mercredi 13 janvier 2016

Πρωτελευταίος σταθμός

Επειδή βήχω εδώ και δυό μέρες ασταμάτητα πίνω μια κουταλιά σούπας από το σιρόπι που έχω εντός του ψυγείου. Πότε ακριβώς το αγόρασα δεν θυμάμαι, το είχα πάρει για τα παιδιά στη αρχή του Χειμώνα.
΄Ολη νύχτα κοιμήθηκα σαν βόΐδι και το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ και να έχω συνέχεια μια αίσθηση πως κοιμάμαι ακόμη ενώ είμαι ξυπνητός, σαν να κοιμάται ο μισός εγκεφαλός μου και ο άλλος μισός σαν να είναι ξύπνιος, σαν μεθυσμένος, και που και που μια όρεξη για ύπνο, μια ακατανίκητη νύστα. 
Κι αντί να πάρω το τραμ όπως κάνω κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά, προχωρώ μέσα στο τούνελ του Μετρό. «Συγγνώμη», λέω δυνατά, «έκανα λάθος», αλλά το συμπαγές πλήθος με σπρώχνει σιωπηλό στην αποβάθρα όπου περιμένει ο συρμός με τις πόρτες ανοιχτές, μοιάζει με το Μετρό αλλά μπορεί να είναι τρένο, πρώτη φορά το βλέπω. Γεμίζει τίγκα και ξεκινάει ταχύτατα. Κοιτάω να δω τον πίνακα με τους σταθμούς, να υπολογίσω που θα κατέβω, πουθενά πίνακας.
«Που πάμε;» Ρωτώ τους διπλανούς μου.
«Στο λιμάνι!» Μου απαντά ένας κοντός με στολή αγροφύλακα που κάπου τον είχα ξαναδεί.
«Θα πάρουμε το πλοίο για την απέναντι όχθη, έχεις τα ναύλα;»
Εγώ να μην έχω δεκάρα μαζί μου ενώ όλοι γύρω μου κρατούν ένα κέρμα των δύο ευρώ ανάμεσα στα δάκτυλα του δεξιού χεριού σαν να πρόκειται να ρίξουν κορώνα-γράμματα.
Τότε ο συρμός σταματάει. Πρωτελευταίος σταθμός, αναγγέλουν τα μεγάφωνα, για κατούρημα και πόσιμον ύδωρ.
Οι ταξιδιώτες, διψασμένοι, τρέχουν να πιούν νερό στον ποταμό που περνάει κάθετα στις γραμμές του τρένου. Δεν υπάρχουν αγγεία, μόνο καμμιά πενηνταριά κόσκινα είναι παρατημένα κατά μήκος της όχθης. Πως να πιεις νερό με κόσκινο. Το πλήθος τρέχει σαν κοπάδι αιγοπροβάτων και όλοι πέφτουν με τα τέσσερα να πιούν νερό όπως τα ζώα. Μετά έρχονται σαν ζαλισμένοι, πέφτουν σε βαθύ ύπνο σαν λήθαργος.
«Με αυτές τις συνθήκες δεν θα πιώ», λέω στον αγροφύλακα, «μπήκα κατά λάθος στο συρμό, δεν έχω εισητήριο, ούτε λεφτά για τα ναύλα.»
«Για να πας στην άλλη αποβάθρα», μου απαντά, «πρέπει να περάσεις μέσα από τα χωράφια με τη σίκαλη. Θέλει πολύ προσοχή, παραμονεύει ένα Πιτ-μπουλ με τρία κεφάλια.»
Μου δίνει μιά σακκούλα με γλυκά.
«Δώστου να φάει κι αν ζυγώσει κοντά ρίζε στο ψαχνό», προσθέτει και μου δίνει ένα προπολεμικό Μπερέτα.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό!»
«Το είχε μαζί του ο συνταγματάρχης Γαβρής όταν πέρασε από ΄δω πριν τριάντα έξι χρόνια., πάρτο και τράβα», επιμένει.
«Δεν έχω να σου δώσω κάτι, ως αμοιβή για τον κόπο σου», δηλώνω, αλλά αυτός σαν να περίμενε την αντιδρασή μου λέει : « Έχει πληρώσει ο πατέρας σου για σένα, φύγε τώρα.»
Και τρέχωντας μέσα στη σίκαλη ακούω τα γαυγίσματα που πλησιάζουν, πετάω τα γλυκά, τρέχω και τρέχω και ξυπνώ στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο ΄Ανυδρο όπου οι συγγενείς μου είναι συγγεντρωμένοι, δακρυσμένοι, γύρω μου κι ακούω τον παπά να ψέλνει : .. Εύρω καγώ την οδόν δια της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί...

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43, φθινόπωρο 2015

vendredi 4 décembre 2015

Με νερό Γοργοπόταμου

Ο Τάκης. Ήταν γόης με τα γαλανά του μάτια, τη λυγερή κορμοστασιά και τα καστανόξανθα κατσαρά μαλλιά. Μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο έμπλεξε με παρέες που είχαν μεγάλες μηχανές κι έκαναν κόντρες στον παλιό δρόμο από Λαμία προς Στυλίδα και συνέχεια καμάκι στις μαθήτριες του Λυκείου καθώς αυτές περίμεναν το λεωφορείο να γυρίσουν στα ορεινά χωριά τους.
«Μάνα θέλω μηχανή!»
Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγροτοποιμένες, δεν είχαν χρήματα για μοτοσικλέτες, ούτε μπορούσαν να πληρώσουν φροντιστήρια, αλλά τ΄όνειρό τους ήταν να μάθει γράμματα ο μοναχογυιός μήπως γινόταν δάσκαλος ή έστω υπάλληλος τραπέζης, να γλυτώσει από την τυραγνία της αγροτικής ζωής. Αλλά ο Τάκης δεν τάπαιρνε τα γράμματα.
Έτσι άφησε τις σπουδές και πήγε στη Λαμία να γίνει πλακατζής. Εργάστηκε δυό φεγγάρια στις οικοδομές αλλά αυτή η δουλειά του έπεσε πολύ βαρειά, την άφησε και πήγε σε οβελιστήριο ως ψήστης στην πλατεία Ελευθερίας. Γύρος με πίτα, σουβλάκια με πατάτες τηγανητές, σαλάτα χωριάτικη, μπύρα, ρετσίνα και τσίπουρο. Από το ραδιόφωνο η θρηνώδης φωνή του Καζαντζίδη σε ινδοαραβικές επιτυχίες : Με μάτια κλαμμένα στους δρόμους γυρνώ, μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρώ… 
Απέναντι ο Μητροπολιτικός ναός και το ωραίο κτίριο της Νομαρχίας. Μάζευε λεφτά, ν΄αγοράσει δική του μηχανή, την ήθελε χιλιοδιακοσιάρα, με πειραγμένη εξάτμηση, να βρυχάται καθώς θα τη μαρσάρει στους στενούς δρόμους και φάτσα στο Λύκειο θηλέων.
Και το καμάκι, καμάκι. Είχε τη φήμη δεινού επιβήτορος, οι μαθήτριες τρελαίνονταν μαζί του.
Η Λίτσα ήταν πρώτη μαθήτρια, απουσιολόγος στην τάξη της. ΄Οταν κατάλαβε ότι είχε πιάσει παιδί, ο Τάκης την είχε αφήσει ήδη κι ερωτροπούσε με μια άλλη με μεγαλύτερα βυζιά και σαρκώδη χείλη. 
Η μάνα της Λίτσας άσπρισε όταν ο μαιευτήρας τους είπε πως ήταν πολύ αργά για έκτρωση, η κατάσταση ήταν προχωρημένη και μόνο αν πήγαιναν στην Ολλανδία ή στο Λονδίνο θα μπορούσε να το ρίξει τώρα. Τα γιατροσόφια της γιαγιάς δεν έπιασαν και η κοιλιά της Λίτσας είχε φουσκώσει ώστε δεν μπορούσε να κρυφτεί άλλο από τον πατέρα της.

Ο πατέρας της Λίτσας είπε στον Τάκη να βγει στην πλατεία κάτι να κουβεντιάσουν για μια παραγγελία - δήθεν - για κάτι ντόπια κρέατα, προμήθεια, σε τιμή προσφοράς, για το σουβλατζίδικο. Ο Τάκης δεν ήξερε απ΄αυτά αλλά αφού έλειπε το αφεντικό δέχτηκε να μιλήσει με τον άγνωστο μεσήλικα, τον πήρε για χασάπη χοντρέμπορο.
Μόλις έκαναν δυό βήματα στα λευκά πλακάκια της πλατείας τον άρπαξε με το αριστερό χέρι και τον γονάτισε σαν να ήταν γουρούνι των Χριστουγέννων, το χατζάρι το είχε φέρει τυλιγμένο σε εφημερίδα, καλά κρυμμένο κάτω από το σακκάκι, όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι να το ακονίσει, να κόβει σαν ξυράφι.
Μετά πήγε στην κρήνη, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, στη γωνία των οδών Ρήγα Φεραίου και Αθανασίου Διάκου, έπλυνε τα χέρια του και στη μαρμάρινη πινακίδα διάβασε : Ο Γοργοπόταμος ήλθεν ενταύθα επί δημαρχίας Ι. Μακρόπουλου 1929.

dimanche 29 novembre 2015

Καινούργιο παλτό

Παρίσι 1984. Πρωτοετής φοιτητής. Η μετεωρολογική υπηρεσία αναγγέλλει βαρύ χειμώνα. Άρχισε ήδη η πτώση της θερμοκρασίας και οι χιονοπτώσεις στα ορεινά. Ο πατέρας μου, μου στέλνει χρήματα ν΄αγοράσω καινούργιο παλτό. Να πάρεις ένα καλό με μαλλί απ΄το Κασμίρ να σε ζεσταίνει καλά, μου γράφει στο γράμμα του.
Boulevard Haussmann. Galléries La Fayette. Εξετάζω τα μάλλινα παλτά ενώ σκέφτομαι τη θαλπωρή του σπιτιού μας στο Άνυδρο με το αναμμένο τζάκι και τα νόστιμα φαγητά της μητέρας μου. Εκείνη τη στιγμή από τα μεγάφωνα ακούγεται ελληνικό κλαρίνο και η αυθόρμητη φωνή του Παπασιδέρη : Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη σ΄όλον τον κόσμο ξακουσμένη...
Με παίρνουν τα κλάματα. Κάθομαι ωκλαδόν στο δάπεδο. Κλαίω σιωπηλός. Τα δάκρυα βρύση.

mardi 10 novembre 2015

Ανασκαφή

Βρήκαν τον τάφο, στο χωράφι, κάτω από τη γέρικη ελιά. 
Το καινούργιο τρακτέρ ξέχωσε τα κεραμίδια. 
Η νεαρή αρχαιολόγος, της γαλλικής σχολής των Αθηνών, μαζεύει τα οστά, τα πλένει με ερυθρόν οίνον Νεμέας. 
Τους είχαν θάψει σε στάση εμβρύου, περίμεναν έτσι την αναγέννησή τους, την ημέρα της τελικής κρίσεως.
Δύο απόγονοι του Ορφέα ψάλλουν τους ύμνους ντυμένοι με τα χρυσά τους άμφια.
Ο ποιητής απαγγέλει στην έρημη αγορά :
Τα πάντα ΄ρει και ουδέν μένει. 
Φιλεύσπλαχνε πατέρα, είναι η μόνη αλήθεια που μας έμεινε : Ο μεταβολισμός της σκεπτόμενης ύλης.
Η καλλίπυγος κόρη ετοιμάζεται να βγεί στη θερμή νύχτα κάτω από τη λευκή πανσέληνο. Φοράει μιά μάσκα αίγας μπροστά στον καθρέφτη. Πηγαίνει στα όργια του Διονύσου.

vendredi 23 octobre 2015

Του Αγίου Δημητρίου

Άνυδρο 1971. Καρδιά της δικτατορίας. Πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου. Την παραμονή ο Βασίλης Τσατζαλής, με την ορχήστρα του, έρχεται στο καφεπαντοπωλείο του Πανόπουλου. Ο ίδιος παίζει ακορντεόν και τραγουδάει, δίπλα του η τραγουδίστρια με κόκκινα χείλη, η φούστα λίγα εκατοστά παραπάνω από το γόνατο απ΄όπου φαίνεται τμήμα των μηρών, το ντεκολτέ διακριτικό αφήνει να ξεχωρίζουν τα ολοστρόγγυλα βυζιά για να έλκουν τα διψασμένα μάτια των ανδρών που παραγγέλνουν πάλι και πάλι ψητή προβατίνα, μπύρες FIX και ρετσίνα Κουρτάκη.
Ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, μετά τη λειτουργία, το γλέντι συνεχίζεται με το ηλεκτρόφωνο στο μαγαζί του Δήμου. Η νεολαία της εποχής ακούει τραγούδια ινδοαραβικής προελεύσεως με τις θρηνώδεις φωνές του Καζαντζίδη και του Γιώργου Ταλιούρη : Στολίδι είσαι μόνη σου πανάθεμα το μπόι σου...
Ενώ από την αυλή του Γιάννη Σουλιώτη ακούμε, από το δικό του ηλεκτρόφωνο, τραγούδια για μια χαμένη αγάπη : Μην περιμένεις πια όλα τελειώσανε αφού τα χείλη σου αχ με προδώσανε...
Ο πατέρας μας στο σπίτι τραγουδάει Βασίλη Τσιτσάνη : Στου Νυχάκη τη βαρκούλα γλυκειά μου Μαριγούλα...

Από το ραδιόφωνο ακούμε τα στρατιωτικά εμβατήρια για την εθνική εορτή : Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει δεν την σκιάζει φοβέρα καμμιά, μόνο λίγον καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά, ξανά τραβά...

vendredi 16 octobre 2015

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Ο γιός μου είναι άρρωστος. Τον πηγαίνω στα επείγοντα του νοσοκομείου όπου εργάζομαι και μετά αργά τη νύχτα σαν να έχουμε πάει να κοιμηθούμε στον ξενώνα του κοινωνικού τμήματος όπου φιλοξενούνται οι άστεγοι. Το πρωί όλοι βρίσκονται σε εγρήγορση γιατί ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έρχεται επίσκεψη έκπληξη να δει ιδίοις όμασι πως λειτουργούν οι υπηρεσίες του κράτους. Εμείς θέλουμε να φύγουμε και τότε ομάδα συνδικαλιστών με αναγνωρίζει. Διαμαρτύρονται, η παρουσία μου τους ενοχλεί. Υποστηρίζουν ότι ήρθα με δόλο να κάνω μυστική κλινική έρευνα, έτσι είχε κάνει ένας κοινωνιολόγος-ψυχαναλυτής πριν από δεκαπέντε χρόνια και έκτοτε άρχισαν οι περικοπές δαπανών στο ίδρυμα και οι απολύσεις προσωπικού. Αντιδρώ άμεσα και τους λέω ότι η ρητορική τους δεν στέκει, η κακή εικόνα του ιδρύματος οφείλεται στο ότι δεν εργάζονται και περνούν τον χρόνο τους πίνωντας καφέδες φραπέ ενώ συζητούν συνέχεια για τούρκικα σήριαλ. Οι περισσότεροι χτυπούν κάρτα και φεύγουν, πηγαίνουν ν΄ανοίξουν τα μαγαζιά τους στο εμπορικό κέντρο απέναντι. Τα λόγια μου σκεπάζονται από τη μουσική, η ορχήστρα της προεδρικής φρουράς παίζει εμβατήρια και μετά ακολουθεί ο εθνικός ύμνος.
Επειδή ο γιός μου δεν μπορεί να περπατήσει τον παίρνω στους ώμους όπως όταν ήταν μικρός και προχωρώντας στη μεγάλη γαλαρία κατευθυνόμαστε προς την έξοδο για να πάρουμε το τραμ.
Κατεβαίνουμε στο σταθμό του τραίνου στο χωριό Καραβόμυλος. Ο γιός μου είναι τώρα ο αδερφός μου και μόλις απολύθηκε από το στρατό. Θέλει να πάμε να δει έναν πρώην συμμαθητή του από το Λύκειο Στυλίδος. Έχουν ένα παλιό κόκκινο τρακτέρ ΙΜΤ Γιουγκοσλαβικής κατασκευής αλλά είναι κατακαίνουργο σαν να το αγόρασαν σήμερα. Είναι σταθμευμένο στον ίσκιο της γέρικης μουριάς στην αυλή του σπιτιού τους. Ο αδερφός μου θέλει να το οδηγήσει να πάει μια βόλτα κατά μήκος της θάλασσας, όμως εγώ δεν συμφωνώ, του λέω ότι δεν είναι τώρα ώρα για βόλτες. Πάνω στην ώρα έρχεται ο πατέρας μας με το κόκκινο Datsun κατακαίνουργο όπως το είχαμε αγοράσει το 1979. Κατεβαίνει και πηγαίνει να χαιρετήσει την οικογένεια του φίλου του. Τον βλέπω που προχωρεί κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και το σώμα του δεν αφήνει σκιά. Ο φίλος του αδερφού μου προτείνει στον πατέρα μας να ξαπλώσει στο ντιβάνι που είναι δίπλα στο τρακτέρ κάτω από τη γέρικη μουριά.
«Θα φύγουμε αμέσως», λέει ο πατέρας μου, «ήρθα να πάρω τα παιδιά.»
Καθώς επιβιβαζώμαστε στο φορτηγό, ο πατέρας μου μού δίνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου να οδηγήσω και μου λέει εμπιστευτικά στο αριστερό αυτί.
«Η μάνα σου ετοίμασε χορτόπιτα και μοσχαρίσιο κρέας με μακαρόνια, όπως σου αρέσει.»

lundi 3 août 2015

΄Ολοι θα ζήσουμε


Καθώς ξυρίζομαι το πρωί  σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση και τους περιορισμούς που επέβαλε η κυβέρνηση μετά το κλείσιμο των τραπεζών. Και ξαφνικά μέσα στη σκέψη μου στροβιλίζει ένα τραγουδάκι του Γιώργου Κοινούση : «΄Ολοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε κι εσύ με τα πολλά και μεις με τα λίγα...»
Που το θυμήθηκα αυτό τώρα μετά από σαρανταδύο χρόνια. Τον θυμάμαι το 1973 στο κανάλι των Ενόπλων δυνάμεων να το τραγουδά με μακρύ μαλλί παντελόνι καμπάνα και πουκάμισο ανοιχτό χωρίς γραβάτα. ΄Ηταν μια σπίθα αντίστασης, σαν κωδικοποιμένο μήνυμα ελπίδας, αυτή η μελωδία μαζί με την «Αφιλότιμη» του Διονυσίου. 
Μετά έγιναν τα επεισόδια στο Πολυτεχνείο και οχτώ μήνες αργότερα με τα γεγονότα του Ιουλίου τα ραδιόφωνα ξέρναγαν συνέχεια τα εμβατήρια του Θεοδωράκη : «Το παλικάρι έχει καϋμό κι εγώ στα μάτια το κοιτώ... Είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς...»
«Όλοι θα ζήσουμε...», σιγοτραγουδώ και στήνομαι στην ουρά για να πάρω τα εξήντα ευρώ που δικαιούμαι από το αυτόματο μηχάνημα.
Γύρω μου βλέπω θλιμμένα πρόσωπα, ορισμένοι σαν να δακρύζουν από την πολλή ανησυχία.
Τότε προς το τέλος της ουράς ακούγεται το τραγούδι του Κοινούση : «...εμείς δεν είχαμε χαρτί και ΄σύ είχες το Ρήγα, όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
Πρόκειται για μια ντουζίνα συνταξιούχων πενηνταπεντάρηδων με ξυρισμένα κρανία και γενειάδες ορθόδοξων ιερέων. Κάνουν χορευτικές κινήσεις ψάλλοντες :  «Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
«Να που δεν τον θυμάμαι μόνον εγώ τον Κοινούση», σκέφτομαι. Η γενιά μου έχει τις ίδιες αναμνήσεις. 
Ένα σούσουρο γίνεται μεταξύ αυτών που προηγούνται και βρίσκονται πιο κοντά στο αυτόματο μηχάνημα αναλήψεως. Το μηχάνημα άδειασε, δεν δίνει πλέον χαρτονομίσματα.
Το πολύχρωμο πλήθος των πολιτών κατευθύνεται ορυμαγδόν προς την απέναντι πλευρά της πλατείας όπου υπάρχει υποκατάστημα άλλης τράπεζας. Οι πενηνταπεντάρηδες συνταξιούχοι ακολουθούν άδοντες : «Τα παιδιά τα παιδιά τα φιλαράκια τα καλά τα σνομπάρεις κι ούτε δίνεις σημασία πια καμμιά. Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»



dimanche 7 juin 2015

ΣΤΑΣΗ ΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ


«Το τραίνο το χάσαμε αλλά θα πάρουμε το λεωφορείο», λέει ο αδερφός μου. 
Πηγαίνουμε στη στάση του ΚΤΕΛ. Μόλις αρχίζει η βροχή φθάνει το λεωφορείο κι εμείς ανεβαίνουμε πρώτοι, καθόμαστε κογκρέσσο, στις τελευταίες θέσεις.
Πηγαίνουμε στην παρέλαση με την ευκαιρία της εθνικής εορτής. Από το ραδιόφωνο του λεωφορείου ακούγονται εμβατήρια : Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά...
Το λεωφορείο πηγαίνει προς Στυλίδα και στη στάση «Ανδρόπουλος» ανεβαίνει ο Θανάσης Κλάρας με τους συμφοιτητές του.
Έχουν την ηλικία του Ελπήνωρα, με ξυρισμένα μάγουλα, λευκά πουκάμισα και κόκκινες γραβάτες, όπως όταν ήταν φοιτητές στη Γεωπονική σχολή.
 «Ο Άρης, ο Άρης!» ψυθιρίζουν οι επιβάτες τρομαγμένοι.
Οι αντάρτες δηλώνουν ότι είναι ελεγχτές αγρονόμοι, ήρθαν να επιθεωρήσουν τα συνεργεία δακοκτονίας στον ελαιώνα Στυλίδος.
Ο αδερφός μου κι εγώ, φοβισμένοι, αναφέρουμε ότι είμαστε τ΄ανήψια της Κούλας Μαστρογούλα, ανθυπολοχαγού του «Δημοκρατικού Στρατού», από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
Οι αγρονόμοι λένε ότι την ήξεραν, είχαν ακούσει για τον τραυματισμό της, τη Μεγάλη Τετάρτη, τον Απρίλιο του 1949, έξω από το χωριό Λιδωρίκι.


mardi 5 mai 2015

ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ


Οι ειδικές δυνάμεις του στρατού ξηράς έρχονται στο Άνυδρο να μας εκπαιδεύσουν ώστε να κατασκευάζουμε μόνοι μας αντιβομβιστικά παραπήγματα. Αυτά θα μας προστατεύουν από τις βομβιστικές ενέργειες των τρομοκρατών. Είμαι με το γυιό μου Κωνσταντίνο και βλέπουμε τους χεροδύναμους στρατιώτες, μετατοπίζουν μεγάλους κορμούς δένδρων και σαν να είναι απομιμήσεις από χαρτόνι.
Δεν πιστεύω σε αυτού του είδους την αμυντική προστασία. Καλώ το γυιό μου να με ακολουθήσει. Θέλουμε να φύγουμε και η μόνη οδός προστασίας είναι οι σήραγγες του Μετρό, εκεί οι θερμικές κάμερες των τρομοκρατών δεν μπορούν να μας εντοπίσουν. Βρίσκουμε ένα στενό πέρασμα πίσω από το κέντρο George Pompidou και έρπωντας πηγαίνουμε προς το Μετρό Rabuteau. Περνάμε δίπλα σε μια ομάδα κλοσάρ, είναι ξαπλωμένοι καταγής, πίνουν χύμα κόκκινο κρασί Βουργουνδίας από πλαστικές φιάλες. Μια κομψή κυρία σαν να έχει παραλήρημα, μιλάει μόνη της, απαγγέλλει στοίχους από τα Ομηρικά έπη : Άνδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσε πολλών δ΄άνθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, πολλά δ΄ο γ΄εν πόντω πάθεν άλγεα ον κατά θυμόν, αρνύμενος ην τε ψυχήν και νόστον εταίρων...
«Ελληνίδα είστε;» τη ρωτώ και την κοιτώ κατάματα.
«Ήμουν κάποτε», μου απαντά, «τώρα το μόνο που μου έμεινε είναι η γλώσσα αφού τα σπίτια που είχα μου τα πήραν οι τράπεζες.»
Συνεχίζει με Καβάφη : Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι...
Ο γυιός μου λέει : «Οι Έλληνες κλοσάρ είναι οι μόνοι που έχουν μπέσα, μπορείς να τους αφήσεις το σακκάκι σου προς φύλαξιν, θα σου το επιστρέψουν ανέγγιχτο, δεν θα το πουλήσουν αυτοί για ένα μπουκάλι ρετσίνα.»



lundi 27 avril 2015

Η ΠΟΡΤΑ


Μέχρι τα τριάντα του ήταν ένας καλός και τίμιος οικογενειάρχης, εργαζόμενος ως μάγειρας στα κεντρικά μαγειρεία του δήμου.
Την ημέρα που έγινε η κηδεία του πατέρα του, όλοι οι συγγενείς συγκεντρώθηκαν, μετά την τελετή, στο καφενείο, απέναντι από το νεκροταφείο, για τον καφέ της παρηγοριάς και τότε αυτός άκουσε τη φωνή του αιωνίου πατρός που του ψυθίρισε στο δεξί αυτί ότι σύντομα θα του έδειχνε την οδόν της σωτηρίας. Κι ενώ δεν γνώριζε ούτε λέξη από αρχαία ελληνικά μιλούσε σαν διά στόματος προφήτου, σαν να είχε αποστηθίσει τα τέσσερα ιερά ευαγγέλια, όλες τις επιστολές των Αποστόλων και την Αγίαν Αποκάλυψην του Ιωάννου : ...μακάριος ο αναγιγνώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. Ο γάρ καιρός εγγύς.
Εγώ ειμί το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ.
Ο έχων ους ακουσάτω τι το πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις...
Εγκατέλειψε την εργασία του και αφού έβαψε μαύρα τα παράθυρα του δωματίου του, κεκλεισμένων των θυρών περνούσε τις μέρες και τις νύχτες προσευχόμενος, χωρίς ύπνο, χωρίς να τρώει τίποτε άλλο παρά ένα μικρό κομμάτι άρτου κι έπινε λίγες σταγόνες ερυθρού οίνου.
Την ημέρα των προεδρικών εκλογών έλαβε εντολή δια της φωνής του ουρανίου πατρός η οποία τον διέταξε να ανοίξει τη θύρα του εκλογικού τμήματος για να δώσει περισσότερο καιρό στην ανθρωπότητα να μετανοήσει. Αλλά η γυάλινη πόρτα ήταν κλειδωμένη και από την άλλη πλευρά τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής τον προέτρεπαν, με νοήματα, να κάνει το γύρο ώστε να εισέλθει από την κυρία είσοδο του σχολείου. Όμως αυτός έβλεπε μόνο τη Μόνα Λίζα να κάθεται ανάμεσα σε δύο αγγέλους και ήταν η παρθένος με το βρέφος στην αγκαλιά. Τότε έσυρε το πόμολο της γυάλινης θύρας με αυξανόμενη βιαιότητα ώστε την τράνταξε όλη και η πόρτα εθρυμματίσθει πίπτουσα σε χιλιάδες μικρά θραύσματα. Η Μόνα Λίζα ήρθε προς αυτόν και του έβαλε το μωρό στα χέρια και είδε αυτός τον εαυτό του που μόλις είχε γεννηθεί. Εισήλθε στην αίθουσα με το παιδί στην αγκαλιά, στο προσωπό του είχε μειδίαμα ικανοποιήσεως και ευτυχίας. Είχε εκτελέσει την αποστολή του με απόλυτη επιτυχία. Δεν ζήτησε να εκτελέσει το εκλογικό του δικαίωμα και καθήκον, αλλά γονυκλινής επροσεύχετο : Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το ονομά του, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θελημά σου, ...
Στην στάση αυτή τον βρήκαν οι άνδρες της αστυνομίας και του πέρασαν βραχιόλια, ένα ζεύγος χειροπέδων. Ο ασθενής δεν έφερε αντίσταση και έτσι με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα τον οδήγησαν στο ψυχιατρικό τμήμα του εφημερεύοντος νοσοκομείου.

samedi 25 avril 2015

ΜΑΡΤΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΕ ΛΥΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΦΡΕΝΟ


Είναι ένα πολύ συγκινητικό μυθιστόρημα που μας παρουσιάζει εκ των ένδον τη ζωή και τη νοοτροπία των ανθρώπων που εργάζονται στις διεθνείς μεταφορές. Τα δρώμενα αναφέρονται στη μυθική πλέον δεκαετία του ΄80.
Το κείμενο το διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος η έννοια του τραυματισμού ως άμεση εμπειρία αλλά και ως οικογενειακή και πολιτισμική κληρονομιά σε σχέση με τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδος.
Η Μάρτυ Λάμπρου έχει συνεχείς αναφορές στον απελευθερωτικό  αγώνα του 1821, στη ναζιστική Κατοχή, τη βαρβαρότητα των Ναζί, στον Εμφύλιο και στις δυσκολίες που ακολούθησαν.
Μέσα από την αφήγηση της ηρωίδας παρακολουθούμε την ψυχική και τη σωματική της ωρίμανση και την αποδοχή της από τον πατέρα της που την ήθελε αγόρι.
Χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η σύγχυση των γενεών αφού η ηρωίδα άλλοτε αποκαλεί του γονείς της πατέρα και μάνα και άλλοτε με τα μικρά τους ονόματα, Στράτο και Παναγιώτα.
Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος έγκειται στην αφηγηματική του δομή η οποία ξεφεύγει από την συμβατική ευθύγραμμη αφήγηση αλλά με πολλαπλές παλλινδρομήσεις κινείται σαν σπειροειδής εναλλαγή αυτοκινητόδρομου ώστε ο αναγνώστης ακολουθεί με ευχαρίστηση την πορεία της αφήγησης.
Η γλώσσα του κειμένου είναι ισορροπημένη γιατί δεν ξεφεύγει ούτε προς την νεανική αυθάδεια ούτε προς τη χυδαιότητα των οδηγών αλλά καταφέρνει με πολλή γοητεία να δώσει την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτό το ανδροκρατούμενο επάγγελμα.
Το μυθιστόρημα αυτό συμβάλλει στην ανανέωση και στη εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας και νομίζω ότι αυτή είναι η πιό σημαντική προσφορά της Μάρτυ Λάμπρου.
Το βιβλίο έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, Ίδρυμα Πέτρου Χάρη.



Με λυμένο χειρόφρενο - Μάρτυ Λάμπρου