jeudi 11 décembre 2014

Γιάννης Θράπας


ΚΕΒΟΠ Ιούνιος 1983. (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων ΄Οπλων Πεζικού) Ο Θράπας λαμβάνει ως τιμωρία τρίημερον στέρησιν εξόδου και αγγαρεία στα μαγειρία της μονάδος. Μετά το τέλος της υπηρεσίας έρχεται στο θάλαμο του ΛΥΒ (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων). Κρατάει έναν δίσκο γεμάτο με κεφτέδες και πατάτες τηγανητές. Είχα μια πείνα και μόλις τον βλέπω να μπαινει από την ανοιχτή πόρτα, κάτω από το φως του γυμνού λαμπτήρα, αναφωνώ : Κολλητέ μου, τσιμπητέ μου, τσιμπητοκουλουριαστέ μου!!!

samedi 29 novembre 2014

Κ.Ο.Κ.


Μόλις έκλεισε τα δεκαοχτώ μαζί με το Απολυτήριο Λυκείου πήρε και το δίπλωμα οδηγήσεως με σπρώξιμο, ο πατέρας του γνώριζε ένα στέλεχος του υπουργείου.
Οδηγεί και καπνίζει. Οδηγεί και μιλάει στο κινητό. Περνάει με κόκκινο και δεν σταματάει στο stop, ούτε αφήνει πρωτεραιότητα από δεξιά.
Δεν πειράζει, λέει ο πατέτρας του, έτσι οδηγούν οι νέοι σήμερα.
Δεν πειράζει, λέει η μάνα του, θα μάθει να οδηγεί καλά μεγαλώνοντας.
Δυό φορές που έλαβε πρόστιμο από το ραντάρ για υπερβολική ταχύτητα, το ακύρωσε με την επέμβαση του κολλητού από το υπουργείο.
Οδηγεί μεθυσμένος το Σαββατόβραδο μετά το γλέντι στο σκυλάδικο. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα υπό βροχήν στον επαρχιακό χωματόδρομο. Τραγουδά εν χορώ με τους φίλους του αναπολώντας τις σχολικές τους εκδρομές : -Τρέξε, τρέξε οδηγέ για να τους περάσουμε και θα σε κεράσουμε έναν κουραμπιέ...
Στη στροφή χάνει τον έλεγχο του οχήματος. Πέφτει στο γκρεμό και το αυτοκίνητο παίρνει φωτιά.

Νεκροταφείο. Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία ο ιερεύς βγάζει λογύδριο προς γνώσην και συμόρφωσην. Επιμένει για την ανάγκη μιας αυστηρής και άμεσης δημοκρατίας, όπου θα ψηφίζονται δίκαιοι νόμοι και θα εφαρμόζονται διά ροπάλου σε όλους τους πολίτες όπως παλιά στην αρχαία Αθήνα.
Οι συγγενείς των νεκρών με δακρυσμένα μάτια χειροκροτούν ομοθυμαδόν.

vendredi 24 octobre 2014

Το τελευταίο καλοκαίρι. (Απόσπασμα)


Στο πανηγύρι πηγαίνουμε οικογενειακώς, κάθε χρόνο καθόμαστε στο καφενείο της πλατείας. Το γλέντι γίνεται το βράδυ της παραμονής. Τα όργανα έρχονται νωρίς το απόγευμα φορτωμένα σε ταξί. Οι μαγαζάτορες πάνω σε πλαστικά τελάρα στρώνουν μιά κουρελού, έτσι γίνεται η πρόχειρη εξέδρα για τους οργανοπαίκτες και την τραγουδίστρια. Μέχρι να ψηθούν τα σφαχτά κουρδίζουν τα όργανα, στήνουν την ηχητική εγκατάσταση, ένα, δύο, φωνάζει ο ειδικός ρυθμίζοντας τα κατάλληλα κουμπιά, ενώ συγχρόνως ακούγονται οι νότες της κιθάρας, του κλαρίνου και του ακορντεόν.
Μόλις νυχτώνει, έρχονται οι πρώτες παρέες. Την αρχή κάνει το κλαρίνο, ακολουθούν τα άλλα όργανα. Δημοτικά τραγούδια ανακατεμένα με ψευτορεμπέτικα της παρακμής : 

Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη... 
Παντρεμένοι κι οι δυό... 
Της νυχτερίδας το φτερό εσύ το έχεις φυλαχτό...
Τάμπα τούμπα τάμπα τούμπα η γυναίκα μου ζηλεύει...
Ταμ, ταμ, κούπα, ταμ, ταμ...

Η παρέα μας συγκεντρωμένη σε τρία τραπέζια περιμένει τη σειρά της για χορό. Εκτός από τις αδερφές του πατέρα μας μαζί μας είναι άλλοι συγγενείς  και οικογενειακοί φίλοι.
Οι σερβιτόροι πηγαινοέρχονται, μεταφέρουν τα φαγητά και τα ποτά, τα ψητά σε λαδόκολλα, τις μπύρες σε μεταλλικό κουτί, να μην μπορούν οι μερακλωμένοι πελάτες να σπάζουν μπουκάλια και ποτήρια. Η παρουσία της αστυνομίας διακριτική για την τάξη και την ασφάλεια. Τα όργανα της τάξεως πηγαινοέρχονται στην κουζίνα, βουτούν μεζεδάκια, στο ένα χέρι το κουτί της μπύρας, στο άλλο το τσιγάρο.
Οι παρέες κατά συγγενείς, αδέρφια, ξαδέρφια, γαμπροί, νύφες, εγγόνια, κουμπάροι, γλεντούν ήσυχα. Δίνουν παραγγελίες στα όργανα για χορό. Τα χαρτονομίσματα πέφτουν σαν πλατανόφυλλα, το κλαρίνο ζωηρεύει. Οι χορευτές φέρνουν γύρους πηδώντας και σφυρίζοντας. Οι συγγενείς τους θαυμάζουν χτυπώντας παλαμάκια. Οι γέροι θυμούνται τα νειάτα τους, σκουπίζουν κρυφά τα δακρυά τους. Είναι πρώην αριστεροί αντάρτες, πρώην ακροδεξιοί μαυροσκούφηδες, διώκτες των κομμουνιστών και άλλοι ουδέτεροι πολίτες. Τώρα γλεντούν όλοι μαζί, αρμονικά και μονιασμένα.

Οταν επιτέλους ήρθε η σειρά της παρέας μας για χορό πρώτος σηκώθηκε ο αδερφός μου. Αφού χόρεψε την Ιτιά και τον Αϊτό, παραχώρησε τη θέση του  κορυφαίου σε άλλον. Σε λίγο ήρθε να με σηκώσει με το ζόρι να χορέψω, κάτι το γρήγορο, για το καλό. Ομως εγώ ήμουν ανένδοτος, δεν υπέκυψα ούτε στις προτροπές του πατέρα μου. Δεν είχα κέφι, άλλοτε θα αρκούσε η θέα των δροσερών κοριτσιών για να στροβιλιστώ σε παραδοσιακούς ρυθμούς, όμως εκείνο το βράδυ μόνο μιά σκέψη με εμπόδιζε να διασκεδάσω αυθόρμητα : η έκβαση των εξετάσεων.
Δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα οι περισσότερες παρέες είχαν φύγει. Εμειναν λίγοι δεινοί γλεντζέδες, το έχουν τάμα, κάθε χρόνο να γλεντούν μέχρι πρωΐας.




mercredi 24 septembre 2014

Κλωνοποίηση


΄Ανυδρο. Ο χώρος μοιάζει με τον πρόναο στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου. Υπάρχουν εκεί φυτά εσωτερικού χώρου. Βλέπω μικρά ζώα φαιού χρώματος άλλοτε να πηδούν σαν ακρίδες από κλώνο σε κλώνο και άλλοτε να πέφτουν στο χώμα σαν να είναι ψόφια, μετά ξαναζωντανεύουν και ξαναρχίζουν τα ίδια.
΄Ερχεται ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές, διευθυντής του κέντρου Βιολογικών Ερευνών. Μου δείχνει μιά νέα μέθοδο κλωνοποίησης των ζωντανών οργανισμών. Σε μια μεγάλη διαφανή λεκάνη ανακατεύει με το δεξί του χέρι μιά λευκή ουσία σαν να είναι λυωμένο χιόνι. Σε χρονικό διάστημα είκοσι δευτερολέπτων μιά θαλάσσια χελώνα εμφανίζεται, κολυμπάει μέσα στο υγρό που έχει πάρει χρώμα γάλακτος.
Η γυναίκα του γιατρού φθάνει από το σκοτεινό βάθος της εκκλησίας, με φωνές τρόμου ειδοποιεί τον συζυγό της ότι οι κλώνοι που ήταν κλεισμένοι στο υπόγειο κατάφεραν να διαφύγουν, έρχονται τώρα πολλοί μαζί οργισμένοι, διεκδικούν την ελευθερία τους.
Ο γιατρός μου ζητά να τον βοηθήσω να κλείσουμε τους κλώνους στην υπόγεια φυλακή που μοιάζει με ψυχιατρικό άσυλο. Μου αποκαλύπτει, εμπιστευτικά, ότι πρόκειται για ένα αποτυχημένο πρόγραμμα.
Τους σπρώχνουμε με φωνές σαν να είμαστε τσοπαναραίοι που σπρώχνουν αγέλη αιγοπροβάτων στο μαντρί. Είναι άντρες και γυναίκες κακομούτσουνοι, κλαίγοντας διαμαρτύρονται γιατί δεν γνώρισαν ποτέ τους γονείς τους.
Υποχωρούν στο σκοτεινό υπόγειο αλλά σε λίγο επανέρχονται, κάνουν αντεπίθεση, σπρώχνουν όλοι μαζί τον τοίχο του υπογείου. Ο τοίχος υποχωρεί, σαν να είναι φτιαγμένος από φελιζόλ. 
Φεύγουμε τρέχοντας. Ο γιατρός Λαζενές μου δίνει ένα πολυβόλο και δύο γεμιστήρες. 
Λέει : «Οχυρώσου στην πλατεία, φάτσα στην είσοδο της εκκλησίας. Να ρίχνεις εναντίον όλων ανεξερέτως, ακόμη κι αν με δεις να βγαίνω κι αν δεις τη μάνα σου, τον πατέρα σου, τον αδερφό σου ή και τον ίδιο σου τον εαυτό, να τους σκοτώσεις.» 


mercredi 27 août 2014

Γαμήλιο γλέντι


Μετά τη γαμήλια τελετή πηγαίνουμε ο αδερφός μου κι εγώ στη βίλλα των νεόνυμφων. 
Είναι στον ελαιώνα Στυλίδος στα σύνορα με την δικαιοδοσία της κοινότητος Ανύδρου. 
Μας περιμένουν εκεί οι γονείς και οι συγγενείς του ζεύγους και σαν να είναι η κόρη του τσέλιγγα που πούλησε τα γιδοπρόβατα και αγόρασε πολλά στρέμματα ελαιοδένδρων.
Η βίλλα είναι δίπλα στο ποτάμι του Σαπουνά και δυτικά της δημοσιάς. 
Στην αυλή όπου είναι στρωμένα τα τραπέζια για το γαμήλιο γεύμα φθάνουν τα μέλη της ορχήστρας. Κρατούν τα όργανα σε δερμάτινες θήκες, πρόκειται για έγχορδα και πνευστά. 
΄Ενας γηραλέος οργανοπαίχτης αποθέτει στο τραπέζι, κάτω από τη γέρικη συκιά, το σαντούρι ακάλυπτο.
Ο αδερφός μου πλησιάζει αθόρυβα και παίζει με το αριστερό του χέρι την αρχή από το  «Fandago» του Boccherini. ΄Ολοι τον κοιτάζουμε με θαυμασμό, η εκπληξή μας είναι τέτοια ώστε μένουμε ακίνητοι και σιωπηλοί σαν αγάλματα.
Ο αδερφός μου με κοιτάει χαμογελαστός και μου κλείνει πονηρά το αριστερό του μάτι. Μετά έρχεται και κάθεται δίπλα μου.
Τα γκαρσόνια σερβίρουν γίδα βραστή σε ασημένια πιάτα σαν στρατιωτικές καραβάνες. Μέσα στη σούπα έχουν αναμίξει κοπριά αιγοπροβάτων. 
Και καθώς εγώ κοιτάζω το φαγητό με απέχθεια ο αδερφός μου δηλώνει : Πρόκειται για παμπάλαιο νομαδικό έθιμο γαμήλιας γαιοφαγίας. 


vendredi 1 août 2014

Θάνος Φωσκαρίνης. Φωλιές

αγάπες τρελές
αγάπες αχόρταγες
αγάπες δυνατές όχι ποτέ μονάδες
αγάπες απίθανες ολοένα κορυφές
             ενέδρες ίλιγγοι ανάγκες
αγάπες απέραντες δωματίων που γίνονται ακρογιαλιές ή δάση
αγάπες παράφορων κυνηγητών
             απρόοπτων μεταμορφώσεων
αγάπες ελλαδικές ανταρκτικές ή ωκεάνιες
αγάπες μιας γουλιάς ψαλμών
αγάπες του χρόνου ανατροπές
             γέλιο και κλάμα
αγάπες διαμονητήρια σιωπών αναπνοές
αγάπες μου 
χειλάκια

01/01/03

mercredi 9 juillet 2014

Γιάννης Θράπας. Μήνυμα νόστους η αίγλη απόρθητου φρουρίου.

Φεύγουν οι χίμμαιρες των συνόρων
γυροφερμένα όνειρα αγναντεύουν
του θεριεμένου οπτικού παρελθόντος
                           τις μακρινές κορυφές
Αναρρίχηση του γυμνού ταλαντευόμενου βίου
επί του τείχους του έρωτος της προσταγής
Το μήκος της μέρας αυξανόμενο
τραγουδιέται από πύρινους θεατές
και το ακόντιο της ελπίδας
χαρίζει στους ορίζοντες τροχιά ορατή
-ελέυθεροι δρόμοι.
Αγωγοί μηνυμάτων,
                    πολιτείες που ξενυχτάνε μονάχες
καρδιές που λούζονται ως νεαρές
                   πλεξούδες λαμπερές
Αυλές που αφουγκράζονται τους έρωτες
στους ανήμερους πόθους σαν περιστέρια
                            σφραγίδα οιωνών -
                             -ουράνια αιθριότης
Θίασοι περιπλανώμενοι και 
σκορπιζόμενοι στον αιθέρα την τομή
οδεύουν στην αμίλητη προσδοκία
ακολουθούν το γίγνεσθαι του συλλογισμού
στεφανώνουν κεφαλές Ανδριάντων...

                                            15/01/1989

mercredi 25 juin 2014

Κούλα Μαστρογούλα (Μαστρογιάννη)


Κουρεύω το γιό μου Αθανάσιο με μια ηλεκτρική μηχανή. Κοντεύω να τελειώσω και τότε η μηχανή παθαίνει βλάβη. Πηγαίνω στο λουτρό να πάρω μιά μηχανή μικρότερη, την έχω για τα γατσιόμαλλα.
Επιστρέφωντας βρίσκω στη θέση του γιού μου την αόματη θεία μου  Κούλα Μαστρογούλα, είναι η μεγαλύτερη αδερφή της μητέρας μου. Φοράει μαύρα γυαλιά ηλίου, κάθεται μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού. Παρ΄όλη τη ηλικία της, (ενενηκοντούτις), τα μαλλιά της είναι κατάμαυρα. Πρέπει να τη χτενίσω, να την ετοιμάσω για την εκδήλωση που πρόκειται να συμμετάσχει στο σύλλογο των παλαίμαχων αγωνιστών. Στην αυλή την περιμένουν οι παλιοί της συμπολεμιστές. Οι επαναπατρισμένοι σύντροφοι, με ολόλευκα μαλλιά, καθισμένοι σε ψάθινες καρέκλες κάτω από τη γέρικη συκιά, καπνίζουν Σέρτικα Λαμίας και αφηγούνται τις εμπειρίες τους στα χωριά της Σιβηρίας όπου τους έστειλε ο Στάλιν.
Η θεία μου ήταν ανθυπολοχαγός του «Δημοκρατικού Στρατού». Μόλις είχε αποφοιτήσει από τη σχολή αξιωματικών, τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο από θραύσματα όλμου, ήταν Μεγάλη Τετάρτη, στις 20 Απριλίου 1949, έξω από το χωριό Λιδωρίκι. Ετσι έχασε για πάντα τα μάτια της σε ηλικία είκοσι-πέντε χρονών.




mercredi 11 juin 2014

Και πάλιν ερχόμενος.



Πεντηκοντούτις και λίγο φαλακρός, υδραυλικός το επάγγελμα, είχε έρθει με την κυρά πριν είκοσι χρόνια. Εφυγαν από την νότια Μεσόγειο κι έφθασαν εδώ όπου έχει λιγώτερο ήλιο αλλά περισσότερες θέσεις εργασίας. Οι βαλίτσες εν αναμονή στη ντουλάπα για την επιστροφή που μήνα με το μήνα έπαιρνε αναβολή.
Οταν κιτρίνισαν τα μάτια του, το προσωπό του και το δέρμα του όλο έγειρε προς το πορτοκαλί, τον έπιασε τρεμούλα σαν να κρύωνε, έφτυνε αίμα κι έκανε εμετό, σκέφτηκε πως ήρθαν τα τελευταία του και δεν πρόλαβε να φιλήσει τα παιδιά του.
Το ασθενοφόρο των επειγόντων τον πήγε στο νοσοκομείο και μετά σαν να ήταν σε σκοτεινό ψυγείο, σαν μιά ατέλειωτη νύχτα, πίστεψε πως ήταν νεκρός στον Αδη. Εψαχνε να βρεί τα πύρινα καζάνια και μετά τα λιβάδεια με τους ασφόδελους την Ανοιξη. Ούτε κοιμόταν αλλά ούτε ήταν ξυπνητός, άκουγε φωνές σαν υδάτινος ψίθυρος και σφυρίγματα φιδιών από ρομπότ.
Ηταν τυχερός, βρέθηκε συμβατό μόσχευμα στο τσακ και όταν είδε τον ήλιο έπρεπε να παίρνει πολλά φάρμακα, να προσέχει τι τρώει και τι πίνει, όσο για  δουλειά γιόκ του είπε ο γιατρός, τώρα θα παίρνεις επίδομα ασθενείας.
Γύρισε σπίτι του. Ολοι τον υποδέχθηκαν χαρούμενοι αλλά και με καχυποψία. Τον ψηλαφούσαν στα χέρια, στους ώμους, στο μέρος της καρδιάς, να βεβαιωθούν αν ήταν όντως ζωντανός.
Η σύζυγος δεν τον άγγιζε πλέον κι όλο πικρά λόγια. Είχε αναλάβει τώρα αυτή πολλές ευθύνες, εργαζόταν, γύριζε αργά τα βράδια. Μετά ερχόταν το πρωί αναμαλλιασμένη με άκυρες δικαιολογίες. Στο κινητό της πολλά ονόματα ανδρών. Καυγάδες κάθε μέρα κι ένα πρωί αυτός σήκωσε χέρι.
Ο πραγματογνώμων που όρισε ο εισαγγελέας τον έστειλε στην ψυχιατρική κλινική. 
Ο ψυχίατρος τον άκουσε με προσοχή και το συμπέρασμα του ήταν πως δεν υπήρχε λόγος να του δώσει φάρμακα. Το ίδιο πόρισμα έβγαλε ο ψυχολόγος. Τον άφησαν να φύγει τρεις μέρες αργότερα.
Συμφώνησε να χωρίσουν, να πάρουν διαζύγιο, όμως τα παιδιά και το σπίτι σ΄αυτόν.
Εξι μήνες μετά όταν ο δικηγόρος του εξήγησε την απόφαση του δικαστηρίου τον πλήρωσε ρευστό  χωρίς να πει τίποτα. Κοίταγε γύρω-τριγύρω και το βλέμμα του άδειο.
Μετά πήγε στη γειτονιά που ζούσαν μετανάστες. Από τους πακιστανούς αγόρασε μιά Καλασνίκοφ με δύο γεμιστήρες, τετρακόσσια ευρώ.
Τη συνέχεια τη διαβάσατε στις απογευματινές εφημερίδες.





mercredi 4 juin 2014

Θάνος Φωσκαρίνης : Ορφέας Αμετανόητος

η ποίηση αποκαλύπτει τους ανθρώπους
εκείνοι ντρέπονται να την ομολογήσουν ω πόσο ντρέπονται
ίσως φοβούνται
τι αστεία που τη διαβάζουν
ούτε καν την αγγίζουν
κάποτε για να εξηγηθούν γράφουν απολογίες πολυ-
σέλιδες εμβριθείς πραγματείες
βιβλιογραφίες πολύτομες
κι ανακουφίζονται

όμως εγώ γράφω για όποιους δε με διαβάζουν
για την κόρη μητέρα μου
την κάθε ανθρωποφάγα οικογένεια
τους κανίβαλους διαβάτες
το πλήθος τόσων που βασανίζουν ποιητές ή γδέρνουν
σκοτώνουν τα τραγούδια τους
γράφω για όσους δεν τους αφήσαν ν΄αγαπήσουν
την κρίσιμη στιγμή τους κόψανε το νήμα
ή προδόθηκαν
κι ουδέποτε, το ξέρω, συνέπεσε η τροχιά μας

mercredi 21 mai 2014

Πέτρος Γλέζος. Η πρώτη γνωριμιά. (Διήγημα)


Ημουν δεν ήμουν δεκατριών χρόνων, όταν έπιασα δουλειά στη φαρμακαποθήκη «Κατσή και Γεωργίου». Με τη σύσταση του αδερφού του κυρίου Κατσή με πήραν στη φαρμακαποθήκη για «παιδί». Η δουλειά μου ήταν να γυρίζω όλη τη μέρα, μ΄ένα κατάλογο στο χέρι και να αναζητώ σε άλλες φαρμακαποθήκες κάποια σπεσιαλιτέ, που μας παράγγελναν πελάτες μας από την επαρχία, και τύχαινε εμείς να μην τα έχουμε, να πηγαίνω μικροδέματα στο ταχυδρομείο, να παραγγέλνω καφέδες, να πετάγομαι καμιά φορά στο σπίτι του κυρίου Κατσή ή του Γεωργίου με τίποτα ψώνια, με κανένα καλάθι φρούτα ή με καμιά γαλοπούλα, που τους έστελναν από το χωριό. Ομως, το βράδυ, που η δουλειά τέλειωνε στη φαρμακαποθήκη, δε σκόλαγα. Κατέβαινα στο φαρμακείο και βοηθούσα το φαρμακοτρίφτη, τον κυρ - Χαράλαμπο.
Αυτή τη βραδινή δουλειά την προτιμούσα. Ηταν ήσυχη, καθαρή, δεν είχε κουραστικές πορείες στους δρόμους, δεν είχε βαριά σηκώματα. Κι΄ εδώ στο φαρμακείο ήταν το χειμώνα ζεστά, το καλοκαίρι δροσερά, μύριζαν ωραία τα είδη του «τμήματος καλλυντικών», πίναμε καμιά φορά στα κρυφά και κανένα ποτηράκι μαύρο γλυκό Σαμιώτικο με κίνα. Ενώ απάνω, στη φαρμακαποθήκη, είχε πολλά ρεύματα, έκανε κρύο, μύριζαν αψιά οι νταμετζάνες με την αμμωνία, δάκρυζαν τα μάτια με δαύτες, έτσουζαν, μύριζαν άσχημα οι νταμετζάνες με το φανικό.
Κάτω στο φαρμακείο είχε ζωή, κίνηση, κόσμος έμπαινε – έβγαινε. Το βραδάκι μαζεύονταν και οι φίλοι των αφεντικών. Οι πιο τακτικοί ήταν ο κύριος Φωκάς ο χρηματιστής, ο γιατρός ο κύριος Αρχοντάκης, ο γιατρός ο κύριος Διοικητόπουλος και μερικοί άλλοι. Τακτικός ήταν κι΄ο φαρμακοποιός, που με δική του άδεια λειτουργίας δούλευε το φαρμακείο μας, γιατί ούτε ο κύριος Κατσής, ούτε ο Γεωργίου ήταν επιστήμονες – φαρμακοποιοί. Κάθονταν κι΄αυτός στο γραφειάκι αδιάφορος, αμέριμνος. Η μόνη επαφή του με τη δουλειά ήταν που ξεσκέπαζε καμιά φορά τους γυάλινους βάζους με τις καραμελίτσες του μπαλτά ή με τις λευκές ζαχαρωμένες αλτέες και πέταγε από κάποιαν απόσταση, σαν να έκανε σκοποβολή, μιά – δυό στο στόμα του. Υστερα έφευγε, αδιάφορος, αμέριμνος. Και μόνο στο τέλος του μηνός καθυστερούσε λίγο, περίμενε να πάρει το μισθό του, την αποζημίωσή του.
Κάποτε έρχονταν στο φαρμακείο και οι κυρίες. Η κυρία Κατσή, όμορφη –  όμορφη, ψηλή, ξανθή κι΄αφροκρέατη και η κυρία Γεωργίου, αδύνατη και μαλαχροινούλα, που φαινόταν σαν παιδούλα δίπλα στο μεγαλόσωμο άντρα της. Οταν έρχονταν οι κυρίες, τις υποδέχονταν όλοι με πολλές τσιριμόνιες. Η επισκεψή τους φαίνονταν σπουδαίο γεγονός. Ολοι σηκώνονταν να τους προσφέρουν κάθισμα, μάλιστα ο γιατρός ο κύριος Αρχοντάκης έφτανε κι΄ως το χειροφίλημα. Και οι κυρίες καμάρωναν γι΄αυτή τη μικρή δόξα, που απολάμβαναν στο φαρμακείο μας, εκεί λίγο πιο κάτω από την Ομόνοια με τους καφενέδες γύρω – γύρω, τους γεμάτους ανθρώπους του λαού.
Το μόνο πρόσωπο, που έμενε αμέτοχο στις βραδινές κοσμικές συγκεντρώσεις του φαρμακείου, ήταν η ταμίας, η Τούλα. Κάθονταν εκεί στο ψηλό ταμειάκι της με τα ξύλινα καγκελάκια γύρω - γύρω, περίμενε να τη θυμηθούν κάποτε και να την καλησπερίσουν, για ν΄ ανταποδώσει την «καλησπέρα» ψυχρά - ψυχρά, κι ύστερα έπιανε τάχα «να κάνει ταμείο» ή διάβαζε το περιοδικό της. Βέβαια, κανένας δεν έδινε σημασία σ΄αυτή την ψυχρότητα. Η καϋμένη η Τούλα ήταν ένα άσημο πρόσωπο, άσημο, σαν να πούμε, όσο κι΄εγώ. Ηταν μιά κοπέλλα, που δεν μπορούσες να την πεις όμορφη, όμως δεν μπορούσες πάλι να την πεις και άσχημη. Φαίνονταν κακοπερασμένη, ήταν αδύνατη, έλεγες πώς, αν βρίσκονταν κάποιος να την περιποιηθή, να την θρέψει, να την ντύσει καλά, να της δώσει αέρα, που λένε, μπορούσε σιγά - σιγά ν΄αναδειχθή η κάποια κρυμμένη ομορφιά της, ν΄ανθίσει η άνανθη νιότη της. Ομως, κανένας δεν φαίνονταν να την προσέχει. Οι άνθρωποι αγαπούν τα έτοιμα, ποιός είχε καιρό να κάθεται να μελετάει τις δυνατότητες της Τούλας;
  Μόνον ο κύρ - Χαράλαμπος, ο φαρμακοτρίφτης, τη θυμόταν καμιά φορά, όμως αυτός για να την πειράξει, να την τρομάξει την καϋμενούλα μ΄ένα λαστιχένιο ανδρικό μόριο, που είχε φέρει από το Παρίσι ο κύριος Κατσής, άγνωστο για ποιά χρήση, και τόχε παραδώσει στον κύρ - Χαράλαμπο, σαν γεροντότερον απ΄όλους, προς φύλαξιν. Πέρασε πολύς καιρός ώσπου να δω κι΄εγώ με τι πείραζε την Τούλα ο κύρ - Χαράλαμπος. Ακουγα μόνο την τρομαγμένη φωνή της αηδίας και της φρίκης, που έβαζε η κοπέλλα, σαν εκείνες τις φωνές, που βάζουν οι γυναίκες, όταν δουν φίδι ή ποντίκι. Κι αμέσως έβλεπα τον κύρ - Χαράλαμπο να κλείνει κάτι βιαστικά στο συρτάρι του τραπεζιού του εργαστηρίου και να γελάει μ΄ένα γέλιο πονηρό, σαρκαστικό. Εμοιαζε τότε σαν γέρο - σάτυρος, που αντί προβιά φορούσε τη λευκή μπλούζα του φαρμακοτρίφτη. Εβρισκε, φαίνεται, ευχαρίστηση να πειράζει την καϋμένη την Τούλα, ίσως να ικανοποιούσε και τίποτα κοιμισμένα πια ερωτικά του ένστικτα. Δεν μπορούσα βέβαια να τα ξαίρω εγώ αυτά, όχι μόνο γιατί τότε δεν ήταν ακόμη της μόδας ο Φρόϋντ στην Ελλάδα, αλλά και γιατί ήμουν ακόμη πολύ μικρός.
Ομως, τότε θύμωνα πολύ με τον κύρ - Χαράλαμπο. Ενώ τον εκτιμούσα, τον θαύμαζα για την τέχνη του, τότε θύμωνα. Αλήθεια! Με πόσο θαυμασμό τον παρακολουθούσα στην εκτέλεση των συνταγών! Εβαζε απάνω στο μάρμαρο τη συνταγή, έσκυβε λίγο να τη μελετήσει προσεκτικά με τα γυαλιά του κρεμασμένα στη μύτη, κάποτε δυσφορούσε, είχε, φαίνεται, αντίρρηση στις δόσεις, που έγραφε ο γιατρός.
-Τι γράφει, βρε, αυτός εδώ; Υστερα σήκωνε αδιάφορα τους ώμους, την ευθύνη την είχε ο γιατρός. «Τι με νοιάζει εμένα» σκέπτονταν, κατέβαζε λοιπόν ένα - ένα τα διάφορα φάρμακα της συνταγής, ζύγιζε τις ποσότητες με κείνα τα χαριτωμένα μικρά - μικρά σταθμά στον ευαίσθητο ζυγό, τον προστατευμένο μέσα σε γυάλινη θήκη, ύστερα χτύπαγε καλά στο μπουκαλάκι ή στο γουδί το μίγμα και το φάρμακο ήταν έτοιμο. Αν ήταν ρευστό, βούλωνε καλά το μπουκάλι, δοκιμάζοντας πολλούς φελούς, έδενε κατόπιν γύρω - γύρω στο πώμα ένα κρουστό χαρτάκι πτυχώνοντάς το τεχνικά σε πολλές - πολλές πτυχώσεις, έγραφε την οδηγία χρήσεως στην ετικέττα και την κόλαγε με προσοχή στη μέση του μπουκαλιού. Αν το φάρμακο ήταν σε σκονάκια, τότε γινόταν μια χαριτωμένη συμμετρική παράταξη πάνω στο μάρμαρο μικρών καλοκομμένων χαρτιών, το φάρμακο αδειάζονταν από το γουδί σ΄ένα σκληρό χαρτί τσακισμένο στη μέση και μ΄ένα συνεχές απαλό χτύπημα, σαν χάδι, του δεξιού χεριού απάνω στο αριστερό, το φάρμακο ισομοιράζονταν στα χαρτάκια. Υστερα τα χαρτάκια διπλώνονταν, σαν περαστά φακελλάκια, κι αραδιάζονταν στο χαρτονένιο κουτάκι. Θαύμαζα και διασκέδαζα με αυτή την ισόμετρη κατανομή. Ηταν σαν ένα έργο τέχνης, σαν παιχνίδι.
Ολα αυτά ήταν καλά. Μα, όταν ο κύρ - Χαράλαμός πείραζε την Τούλα, θύμωνα. Αισθανόμουν συμπάθεια ξεχωριστή για την καϋμένη την κοπέλλα. Με αγαπούσε και κείνη, μαζί μου είχε θάρρος. Της έκανα και μικροθελήματα, πρόθυμα, της έφερνα παγωμένο νερό από το διπλανό καφενείο για να παίρνει τις ασπιρίνες της - συνήθιζε όλο ασπιρίνες να παίρνει, όπως είχε διαρκώς πονοκέφαλο - τη συνόδευα το βράδυ, παρ΄ όλη μου την κούραση, ως το τραμ, εκεί κοντά στο πανάρχαιο κτίριο του Ωδείου, όπου έπαιρνε το Εντεκα για να πάει στην Κολοκυνθού, που κάθονταν. Ενοιωθα μάλιστα και περηφάνεια, κάποιον ανδρισμό, που την συνόδευα, με κολάκευε η εμπιστοσύνη της. Περνούσα μαζί της ατρόμητος ανάμεσα στους αλήτες, που κατακάθιζαν τα βράδυα στα πεζοδρόμια των καφενείων, περιμένοντας τις φιλενάδες τους από τα προστυχόσπιτα των παρόδων και πείραζαν εν τω μεταξύ, για να περνούν την ώρα τους, τις διαβατικέςκοπέλλες :
-Πιτσούνι μου εσύ, μανάρι μου!...και κάτι τέτοια παρόμοια, σαχλά και πρόστυχα. Ο κυρ - Χαράλαμπος με πείραζε, όταν φεύγαμε, πονηρά :
- Βρε που το πας το κορίτσι;
Θυμάμαι πως κοκκίνιζα από θυμό. Είχα διάθεση να τον βρίσω. Ομως η Τούλα γελούσε. Ηταν οι λιγοστές φορές που γελούσε. Και γίνονταν τότε αληθινά όμορφη, τα καστανά μάτια της υγραίνονταν, λαμπύριζαν, έφεγγαν. Ηταν κοινά καστανά μάτια, κουρασμένα, μα γίνονταν τότε γλυκά – γλυκά.
-Βρε, που το πας, λέω, το κορίτσι;... ξαναρωτούσε ο κύρ – Χαράλαμπος με τη μωραΐτική του προφορά κι΄ έσκυβε επιτιμιτικά, περιμένοντας τάχα ν΄ακούσει την απάντησή μου. Ομως πρόβαινε τότε ο κύριος Κατσής από το γραφειάκι, έριχνε μια σοβαρή ματιά, και ο κυρ – Χαράλαμπος γελούσε κι΄αποσύρονταν στο εργαστήριο, να βγάλει κι΄αυτός την άσπρη μπλούζα του, να βάλει  το σακκάκι του και να φύγει.

Ο κύριος Κατσής ήταν ένας περίεργος άνθρωπος. Οσο ο συνεταίρος του ο Γεωργίου είχε πολλά λόγια, πολλές εγκαρδιότητες με όλο τον κόσμο, τόσο αυτός ήταν λιγομίλητος και επιφυλακτικός. Ολο κάθονταν στο γραφειάκι με το γυάλινο διάφραγμα, ακουμπούσε το κεφάλι στην παλάμη και έμοιαζε να συλλογίζεται, να συλλογίζεται ώρες ατέλειωτες και να κοιτάζει αδιάφορα την πελατεία, που έμπαινε κι΄έβγαινε στο φαρμακείο.
Ηταν ένας αδύνατος, ψηλός, μελαχροινός άντρας, κάπου πενηντάρης, γκρίζος πιά. Θα ήταν όμορφος στα νιάτα του, τα μάτια του ήταν όμορφα, σοβαρά, τα χείλη του ήταν και κείνα ακόμη όμορφα κι ας είχαν χάσει το ρόδινο χρώμα τους, ας ήταν λίγο μελιτσανιά με την ηλικία. Ομως έδειχνε κουρασμένος, άκεφος. Μιλούσε σχεδόν με μονόλογα και σπάνια χαμογελούσε με κανένα ιατρικό ανέκδοτο του κυρίου Αρχοντάκη ή με καμιά φάρσα του κυρίου Φωκά, που, αν και χρηματιστής, είχε πολλή φαντασία και χιούμορ και πείραζε τον Γεωργίου, που αυτός ήταν αγαθούτσικος, παρά την περίφημη εμπορική του καπατσοσύνη.
Ο κύριος Κατσής ταξίδευε κάθε χρόνο, ωρισμένη εποχή, στη Γαλλία και στην Ελβετία για τις προμήθειες της φαρμακαποθήκης. Ελειπε κανένα μήνα, ύστερα γύριζε πάλι στο γραφειάκι του λίγο αλλοιώτικος, μ΄εκείνο τον αέρα της Ευρώπης που λένε, και περίμενε τα φάρμακα, που σε λίγο τον ακολουθούσαν. Γέμιζε τότε ο τόπος με κάσσες. Τις ξεφορτώναμε προσεκτικά, τις αδειάζαμε, τα μπουκάλια και τα κουτιά γέμιζαν τα ράφια. Και το πάτωμα γέμιζε ροκανίδι και χαρτιά, που ύστερα σωρούς – σωρούς τα μάζευαν και τα έπαιρναν, ευτυχισμένοι, οι ρακοσυλλέκτες, καθαρίζοντάς μας έτσι τον τόπο.
Πολλές φορές ο κύριος Κατσής έφερνε από την Ευρώπη και κάποιο καινούργιο, άγνωστο σπεσιαλιτέ. Τότε γινόταν αρκετή συζήτηση, μιλούσε κι εκείνος λίγο περισσότερο, εξηγούσε τη σύνθεση του φαρμάκου στους γιατρούς, έδινε οδηγίες στο δικηγόρο για την προστασία του σπεσιαλιτέ από τις απομιμήσεις. Κάποτε – κάποτε ο κύριος Κατσής έφερνε και κανένα νέο ιατρικό εργαλείο, καμιά νέα συσκευή, έτσι, φαίνεται, έφερε και το ανδρικό μόριο, που με αυτό παίραζε ο κυρ – Χαράλαμπος την Τούλα. Ομως ο κύριος Κατσής ήταν σοβαρός άνθρωπος, βαρύς, όλοι τον σέβονταν και τον τιμούσαν. Φυσικά, με το παραπάνω εγώ. Ενοιωθα ευγνωμοσύνη, ένοιωθα ακόμη ασφάλεια κοντά του, ήταν ένα είδος προστάτης μου. Η λαχτάρα της πατρικής προστασίας, που μου έλειπε, με την ορφάνια, έβρισκε μια μικρή ικανοποίηση κοντά σ΄αυτόν. Κι΄ακόμη, καταλάβαινα πως αυτός ήταν η ψυχή κι΄ο νους της επιχειρήσεως. Αν ξέφευγε από το χέρι του το τιμόνι της δουλειάς, το καράβι θα έπεφτε έξω και μαζί του θα ναυαγούσαμε, όχι μόνο ο Γεωργίου, αλλά και όλοι εμείς οι άλλοι. Κι΄ήταν τότε – μήπως δεν είναι πάντα; - τόσο δύσκολο να βρει κανείς δουλειά στην Αθήνα!
Το καλοκαίρι η οικογένεια του κυρίου Κατσή πήγαινε στην εξοχή, στο Μαρούσι. Είχε εκεί ένα ωραίο σπίτι, λίγο πιο πάνω από το σιδηροδρομικό σταθμό, προς τη Μαγκουφάνα. Ηταν μέσα σε κήπο με δέντρα και με λουλούδια κι΄ως πέρα, ως το ανάγερμα της λοφοπλαγιάς τα πεύκα μοσκομύριζαν και θρόϊζαν ακούραστα.
Ηταν μια από τις μεγάλες μου ευτυχίες, όταν τύχαινε να με στείλει ο κύριος Κατσής στο Μαρούσι με τίποτα ψώνια ή για καμιά παραγγελία. Επαιρνα χαρούμενος το σιδηρόδρομο στο γειτονικό σταθμό του Λαυρίου – το «θηρίο», έτσι τον έλεγαν το σιδηρόδρομο και δεν μπορούσα να καταλάβω, πως μπορούσε να είναι θηρίο ένα τόσο ευχάριστο μέσο συγκοινωνίας – φρόντιζα να ορμήσω σε καμιά θέση κοντά σε παράθυρο και δεν χόρταινα να βλέπω την εξοχή, που άρχιζε τότε λίγο πιο πέρα από την οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου. Α, πως λαχταρούσα την εξοχή! Ενοιωθα να με γεμίζουν αγαλλίαση οι λόφοι, τα δέντρα, το χορτάρι, τα ήσυχα σπίτια μέσα στους δροσερούς κήπους, τα ροδαλά κορίτσια και τ΄αγόρια με τα λευκά, που έκαναν αμέριμνα περίπατο στους σταθμούς! Ακόμη και τώρα, που όλη εκείνη η δροσιά και η χάρη της Αττικής χάθηκε, και που γνώρισα πια τόσους άλλους ωραίους και δροσερούς τόπους, όταν βρεθώ στο Μαρούσι, αισθάνομαι να πλημμυρίζει το στήθος μου από μια πρόσκαιρη, αμέριμνη ευτυχία. Ομως, όταν καμμιά φορά περνώ από το εξοχικό σπίτι του κυρίου Κατσή, μου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Είναι τώρα πια παλιωμένο, κλειστό, ο κήπος του είναι κατάξερος και στην ξώθυρα τρίφτηκε και μισόσβησε η ταμπελίτσα : «Επαυλις ΕΙΡΗΝΗ».

Λοιπόν, το καλοκαίρι πολλές φορές ο κύριος Κατσής βαριόταν ν΄ανεβαίνει το μεσημέρι στο Μαρούσι. Ετρωγε στο εστιατόριο, στην «Ηβη» - τι μυθικό μαγαζί ήταν στα μάτια μου! – κι ύστερα έρχονταν πάλι στο φαρμακείο και ξάπλωνε λίγο σ΄ένα κρεβατάκι εκστρατείας, που ειδικά γι΄αυτό το σκοπό φέρναμε από το σπίτι της Αθήνας και το ανοίγαμε μέσα στο εργαστήριο. Εκεί, στο βάθος, ήταν δροσιά πολλή και μια σκοτεινιά αναπαυτική.
Ο Γεωργίου, που τίποτα δεν τον κούραζε, αλλά που ήταν και καλοφαγάς και υπναράς, δεν άφινε το σπίτι του ούτε το καλοκαίρι. Δεν τον πείραζε αυτόν ούτε η ζέστη, ούτε το κρύο, ούτε τίποτα. Ετρεχε, θυμάμαι, ο ιδρώτας κι΄έλουζε το πλατύ μεγάλο προσωπό του, κατέβαινε στο λαιμό και στην πλάτη, το μεταξωτό κίτρινο πουκαμισό του κόλλαγε απάνω στο σώμα του, μα δεν αισθανόταν τίποτα. Το χειμώνα πάλι το ίδιο μεταξωτό πουκάμισο το κόλπωνε ο κρύος αέρας απάνω στο στήθος του – δεν φορούσε ούτε γιλέκο – και πεντάρα δεν έδινε. Ηταν σαν ένας βράχος.
-Αντε, καλέ, που θα κοιμάμαι τώρα και στο μαγαζί... πείραζε τον κύριο Κατσή. Σε εκστρατεία είμαστε; Αν δεν πας στο σπιτάκι σου, να βγάλεις τα ρούχα σου, να βάλεις τις πυτζαμούλες σου, να φας το καλό σου το φαγάκι, να πιεις το δροσερό σου το κρασάκι και να ξαπλώσεις στο ωραίο σου κρεβατάκι, τι δουλεύεις και βασανίζεσαι όλη την άλλη μέρα;
Ηταν γουστόζικα όλα αυτά τα υποκοριστικά, όταν σκέπτονταν κανείς, πως τα έλεγε ο πελώριος άντρας για τον εαυτό του, που μπορούσε να φάει ένα ολόκληρο μοσχάρι ή να κοιμηθή κι΄απάνω σε στουρναρόπετρες. Ο κύριος Κατσής χαμογελούσε, μ΄εκείνο το συγκρατημένο, το λίγο πικρό χαμόγελο. Ομως κάποτε σκίαζε το προσωπό του μια ανησυχία, κάποιος δισταγμός. Ηταν σαν να ήθελε να δικαιολογηθή γι΄αυτή την ιδιοτροπία του, την τεμπελιά του, κι΄ύστερα πάλι ήταν σαν να βαριόταν να μιλήσει.
-Ο καθένας με το κέφι του... περιορίζονταν να λέει κι΄ακουμπούσε το κεφάλι στην παλάμη και σώπαινε.
Εμείς, απάνω στη φαρμακαποθήκη δεν φεύγαμε τα μεσημέρια, ούτε το χειμώνα, ούτε το καλοκαίρι. Είμαστε τρείς το «προσωπικό» και ο αδερφός του Γεωργίου «διευθυντής». Ηταν αυτός ένα καλό παληκάρι, που όλο γελούσε, -«μη γελάς διαρκώς σα χαζός», του έλεγε ο αδερφός του – αλλά συγχρόνως και όλο δούλευε. Εκανε «αλληλογραφία», ταξινομούσε φάρμακα, κρατούσε τα βιβλία της αποθήκης, δεχότανε την πελατεία κι΄όταν είχαμε φούριες, δεν το είχε σε τίποτα ν΄ανασκουμπωθή και να καρφώνει ή να μετακομίζει κάσσες. Μόνο στο φαρμακείο δεν κατέβαινε ποτέ. Δεν καταδεχόταν αυτή τη δουλειά.
-Εγώ είμαι έμπορος, δεν είμαι φαρμακοτρίφτης... έλεγε με περιφρόνηση.
Το συνείθιζε να μιλεί για όλα σε πρώτο πρόσωπο.
-Δεν έχω, έλεγε, όταν του ζητούσαν ένα φάρμακο, που τύχαινε να μας λεί[πει, δεν έλεγε ποτέ  «δεν έχουμε».
Ηταν και λεβέντης και τραγουδιστής. Πολλές φορές ξεχνιόταν εκεί απάνω στην αποθήκη και τόπαιρνε πολύ ψηλά το τραγούδι. Ενα τραγούδι του τόπου του λυπητερό, νοσταλγικό. Τότε σφύριζε επιτιμητικά από κάτω, από το φαρμακείο, ο κυρ – Χαράλαμπος, «σούτττ:...» - κι΄ο Γιωργής – έτσι τον έλεγαν όλοι, μόνον εγώ τον έλεγα «κύριε Γιώργο» - ξαφνιάζονταν, συνέρχονταν και χαμήλωνε τη φωνή. Ετσι το τραγούδι γινόνταν ακόμη πιο λυπητερό, και νοσταλγικό, σαν τραγούδι σκλαβωμένου παληκαριού.

Καθόμασταν λοιπόν το μεσημέρι στη φαρμακαποθήκη και τρώγαμε εκεί το φαγάκι, που από το πρωί μας είχαν ετοιμάσει οι μανάδες μας. Υστερα γέρναμε λίγο απάνω σε τίποτα κάσσες να ξαποστάσουμε από τον κάματο όλου του πρωϊνού. Φυσικά δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Κουβεντιάζαμε λοιπόν για το ένα και για το άλλο. Ο Αριστοτέλης, ένας παρανιψιός του κυρίου Κατσή, που ήταν κι΄ αυτός «παιδί» στη φαρμακαποθήκη, έλεγε καμιά φορά και «άχρεια». Καμάρωνε πως είχε πάει σε γυναίκες. Διηγόνταν λοιπόν τα καθέκαστα, όμως μας φαίνονταν πως έλεγε ψέματα. Κάπου θα είχε ακούσει αυτές τις ιστορίες και μας τις ξεφούρνιζε για να τον θαυμάζουμε.
Οταν τύχαινε να μη φεύγει καμιά φορά και ο Γιωργής, τον ρωτούσαμε, σαν να ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί τη ζωή του Αριστοτέλη :
-Βρε δεν σου είπα να μη λες αηδίες ! Θα σε τσακίσω καμιά φορά !
Ο Αριστοτέλης γυρόφερνε τη γλώσσα του απάνω στα αιωνίως υγρά χείλη του, σαν για να συγκρατήσει τα σάλια του, και κάπως φοφισμένος σώπαινε.
Τότε, μες στο ζεστό καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, δεν ξαίρω γιατί, θυμόμουν τα πειράγματα του κυρ – Χαράλαμπου προς την καϋμένη την Τούλα, τον τρόμο της, ύστερα θυμόμουν όλους εκείνους τους διστακτικούς πελάτες, που ζητούσαν σιγά – σιγά, με διάκριση πολλή, ένα ωρισμένο φαρμακευτικό είδος, ύστερα τους μάγκες, που ήταν συναγμένοι τα βράδια στα καφενεδάκια των παρόδων και μάλωναν ή μιλούσαν κρυφά – κρυφά, εμπιστευτικά με τις γυναίκες των προστυχόσπιτων, και σκεπτόμουν πως πολύ μυστηριώδης υπόθεση πρέπει να είναι ο έρωτας. Η ορφάνια, η λιτή, σκληρή και στερημένη ζωή του σπιτιού μας και η βαρειά κούραση της πρωϊνής δουλειάς, εμπόδιζαν, φαίνεται, το ξύπνημα των ενστίκτων. Δεν καταλάβαινα τίποτε ο ίδιος από αυτά τα πράματα κι΄ ένα αίσθημα φόβου σκέπαζε κι΄ εκείνο ακόμη το πρώτο – πρώτο ασυναίσθητο σκίρτημα της καρδιάς, που ένοιωθα, όταν τύχαινε να συναπαντηθώ με την Ελενίτσα, που η φήμη της ομορφιάς της, αλλά και της φρονιμάδας της, ήταν ακουσμένη σε όλη τη γειτονιά μας.

Ηταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο απομεσήμερο, όταν, δεν θυμάμαι τώρα για ποιά δουλειά, χρειάστηκε να κατεβώ στο φαρμακείο. Η αποθήκη συγκοινωνούσε με το φαρμακείο με μια εσωτερική στριφτή σκάλα μισοσκότεινη, που απόληγε μπρός σε μια τζαμένια πορτούλα του εργαστηρίου με θαμπά τζάμια. Οταν το φαρμακείο ήταν ανοιχτό, ο κυρ – Χαράλαμπος έκλεινε την πορτούλα μ΄ένα μικρό σύρτη, γιατί δεν ήθελε να τον ενοχλούμε ανεβοκατεβαίνοντας. Τότε κατεβαίναμε στο φαρμακείο από τη σκάλα του δρόμου. Οταν το φαρμακείο έκλεινε το μεσημέρι, όποιος βρίσκονταν κάτω, ξεμαντάλωνε την πορτούλα, για να μπορούμε να κυκλοφορούμε. Ομως το καλοκαίρι, τις μέρες που κοιμόνταν ο κύριος Κατσής, η πορτούλα έμενε κλειστή. Κατεβαίναμε λοιπόν σιγά – σιγά, δοκιμάζαμε ακόμη πιο σιγά, γυρίζοντας το μικρό πόμολο, κι΄ όταν η πόρτα ήταν κλειστή, καταλαβαίναμε πως κοιμάται ο κύριος Κατσής και γυρίζαμε απάνω πάλι σιγά – σιγά, για να μην τον ξυπνήσουμε. Σεβόμαστε τον ύπνο του, μας κολάκευε κιόλας αυτή η απλότητά του να μένει τα μεσημέρια στο φαρμακείο, σαν ένας κοινός σκληρομαθημένος υπαλληλάκος, όπως εμείς.
Ετσι λοιπόν, και το απομεσήμερο εκείνο κατέβηκα σιγά – σιγά κι΄ανάλαφρα άνοιξα την ξεμαντάλωτη πορτούλα. Αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή, ο κύριος Κατσής δεν ήταν στο εργαστήριο. Ώρμησα λοιπόν ελεύθερα στο μισοσκότεινο εργαστήριο σφυρίζοντας. Μα ποιά ήταν η έκπληξή μου και η ταραχή μου, όταν είδα το θέαμα !
Ο κύριος Κατσής κάθονταν απάνω στο κρεβατάκι και είχε στα γόνατά του την Τούλα ! Με το χέρι περασμένο γύρω από τη λεπτή μέση της, έσκυβε κείνη τη στιγμή να τη φιλήσει στο λαιμό και η κοπέλλα φαίνονταν να δέχεται αδιαμαρτύρητα, αλλά και αδιάφορα την ερωτική διάχυση του κυρίου Κατσή, που αυτός ήταν αναμμένος, παραδομένος στο πάθος. Η λινάτσα του κρεβατιού λακκούβωνε κάτω από το βάρος των δυό σωμάτων και τα ξύλα έτριζαν λίγο μ΄ένα στριγγό, ενοχλητικό τρίξιμο.
Δεν ήξαιρα βέβαια πως αλλοιώνεται έτσι το πρόσωπο του ανθρώπου την ώρα του έρωτα, μα δέος με πήρε όπως είδα τον σοβαρόν εκείνον άντρα να μοιάζει τώρα περισσότερο με ζώο παρά με άνθρωπο. Κι΄ακόμη πιο πολύ με τρόμαξε η αλλαγή, όσο η καϋμένη η κοπέλλα ήταν νηφάλια, αμέτοχη σ΄αυτή την έξαψη. Μια πικρή μάσκα κούρασης και αδιαφορίας, πικρή πονεμένη μάσκα, είχε θαρρείς καλύψει το πρόσωπο της κοπέλλας, όπως περίπου την βασάνιζαν εκείνοι οι πονοκέφαλοι.
Ομως, από την αδιαφορία ξέκοψε την κοπέλλα το αιφνίδιό μου μπάσιμο στο εργαστήριο. Εβγαλε μια χαμηλή τρομαγμένη φωνή, βιαστικά και με αιδημοσύνη έφερε τα χέρια της στο ανασηκωμένο φουστάνι της για να το κατεβάσει κάτω από τα γόνατα κι΄απόμεινε να με κοιτάζει αμίλητη, με μια παρακαλεστική έκφραση τρόμου και ικεσίας, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
Ο κύριος Κατσής τα έχασε και κείνος την πρώτη στιγμή. Υστερα φαίνεται πως κυριάρχησε απάνω στον εαυτό του, ξαναπήρε εκείνο το σοβαρό ύφος του και χωρίς να κινηθή, χωρίς να απωθήσει από πάνω του την κοπέλλα, σαν να ήθελε να με πείσει ότι αυτό που είδα ήταν κάτι φυσικό, κάτι νόμιμο, με ξάφνιασε :
-Τι θέλεις εδώ, παλιόπαιδο...
Δέχτηκα σαν καμτσικιά το μάλωμα. Ηταν η πρώτη φορά που ο κύριος Κατσής μου έλεγε μια βαρειά λέξη, η πρώτη φορά που με έβριζε. Και αυτό πότε; Οταν ξαφνικά έσβηνε μέσα μου, κουρελιάζονταν όλος ο σεβασμός μου για τον λιγομίλητο και σοβαρόν άντρα. Εκαμα λίγα βήματα πίσω, βγήκα ορμητικά, έκλεισα με βία, αλλά σιγανά την πορτούλα, και, αφού ανέβηκα τρία – τέσσερα σκαλιά, έπεσα στα γόνατα κι΄άρχισα να κλαίω σιγά, πνιχτά, προσπαθώντας να μην ακουστώ απάνω :
-Θεέ μου, γιατί να δω; Γιατί να δώ;...
Το απόγευμα δεν κατέβηκα στο φαρμακείο. Για πρώτη φορά, από τον καιρό, που πρωτόπιασα δουλειά, δεν εκινήθηκα μέσα στο εργαστήριο, δεν έτρεξα σε κάποια παραγγελιά του κυρ – Χαράλαμπου, δεν βγήκα στη σάλα του φαρμακείου ν΄ακουμπήσω τη ράχη σε μιά γωνιά στις καρυδένιες μεγάλες βιτρίνες και να παρακολουθήσω την κίνηση της πελατείας, των γιατρών, των φίλων, που θα μαζεύονταν βέβαια όπως κάθε βράδυ στο γραφειάκι. Την άλλη μέρα το πρωϊ, όατν πέρασε αρκετή ώρα από την τακτική προσελευσή μας, κι΄ενώ πήγαινα κάπως να ξεθαρευτώ, συνεχίζωντας τη δουλειά μου, με φώναξε ο κυρ – Χαράλαμπος από την πορτούλα. Μου φάνηκε πως είχε στη φωνή κάποιο κόμπιασμα, ένα δείλιασμα. Οταν κατέβηκα, τον είδα να με περιμένει όχι όπως συνήθως, σκυμένος εν τω μεταξύ πάνω στο πλατύ μάρμαρο με τις συνταγές και τις μελίχρωμες φιάλες των φαρμάκων, αλλά όρθιος, έχοντας κλείσει με την πλάτη του τη μικρή έξοδο του εργαστηρίου προς τη σάλα του φαρμακείου. Μου είπε πως, επειδή περιορίστηκε λίγο η δουλειά στη φαρμακαποθήκη, πως, επειδή τ΄αφεντικά σκοπεύουν να δυναμώσουν πιο πολύ το φαρμακείο και πρέπει να πάρουν ένα βοηθό, που να ξέρει και το συνταγολόγιο, με πολλή τους λύπη και ο κύριος Γεωργίου και ο κύριος Κατσής - ήταν η πρώτη φορά, που άκουγα να μπαίνει πρώτο το όνομα του Γεωργίου – ήταν υποχρεωμένοι να με σκολάσουν. Μπορούσα, μου είπε να φύγω αμέσως αυτή τη στιγμή, δεν πείραζε, που είχα προεξοφλίσει ένα μισθό. Μου τον χάριζαν.
Ενοιωσα πάλι να έρχονται τα δάκρυα στα μάτια μου. Υστερα ένα σκληρό πείσμα, ένας θυμός με συνεπήρε. Ηθελα να βάλω τις φωνές, να πω στον κυρ – Χαράλαμπο τον αληθινό λόγο της απολύσεώς μου. Μα δεν μίλησα. Βγήκα στο δρόμο κλαίγοντας πάλι. Υστερα για κάμποσο καιρό έμεινα χωρίς δουλειά και πολύ το νοιώσαμε αυτό στο σπίτι.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να ξεχάσω εκείνο το θέαμα του απομεσήμερου. Εκείνη την οδυνηρή πρώτη γνωριμιά μου με το ερωτικό πάθος των ανθρώπων. Ομως, όσες φορές, τις λίγες φορές, που μου έτυχε να πλησιάσω κάπως ένα γυναικείο πρόσωπο, με αγωνία, που μου έσβηνε όλη τη χαρά του έρωτα, προσπαθούσα να δω μήπως απάνω του ήταν χυμένη εκείνη η μάσκα της αδιαφορίας, της καρτερίας κι΄ύστερα εκείνη η ρίκνωση της μάσκας από τον τρόμο και την ικεσία, που ήταν χαραγμένα, τότε, στο πρόσωπο της μακρυνής, της θαμπής πια, της μισοσβησμένης Τούλας. Οσο για τον κύριο Κατσή, που ζει ακόμη, και κατά σύμπτωση τον βλέπω καμιά φορά από μακρυά στο δρόμο, σκυφτό, σκελετωμένο γεροντάκι, δεν μπορώ να πιστέψω, πως το τριμμένο αυτό σακκουλάκι με τα κόκκαλα ήταν κάποτε ένας άντρας, που τον φλόγιζε η πύρη της σάρκας. Κι΄όσο κι΄ αν αισθάνομαι στη θέα του μιά, έμφυτη πιά, δυσάρεστη αίσθηση γι΄ αυτόν, αισθάνομαι συγχρόνως και κάτι σαν οίκτο, σαν λύπη...
                                                       1957


Από τη συλλογή : ΠΕΤΡΟΥ ΓΛΕΖΟΥ  Η ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ Διηγήματα ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ 
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΑΘΗΝΑ 1984 (Πρώτη έκδοση 1965)





vendredi 2 mai 2014

Γιάννης Θράπας : Υπαρξη

Σκιερά και ωχρή του προσώπου η όψη
Ατέλειωτος δρόμος, μπρος στο ανοιχτό
                            πέρασμα του παραθύρου.

Της κάμαρης τα οράματα και οι νόμοι,
είχαν την γύμνια του φεγγαριού.
Τα βλέμματα του ουράνιου κάλλους
γέρνουν σαν ιτιές κλαίουσες
στου προσώπου τη γαλήνη.

Κι όταν προσηλωμένη και ακίνητη
στων χεριών ακουμπούσες το στήριγμα
των τραπεζιών οι μορφασμοί
πλανιόντουσαν σε αιωρούμενα σκαλοπάτια.
-Μαριονέτες εραστές του σχοινοβατούντος εκκρεμούς
κρυφά οι φλόγες του παρόντος
έκαιγαν το χρώμα της ανάμνησης

Και συ ολόγυμνη σα θύελα με φτερά
-σαρκαστικού πτηνού - να θριαμβεύεις ...
Μα των φιλιών η τέμνουσα οπτασία 
γυρεύει ένα ακόμη βήμα σ΄ανθρακωμένα πεδία
των σεμνότυφων και ηχηρών δρόμων
Το σκοτάδι της λιμνάζουσας περιοπής
ως ζωγράφος απνευστί θα χρίζει
το βάπτισμα του ελαίου της υπόστασης
                                           του στοχασμού.
Μεσ΄απ΄τον έρωτα - των λευκών περιστεριών - 
- που δραπετεύει απ΄τους μουντούς διαδρόμους
των ματιών, θα σ΄ονομάζει
-χαρά, ελπίδα, δόξα θανάτου
υποταγή, μητέρα, επίγειο παράδεισο
                                            και απελή
Μα το μετέωρο σου βλέμμα το αμβλώδες
θα σκιρτήσει στου ζώντος βίου την φθίνουσα μοναξιά
Μπρος στη μαρμάρινη φωνή των ποιητών
στο θρόισμα των φυλλωμάτων του παρελθόντος
με τα αιχμηρά βέλη των εποχών.

Και ως θεότης αναδυομένη,
μέσ΄απ΄το φθαρμένο μειδίαμα των ονείρων
της παρθενικής φύσης
θα προβάλης στο καθάριο αντίκρυσμα
                           των πρωινών ξυπνημάτων.


                                              14-10-1989