ο πατέρας μου μόλις έφθανε το βράδυ μας καλούσε με χαρούμενη φωνή : Ελάτε ΄δω ρε πουτσαράδες!
Μας γέμιζε φιλιά και χάδια. Από τις τσέπες του έβγαζε παιγνίδια και χασμίσια, (καραμέλες, σοκολάτες, μπισκότα, γλυκίσματα...)

Το ονειρό του ήταν να ανοίξει μαγαζί, χασαποταβέρνα, στη Στυλίδα, να σερβίρει ψητά αρνιά και κατσίκια, κοκορέτσια και σπληνάντερα.
Δεν κατάφερε να βάλει σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο.

Μια χρονιά, είχαμε άφθονη παραγωγή ελαιών, αποφάσισε να κάνει εμπόριο, ως πλανόδιος πωλητής, σε ορεινά χωριά του Δομοκού. ΄Εφυγε ένα πρωί με τα μουλάρια φορτωμένα ελιές μέσα σε τενεκέδες. ΄Ελειψε δυό βδομάδες. Εμείς με τη μάνα μας λυπημένοι, φυλάγαμε τα γίδια, ανησυχούσαμε.
΄Ενα απόγευμα εμφανίστηκε από τη δύση. Τα χαρούμενα γαυγίσματα των σκυλιών μας ειδοποίησαν για την άφιξη του. ΄Ηταν αλλαγμένος, ομορφότερος, ελαφρά ηλιοψημένος, με τα γκρίζα μαλλιά του και τα γαλαζοπράσινα μάτια του, φρεσκοξυρισμένος, μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. ΄Εφθασε χαμογελαστός, καβάλα στο μουλάρι μας τη Ρούσα, κρατούσε δώρα για μας και τη μητέρα.
΄Ετσι όπως τον είδα αλλαγμένο σκέφθηκα πως δεν ήταν αυτός ο πατέρας μας αλλά ένα ομοίωμα που μας έστειλαν οι νεράϊδες του δάσους. Τον αληθινό τον κράτησαν για πάντα μαζί τους. Τον είχαν σαγηνεύσει με ερωτικά τερτίπια και τα γλυκά τραγούδια τους.

vendredi 22 juillet 2016

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Εκείνο το καλοκαίρι, ήμουν στη Β΄ Γυμνασίου, ανεβήκαμε όπως κάθε χρόνο στη θερινή μας στρούγγα. Τα σπαρτά ήταν δικά μας, στα Βάτα, στο Λιοτρύβι, στη Στενόλακα, στη Λεύκα. Οι γονείς μου με τον αδερφό μου θέριζαν. Εγώ φύλαγα τα γίδια. Κάθε πρωί, μετά το άρμεγμα, αφού έτρωγα γάλα με ψωμί, έπερνα τον τροβά, έβαζα μέσα το παραδοσιακό γεύμα των αγροτοποιμένων, ψωμί, τυρί, ελιές, μιά ντομάτα, ένα κρεμμύδι, ένα παγούρι με νερό, μετά τα περιοδικά, Καζανόβα, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Μικρός ήρως. Ανηφόριζα την πλαγιά της Αμυγδαλιάς, τα γίδια προηγούνταν, γύριζαν ήδη προς την νότια πλαγιά, πήγαιναν μόνα τους, τα ακολουθούσα από μακριά. 
Καθόμουν σε έναν θάμνο, ήταν σαν φυσική πολυθρόνα. ΄Εβλεπα όλον τον Μαλιακό, ανατολικά την Εύβοια, στη μέση τη Στυλίδα και τα Καμμένα Βούρλα, δυτικά στο βάθος την πόλη της Λαμίας. Κοίταγα το περιοδικό με τις ημίγυμνες γυναίκες και αφοσιωνόμουν σε μοναχικές ηδονές.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν είχαν ανακοινωθεί. Ανησυχούσα, ήμουν στο μεταίχμιο. 
Την ημέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, ο πατέρας μου ήρθε αργά το απόγευμα, είπε απογοητευμένος πως είχα αποτύχει, θα έπρεπε να ξαναπάω στην ίδια τάξη την επόμενη σχολική χρονιά.
Μου είπε να πάω να μαζέψω τα γίδια να τ΄αρμέξουμε, ήταν προς το ύψωμα της Παδίτσας.
Περπατούσα κι έκλαιγα σιωπηλά, ενώ άκουγα τον αδερφό μου να με κοροϊδεύει.
Βάδιζα σκυφτός στο μονοπάτι, έβλεπα τα μυρμήγκια, πρόσεχα να μην τα πατήσω, εγώ που άλλοτε τα τυραννούσα, τα έβαζα να αλληλοσκοτώνονται, τώρα τα μακάριζα για την ήσυχη και ασάλευτη ζωή τους.
Αφού αρμέξαμε τα γίδια, μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από το φώς του λύχνου.
Είπα στον πατέρα μου πως δεν περίμενα να είχα κοπεί στον τόπο, υπολόγιζα το πολύ να είχα μίνει σε δυό μαθήματα. Του ζήτησα να πάει να ρωτήσει τους καθηγητές, να του δώσουν αναλυτικά τη βαθμολογία, εν ανάγκη να ζητήσει την αναβαθμολόγηση των γραπτών. Η μάνα μου ήταν σύμφωνη.
Την επομένη σταμάτησα τις συνεδρίες αυνανισμού. Στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου άναβα τα καντήλια και προσευχόμουν γονυκλινής μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Η εικόνα του είχε κάτι το σουρεαλιστικό, τον συμπαθούσα πολύ. Ο ΄Αγιος Ιωάννης παρουσιάζεται όρθιος, έχει ήδη φτερά, είναι άγγελος Κυρίου, κοιτάζει με ειλικρίνεια ευτυχισμένου ανθρώπου που εκτέλεσε με επιτυχία την αποστολή του, έρχεται τώρα να προσφέρει δώρο στην πριγκίπισσα, πρόκειται για την, επί πίνακι, κομμένη κεφαλή του.
Ο πατέρας μου ήρθε χαμογελαστός το απόγευμα. ΄Ημασταν στο Λιοτρίβι, κάναμε δεμάτια το θερισμένο σιτάρι. Μαζί μας ήταν ο Βαγγελούλης, βόσκαγε τα γίδια του.
-Ησουν κομμένος, είπε ο πατέρας μου, αλλά είπα στον αγροτικό γιατρό να επέμβει, έτσι σε πέρασαν.
Η μάνα μου χοροπηδούσε χαρούμενη, με αγκάλιασε και πέσαμε πάνω στις καλαμιές.
΄Ημουν κακόκεφος, τέτοια επιτυχία δεν την ήθελα, καλύτερα να είχα κοπεί.
Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Βαγγελούλης έφυγε, εμείς μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από την αιωνόβια αγκορτσιά του Λιακαμπά. Τότε ο πατέρας μου είπε την αλήθεια. Είχα περάσει κανονικά, οι καθηγητές είχαν κάνει λάθος, δεν έγραψαν το ονομά μου στον πίνακα ανακοινώσεων. Είπε πως επενέβει ο γιατρός όταν ο Βαγγελούλης ήταν παρών, ήθελε να τον εντυπωσιάσει, να διαδίδει δεξιά-αριστερά πως είχαμε μέσον και υποστήριξη από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

vendredi 24 juin 2016

Η ΑΜΑΞΑ

Μόλις φθάνω στην υποδοχή του νοσοκομείου ο φίλος μου Αλέκος Μακαρένκο με πληροφορεί πως η προγραμματισμένη συνεδρίαση αναβλήθηκε εκτάκτως και πριν προλάβει να μου εξηγήσει για ποιό λόγο ακούμε τη Δημοτική ορχήστρα να παίζει το εμβατήριο : 
«Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός...»
Πηγαίνουμε προς την έξοδο όπου βλέπουμε στο ελικοδρόμιο να φθάνει η βασίλισσα μέσα σε μια ολόχρυση άμαξα συρόμενη από τέσσερα λευκά άλογα. Σχεδόν ενενηκοντούτις αλλά ζωηρή σαν έφηβος εισέρχεται στην υποδοχή ακολουθούμενη από δύο σωματοφύλακες. Χαρούμενη και χαμογελαστή έρχεται προς εμένα, με χαιρετάει εγκάρδια λες και γνωριζόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Μου λέει ψυθιριστά στο αυτί πως ήρθε να μιλήσει στη σχολή νοσοκόμων του ιδρύματος για την εμπειρία της ως οδηγός ασθενοφόρου στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
«Και τώρα τι κάνουμε;» λέω στον Αλέκο, «γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς, δεν έχουμε προβλέψει ούτε καφέ να της προσφέρουμε.»
Τότε έρχεται ο γιατρός Λαζενές, ασθμαίνων και αγχώδης. Μας πληροφορεί πως τον ειδοποίησαν από το Υπουργείο Υγείας, μόλις πριν από μιά ώρα, πως η βασίλισσα έρχεται incognito, έτσι πρόλαβε να παραγγείλει στα γρήγορα, με διανομή κατ΄ οίκον, από τον καλύτερο Έλληνα traiteur των Παρισίων. Τα φαγητά είναι στη διπλανή αίθουσα, αλλά οι μαλάκες ξέχασαν να φέρουν ποτήρια.
«Μήπως ξέρεις που μπορούμε να βρούμε πλαστικά κύπελλα πριν αρχίσει η δεξίωση;» Με ρωτάει ο Λαζενές.
«Τρέχω στην κουζίνα του νοσοκομείου», του απαντώ και κάνω νόημα στον Αλέκο να με ακολουθήσει.
Διασχίζουμε τον κήπο με τα θεόρατα πλατάνια ενώ ο ήλιος δύει και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στον ουρανό με αστραπές και βροντές.
«΄Ερχεται καταιγίδα», λέει ο Αλέκος, «ελπίζω να προλάβουμε.»
Φθάνουμε στην κουζίνα και στα ράφια βρίσκουμε λευκά πλαστικά κύπελλα. Παίρνουμε καμμιά πενηνταριά ο καθένας αλλά μόλις σπρώχνουμε την πόρτα της εξόδου βρέχει καταρακτωδώς. Μας είναι αδύνατον να βγούμε έξω με τέτοιον καιρό.
«Γαμώτο και ήθελα να δοκιμάσω χαβιάρι με βότκα», λέω στον Αλέκο.
Τότε χτυπάει το κινητό του τηλέφωνο.
Ο Αλέκος χαμογελαστός δηλώνει : «Η βασίλισσα μας στέλνει τη χρυσή καρότσα!»

lundi 6 juin 2016

1948

Δεν πρόκειται για λεωφορείο αλλά για αίθουσα θεάτρου. 
Ο εισπράκτορας έχει έναν φορητό κομπιούτερ, τον βοηθώ πηγαίνοντας ανάμεσα στα καθίσματα. Κατεβαίνω σε μιά στάση στο κέντρο των Παρισίων, κοντά στην πλατεία Νίκης. Δίπλα στα δοχεία απορριμάτων είναι ξαπλωμένος ένας κλοσάρ, αναίσθητος. Με το κινητό μου τηλέφωνο προσπαθώ να καλέσω την ειδική υπηρεσία να έρθουν να τον πάρουν. Συνέρχεται. Είναι γεμάτος κόπρανα, στο πρόσωπο και στα ρούχα του. Τον βοηθώ να πλυθεί στην υπαίθρια βρύση. Τα χέρια μου γεμίζουν σκατά. Τα σκουπίζω με χαρτομάνδηλα. Ο κλοσάρ με ρωτάει να του πω το ονομά μου. Είμαι από το ΄Ανυδρο και η καταγωγή μου από το χωριό Παλαιοκερασιά. Κατάγεται από το ίδιο χωριό. Φωνάζει τους πελάτες ενός γειτονικού καφενείου, να έρθουν, να με δουν. Είμαι ο εγγονός του δολοφονηθέντος παπού μου, τον γνώριζε. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή. Οι άτακτοι δεξιοί μαυροσκούφηδες των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου τον σκότωσαν σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι.

samedi 28 mai 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ

Σε κυνήγι πήγε
στην Πόλη γύρισε πληγωμένος.
Ένα ελάφι τον κεράτισε
κι έσβησε σ΄εννιά μέρες
ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών.
Και οι δεισιδαίμονες Βυζαντινοί
σχολίασαν χαιρέκακα :
-Τον Μέθυσο τον σκότωσε
σαν ένα αδύνατο και δειλό ζώο,
σκοτώθηκε τώρα κι αυτός
από ΄να αδύνατο και δειλό ζώο.

Πρώτη δημοσίεση ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1496, 1 Νοεμβρίου 1989


ΚΑΚΟΝΟΙΕΣ

Για να μπορέσει ο Νικηφόρος
ο αυτοκράτορας
τάξη να βάλει στα οικονομικά
του κράτους
αναθεώρησε τους φορολογικούς του καταλόγους
κι αύξησε τα φορολογικά τέλη,
κατάργησε τους κουφισμούς των φόρων
της Ειρήνης
και φορολόγησε τους ευαγείς οίκους
κι αυτούς που βρήκαν θησαυρό
και πλούτησαν αιφνίδια ή κληρονόμησαν
και τους εμπόρους δούλων
και διακήρυξε πώς στο εξής
ο μόνος δανειστής χρημάτων
θά΄ναι το κράτος.
Τα μέτρα σκληρά και αναπόφευκτα
ενόχλησαν πολύ τους δυνατούς
και πιο πολύ τον χρονογράφο Θεοφάνη
που αποκάλεσε κακόνοιες τα μέτρα
και το συντάκτη τους φυλάργυρο
και λάγνο.
Φανατισμένος μοναχός ο Θεοφάνης
μπορεί να λέει ό,τι θέλει.
Τα μέτρα σοφά κι επιτυχή
πλουτίσαν τα ταμεία του κράτους
κι ενίσχυσαν τις ένοπλες δυνάμεις.
Η αυτοκρατορία ξαναστηρίχτηκε
στα δυό στηρίγματά της
κι ο Θεοφάνης αποδείχτηκε
αυτός κακόνους
με κακονούστατες κακόνοιες
τις εμπαθείς του γνώμες.

Πρώτη δημοσίεση ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1511, 15 Ιουνίου 1990 

samedi 7 mai 2016

Αναμνηστικό

Στυλίδα. Λεωφόρος Φαλάρων. Συναντώ τον Χρήστο Κ. συμμαθητή μου στο Λύκειο. Συνταξιούχος των Σωμάτων Ασφαλείας ήρθε να ζήσει τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του στην πόλη των παιδικών του χρόνων.
Τον χαιρετώ εγκάρδια αλλά αυτός αντιδρά σαν να μήν με θυμάται ενώ χαμογελάει σαν να με γνωρίζει. Του μιλώ για την παλιά Στυλίδα, το γυμνάσιο στην οδό Θερμοπυλών, τον θεολόγο Βασίλειο Καμνή, τη διδασκαλία του καθηγητή Καραθεοδώρου : Την Αντιγόνη του Σοφοκλή και τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
«Έτσι είμαστε και τώρα», μου απαντά ο Χρήστος : «Ελεύθεροι πολιορκημένοι.»

samedi 9 avril 2016

Το φυλαχτό

΄Εφηβος στο Γυμνάσιο. Είμαι στα αποδυτήρια και η καθηγήτρια μαθηματικών, κάνει τώρα χρέη γυμνάστριας, μας μοιράζει τις στολές του ειδικού τμήματος αλεξιπτωτιστών. Θα συμμετάσχουμε σε μιά αποστολή υψηλού κινδύνου σε εχθρικό έδαφος για την απελευθέρωση των ομήρων. Ρωτώ την καθηγήτρια που είναι οι άλλες στολές για τη δική μας διμοιρία; Νευριασμένη μου πετά ένα σάκκο που περιέχει πτερύγια, πρέπει να τα φορέσουμε στα κάτω και στα άνω άκρα.
Τότε μπαίνει στα αποδυτήρια ο πατέρας μου, φανερά συγκινημένος με ασπάζεται και μου δίνει μιά μικρή δερμάτινη θήκη. Περιέχει ένα οικογενειακό φυλαχτό. Του το είχε δώσει ο πατέρας του όταν  το 1948 έφυγε κληρωτός στις τάξεις του Εθνικού Στρατού. Ο παπούς το είχε λάβει από τον πατέρα του προτού φύγει στην Μικρασιατική εκστρατεία.
Το βάζω στην αριστερή τσέπη της στολής, στο μέρος της καρδιάς.
Η καθηγήτρια δίνει το παράγγελμα και καθώς μιά κίτρινη λάμπα αναβοσβήνει, ανοίγει την πόρτα του αεροπλάνου. ΄Ενας-ένας οι μαχητές σαλτάρουμε στο κενό, πετάμε, σε ελεύθερη πτήση, σαν αετοί.


mercredi 9 mars 2016

FRACTAL


Διήγημα: «Η πρόσβαση»


Του Κώστα Αλεξόπουλου // * 

f1

Παρίσι. Φθάνω νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα στην αίθουσα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στην δεξιά όχθη του Σηκουάνα. Είμαι καλεσμένος σε μιά στρογγυλή τράπεζα, πρόκειται για ημερίδα της ελληνικής πρεσβείας με θέμα: «Η πρόσβαση στην ηδονή».
Αποφασίζω να πάω βόλτα στις όχθες του ποταμού περιμένοντας την ανατολή του ηλίου.
Είμαι απέναντι από τη νήσο του Άστεως και καθώς οι ακτίνες του ηλίου φωτίζουν τα γύρω κτίρια τα ποταμόπλοια γεμάτα τουρίστες περνούν με χαρούμενα σφυρίγματα.
Το ποτάμι μοιάζει με θάλασσα όταν βλέπω την κόρη του παπά στην εφηβεία της, στρουμπουλή αλλά σβέλτη, ανεβαίνει τα σκαλιά προς το Τροκαντερό και χαρούμενη που με συναντά μου λέει πως ήρθε για το συμπόσιο της πρεσβείας αλλά τώρα θέλει κάτι να φάει, ξύπνησε αργά και δεν πρόλαβε να πάρει το πρωινό της στο ξενοδοχείο. Αναφέρει ένα αραβικό μπακάλικο δίπλα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, εκεί μπορούμε ν’ αγοράσουμε ξηρούς καρπούς.
«Αυτά παχαίνουν, είναι πολύ αλμυρά», της λέω εγώ, «πρέπει ν’ αδυνατήσω, ζυγίζω ενενήντα δύο κιλά, δεν πάει άλλο».
Απέναντι μπροστά στο παλάτι του Τόκυο βλέπουμε δύο τσιγγάνες, καθισμένες οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, ζητιανεύουν με τα μωρά στην αγκαλιά. Η μία είναι η κόρη του παπά, τώρα ώριμη σαραντάρα με τα μεγάλα, σαν καρπούζια του καλοκαιριού, βυζιά της εκτεθειμένα σε κοινή θέα, οι θηλές ερεθισμένες, σε απόλυτη στύση, από το βύζαγμα του μωρού που αφήνει ηδονικές κραυγές ικανοποιημένο και κουνώντας τα χεράκια του δίνει χαϊδευτικές γροθιές στο πρόσωπο της μάνας του.
Όταν φθάνω στην αίθουσα του ξενοδοχείου σαν να είναι θάλαμος νοσοκομείου σε γενική επιστράτευση. Υπάρχει κίνδυνος βομβαρδισμού. Το προσωπικό σπρώχνει τους ασθενείς στις σκάλες, στους ανελκυστήρες, στις εξόδους κινδύνου.
Προχωρώ αντίθετα στο ρεύμα των εξερχομένων. Πρέπει να φτάσω στο γραφείο μου να πάρω ένα μεταλλικό κουτί μικροσκοπικών διαστάσεων. Περιέχει ένα μυστικό για την εθνική μας ασφάλεια.

* Ο Κώστας Αλεξόπουλος (Λαμία 1961) είναι  κλινικός ψυχολόγος, ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Τελευταίο βιβλίο, «Τα Πινάκια της Επιδαύρου», Εκδόσεις Τόπος 2014.

vendredi 4 mars 2016

ΣΜΟΚΙΝ

Είκοσι-εννέα χρονών λαμβάνω το πτυχίο μου από τα χέρια του Πρύτανη ενώ τον ακούω που με συγχαίρει για τη μεθοδολογία της έρευνας. Τα λόγια του καλύπτονται από τα χειροκροτήματα των συγγενών και των φίλων.
Επιστρέφω στο σπίτι μου κατάκοπος.
Έρχεται ο παιδικός μου φίλος Θάνος Φωσκαρίνης. Χαρούμενος και με συγκίνηση λέει ότι είναι ιδιαίτερα ευτυχής που βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να μου προσφέρει, πρώτος αυτός, τη στολή του διευθυντή ορχήστρας. Είναι βέβαιος πως θα μου πηγαίνει πολύ τώρα που κούρεψα τα μαλλιά μου πολύ κοντά σαν βούρτσα. 
Πρόκειται για ένα μαύρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο και λευκό μεταξωτό παπιγιόν.
Το πρωί ξυπνώ και καθώς ξυρίζομαι αναρωτιέμαι τι να σημαίνει αυτό το παράξενο όνειρο.
Πηγαίνω στο δωματιό μου να ντυθώ και βλέπω στην κρεμάστρα το μαύρο σμόκιν. Το φορώ και σκέφτομαι με ενοχές ότι ενώ κατάγομαι από οικογένεια μουσικών δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω μουσική αλλά σπούδασα τις συγκινήσεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων.
Στην έξοδο της πολυκατοικίας με περιμένει μια μαύρη Μερσεντές. Ο οδηγός ανοίγει την πόρτα του οχήματος.
«Κατ΄ευθείαν στην Όπερα Bastille κύριε;» Με ρωτάει.
«Έτσι ακριβώς», του απαντώ και κάθομαι πίσω δεξιά.


samedi 13 février 2016

Γέννηση

Το κέντρο διακοπών σαν να είναι στην παραλία της ιταλικής πόλεως Ortona. Η μάνα μου έγκυος και την πιάνουν οι πόνοι. Αλλά δεν μπορεί να γεννήσει κανονικά, πρέπει να γίνει καισαρική τομή. Αναλαμβάνω καθήκοντα χειρούργου μαιευτήρα ενώ δεν έχω ιδέα πως γίνονται αυτά. ΄Ομως με βλέπω, ψύχραιμος σαν χασάπης, να κλείνω με ένα συρραπτικό μηχάνημα, που έχει χάλκινες αγγράφες, την τομή στην κοιλιά της μάνας μου απ΄όπου δεν τρέχει αίμα και σαν να είναι το δέρμα της ευλύγιστο πλαστικό, συγχρόνως αναρωτιέμαι εάν οι αγγράφες είναι αποστειρωμένες και πως ένας κανονικός χειρούργος θα χρησιμοποιούσε αντισηπτικό ιοδιούχο υγρό τύπου Betadine.
Μετά παίρνω στα  χέρια μου το μωρό να πάω να το πλύνω. Είναι ένα στρουμπουλό χαμογελαστό μωρό που μου κλείνει το αριστερό του ματάκι με πονηριά. Και τότε αντιλαμβάνομαι πως είμαι εγώ ο ίδιος, μόλις γεννήθηκα στη Λαμία, ημέρα Δευτέρα, πέντε η ώρα το πρωί, ενώ τώρα ανατέλλει ο ήλιος και βλέπω τις ακτίνες του να ζεσταίνουν γύρω τριγύρω τα κτίρια της γειτονιάς.

mercredi 13 janvier 2016

Πρωτελευταίος σταθμός

Επειδή βήχω εδώ και δυό μέρες ασταμάτητα πίνω μια κουταλιά σούπας από το σιρόπι που έχω εντός του ψυγείου. Πότε ακριβώς το αγόρασα δεν θυμάμαι, το είχα πάρει για τα παιδιά στη αρχή του Χειμώνα.
΄Ολη νύχτα κοιμήθηκα σαν βόΐδι και το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ και να έχω συνέχεια μια αίσθηση πως κοιμάμαι ακόμη ενώ είμαι ξυπνητός, σαν να κοιμάται ο μισός εγκεφαλός μου και ο άλλος μισός σαν να είναι ξύπνιος, σαν μεθυσμένος, και που και που μια όρεξη για ύπνο, μια ακατανίκητη νύστα. 
Κι αντί να πάρω το τραμ όπως κάνω κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά, προχωρώ μέσα στο τούνελ του Μετρό. «Συγγνώμη», λέω δυνατά, «έκανα λάθος», αλλά το συμπαγές πλήθος με σπρώχνει σιωπηλό στην αποβάθρα όπου περιμένει ο συρμός με τις πόρτες ανοιχτές, μοιάζει με το Μετρό αλλά μπορεί να είναι τρένο, πρώτη φορά το βλέπω. Γεμίζει τίγκα και ξεκινάει ταχύτατα. Κοιτάω να δω τον πίνακα με τους σταθμούς, να υπολογίσω που θα κατέβω, πουθενά πίνακας.
«Που πάμε;» Ρωτώ τους διπλανούς μου.
«Στο λιμάνι!» Μου απαντά ένας κοντός με στολή αγροφύλακα που κάπου τον είχα ξαναδεί.
«Θα πάρουμε το πλοίο για την απέναντι όχθη, έχεις τα ναύλα;»
Εγώ να μην έχω δεκάρα μαζί μου ενώ όλοι γύρω μου κρατούν ένα κέρμα των δύο ευρώ ανάμεσα στα δάκτυλα του δεξιού χεριού σαν να πρόκειται να ρίξουν κορώνα-γράμματα.
Τότε ο συρμός σταματάει. Πρωτελευταίος σταθμός, αναγγέλουν τα μεγάφωνα, για κατούρημα και πόσιμον ύδωρ.
Οι ταξιδιώτες, διψασμένοι, τρέχουν να πιούν νερό στον ποταμό που περνάει κάθετα στις γραμμές του τρένου. Δεν υπάρχουν αγγεία, μόνο καμμιά πενηνταριά κόσκινα είναι παρατημένα κατά μήκος της όχθης. Πως να πιεις νερό με κόσκινο. Το πλήθος τρέχει σαν κοπάδι αιγοπροβάτων και όλοι πέφτουν με τα τέσσερα να πιούν νερό όπως τα ζώα. Μετά έρχονται σαν ζαλισμένοι, πέφτουν σε βαθύ ύπνο σαν λήθαργος.
«Με αυτές τις συνθήκες δεν θα πιώ», λέω στον αγροφύλακα, «μπήκα κατά λάθος στο συρμό, δεν έχω εισητήριο, ούτε λεφτά για τα ναύλα.»
«Για να πας στην άλλη αποβάθρα», μου απαντά, «πρέπει να περάσεις μέσα από τα χωράφια με τη σίκαλη. Θέλει πολύ προσοχή, παραμονεύει ένα Πιτ-μπουλ με τρία κεφάλια.»
Μου δίνει μιά σακκούλα με γλυκά.
«Δώστου να φάει κι αν ζυγώσει κοντά ρίζε στο ψαχνό», προσθέτει και μου δίνει ένα προπολεμικό Μπερέτα.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό!»
«Το είχε μαζί του ο συνταγματάρχης Γαβρής όταν πέρασε από ΄δω πριν τριάντα έξι χρόνια., πάρτο και τράβα», επιμένει.
«Δεν έχω να σου δώσω κάτι, ως αμοιβή για τον κόπο σου», δηλώνω, αλλά αυτός σαν να περίμενε την αντιδρασή μου λέει : « Έχει πληρώσει ο πατέρας σου για σένα, φύγε τώρα.»
Και τρέχωντας μέσα στη σίκαλη ακούω τα γαυγίσματα που πλησιάζουν, πετάω τα γλυκά, τρέχω και τρέχω και ξυπνώ στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο ΄Ανυδρο όπου οι συγγενείς μου είναι συγγεντρωμένοι, δακρυσμένοι, γύρω μου κι ακούω τον παπά να ψέλνει : .. Εύρω καγώ την οδόν δια της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί...

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43, φθινόπωρο 2015