dimanche 1 septembre 2019

Ο πρόσφυγας

Ο Α. Μ., γεννήθηκε το 1968 στο Β. ένα χωριό στη νοτειοδυτική Αφρική.
Τα γεγονότα άρχισαν όταν τον ανακύρηξαν διάδοχο του πατέρα του αμέσως μετά το θανατό του. Ήταν έτσι ο τέταρτος κατά σειράν διάδοχος, δηλαδή ο αρχηγός - σύμφωνα με την παράδοση - όλων των απογόνων της οικογένειας από την ιδρυσή της εδώ και τέσσερεις γεννιές. Σημειώστε ότι ο γενάρχης ήταν πολύγαμος με έντεκα γυναίκες και διαδοχικά οι άλλοι είχαν επτά και τέσσερεις γυναίκες, ενώ ο πατέρας του είχε δύο εκ των οποίων η μικρότερη εγκατέλειψε την συζυγική στέγη πριν από το θανατό του. Φανταστείτε πόσα άτομα είχε να διοικήσει.
Ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Τα συμβάντα δεν φαίνονταν καθόλου ευχάριστα. Μιά θεία του, η μικρότερη αδερφή του πατέρα του, αρρώστησε την ημέρα της κηδείας του. ΄Εκτοτε κάτι παράξενες φήμες άρχισαν να μουρμουρίζονται από το στόμα στο αυτί. 
Σοβαροί άνθρωποι άρχισαν να αφηγούνται ότι ο πατέρας του πέθανε γιατί ήταν μέλος μυστικής αιρέσεως και δεν υπάκουσε στις διαταγές που του δώθηκαν ώστε να εξοντώσει την οικογενειά του. Στο μεταξύ η άρρωστη θεία πέθανε δύο εβδομάδες μετά την κηδεία του αδερφού της.
Ζούσαν σε μιά τέτοιου είδους δίνη ώσπου τα πράγματα χειροτέρεψαν την ημέρα που του συνέβει για πρώτη φορά η κρίση. Προσπάθησαν να βρούν λύση στο πρόβλημα με την πρακτική παραδοσιακή ιατρική. Αφού όλα τα γιατροσόφια απέτυχαν κυκλοφόρησε η φήμη πως είχε κληρονομήσει την κακόβουλη ικανότητα που θα μπορούσε να προκαλέσει το θάνατο  όλων των μελών της οικογένειας. Το κακό από το οποίο υπέφερε ήταν ο πρόδρομος της κατάρας που επρόκειτο να πέσει σε όλους. Όλα τα Μέντιουμ, που συμβουλεύτηκαν ορισμένοι, είπαν ότι είχε μέσα του δαιμόνια και ο μόνος τρόπος για να αποτρέψουν το κακό από τη ρίζα του ήταν να τον θανατώσουν.
Δεν ξέχασε ποτέ την ημέρα που, ξυπνώντας το πρωί, είδε μιά ομάδα συγγενών που είχαν ξεθάψει το πτώμα του πατέρα του, σύμφωνα με τις οδηγιες ενός μάγου, με σκοπό να εκτοπίσουν το κακό πνεύμα που ήταν ακόμη κρυμμένο στο σώμα, έτσι ώστε να σωθεί η οικογένεια. Τότε η μάνα του αποφάσισε να τον στείλει στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού της που έμενε σε μιά πόλη χίλια χιλιόμετρα μακριά από το χωριό τους. ΄Ηταν Αύγουστος του 1987. Οι κρίσεις ξανάρχισαν. Συμβουλεύτηκε τότε την κινέζικη ιατρική που δεν τον ωφέλησε σε τίποτα. Τον Απρίλιο του 1988 σε μιά επίσκεψη στο ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου έμαθε πως υπέφερε από μιά αρρώστια της οποίας η θεραπεία έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι το 1990, τροποποιημένη στη συνέχεια μέχρι το 1994. ΄Επρεπε να παίρνει δύο χάπια, Dèpakine 500, κάθε μέρα. Ευτυχώς ο αδερφός της μάνας του, που δεν είχε επιρεαστεί από τις φήμες για την κατάρα, δέχθηκε να αφιερώσει τμήμα του μισθού του για την αγορά του σκευάσματος. Το 1990 όταν οι γιατροί διέγνωσαν την αρχή φυματίωσης στην πρωτότοκη κόρη του θείου του, ηλικίας δύο χρονών, ο θείος θυμήθηκε την κατάρα. Από τότε τον εγκατέλειψε για το συμφέρον της κόρης του.
Τον Σεπτέμβριο του 1991 μόλις έλαβε το απολυτήριο Λυκείου κι ενώ ετοιμαζόταν να γραφτεί στο πανεπιστήμιο, συνέβει το χειρότερο. Εκείνη την ημέρα είχε πάει, όπως η πλειοψηφεία των συμμαθητών του, να καταθέσει τα δικαιολογητικά για την εγγραφή του. Καθ΄οδόν μιά κρίση δεν του άφησε την ευκαιρία να θαυμάσει το τοπίο της μελλοντικής του κατοικίας. Και σαν να μην έφθανε αυτό πολλά άτομα μαζεύτηκαν γύρω του για να δουν το θέαμα της ντροπής, όπως έλεγαν, δεν δίστασαν να τον χτυπήσουν αλύπητα με λακτίσματα μέχρι να του βγεί ο αριστερός ώμος. Σώθηκε χάρη στην επέμβαση ενός ανθρώπου του οποίου, όπως αφηγήθηκε αργότερα, η μητέρα ήταν επιληπτική. Ο θείος του, ήταν αφοσιωμένος στην κόρη του, δεν τον βοήθησε καθόλου για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ούτε οι γιατροί του νοσοκομείου ενδιαφέρθηκαν, δεν είχε χρήματα να πληρώσει, παρ΄όλο που είχε καταφέρει να κάνει αξονική τομογραφία της εξαρθρωμένης ωμοπλάτης.
΄Εβλεπε τον ουρανό να του πέφτει κατακέφαλα. Εκτός από την επιληψία που του επέβαλε ήδη πολλές απαγορεύσεις, έπρεπε να μάθει να ζει μόνο με ένα χέρι και ήταν ανίκανος για οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία.
Πιστεύοντας ότι η μόρφωση ήταν η μόνη οδός σωτηρίας επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις κι έτσι μπόρεσε να πάρει δίπλωμα πληροφορικής το 1996. Μετά από ένα χρόνο ανεργίας βρήκε μιά πρώτη θέση εργασίας σε νυχτερινό τεχνικό Λύκειο.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1998 - 1999 πέθαναν διαδοχικά τρία από τα τέσσερα παιδιά του αδερφού της μητέρας του, μεταξύ αυτών η πρώτη του κόρη που είχε εκδηλώσει φυματίωση το 1990. Αυτό το γεγονός αφύπνησε το πρόβλημα της κατάρας. Το πιο κοντινό του περιβάλλον το πίστευε ήδη. ΄Ηταν επικίνδυνος για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Γίνονταν σχόλια του είδους : «Πιστεύατε πως τα θύματα θα ήταν μόνο οι άλλοι!» ή «Μην κάνετε τίποτα και θα δείτε τι θα συμβεί!»
Οι στενοί του συγγενείς πίστευαν όλο και πιο πολύ στην κατάρα και ο κίνδυνος γινόταν άμεσος. Οι δηλώσεις των μπατσανάκηδων του θείου του ήταν χωρίς περιστροφές. ΄Εβρισκαν πως το δαιμόνιο που ζούσε μέσα του γινόταν δυνατώτερο όσο μεγάλωνε. Κατάλαβε τότε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες.
Επί πλέον στο μνημόσυνο των παιδιών οι συγγενείς έκαναν σχόλια του είδους : «Δεν θα τελειώσει έτσι και αλλοίμονο σε αυτόν που θα τολμήσει να κάνει την παραμικρή γραντζουνιά στο κορίστι που απέμεινε.»
Πρόσεξε ότι ο συγγενής που μιλούσε είχε το βλέμμα του στραμμένο προς αυτόν.
Είχε συχνές κρίσεις, λόγω ελλείψεως θεραπευτικής αγωγής. Με το αριστερό χέρι άχρηστο από την αγιάτρευτη εξάρθρωση, διωγμένος από την οικογενειά του, δεν μπορούσε παρά να ονειρεύεται να ζήσει μακριά, πολύ μακριά, από τους δικούς του, σε μιά χώρα όπου οι ασθενείς δεν θεωρούνται φαντάσματα.

dimanche 25 août 2019

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ

Την επομένη γίνεται θρησκευτική πανήγυρις στον ελαιώνα. Οι προσκυνητές καταφθάνουν με αγροτικά οχήματα και μεγάλα τζιπ 4Χ4. Ακούγονται οι ψαλμωδίες σαν από μεγάφωνα αλλά δεν βλέπω την εκκλησία. Το συμπαγές πολύχρωμο πλήθος των πιστών χειροκροτεί όταν ο Επίσκοπος τελειώνει την ομιλία του. Είχε μιλήσει συνδιάζοντας την κοινωνική αλληλεγγύη με μιά θέση στην αιώνιο ζωή. Είναι ντυμένος με χρυσά άμφια, φοράει τη μήτρα με πολύτιμες πέτρες που αστράφτουν κάτω από το φως του ήλιου. Επαναλαμβάνει πολλές φορές : «Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν».
Μετά ομάδες εθελοντών μοιράζουν πακέτα με τρόφιμα. Οι προσκυνητές τα καταναλώνουν επί τόπου. Φεύγοντας αφήνουν πίσω τους πλαστικές και χάρτινες σακκούλες, γυάλινα μπουκάλια και κουτιά από αλουμίνιο. Από τα μεγάφωνα η ραγισμένη φωνή του γέροντος Επισκόπου συμβουλεύει :  
«Πάρτε τα σκουπίδια μαζί σας, μην μολύνετε το περιβάλλον, σκεφτείτε το μέλλον των παιδιών μας, το μέλλον της γης.»
Είναι απόγευμα όταν τα παιδιά μου φεύγοντας θέλουν να μεταφέρουν αντικείμενα που βρήκαν σε παράνομους σκουπιδότοπους στο ρέμα του Τρακαδάρη. Πρόκειται για ένα τραπέζι της δεκαετίας του πενήντα, παλαιούς πίνακες ζωγραφικής και εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας με την Αγία Αικατερίνη και τον ΄Αγιο Γεώργιο.
Επιμένουν να τα πάρουμε μαζί μας. Θέλουν να τα κουβαλήσω μέχρι το αυτοκίνητο.
«Βρε άντε που θα μεταφέρω άχρηστα αντικείμενα από τη χωματερή!»
Θέλουν να με πείσουν πως τα εν λόγω σκουπίδια έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία.
Αρνούμαι και τα παιδιά φεύγουν ποδαράδα μεταφέροντας επ΄ώμου τα αντικείμενα.
Φθάνω στην πόλη με το βασίλεμα του ηλίου. 
Τα παιδιά θέλουν να πάνε σώνει και καλά στη ντισκοτέκ. 
Τα περιμένω να επιστρέψουν αλλά είναι μεσάνυχτα και δεν έχουν έρθει. 
Αποφασίζω να πάω επί τόπου. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά συναντώ εξερχόμενους μεθυσμένους γλεντζέδες. Μιλούν για τις τουρίστριες. Τις περιγράφουν ως ωραία μανάρια αλλά δεν μπορούν να συνεννοηθούν μαζί τους αφού δεν μιλούν ελληνικά.
«Ελληνίδες είναι, τους λέω, αλλά γεννήθηκαν και ζουν στο εξωτερικό.»
΄Ενας νεαρός με παρενοχλεί.
Λέει : «Τι θέλει αυτός στη ντισκοτέκ, θα μας φάει τις γκόμενες με τα ασημένια μαλλιά του.»
Του ρίχνω δύο δυνατά χαστούκια. ΄Επειτα τον γυρίζω ανάποδα, τον κρατώ αιωρούμενο από το ένα πόδι όπως ο χασάπης τα σφαχτάρια πριν απ΄την εκδορά. Του βγάζω μιά κάλτσα, του την βάζω στο στόμα.
Ο νεαρός μασουλάει τη βρωμερή του κάλτσα σαν να τρώει χάμπουργκερ.
«Είναι η δεύτερη κάλτσα που τρώω σήμερα.»
Τον αφήνω να σταθεί όρθιος.
Στην οθόνη του μετώπου του βλέπουμε ρεπορτάζ για τα νησιά του Αιγαίου : 
Τα μαστιχοχώρια της Χίου και οι προσκυνητές, το δεκαπενταύγουστο, στην Παναγία της Τήνου.

Το πρωί πηγαίνουμε βόλτα στο πάρκο του Λαού. Είναι μιά μέρα ηλιόλουστη. Κοιτάζω τις πάπιες στην τεχνιτή λίμνη όταν αντιλαμβάνομαι τους άλλους περιπατητές να φεύγουν τρέχοντας. Ρωτάμε τι συμβαίνει; Η κυβέρνηση προειδοποιεί για τον επερχόμενο κίνδυνο αλλά κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς πρόκειται. Η μόνη μας σωτηρία είναι το δάσος των ελαιών. 
Είμαστε η Λίζα κι εγώ κάτω από θεόρατες βασιλικές δρυς δίπλα στα ερείπια αρχαίου οικισμού. Ανακαλύπτουμε απολιθωμένα μαχαιροπήρουνα. Σαν να είναι κτερίσματα αρχαίου τάφου. Ανασύρω το κρανίο ενός μωρού, είχε δύο δοντάκια πριν πεθάνει. Πρόκειται για πλαστικό κεφάλι κούκλας
Προχωρούμε στα χωράφια του οροπέδιου. Στο βάθος φαίνεται μιά σκηνή όπου είναι τα όργανα της ορχήστρας χωρίς οργανοπαίκτες.
Αίφνης βλέπουμε χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπους, είναι όλοι ξαπλωμένοι καταγής σαν να ξεκουράζονται το μεσημέρι μετά το φαγητό κάτω από τα δένδρα, μέσα στους θάμνους, μέσα στα χωράφια. Δεξιά είναι μιά υπαίθρια καντίνα. Η Λίζα κάνει ένα σχόλιο για το φεστιβάλ τραγουδιού. Οι άνθρωποι εγείρονται τρομαγμένοι, φεύγουν αλαφιασμένοι, τρέχουν συνωστιζόμενοι στα γιδόστρατα. 
«Μην φεύγετε», λέει η Λίζα, «δεν είναι αλήθεια, πλάκα ήθελα να κάνω.»
Κανείς δεν την ακούει τώρα.
Πηγαίνουμε στην καντίνα. Παραγγέλνουμε αναψυκτικά.
Ο καντινιέρης λέει : «Αν ήμουν στη θέση σας θα έφευγα αμέσως.»
Φεύγουμε από ΄κει που ήρθαμε.




dimanche 23 juin 2019

Τοπικά ιστολόγια

Τοπικά ιστολόγια και πελατειακές σχέσεις. Οι πανουργίες των δημοσιογραφίσκων.
Ειδησούλες. Ανώδυνα σχόλια για καθημερινά θέματα. Χρήσιμες πληροφορίες. Γλείψιμο της τοπικής εξουσίας. Μα πιο πολύ, μέρα παρά μέρα, προβολή του επίδοξου πολιτευτού.
΄Οσο περνούν οι μέρες τόσο φαίνεται καθαρότερα. Τον υποστηρίζουν. Ακούγεται πως θα είναι υποψήφιος στις ερχόμενες εκλογές, εάν λάβει το χρίσμα της κεντροαριστεράς παρατάξεως.
Πήγε βόλτα οικογεννειακώς με το κότερο στη θάλασσα. Φωτογράφισε τα δελφίνια. (Αυτό αποτελεί είδηση υψίστης σημασίας!) Είναι παρών στον αγιασμό της ομάδας μας της οποίας είναι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου! Παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις προπονήσεις. 
Βοηθάει αλλοδαπό φορτηγαντζή στον αυτοκινητόδρομο! 
Περιθάλπει τραυματισμένη χελώνα Caretta-Caretta στην παραλία της Βασιλικής! 
Ο πρόεδρος! Ο πρόεδρος από΄δώ, ο πρόεδρος από ΄κεί! Ο πρόεδρος τρώει σπληνάντερο! Ο πρόεδρος πίνει τοπικόν οίνον, ζύθον και τσίπουρον! Ο πρόεδρος πάει προς νερού του! Ο πρόεδρος κάνει μπάνιο! Ο πρόεδρος αφοδεύει! Ο πρόεδρος συνουσιάζεται εν πλω! Ο πρόεδρος χύνει μουγγανίζοντας! Ζήτω ο πρόεδρος!
Τον προβάλλουν. Τον υποστηρίζουν. Μήπως εκλεγεί, μήπως γίνει υπουργός, να τους τακτοποιήσει, να διοριστούν, να πιαστούν από την κρικέλα του κράτους.



samedi 18 mai 2019

Η νέα γενιά

Ο πατέρας μας νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Λαμίας. Πηγαίνουμε να τον δούμε ο αδερφός μου και τα παιδιά μου, όλοι μαζί με το δικό μου αυτοκίνητο και μόλις φθάνουμε στο νοσοκομείο δεν βρίσκω θέση για στάθμευση. Κάνουμε γύρους στη γειτονιά και τελικά αποφασίζω να σταθμεύσω κάθετα στο πεζοδρόμιο. Ο αδερφός μου είχε ήδη κατεβεί, πήγε να βρει το γιατρό να συζητήσει για την εξέλιξη της υγείας του πατέρα μας. Επιστρέφει στο αυτοκίνητο, μας λέει τι του είπε ο γιατρός : «Ο πατέρας μας την έχει άσχημα, του μένουν λίγοι μήνες ζωής.»
Κλαίω με λυγμούς και δάκρυα, μου είναι αδύνατον να οδηγήσω το όχημα για να επιστρέψουμε στο χωριό. Οδηγεί ο αδερφός μου και όταν φθάνουμε στο πατρικό μας σπίτι έχει νυχτώσει.
Μαζευὀμαστε να δειπνήσουμε και με έκπληξη βλέπω ότι δεν είμαστε στο ισόγειο στην κουζίνα, αλλά στο δυτικό δωμάτιο με τη βιβλιοθήκη όπου υπάρχει τώρα ένα μεγάλο τραπέζι μοναστηριού. Ο γιός μου Κωνσταντίνος κάθεται στη θέση του αρχηγού που κανονικά είναι η θέση μου αφού απουσιάζει ο πατέρας μας αλλά και όταν είναι παρών μου παραχωρεί τη θέση αυτή από τότε που ήμουν μικρός.
Σκέφτομαι πως πέρασαν τα χρόνια και τώρα παραχωρώ τη θέση του πατέρα στο γιό μου.
Εκείνη τη στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή του πατέρα μας. ΄Ελαβε εξιτήριο αργά το απόγευμα, ήρθε μόνος του μέσα στη νύχτα με ταξί. Θέλει να κατέβουμε να ανοίξουμε την εξώπορτα αλλά όταν κατεβαίνω στο ισόγειο έχει πάει στον κήπο και εισέρχεται στο σπίτι από τη μυστική καταπακτή. Τον βλέπω μετά στο διάδρομο, είναι γυμνός και σαν να βλέπω τον εαυτό μου σε καθρέφτη. Βάζει αλοιφή στον αριστερό του μηρό.
Μου λέει ότι η καταστασή του είναι δύσκολη. Ο γιατρός έγραψε τη διάγνωση στο βιβλιάριο υγείας. Το ανοίγω αμέσως και διαβάζω : Υπερβολικό άγχος.
Λέω : «΄Αμα είναι μόνο αυτό δεν τρέχει τίποτα, θα τα καταφέρεις»


mardi 26 février 2019

Γαρδίκι Ομιλαίων


Σαν να είναι ένα ορεινό καταφύγιο που μοιάζει με αγρόκτημα. Ταξιδεύω με το γιό μου Κωνσταντίνο ο οποίος δεν έχει άλλες αποσκευές εκτός από ένα καλάθι ὀπου μέσα είναι κλεισμένος ο γάτος μας ο «Ήλιος» που διαμαρτύρεται με μικρά κλαψιάρικα νιαουρίσματα. 
Η οικογέννεια των αγροτών δέχεται να μας φιλοξενήσει με τον όρο να συμμετάσχουμε στη λάντζα του εστιατορίου. Τότε αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για τουριστική αγροτική μονάδα με κοπάδια βοοειδών, αιγοπροβάτων και πουλερικών. Δεχόμαστε κι ενώ ο γιός μου μαζεύει τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα από τα τραπέζια εγώ πλένω τα σκεύη της κουζίνας τα οποία έχουν χρόνια γλίτσα και κόρα λέρας. Βρίσκω μια βούρτσα και με τον αφρό του απορρυπαντικού καταφέρνω να τα καθαρίσω γρήγορα και καλά. Πάνω στην ώρα φθάνει το λεωφορείο να φύγουμε αλλά βλέπω ότι ο γιός μου δεν έχει το καλάθι με το γάτο μας.
«Τον άφησα να παίξει με άλλες γάτες στην αυλή της διπλανής αγροικίας, λέει ο γιός μου, θα τον πάρουμε στην επιστροφή, μην ανησυχείς.»
Φοβάμαι μη χαθεί ο γάτος και σκέφτομαι τα χειρότερα επειδή δεν είναι μαθημένος να ζει ελεύθερος στην ύπαιθρο, απολαμβάνει μόνο την ελευθερία της φυλακής του που είναι το διαμέρισμά μας στο Παρίσι.
Το λεωφορείο σταματάει στο Γαρδίκι Ομιλαίων όπου κατεβαίνουμε. Ο γιός μου είναι τώρα ο αδερφός μου και είμαστε αμφότεροι σε εφηβική ηλικία. Βλέπω τον αδερφό μου να οδηγεί ένα μεγάλο φορτηγό Μερσεντές της δεκαετίας του πενήντα σαν αυτό που είχε ενοικιάσει ο πατέρας μας τον Μάϊο του 1960 για να μεταφέρει τους καλεσμένους στο γάμο του από το Άνυδρο στο Γαρδίκι. Το φορτηγό είναι σε έναν κατηφορικό δρόμο κι ένα τρακτέρ το τραβάει με συρματόσχοινο για να ελευθερωθεί ο χώρος στάθμευσης. Μετά το φορτηγό προχωράει στον κατήφορο και βλέπω το άγχος στο πρόσωπο του αδερφού μου γιατί δεν πιάνουν καλά τα φρένα, κι έρχεται αργά και κολλάει στο πίσω μέρος του λεωφορείου. Ο πατέρας μου κατεβαίνει από το φορτηγό, ήταν στη θέση του συνοδηγού, ντυμένος με το γαμπριάτικο κοστούμι του χωρίς γραβάτα. Θυμωμένος μου λέει :
«Δεν ντρέπεσαι να γλεντάς με την ξαδέρφη σου, όλη νύχτα δεν αφήσατε τη μάνα σου να κλείσει μάτι με τις κραυγές σας. Τι χάλια είναι αυτά;»
Ο νονός μου κατεβαίνει από την καρότσα του φορτηγού. Το κοστούμι του είναι σχεδόν λευκό από τη σκόνη. Έρχεται δίπλα στον πατέρα μου. Χαμογελαστός μου κλείνει συνωμοτικά το αριστερό του μάτι.
«Είναι οι ορμές πατέρα!», απαντώ και καθώς πηγαίνει προς την εκκλησία της Παναγίας τον ακολουθώ μέσα στο πολύχρωμο σκονισμένο πλήθος των καλεσμένων.


mercredi 13 février 2019

Cupidon

Τα βέλη αυτού του μικρού αγοριού να τα προσέχεις, κι έφηβος αν είσαι και ώριμος ανήρ και γέρων, (βλέπε τον Βουτσά), ακόμη κι ο θεός, (Ζεύς ή Δίας), την πάτησε πολλές φορές.


jeudi 7 février 2019

Θάνος Φωσκαρίνης : Πέραν Εκτός *

άνευ αριθμού
άτμητη γη, απεριόριστο κήτος
στρόβιλος άναρθρες σκιές
πανίσχυρες παρενθέσεις
η αχμή των ανθρώπων
τσακίζοντας κάθε ξένη γλώσσα
το γράμμα
ολοένα εις βάθος
όπου μη κλάμα
όπου δεν αίσθημα
παρά μόνο να τρέχει μάζα κοχλάζουσα
ή κάποτε αργοκίνητη μάζα κολλώδης
άνευ αριθμού καν απείρου
υποφέροντας
όπως πάντα
από κείνη την ανεξήγητη αύρα
που ακόμη τον σέρνει αμείωτη
εις το  άρρητο και εις τα μη καθοράν

*από τη συλλογή ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, Αθήνα 1994


jeudi 10 janvier 2019

Ο συνταγματάρχης Γαβρής

Την πρώτη φορά που είδα τον Γιώργο Γαβρή, αυτόν που θα ονόμαζα συνταγματάρχη τριάντα χρόνια αργότερα, ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό, με δυνατό ήλιο. 
Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου. Είχαμε πάει στην πλατεία ν΄αγοράσουμε ψάρια.
Πρώτα συναντήσαμε το δάσκαλο, είχε αναλάβει υπηρεσία εκείνη τη χρονιά.
΄Ηταν περίπου δέκα η ώρα, ο δάσκαλος συζητούσε, περί ανέμων και υδάτων, με τον παπά-Κώστα και κοινοτικούς παράγωντες δίπλα στο καφεπαντοπωλείο του Πολύμερου. 
Η μάνα μου χαιρέτησε το δάσκαλο με χειραψία, μετά αυτός έσκυψε μπροστά μου, με τσίμπησε ελαφρά στο μάγουλο και είπε :
-Του χρόνου θα έρθεις στο σχολείο! 
Τα λόγια του τα ερμήνευσα ως απειλή, είχα ακούσει για τον προηγούμενο δάσκαλο, ήταν φανατικός οπαδός των σωματικών τιμωριών ως της μόνης αποτελεσματικής μεθόδου διαπαιδαγωγήσεως των μαθητών.
Μετά μου έβγαλε και μου ξαναφόρεσε το καπέλο. Φορούσα ένα σχολικό πηλήκιο από τσόχα μπλέ μαρίν, δώρο μιάς εξαδέρφης της μητέρας μου, από τη Στυλίδα, της οποίας ο γιός μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο.
Ο δάσκαλος μουρμούρισε πως το πηλήκιο δεν ήταν υποχρεωτικό στο Δημοτικό, είχα ακόμη καιρό μέχρι να πάω στο Γυμνάσιο.
Ηταν κοντός, μελαχροινός, με φαλάκρα που προσπαθούσε να κρύψει, καλύπτοντας το κρανίο, με μιά τούφα μαλλιών που ο ελαφρός άνεμος την ανασήκωνε.
΄Εβλεπα το νέο δάσκαλο πρώτη φορά. Τον προηγούμενο τον είχα δει για πρώτη και τελευταία φορά την περασμένη ΄Ανοιξη, τέλη Μαΐου. Πηγαίναμε με τους αδερφούς Μακαρένκο και την μητέρα τους προς την τοποθεσία Καμπιά έξω από το χωριό. Οι μαθητές στην αυλή του σχολείου έπαιζαν φωνάζωντας, ενώ ο δάσκαλος πέρασε δίπλα μας με βιαστικό βήμα. Πήγαινε στην πλατεία. Η φαλάκρα του γιάλιζε κάτω από τον ήλιο του απογεύματος. ΄Ηταν ψηλός μελαχροινός, αδύνατος με λεπτό μουστάκι και καλοξυρισμένα μάγουλα. Τότε η μητέρα των Μακαρένκο μας μίλησε για τις βαρβαροτητές του, απειλώντας μας πως, «θα μας σιάξει αυτός όταν θα πέφταμε στα χέρια του», την επόμενη χρονιά.
Τη στιγμή που ο δάσκαλος μιλούσε για το σχολικό πηλήκιο, ο Γιώργος Γαβρής έφθασε με το τρίκυκλο. Ερχόταν από τη Στυλίδα. Πήγαινε κάθε μέρα, το πρωί, ν΄αγοράσει πάγο, εφημερίδες, τσιγάρα και προπαντός να δώσει πληροφορίες στην αστυνομία για τις κινήσεις των αμετανόητων κομμουνιστών και των μαθητών του Γυμνασίου.
΄Ηταν χονδρός και καβάλα στο μηχανάκι έμοιαζε με γορίλλα. Είχε την ίδια ηλικία με τη μάνα μου αλλά λόγω της άσωτης ζωής του φαινόταν πολύ μεγαλύτερος.
Μαρσάροντας το τρίκυκλο κατευθύνθηκε προς το σπίτι του στη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας, ενώ από το ηλεκτρόφωνο, στο μαγαζί του Δήμου, ακουγόταν το τραγούδι :

...στα ψηλά τα σκαλοπάτια όσες ανεβήκανε βρήκαν πλούτο μεγαλεία...



mercredi 2 janvier 2019

Γιάννης Θράπας. Αγιάτρευτη λευτεριά*

Κι ας βρίσκεσαι σ΄ένα φάρο που δεν ακούει
το βρόχγησμα των καραβιών
αργοπεθαίνεις μεσ΄στην αλμύρα των τη νόθα και σιωπηλή
Ακούγοντας για άλλη μιά φορά τους αετούς
-που σκύβουν απ΄τα ουράνια-
για να μαντέψουν πως τελειώνει της ζωής το δικό τους κουράγιο.
Όταν στα φτερά τους κουβαλούν
μιά αγιάτρευτη λευτεριά από στερήσεις.

*Πρώτη δημοσίευση


lundi 26 novembre 2018

Οι αφίσες

Σαν να είμαι με τους αντάρτες στα βουνά και κατεβαίνουμε στις πλαγιές του όρους ΄Ορθρυς.
«Νικήσαμε, νικήσαμε», φωνάζουν ορισμένοι και με χαρούμενες φωνές σαλτάρουν ένας-ένας στο φαράγγι δυτικά του Ανύδρου δίπλα στο χωράφι μας στα Σχοίνα.
Σαλτάρω κι εγώ μαζί τους και τρέχοντας, μέσα στον ασημένιο ελαιώνα, κάτω από το φως της σελήνης, φθάνουμε με την ρόδινη αυγή στην κεντρική πλατεία, λίγο πριν αρχίσει η παρέλαση για τον εορτασμό της εθνικής εορτής. Οι μαθητές των σχολείων γιορτάζουν τη νίκη μας.
Στις βιτρίνες των καταστημάτων είναι αναρτημένες αφίσες με το κομμένο κεφάλι του Θανάση Κλάρα. Τα νεαρά μέλη του κόμματος τρέχουν και τις ξεσκίζουν.


dimanche 28 octobre 2018

H επιθυμία της μητέρας στο διήγημα «Το λουτρό» του Μένη Κουμανταρέα. *


Στο διήγημα «Το λουτρό» που είναι το δεύτερο της συλλογής «Τα μηχανάκια»1, ο συγγραφέας περιγράφει τις σχέσεις μιας πυρηνικής οικογένειας η οποία παρουσιάζεται ως η παραδοσιακή τριάδα, πατέρας, μητέρα και γιός. Σε μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση το κύριο θέμα του διηγήματος φαίνεται να είναι η υπερπροστατευτική καταπιεστική σχέση της μητέρας προς το γιό που ετοιμάζεται να αναχωρήσει για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και η επιτυχημένη προσπάθεια του να απελευθερωθεί από τη δυναστεία της μητέρας του.
Από ψυχοπαθολογική άποψη η συμπεριφορά της μητέρας και τα συμπτώματα που περιγράφει ο συγγραφέας μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αντιδραστικής φύσεως διπολική διαταραχή του συναισθήματος.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται γύρω από τη συμπεριφορά και τη δυσκολία της μητέρας να παραδεχτεί το ότι ο γιος της μεγάλωσε και δεν είναι πλέον το μωρό που της αρέσει να βλέπει πάλι και πάλι στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της παιδικής του ηλικίας.
Τα δρώμενα αναφέρονται στη δυνατή σχέση μεταξύ μητέρας, (Αντωνία) και του γιού, (Χαράλαμπος). Για τον πατέρα ο συγγραφέας αναφέρει ότι υπήρξε κάποτε ναυτικός, είναι ένας γέρος παραμερισμένος στη γωνιά, σιωπηλός, δεν παρουσιάζει κανένα σεξουαλικό ενδιαφέρον για τη μητέρα. Κι ενώ το κείμενο δεν το αναφέρει σε κανένα σημείο, δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι είναι ανάπηρος, σαν να είναι ζωντανός νεκρός.

Η μάνα περιγράφεται ως «στητή, κοτσανάτη, αρυτίδωτη, με μια κοιλιά που ξεφώνιζε από ευφορία...»

«Με τα μάτια της, μαύρα ακατέργαστα διαμάντια, έλαμπαν από σκοτεινή αγάπη.»

Όσο διαρκούν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση του γιού η μάνα βρίσκεται σε υπομανιακή κατάσταση, αναλαμβάνει τα πάντα, από το να ετοιμάσει τη βαλίτσα του μέχρι να του πλύνει τα δόντια σαν να ήταν ο Χαράλαμπος μωρό.
Με την αναχώρηση του γιού η μητέρα εισέρχεται σε μια καταθλιπτική περίοδο.

«η μάνα μέσα στο άδειο σπίτι γυρόφερνε με το ξεχειλωμένο μισοφόρι της, αχτένιστη, αφτιασίδωτη, άπλυτη, ίδια η απελπισία. Γύρω της τα κατσαρόλια στοιβάζονταν λόφοι από γλίτσα και καμένο βούτυρο κι η κνίσα σούμπηγε το κεντρί της στα ρουθούνια. Τα ρούχα άστρωτα, τα φορέματα ασιδέρωτα, οι κάλτσες αμαντάριστες, τα έπιπλα θαμμένα σε προϊστορική σκόνη που οι αράχνες ξεθαρρεμένες τύλιγαν με κουκούλι κεντημένο μύγες.»

«Κοιμόταν λίγο ή καθόλου. Το σαράκι αντίς να την τρώει την έτρεφε - είχε γίνει δυό φορές πιο παχιά.»

«Η μάνα πεσμένη σαν τη λεχώνα στο κρεβάτι, ανάσκελα, γυμνή, ξεφύλιζε με τα μάτια το ημερολόγιο του τοίχου.»

Και μόνο οι φωτογραφίες του γιού της μωρού και τα μωρουδίστικα ρούχα που τα είχε φυλαγμένα είκοσι χρόνια μετά, ενίσχυαν την αναμνηστική της νοσταλγία.
Όταν ο γιός επιστρέφει στο αγρόκτημα, με σαρανταοκτάωρη άδεια, η μάνα βγαίνει από την κατάθλιψη και ξαναβρίσκει την υπομανιακή της δραστηριότητα. Απαγορεύει στο γιό της το κάπνισμα, τον αναγκάζει να πλυθεί, θέλει να τον πλύνει η ίδια και τότε ανακαλύπτει ότι το μωρό, που η ίδια το ήθελε μωρό για πάντα, έγινε άνδρας τριχωτός με πέος και όρχεις. Η μάνα παθαίνει μια κρίση οξείας μορφής και μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντονου ερωτισμού ο γιός αντιδρά σαν ένας σύγχρονος απελευθερωμένος αντι-οιδίποδας που έχει τη δυνατότητα επιλογής.

«Την πρόφτασε έξω από το δωμάτιό του και στην προσπάθεια του να την συγκρατήσει της ξέσχισε μια λουρίδα φουστάνι. Ένα κομμάτι μαραμένης μα στητής σάρκας ήρθε να πέσει μπροστά του. Τα μάτια του το δέχτηκαν σαν πεινασμένο σκυλί. Κι όπως οι φωνές της πλήθαιναν και κολλούσαν πάνω στο υγρό τείχος της ζέστης, στην αρχή θέλησε να της φράξει το στόμα κι όπως σύγκορμη σπαρταρούσε στα χέρια του, ανοίγοντας διάπλατη την πόρτα της κάμαρης του, την πέταξε πάνω στο κρεβάτι κι ύστερα βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα, βάνοντας και το κλειδί στην τσέπη.»

Το ερώτημα που θέτει ο αναγνώστης για την συμπεριφορά της μητέρας στο «λουτρό» είναι ποιό μπορεί να είναι το κίνητρο αυτής της διπλής συμπεριφοράς. Όταν ο γιός είναι παρών η μητέρα βρίσκεται σε οξεία κρίση αναταραχής και όταν απουσιάζει χάνει όλη της την ενέργεια και εισέρχεται σε καταθλιπτική κατάσταση. 
Είναι σημαντικό να σημειωθεί η έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για τον σύζυγό της ο οποίος όπως είπαμε είναι παραμερισμένος και σχεδόν ανύπαρκτος.

Η συμπεριφορά σαν αυτή της μητέρας του «λουτρού» που βρίσκεται στην ηλικία της εμμηνόπαυσης και σε κατάσταση κρίσης στο μέσον της ζωής, έχει περιγραφεί ως σύμπλεγμα της Ιοκάστης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ψυχαναλυτικής θεωρίας, (H. Deutsch 1944)2, «το ερωτικό αντικείμενο της γυναίκας σε αυτή την ηλικία είναι ο γιός, πρόκειται για έναν νέο μύθο του Οιδίποδα. Και όπως οι αιμομικτικές φαντασιώσεις είναι απαράδεκτες, βλέπουμε να αναδύεται, σε ένα ορισμένο αριθμό γυναικών, μια μάχη εναντίον κάθε σεξουαλικής φαντασίωσης.Το σύνολο που σχηματίζεται από τη φαντασίωση της επιθυμίας και τους ιδιαίτερους μηχανισμούς που την εμποδίζουν να αναδυθεί είναι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης. 3 »

Ορισμένες γυναίκες που βρίσκονται σε κρίση στο μέσον της ζωής παραμελούν τη σεξουαλική τους ζωή και εκδηλώνουν έντονη αναταραχή εάν έχουν γιό που οδεύει προς την ανδρική ηλικία ή στο περιβάλλον τους βρίσκεται νέος άνδρας.

Ο Κουμανταρέας στο διήγημά του μας δίνει στοιχεία που μας επιτρέπουν να κάνουμε την υπόθεση αιμομικτικής απωθημένης επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για το γιό της.
Από την γέννηση του παιδιού η μάνα έχει κάνει τέτοια επένδυση αγάπης που έχει σχέση με αυτό που περιγράφεται ως επιθυμία του φαλλού4, (ο φαλλός ως σύμβολο εξουσίας και γονιμότητος). Άλλωστε στο διήγημα η Αντωνία έχει όλα τα χαρακτηριστικά φαλλικής γυναίκας.
Η κρίση της μητέρας εκδηλώνεται όταν καταλαβαίνει ότι ο γιός είναι άνδρας σε ηλικία που μπορεί να έχει σεξουαλικές σχέσεις. Στον ψυχισμό της μητέρας προκαλείται μια απαράδεκτη σύγκρουση, εξ αιτίας της ασύνειδης αιμομικτικής επιθυμίας, που προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με τις φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας και τα μωρουδίστικα ρούχα του γιού της, ρούχα που τα έχει κρατήσει και τα συντηρεί με θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Jacques LACAN στο σχόλιό του για την τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή5 δηλώνει ότι η επιθυμία της μητέρας, (Ιοκάστη), είναι επιθυμία ζωής και θανάτου.
Στις διαφορετικές εκδοχές του μύθου των Λαβδακιδών, απ’ όπου ο Φρόιντ εμπνεύστηκε το σύμπλεγμα του Οιδίποδα και οι επίγονοι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης, όσο και στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους τύραννος, η Ιοκάστη παρουσιάζεται να γνωρίζει την τιμωρία που επιβάλλει ο θεός στο Λάϊο για την αποπλάνηση του Χρύσσιπου. Είναι αυτή, η Ιοκάστη, που θα δράσει ώστε ο πατέρας Λάιος και ο γιός Οιδίποδας να οδηγηθούν στο θάνατο. Βέβαια ο Οιδίποδας θα σωθεί για να εκπληρωθεί στη συνέχεια ο χρησμός έτσι ώστε ο γιός να φονεύσει τον πατέρα και να έρθει σε γάμο με τη μητέρα ως νέος βασιλιάς.

Στο λουτρό η επιθυμία της μητέρας είναι επιθυμία ζωής αφού η μητέρα είναι η αρχή της ζωής, αλλά συγχρόνως η επιθυμία της είναι επιθυμία θανάτου και αυτό το καταλαβαίνουμε από την διπλή συμπεριφορά, (αναταραχή-κατάθλιψη) που φανερώνει αιμομικτική επιθυμία και από την νοσταλγική της επιθυμία να ήταν το παιδί της για πάντα μωρό.

Ο Κουμανταρέας μας παρουσιάζει το θέμα ενός πανάρχαιου μύθου που είναι ένα από τα θεμέλια του πολιτισμού. Το θέμα αυτό επανέρχεται στην πεζογραφία του Κουμανταρέα κυρίως στα κείμενα όπως «Η κυρία Κούλα»6, όπου μία γυναίκα, των βορείων προαστείων, στην ηλικία της κλημακτηρίου, συνάπτει σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό φοιτητή που θα μπορούσε να ήταν ο γιός της, στο κείμενο «Η φανέλα με το εννιά»7 η μεσήλιξ σύζυγος του προπονητή από το Βόλο συνουσιάζεται με τον νεαρό ποδοσφαιριστή και στο «Δύο φορές Έλληνας»8 πάλι η μεσήλιξ σύζυγος του διορθωτή διατηρεί κρυφή σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό αλφαμίτη.
Κατά τη γνώμη μου «Το Λουτρό» είναι από τα καλύτερα κείμενα του συγγραφέα και ένα από τα πιο σημαντικά διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

                                Κώστας Αλεξόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μένη Κουμανταρέα. Τα Μηχανάκια. Εκδόσεις Κέδρος 1986. Α΄έκδοση "ΦΕΞΗΣ" 1962.

2. H. Deutsch (1944). La psychologie des femmes : étude psychanalytique. Paris PUF, 1967, vol. II. pages 391- 418.

3. Marie-Christine Laznik. Le troisième temps de l'Œdipe chez une femme, (le complexe de Jocaste), in REVUE FRANCAISE DE PSYCHANALYSE 2005/4, (vol. 69), pages 993 - 1011, PUF

4. J. Laplanche et J. -B. Pontalis, Vocabulaire de la psychanalyse PUF 1967, pages 311 - 312.

5. J. Lacan; LE SEMINAIRE livre VII. L'éthique de la psychanalyse. SEUIL 1986. Pages 283 - 333 : L'ESSENCE DE LA TRAGEDIE Un commentaire de l'Antigone de Sophocle.

6. Μένη Κουμανταρέα. Η κυρία Κούλα. Εκδόσεις Κέδρος 1977.

7. Μένη Κουμανταρέα. Η φανέλα με το εννιά. Εκδόσεις Κέδρος 1986.

8. Μένη Κουμανταρέα. Δύο φορές Έλληνας. Εκδόσεις Κέδρος 2001.

*Πρώτη δημοσίευση στο Περιδικό Οδός Πανός, Τεύχος 175, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017



jeudi 18 octobre 2018

Παρέλαση

Έξι μήνες αφ΄ότου πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρικό τμήμα έπαιρνε τα φαρμακά του και πήγαινε να τον βλέπει ο ψυχίατρος σε προγραμματισμένα ραντεβού. Φρόντιζε την ανάπηρη μητέρα του και ζούσαν ήσυχα με τα δύο επιδόματα αναπηρίας.
Με τον ερχομό της ανοίξεως σταμάτησε προοδευτικά τα φάρμακα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.
Την ημέρα της εθνικής εορτής άκουσε εκ νέου τη φωνή του αιωνίου πατρός που τον προέτρεψε να πάει να σταθεί έμπροσθεν του καταστήματος της ελβετικής εταιρείας Omega, γιατί ωμέγα είναι το τέλος, και είναι στον αριθμό 93 της ωραιότερης λεωφόρου του κόσμου, αριθμός που αντιστοιχεί στον νομό του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου που ως πρώτος επίσκοπος της πόλης των Παρισίων όταν τον αποκεφάλισαν οι Ρωμαίοι πήρε ανά χείρας την κομμένη κεφαλή του και περπατώντας έφτασε  ως εκεί που βρίσκεται τώρα ο καθεδρικός ναός βασιλικού ρυθμού με τους τάφους των βασιλέων.
Περίμενε, στος ύψος αυτό της λεωφόρου, μέσα στο πολύχρωμο πλήθος των πολιτών και όταν άρχισε η παρέλαση ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν όλοι με ενθουσιασμό.
Μόλις έφτασαν οι δυνάμεις των πεζοναυτών η φωνή του αιωνίου πατρός του ψυθίρισε στο δεξιό αυτί του ότι τώρα ήταν η στιγμή. Πέταξε μιά άδεια πλαστική φιάλη ύδατος κατακέφαλα στον οδηγό του οχήματος και μέσα στη σύγχυση που δημιουργήθηκε από την πράξη του, σάλταρε τον κινητό φράχτη της αστυνομίας και πήδηξε μέσα στο φουσκωτό σκάφος με την ελπίδα να τον σκοτώσουν αμέσως γιατί πίστευε στην μετενσάρκωση και ήταν βέβαιος ότι την τρίτη ημέρα επρόκειτο ν΄αναστηθεί μετά δόξης εκ του τάφου για ν΄ανέβει εκ δεξιών του πατρός.
Αντ΄αυτού ο συνταγματάρχης των πεζοναυτών αφού τον πήρε από το χέρι, σαν να ήταν παιδάκι του νηπιαγωγείου, τον οδήγησε στο ασθενοφόρο που έφτασε αμέσως με την σειρήνα του να ουρλιάζει.