lundi 3 août 2015

΄Ολοι θα ζήσουμε


Καθώς ξυρίζομαι το πρωί  σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση και τους περιορισμούς που επέβαλε η κυβέρνηση μετά το κλείσιμο των τραπεζών. Και ξαφνικά μέσα στη σκέψη μου στροβιλίζει ένα τραγουδάκι του Γιώργου Κοινούση : «΄Ολοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε κι εσύ με τα πολλά και μεις με τα λίγα...»
Που το θυμήθηκα αυτό τώρα μετά από σαρανταδύο χρόνια. Τον θυμάμαι το 1973 στο κανάλι των Ενόπλων δυνάμεων να το τραγουδά με μακρύ μαλλί παντελόνι καμπάνα και πουκάμισο ανοιχτό χωρίς γραβάτα. ΄Ηταν μια σπίθα αντίστασης, σαν κωδικοποιμένο μήνυμα ελπίδας, αυτή η μελωδία μαζί με την «Αφιλότιμη» του Διονυσίου. 
Μετά έγιναν τα επεισόδια στο Πολυτεχνείο και οχτώ μήνες αργότερα με τα γεγονότα του Ιουλίου τα ραδιόφωνα ξέρναγαν συνέχεια τα εμβατήρια του Θεοδωράκη : «Το παλικάρι έχει καϋμό κι εγώ στα μάτια το κοιτώ... Είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς...»
«Όλοι θα ζήσουμε...», σιγοτραγουδώ και στήνομαι στην ουρά για να πάρω τα εξήντα ευρώ που δικαιούμαι από το αυτόματο μηχάνημα.
Γύρω μου βλέπω θλιμμένα πρόσωπα, ορισμένοι σαν να δακρύζουν από την πολλή ανησυχία.
Τότε προς το τέλος της ουράς ακούγεται το τραγούδι του Κοινούση : «...εμείς δεν είχαμε χαρτί και ΄σύ είχες το Ρήγα, όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
Πρόκειται για μια ντουζίνα συνταξιούχων πενηνταπεντάρηδων με ξυρισμένα κρανία και γενειάδες ορθόδοξων ιερέων. Κάνουν χορευτικές κινήσεις ψάλλοντες :  «Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
«Να που δεν τον θυμάμαι μόνον εγώ τον Κοινούση», σκέφτομαι. Η γενιά μου έχει τις ίδιες αναμνήσεις. 
Ένα σούσουρο γίνεται μεταξύ αυτών που προηγούνται και βρίσκονται πιο κοντά στο αυτόματο μηχάνημα αναλήψεως. Το μηχάνημα άδειασε, δεν δίνει πλέον χαρτονομίσματα.
Το πολύχρωμο πλήθος των πολιτών κατευθύνεται ορυμαγδόν προς την απέναντι πλευρά της πλατείας όπου υπάρχει υποκατάστημα άλλης τράπεζας. Οι πενηνταπεντάρηδες συνταξιούχοι ακολουθούν άδοντες : «Τα παιδιά τα παιδιά τα φιλαράκια τα καλά τα σνομπάρεις κι ούτε δίνεις σημασία πια καμμιά. Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»



dimanche 7 juin 2015

ΣΤΑΣΗ ΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ


«Το τραίνο το χάσαμε αλλά θα πάρουμε το λεωφορείο», λέει ο αδερφός μου. 
Πηγαίνουμε στη στάση του ΚΤΕΛ. Μόλις αρχίζει η βροχή φθάνει το λεωφορείο κι εμείς ανεβαίνουμε πρώτοι, καθόμαστε κογκρέσσο, στις τελευταίες θέσεις.
Πηγαίνουμε στην παρέλαση με την ευκαιρία της εθνικής εορτής. Από το ραδιόφωνο του λεωφορείου ακούγονται εμβατήρια : Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά...
Το λεωφορείο πηγαίνει προς Στυλίδα και στη στάση «Ανδρόπουλος» ανεβαίνει ο Θανάσης Κλάρας με τους συμφοιτητές του.
Έχουν την ηλικία του Ελπήνωρα, με ξυρισμένα μάγουλα, λευκά πουκάμισα και κόκκινες γραβάτες, όπως όταν ήταν φοιτητές στη Γεωπονική σχολή.
 «Ο Άρης, ο Άρης!» ψυθιρίζουν οι επιβάτες τρομαγμένοι.
Οι αντάρτες δηλώνουν ότι είναι ελεγχτές αγρονόμοι, ήρθαν να επιθεωρήσουν τα συνεργεία δακοκτονίας στον ελαιώνα Στυλίδος.
Ο αδερφός μου κι εγώ, φοβισμένοι, αναφέρουμε ότι είμαστε τ΄ανήψια της Κούλας Μαστρογούλα, ανθυπολοχαγού του «Δημοκρατικού Στρατού», από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
Οι αγρονόμοι λένε ότι την ήξεραν, είχαν ακούσει για τον τραυματισμό της, τη Μεγάλη Τετάρτη, τον Απρίλιο του 1949, έξω από το χωριό Λιδωρίκι.


mardi 5 mai 2015

ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ


Οι ειδικές δυνάμεις του στρατού ξηράς έρχονται στο Άνυδρο να μας εκπαιδεύσουν ώστε να κατασκευάζουμε μόνοι μας αντιβομβιστικά παραπήγματα. Αυτά θα μας προστατεύουν από τις βομβιστικές ενέργειες των τρομοκρατών. Είμαι με το γυιό μου Κωνσταντίνο και βλέπουμε τους χεροδύναμους στρατιώτες, μετατοπίζουν μεγάλους κορμούς δένδρων και σαν να είναι απομιμήσεις από χαρτόνι.
Δεν πιστεύω σε αυτού του είδους την αμυντική προστασία. Καλώ το γυιό μου να με ακολουθήσει. Θέλουμε να φύγουμε και η μόνη οδός προστασίας είναι οι σήραγγες του Μετρό, εκεί οι θερμικές κάμερες των τρομοκρατών δεν μπορούν να μας εντοπίσουν. Βρίσκουμε ένα στενό πέρασμα πίσω από το κέντρο George Pompidou και έρπωντας πηγαίνουμε προς το Μετρό Rabuteau. Περνάμε δίπλα σε μια ομάδα κλοσάρ, είναι ξαπλωμένοι καταγής, πίνουν χύμα κόκκινο κρασί Βουργουνδίας από πλαστικές φιάλες. Μια κομψή κυρία σαν να έχει παραλήρημα, μιλάει μόνη της, απαγγέλλει στοίχους από τα Ομηρικά έπη : Άνδρα μοι ένεπε μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσε πολλών δ΄άνθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, πολλά δ΄ο γ΄εν πόντω πάθεν άλγεα ον κατά θυμόν, αρνύμενος ην τε ψυχήν και νόστον εταίρων...
«Ελληνίδα είστε;» τη ρωτώ και την κοιτώ κατάματα.
«Ήμουν κάποτε», μου απαντά, «τώρα το μόνο που μου έμεινε είναι η γλώσσα αφού τα σπίτια που είχα μου τα πήραν οι τράπεζες.»
Συνεχίζει με Καβάφη : Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι...
Ο γυιός μου λέει : «Οι Έλληνες κλοσάρ είναι οι μόνοι που έχουν μπέσα, μπορείς να τους αφήσεις το σακκάκι σου προς φύλαξιν, θα σου το επιστρέψουν ανέγγιχτο, δεν θα το πουλήσουν αυτοί για ένα μπουκάλι ρετσίνα.»



lundi 27 avril 2015

Η ΠΟΡΤΑ


Μέχρι τα τριάντα του ήταν ένας καλός και τίμιος οικογενειάρχης, εργαζόμενος ως μάγειρας στα κεντρικά μαγειρεία του δήμου.
Την ημέρα που έγινε η κηδεία του πατέρα του, όλοι οι συγγενείς συγκεντρώθηκαν, μετά την τελετή, στο καφενείο, απέναντι από το νεκροταφείο, για τον καφέ της παρηγοριάς και τότε αυτός άκουσε τη φωνή του αιωνίου πατρός που του ψυθίρισε στο δεξί αυτί ότι σύντομα θα του έδειχνε την οδόν της σωτηρίας. Κι ενώ δεν γνώριζε ούτε λέξη από αρχαία ελληνικά μιλούσε σαν διά στόματος προφήτου, σαν να είχε αποστηθίσει τα τέσσερα ιερά ευαγγέλια, όλες τις επιστολές των Αποστόλων και την Αγίαν Αποκάλυψην του Ιωάννου : ...μακάριος ο αναγιγνώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. Ο γάρ καιρός εγγύς.
Εγώ ειμί το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ.
Ο έχων ους ακουσάτω τι το πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις...
Εγκατέλειψε την εργασία του και αφού έβαψε μαύρα τα παράθυρα του δωματίου του, κεκλεισμένων των θυρών περνούσε τις μέρες και τις νύχτες προσευχόμενος, χωρίς ύπνο, χωρίς να τρώει τίποτε άλλο παρά ένα μικρό κομμάτι άρτου κι έπινε λίγες σταγόνες ερυθρού οίνου.
Την ημέρα των προεδρικών εκλογών έλαβε εντολή δια της φωνής του ουρανίου πατρός η οποία τον διέταξε να ανοίξει τη θύρα του εκλογικού τμήματος για να δώσει περισσότερο καιρό στην ανθρωπότητα να μετανοήσει. Αλλά η γυάλινη πόρτα ήταν κλειδωμένη και από την άλλη πλευρά τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής τον προέτρεπαν, με νοήματα, να κάνει το γύρο ώστε να εισέλθει από την κυρία είσοδο του σχολείου. Όμως αυτός έβλεπε μόνο τη Μόνα Λίζα να κάθεται ανάμεσα σε δύο αγγέλους και ήταν η παρθένος με το βρέφος στην αγκαλιά. Τότε έσυρε το πόμολο της γυάλινης θύρας με αυξανόμενη βιαιότητα ώστε την τράνταξε όλη και η πόρτα εθρυματίσθει πίπτουσα σε χιλιάδες μικρά θραύσματα. Η Μόνα Λίζα ήρθε προς αυτόν και του έβαλε το μωρό στα χέρια και είδε αυτός τον εαυτό του που μόλις είχε γεννηθεί. Εισήλθε στην αίθουσα με το παιδί στην αγκαλιά, στο προσωπό του είχε μειδίαμα ικανοποιήσεως και ευτυχίας. Είχε εκτελέσει την αποστολή του με απόλυτη επιτυχία. Δεν ζήτησε να εκτελέσει το εκλογικό του δικαίωμα και καθήκον, αλλά γονυκλινής επροσεύχετο : Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το ονομά του, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θελημά σου, ...
Στην στάση αυτή τον βρήκαν οι άνδρες της αστυνομίας και του πέρασαν βραχιόλια, ένα ζεύγος χειροπέδων. Ο ασθενής δεν έφερε αντίσταση και έτσι με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα τον οδήγησαν στο ψυχιατρικό τμήμα του εφημερεύοντος νοσοκομείου.

samedi 25 avril 2015

ΜΑΡΤΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΜΕ ΛΥΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΦΡΕΝΟ


Είναι ένα πολύ συγκινητικό μυθιστόρημα που μας παρουσιάζει εκ των ένδον τη ζωή και τη νοοτροπία των ανθρώπων που εργάζονται στις διεθνείς μεταφορές. Τα δρώμενα αναφέρονται στη μυθική πλέον δεκαετία του ΄80.
Το κείμενο το διατρέχει από την αρχή μέχρι το τέλος η έννοια του τραυματισμού ως άμεση εμπειρία αλλά και ως οικογενειακή και πολιτισμική κληρονομιά σε σχέση με τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδος.
Η Μάρτυ Λάμπρου έχει συνεχείς αναφορές στον απελευθερωτικό  αγώνα του 1821, στη ναζιστική Κατοχή, τη βαρβαρότητα των Ναζί, στον Εμφύλιο και στις δυσκολίες που ακολούθησαν.
Μέσα από την αφήγηση της ηρωίδας παρακολουθούμε την ψυχική και τη σωματική της ωρίμανση και την αποδοχή της από τον πατέρα της που την ήθελε αγόρι.
Χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η σύγχυση των γενεών αφού η ηρωίδα άλλοτε αποκαλεί του γονείς της πατέρα και μάνα και άλλοτε με τα μικρά τους ονόματα, Στράτο και Παναγιώτα.
Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος έγκειται στην αφηγηματική του δομή η οποία ξεφεύγει από την συμβατική ευθύγραμμη αφήγηση αλλά με πολλαπλές παλλινδρομήσεις κινείται σαν σπειροειδής εναλλαγή αυτοκινητόδρομου ώστε ο αναγνώστης ακολουθεί με ευχαρίστηση την πορεία της αφήγησης.
Η γλώσσα του κειμένου είναι ισορροπημένη γιατί δεν ξεφεύγει ούτε προς την νεανική αυθάδεια ούτε προς τη χυδαιότητα των οδηγών αλλά καταφέρνει με πολλή γοητεία να δώσει την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτό το ανδροκρατούμενο επάγγελμα.
Το μυθιστόρημα αυτό συμβάλλει στην ανανέωση και στη εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας και νομίζω ότι αυτή είναι η πιό σημαντική προσφορά της Μάρτυ Λάμπρου.
Το βιβλίο έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, Ίδρυμα Πέτρου Χάρη.



Με λυμένο χειρόφρενο - Μάρτυ Λάμπρου

jeudi 2 avril 2015

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΑΝΕΣΙΣ


Στο τέλος της σχολικής χρονιάς εκτός από τις γυμναστικές επιδείξεις και απαγγελίες ποιημάτων παίζαμε θεατρικά έργα, κωμωδίες που σκοπό είχαν να προκαλούν αυθόρμητο γέλιο στους θεατές. Στην πέμπτη τάξη παίξαμε ένα θεατρικό έργο με τίτλο "Ξενοδοχείον η Ανεσις". Ο δάσκαλος έκανε το κάστινγκ, έδωσε τους δυσκολώτερους ρόλους στον Αλέκο Μακαρένκο και σ΄εμένα. Ο Αλέκος ήταν λαϊκός τραγουδιστής, εγώ τενόρος, το ονομά μου στο έργο ήταν Καρακαξόφωνος. Τότε αισθάνθηκα άσχημα, στην αρχή δεν μου άρεσε να παίξω αυτόν τον ρόλο, τα πειραχτήρια του σχολείου έδραξαν την ευκαιρία για νέες κοροϊδίες. Καρακαξόφωνος έγινε το παρατσούκλι μου για λίγους μήνες. Αλλά όταν διάβασα το έργο και αρχίσαμε τις πρόβες συμπάθησα το πρόσωπο του τενόρου, έπαιζα δε σχεδόν σε όλες τις κωμικές σκηνές με τον καλύτερο φίλο μου τον Αλέκο Μακαρένκο, είχαμε περάσει μαζί όλα τα βάσανα του σχολείου. 
Το έργο είναι μιά κωμωδία με δομή και πλοκή έξυπνα διαρθρωμένη. Το ξενοδοχείο βρίσκεται σε πόλη με έντονη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Το σαβατοκύριακο, που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα, γίνονται τρεις σημαντικές εκδηλώσεις, το φεστιβάλ κλασσικού τραγουδιού, το φεστιβάλ λαϊκού τραγουδιού και ο τελικός ποδοσφαιρικός αγώνας πρωταθλήματος. Εννοείται πως η ανεύρεση δωματίου σε ξενοδοχείο την τελευταία στιγμή ήταν μεγάλο πρόβλημα. Η αυλαία ανοίγει στη ρεσεψιόν όπου ο πρώτος υπάλληλος αφηγείται τα γεγονότα που πρόκειται να συμβούν εξ αιτίας των σημαντικών εκδηλώσεων και τη μεγάλη κοσμοσυροή στην πόλη τους. Ο διαιτητής του ποδοσφαιρικού αγώνα έρχεται, ζητάει δωμάτιο, ο υπάλληλος δεν έχει δωμάτιο αφού το ξενοδοχείο είναι κομπλέ, αλλά επειδή τον συμπαθεί του προτείνει να κοιμηθεί στο ντιβάνι υπηρεσίας, βρίσκεται όπισθεν της υποδοχής, δεν το χρησιμοποιούν οι υπάλληλοι. Ο υπάλληλος τελειώνει τη βάρδια του και φεύγει. Ο διαιτητής πηγαίνει βόλτα στην πόλη. ΄Αλλος υπάλληλος λαμβάνει υπηρεσία όταν παρουσιάζεται ο λαϊκός τραγουδιστής να ενοικιάσει δωμάτιο, ο υπάλληλος του προτείνει το ντιβάνι, το ίδιο συμβαίνει με τον τρίτο υπάλληλο όταν έρχεται ο τενόρος για την αναζήτηση δωματίου. 
Τη νύχτα όταν έρχονται οι τρεις μαζί να κοιμηθούν ανακαλύπτουν την κωμική καταστασή τους αλλά βρίσκουν μιά συμβιβαστική λύση, να κοιμηθούν έκαστος με τη σειρά του στο διαθέσιμο κρεβάτι. Πρώτος κοιμάται ο διαιτητής ενώ ο τραγουδιστής με τον τενόρο κάνουν πρόβες για το αυριανό φεστιβάλ. Σ΄αυτό το σημείο ήταν η πιο σημαντική δυσκολία των ρόλων μας, έπρεπε να τραγουδήσουμε, ο Αλέκος ένα λαϊκό τραγούδι και μιά ψαλμωδία, γιατί συμμετείχε επίσης σε διαγωνισμό ιεροψαλτών, εγώ δύο άριες από το λυρικό θέατρο. Στην ουσία τραγουδούσαμε μαζί γιατί όταν ο Αλέκος τραγουδούσε εγώ έκανα το μπουζούκι με το στόμα και με ανάλογες κινήσεις των χεριών, ενώ όταν τραγουδούσα εγώ αυτός έκανε το βιολί. Ο συγγραφέας του έργου δεν έδινε καμμιά οδηγία, ούτε ένδειξη για τις μελωδίες, ο δάσκαλος πρότεινε μιά άχαρη σκηνοθεσία. Για τα τραγούδια, μας έβαλε να λέμε κάτι ανόητα λαλαλαλά!
Οι θεατές βέβαια γέλασαν με όρεξη πιο πολύ από την αμηχανία των ηθοποιών. Πάντως το έργο ήταν δυναμικό, άξιζε να παιχθεί καλύτερα. Αυτό αποφασίσαμε ο Αλέκος κι εγώ.

Την επόμενη χρονιά όλοι ζητούσαν να το ξαναπαίξουμε. Μόνο ο Αλέκος κι εγώ παίξαμε τους ίδιους ρόλους, οι άλλοι ηθοποιοί είχαν απολυθεί από το σχολείο όντας στην έκτη Δημοτικού την περασμένη χρονιά. 
΄Ολο το καλοκαίρι με απασχολούσε το τμήμα με τα τραγούδια. Για τον Αλέκο ήταν εύκολο βρήκαμε αμέσως ένα ωραίο λαϊκό τραγούδι και ανάλογο ψαλμό. Εψαχνα τη νύχτα αργά στο ραδιόφωνο να βρω σταθμό να εκπέμπει κλασσική μουσική, τελικά τα κατάφερα ν΄αποστηθίσω δύο άριες απο όπερες του Βέρντι, εκείνη τη χρονιά το ραδιόφωνο έκανε αφιέρωμα στο λυρικό θέατρο του μεγάλου συνθέτη. Είχαμε ένα ραδιόφωνο Philips, το πρώτο που αγόρασαν οι γονείς μου, πριν έρθει ο ηλεκτρισμός στο ΄Ανυδρο. Δούλευε με μπαταρίες, ήταν μαύρο, λευκό και μπλε, παρ΄όλο που ζύγηζε τρία κιλά περίπου, το κουβάλαγα παντού μαζί μου όλο το καλοκαίρι, μέσα σ΄ έναν τροβά, κοντά στα γίδια, άκουγα τραγούδια και άλλες εκπομπές αλλά κυρίως έψαχνα για όπερες σε ελληνικούς και ξένους σταθμούς.
Με τον Αλέκο είχαμε κάνει μυστική συμφωνία, στις πρόβες του σχολείου παρουσία του δάσκαλου τραγουδούσαμε τα ανόητα τραλαλαλαλά με αινιγματικό μειδίαμα, ενώ τα απογεύματα και τις Κυριακές κάναμε μυστικές πρόβες, οι δυό μας μόνο, κάτω από την γιγαντιαία αμυγδαλιά μπροστά στο σπίτι τους.

΄Ηταν μιά μορφή ρεβάνς, ο δάσκαλος μας είχε προετοιμάσει για το βαθμό του απολυτηρίου, θα μας έβαζε επτά στα δέκα. Απο ΄δω είχε απο ΄κει το έφερε βαθμολόγησε τα γραπτά τα δικά μας έτσι ώστε να μας μειώσει όσο γινόταν περισσότερο ενώ ήταν φανερό είχαμε το ίδιο επίπεδο με τους άλλους μαθητές που ο καλός δάσκαλος τους βαθμολόγησε με εννέα στα δέκα. Η διαφορά ήταν μεγάλη. Το είπα στον πατέρα μου να ξέρει, να μην στενοχωρηθεί απότομα, αλλά αυτός δεν δεχόταν τις εξηγήσεις μου πως ο δάσκαλος δεν με χώνευε εξ αιτίας του επειδή ήρθε να του κάνει προτάσεις για προξενιά και συνοικέσια. Ο δάσκαλος είχε ακόμη έναν λόγο αντιπάθειας. Στο σχολείο ήταν ένας μαθητής υπερβολικά κοντός, ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος της πλειοψηφίας των μαθητών. Είχα επέμβει πολλές φορές στα διαλείμματα εναντίον των Λιακαμπάδων, αυτοί τον κυνηγούσαν, τον βασάνιζαν συστηματικά. Αλλά ο δάσκαλος δεν έκανε τίποτα, όταν έβρισκε ευκαιρία να τιμωρήσει τον μαθητή που έπασχε από νανισμό το έκανε με ζήλο και σαδισμό. Μιά χειμωνιάτικη μέρα τον απειλούσε να κάψει την σχολική του τσάντα με τα βιβλία του μέσα στη σόμπα. Ο καϋμένος ο μαθητής έκλαιγε γοερά, όρμησε να πάρει την τσάντα του. Ο δάσκαλος τον έδειρε με τη βέργα. Τότε εγώ έκανα ένα σχόλιο πως ήταν άδικο να φέρεται έτσι σ΄αυτόν ειδικά το μαθητή. Ο δάσκαλος με κοίταξε βλοσυρός και άναψε τσιγάρο.
Την επόμενη χρονιά έμαθα πως ο πατέρας του μαθητή έκανε μήνυση εναντίον του, το δικαστήριο τιμώρησε το δάσκαλο με την ανώτερη ποινή που προέβλεπε ο νόμος.

΄Ομως την τελευταία μέρα της σχολικής χρονιάς η θεατρική παράσταση προχωρούσε, της είχαμε δώσει από την αρχή την πιο κωμική χροιά. Οι θεατές γέλαγαν με την κωμικοτραγική εξέλιξη των γεγονότων, αλλά μόλις φθάσαμε στις πρόβες των δύο τραγουδιστών, ενώ ο διαιτητής κοιμόταν, πήρε άλλη τροπή λόγω ποιοτικής εξελίξεως. 
Εγώ κάνω την εισαγωγή παίζοντας το μπουζούκι ενώ ο Αλέκος αρχίζει το τραγούδι : 

΄Ημουνα μοναχοπαίδι, ήμουνα μοναχογιός
κι έχω γίνει ψυχοπαίδι κι έχω γίνει παραγιός.
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη...

Το τραγουδάκι το είχε απαγορεύσει η Χούντα. Σε μιά στιγμή βλέπω τον συνταγματάρχη Γαβρή να σηκώνεται αλλά ο παπά-Κώστας του κάνει νόημα να καθήσει αμέσως ενώ μας κοιτάζει με πονηρό χαμόγελο. Ο δάσκαλος, ο Νητσάκος, οι αδερφοί και ο πατήρ αυτού, χουντικός πρόεδρος της κοινότητος Ανύδρου, μας κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια, τα κόκκινα μάγουλα του πατέρα μου έχασαν απότομα το χρώμα τους, τότε αρχίζω αμέσως με την Τραβιάτα του Βέρντι, το τραγούδι του Αλφρέντο, δυνατά :

Libiamo, ne' lieti calici
che la bellezza infiora,
e la fuggevol ora
s'inebrii a voluttà.
Libiam ne' dolci fremiti
che suscita l'amore,
poinché quell'occhio al core
onnipotente va.
Libiamo amore, amor fra i calici
più caldi baci avrà.

(Ας πιούμε με χαρά αυτό το λαμπρό και ωραίο ποτήρι
και η εφήμερη ώρα να μεθύσει ηδονικά.
Ας πιούμε μέσα σ΄αυτό το γλυκό ανατρίχιασμα 
που ο έρωτας αφυπνίζει γιατί αυτά τα ωραία μάτια 
μας σχίζουν την καρδιά.
Ας πιούμε, γιατί το κρασί θερμαίνει τα ερωτικά φιλιά.)

Μετά από τέτοια έκπληξη επικρατούσε απόλυτη ησυχία, οι θεατές κοίταγαν με γουρλωμένα μάτια και ανοιχτά στόματα.
Δεν τους αφήνω να πάρουν ανάσα και συνεχίζω με το Ριγκολέτο, το τραγούδι του Δούκα :

Bella figlia dell' amore,
Schiavo son de' vezzi tuoi;
Con un detto sol tu puoi
Le mie pene consolar.
Vieni e senti del mio core
Il frequente palpitar.

(Ωραία κόρη του έρωτα
είμαι σκλάβος της ομορφιάς σου
αλλά μόνο μιά λέξη δική σου 
μπορεί να παρηγορήσει τον πόνο μου.
΄Ελα άγγιξε την καρδιά μου,
δες πόσο γρήγορα χτυπάει.)

Ο παπά-Κώστας, πρώτος, αρχίζει τα χειροκροτήματα, φωνάζει μπράβο! μπράβο! ο συνταγματάρχης τον ακολουθεί, μετά ολόκληρο το πολύχρωμο πλήθος εκτός από τον κάθιδρο δάσκαλο, ο φουκαράς δεν πίστευε στα μάτια του, ούτε στ΄αυτιά του.
΄Ομως η παράσταση δεν είχε τελειώσει. Ανάβουμε δύο κεριά και παίρνοντας ως νεκρό τον κοιμώμενο διαιτητή, φέρνουμε κύκλους γύρω του, ψάλλοντες :

Ευλογητός ει Κύριε, διδαξόν με τα δικαιωματά σου.
Των Αγίων ο χορός, εύρε πηγήν ζωής και θύραν παραδείσου, εύρω καγώ, την οδόν διά της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί, ανακαλεσαί με, Σωτήρ, και σώσον με.

΄Ηταν η πιο κωμική σκηνή της παράστασης. Οι θεατές χειροκροτούσαν, σφύριζαν, γελούσαν. Εμείς μετά τις υποκλίσεις γλιστρήσαμε από τη σκηνή, πήγαμε μέσα στο πλήθος, δίπλα στους γονείς μας. Η σχολική χρονιά είχε τελειώσει. Ο δάσκαλος ξαναβρήκε τον εαυτό του, όρθιος πάνω στη σκηνή μοίραζε τα ενδεικτικά και τα απολυτήρια. Ο πατέρας μου πήρε το δικό μου με κατεβασμένα μούτρα, ήθελε να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά εγώ με τη βοήθεια της μάνας μου τον απέτρεψα, φύγαμε γιατί τέτοιον δάσκαλο δεν ήθελα να τον βλέπω.

Ο πατέρας μου ενοχλημένος από τη χαμηλή βαθμολογία, αμφέβαλε για τις ικανοτητές μου, φοβόταν πως δεν θα τα καταφέρω να περάσω τις εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί τη Δευτέρα με πήγε στη Στυλίδα στον θείο μου τον Φάνη, να μένω εκεί, να κάνω φροντιστήριο, να ετοιμαστώ για τις εισαγωγικές. ΄Ετσι πέρασα τρεις εβδομάδες εντατικής προετοιμασίας ενώ δεν ήταν ανάγκη. Μόλις βγήκαν τ΄αποτελέσματα, είχα περάσει, ανέβηκα στο θερινό μας μαντροστάσι στην Παλιονίκοβα, βόσκαγα τα γίδια μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου.

Τώρα όταν συναντώ στο χωριό τους συμμαθητές μου του Δημοτικού όλοι αναφέρουν με νοσταλγία την παράσταση του "Ξενοδοχείου η Ανεσις". Θέλουν να συνεννοηθούμε, να μαζευτούμε να παίξουμε το έργο τώρα περασμένα τα πενήντα. 
Τους λέω πως η νοσταλγία δεν έχει σχέση με την καθημερινή ζωή, η πραγματοποίηση μιάς τέτοιας επιθυμίας οδηγεί σε απογοήτευση. Μου απαντούν πως εξακολουθώ να μιλώ με αινίγματα.










dimanche 22 mars 2015

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ


Τον Μάιο του 1948, την ημέρα που έγιναν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των κομμουνιστών στις πλαγιές του όρους Όρθρυς, ένα μικρό τμήμα ανταρτών, εννέα άτομα, δεν πρόλαβαν να σκαπετήσουν προς το ύψωμα της Αμυγδαλιάς, αποκλείστηκαν μέσα στον ελαιώνα. ΄Ηταν πέντε άνδρες, τρεις γυναίκες κι ένα αγοράκι πέντε μηνών. Το κουβάλαγε η μάνα του στον ώμο και δεν φαίνονταν να ταράζεται ο ύπνος του από τον θόρυβο της μάχης. 
Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν τα υψώματα, πρώτα τη Βίγλα, μετά του Καφέ τη ράχη, του Κώγια το βράχο και τελευταία την Αμυγδαλιά. ΄Οσοι αντάρτες επέζησαν, τραβήχτηκαν προς την Αγία Παρασκευή. Οι αντάρτες με τα πολυβόλα έριχναν εναντίον των ατάκτων που είχαν ξεχυθεί στις πλαγιές. 
Τρεις νέοι, ακόμη έφηβοι, από το χωριό μας σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα από τα πυρά των ανταρτών. ΄Ηταν άπειροι, δεν ήξεραν να προφυλαχθούν, προχωρούσαν ακάλυπτοι σαν να συμμετείχαν σε παιχνίδι.
Οι άτακτοι μαυροσκούφηδες πρόλαβαν έναν τραυματισμένο αντάρτη στο Κακόρεμα, λίγο παρακάτω από τη θέση Πουρνάρι, απέναντι από το εικόνισμα του Αγίου Κωνσταντίνου. Του έκοψαν το κεφάλι μ΄ένα σκουριασμένο σουγιά. Από τότε το μέρος εκείνο φέρει την ονομασία, του αντάρτη το μνήμα.
Το μικρό τμήμα των ανταρτών με το μωρό συσπειρώθηκε στην άκρη του ελαιώνα σύρριζα στο λόφο, εκεί που άρχιζε ο λόγγος. Κρύφτηκαν μέσα στα σχοίνα, περιμένοντας τη δύση του ηλίου.
Ομάδες ατάκτων πέρασαν σε κοντινή απόσταση, ανεβαίνοντας στο βουνό. Μετά η οχλαγωή μειώθηκε και ο κρότος των όπλων ακουγόταν όλο και πιο μακριά, βορειότερα στις πλαγιές, ώσπου εξασθένησε, βασιλεύοντος του ηλίου.
Μόλις φάνηκε το πρώτο αστέρι στον ουρανό το παιδί ξύπνησε. Η μάνα του έδωσε αμέσως το στήθος. Το παιδί βύζαινε με δύναμη. Οι αντάρτες μοιράστηκαν μισό καρβέλι ψωμί, δεν είχαν άλλο, ήπιαν νερό από το τελευταίο παγούρι και περίμεναν ακόμη με ανησυχία.
Ο πατέρας του παιδιού, τριαντάρης, είχε πολεμήσει τους Ιταλούς στα αλβανικά βουνά, ως ελασίτης τους Γερμανούς, και τώρα τους συμπατριώτες του. Δεν ήταν κιοτής, κοίταγε το βουνό και σκεφτόταν. ΄Ηταν έτοιμος για όλα. ΄Ηταν από το ΄Ανυδρο, ήξερε όλα τα κατατόπια και τα γιδόστρατα.
Η πιο σίγουρη διαδρομή θα ήταν να περπατήσουν προς δυσμάς, να φτάσουν στο Παλιούρι νύχτα και μέσα από τον Τρύπιο Βράχο να κατέβουν στη Σπλήτσα. ΄Υστερα ρέμα το ρέμα θ΄ανέβαιναν στη Μεχάλη Ράχη, οι δικοί τους θα κράταγαν ακόμα το ύψωμα, ήταν σίγουρος.
΄Ομως το μωρό ήταν πρόβλημα. Αν έκλαιγε ξαφνικά; Οι δεξιοί είχαν φυλάκια σε όλους τους λόφους, σε όλα τα περάσματα.
Οι άλλοι αντάρτες περίμεναν ν΄αποφασίσει αυτός να ξεκινήσουν.
Το παιδί αφού βύζαξε ξανακοιμήθηκε με χαμόγελο ικανοποίησης.
Ο πατέρας κοίταξε τη μάνα. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάτια της..
«Τραβάτε εσείς», είπε η μάνα, «θα έρθω εγώ μετά μόνη μου, αργότερα μέσα στη νύχτα.»
Ο πατέρας έβλεπε ήδη τα γεγονότα : Οι άτακτοι θα την έπιαναν με το παιδί, θα το ΄σφαζαν μπροστά της, θα τη βίαζαν πολλοί μαζί, μετά θα την έσφαζαν και θα πούλαγαν τα κεφάλια τους για δυό χρυσές λίρες.
«Δεν υπάρχει δεύτερη λύση, συναγωνίστρια», είπε ο πατέρας, «ο θεός θα μας συγχωρέσει.»
Της πήρε το παιδί απ’ τα χέρια και γλίστρησε μέσα στο ρέμα αθόρυβα σαν γάτα.
Το μωρό κράταγε σφιχτά στο χέρι του το μαντήλι της μάνας του. Δεν τόλμησαν να του το πάρουν, μην ξυπνήσει.
Η νύχτα έπεφτε γρήγορα.
Ο πατέρας προχώρησε νότια με σκοπό να σφάξει το παιδί και να το θάψει πρόχειρα. Στο φεγγαρόφωτο είδε το μικρό του πρόσωπο, μέσα στον ύπνο του χαμογελούσε.
Και τότε μιά άλλη ιδέα ήρθε στη σκέψη του πατέρα. Είχε φθάσει σχεδόν στο δυτικό πηγάδι. ΄Εσκυψε και μίλησε στο παιδί ψυθιριστά, σαν να του τραγουδούσε. Μόλις έφθασε στο πηγάδι, έβγαλε το μάλλινο χιτώνιο, το τύλιξε, το φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και το ακούμπησε στη βάση του φιλιατρού. ΄Ανθρωπος ή ζωντανό τριγύρω δεν υπήρχε. ΄Εφυγε γρήγορα χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Νωρίς το πρωί, πριν ακόμα χαράξει η αυγή, δύο ιερομόναχοι, τσοπάνηδες  στη μονή του Αγίου Γεωργίου, έφτασαν με βαρέλες φορτωμένες σε τέσσερα γαϊδούρια, να πάρουν νερό στο πηγάδι.
Το παιδί κοιμόταν ακόμα και έτσι το μετέφεραν στο μοναστήρι.

Χρόνια αργότερα, μετά την πτώση των συνταγματαρχών, οι πολιτικοί πρόσφυγες, πρώην μαχητές του λεγόμενου «Δημοκραυικού στρατού», επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Το μωρό που βρήκαν οι μοναχοί στο πηγάδι μεγάλωσε. Στο μαξιλάρι του είχε πάντοτε το μαντήλι της μάνας του. Σπούδασε θεολογία και οι καλόγεροι τον προόριζαν να γίνει ο αρχηγός τους, ο νέος ηγούμενος. 
΄Ηταν ψηλός και λυγερός με μαύρα μακριά μαλλιά και γένεια μέχρι τα μάτια. 
Τα έσοδα του μοναστηριού είχαν αυξηθεί. Κάθε Κυριακή πλήθος προσκυνητών συνέρεε με τάματα και δώρα, σε χρήμα και τιμαλφή.

΄Ηταν Μάΐος μήνας όταν ο ωραίος μοναχός, συμμετείχε στην ακολουθία του εσπερινού, έψελνε την επιλύχνιο ευχαριστία :

Φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί του ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν, και άγιον Πνεύμα, Θεόν. ΄Αξιον σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος σε δοξάζει.

Ξαφνικά αισθάνθηκε ένα παράδοξο συναίσθημα, ήταν μίγμα λύπης και χαράς, ελπίδας και απελπισίας, τον κυρίευσε όλον και παρά λίγο να βάλει τα κλάματα μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού.
Σαν να άκουγε μιά οικεία φωνή. Τον καλούσε και ήξερε πως δεν μπορούσε να αντισταθεί, έπρεπε να υπακούσει, να φύγει με τον ερχομό της νύχτας.
Περασμένα μεσάνυχτα, άφησε τα ράσα στο κελλί του. Ντύθηκε με ντρίλινο μπλέ παντελόνι και γκρίζο πουκάμισο, τα ρούχα της καθημερινής δουλειάς. Σάλταρε από τον μαντρότοιχο και κατηφόρισε προς το πηγάδι.
Στην τσέπη του είχε το μαντήλι της μάνας του. Μόλις έφτασε ακούμπησε με τα δυό του χέρια στο φιλιατρό, αφουγκράστηκε τον υπόγειο ρόχθο του ύδατος και δύο λεπτά αργότερα άκουσε τα λάστιχα οχήματος που πλησίαζε με σβηστή τη μηχανή. 
΄Ηταν μια μοτοσικλέτα, σαν αυτές που είχαν οι Ναζί χωρίς καλάθι. Την οδηγούσε ένας άνδρας, πενηντάρης, με γκρίζα μαλλιά που φαίνονταν σαν ασημένια στο φως της σελήνης. Πατέρας και γιός αγκαλιάστηκαν. Μετά καβάλα στη μοτοσικλέτα τράβηξαν προς το χωριό.

Την επομένη οι γείτονες ανακάλυψαν πως άγνωστοι είχαν σκάψει στη ρίζα μιάς αιωνόβιας αμυγδαλιάς, διακόσια μέτρα νοτιοανατολικά από το σπίτι του συνταγματάρχη Γαβρή.
Η πλαστάρα ήταν στη ρίζα του δένδρου με ανατολικό προσανατολισμό. 
Τα παιδιά κάθονταν εκεί να ξεκουραστούν όταν έπαιζαν μπάσκετ.
Στην εκκλησία, στα καφενεία, στο σχολείο, όλοι έλεγαν για τον θησαυρό. Τον είχαν κρύψει οι κομμουνιστές. ΄Ηρθαν τώρα κρυφά και τον ξέχωσαν.

samedi 21 mars 2015

Θάνος Φωσκαρίνης. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ

μπορεί τελικά η ποίηση ν΄αρχίζει
εκεί που άλλος κανείς δεν είναι
κανείς δε σου μιλά
ούτε ακούς έναν μονάχα
που να ψαρεύει τις δικές σου λέξεις
κι όμως έτσι μετέωρος
ανεβαίνεις

Από τη συλλογή ΧΟΥΣ, εκδόσεις Οδός Πανός

Γιάννης Θράπας. Το "γίγνεσθαι" της ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Δρόμος που φυλάει τα όνειρα
στα σοκάκια του μυαλού
το σκοτάδι ακροβατεί
πίσω απ΄τα θολά τζάμια του bar
φωνή γυναικός μοιράζει απόγνωση

Υγροί εφιάλτες τα βήματα
στο γύρισμα ενός κλειδιού πίσω από την πόρτα

Χαίρονται τα σύννεφα τη βροχή
όπως την καταιγίδα οι κορφές.

Μονοπάτι αδιάβατο
των δένδρων η αγρύπνια
της καρδιάς το τραγούδι
που ανήσυχα λησμονιέται.

Η γύμνια του κορμιού κυριεύει τα στήθια,
δραπετεύει απ΄τα κελιά της χαράς
σαν μυστικό που ζει αιώνια
ξεχνά ο έρωτας την θλίψη
που δούλοι σεργιανίζουν
Βασιλιάδες υποκλίνονται
σε πρωινά ανθισμένα.

vendredi 27 février 2015

Ο καθηγητής Καραθεοδώρου για "Τα Πινάκια της Επιδαύρου"

                                                                                           ΣΤΥΛΙΔΑ 28-12-2014



ΚΩΣΤΑ,
Σ΄ ευχαριστώ πολύ για το πρωτότυπο, τολμηρό και ανατρεπτικό βιβλίο σου. Ονειρικά ενσταντανέ επιθυμιών (désir) και ευχαριστήσεων ηδονών (plaisir) - χαμένα στου μυακού και της ψυχής τ΄αυλάκια - γυρεύουν να λάβουν δικαίωση...
Άμποτε το επαρκές αναγνωστικό κοινό ν΄ανακαλύψει στα επιδαύρια πινάκιά σου τους δαιδαλώδεις και σκοτεινούς ονειρικούς συνειρμούς, τις ανικανοποίητες ορμές, τύψεις και ενοχές, πάθη και λάθη. πόθους, φόβους και διαψεύσεις, να επανεκτιμήσει τον εαυτό του και να πει ό, τι θα΄λεγε και ο αγιάζων το βιβλίο αγαπημένος σου πατέρας, μπαρμπα - Θανάσης :
"Τι συγκιριάζ΄, πιδί μ΄, ου ύπνους!" ° και να επαληθευθεί έτσι κι ο Foucault που επέμενε : "Πές μου τη μορφή των ονείρων σου, των επιθυμιών σου και των ηδονών σου να σου πω ποιός είσαι..."
Σε χαιρετώ εγκαρδίως
Δ. Καραθεοδώρου

Υ. Γ. Καλή χρονιά με ασιόδοξη διάθεση η οικογένεια° κι ηλιόβολες ημέρες με συγγραφική διάρκεια, αναγνώριση κι επιτυχία. Θεός Ασκληπιός βοηθός σου και σκεπός... Καλοτάξιδος! Παρά δήμον αναγνωστών.

lundi 9 février 2015

ΦΕΣΤΙΒΑΛ


΄Ενα ζευγάρι νεαρών κινηματογραφιστών φθάνει στην υπηρεσία όπου εργαζόμουν στην παλιά αγορά στο Παρίσι. Σαν να εργάζομαι ακόμη εκεί, η προϊσταμένη είναι μαζί μου, υποδεχόμαστε το ζεύγος. Είναι κατάκοποι, μεταφέρουν στρατιωτικούς σάκκους, είναι οι αποσκευές τους. ΄Εφθασαν το μεσημέρι αεροπορικώς. Πρόκειται να συμμετάσχουν στο άτυπο φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου που οργανώνει ο συλλογός μας σε συνεργασία με το Δήμο Παρισίων.
Οι δύο νέοι, είναι τόσο πολύ κουρασμένοι, ξαπλώνουν και κοιμούνται στους καναπέδες στην υποδοχή του ιδρύματος. Μου θυμίζουν την άφιξη μου πριν από τριάντα συναπτά έτη. Λέω στην προϊσταμένη να τους αφήσουμε ν΄αναπαυθούν, θα πάω μόνος μου να ετοιμάσω την αίθουσα προβολής. ΄Εχουν φέρει μαζί τους μιά αφίσσα από την ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα».
Βγαίνω στο δρόμο και κατευθυνόμενος προς τον κινηματογράφο διασχίζω την πλατεία κρατώντας την αφίσσα.
«Αφού εσένα σου αρέσει η «Αναπαράσταση» γιατί θέλεις να μιλήσεις για τα Κύθηρα», μου λέει ένας φαλακρός κύριος που βαδίζει δίπλα μου.
«Πως έφθασες εδώ;» τον ρωτώ.
«Δεν γινόταν να μην έρθω, πήρα ειδική άδεια σαρανταοκτάωρη.»
«Τα «Κύθηρα» έχουν ειδική αξία, επειδή μιλάς για συμφιλίωση, τώρα μας χρειάζεται όσο ποτέ, είναι επείγον.»
«Θέλω να έρθω στην εκδήλωση, να πω ένα τελευταίο αντίο στους θαυμαστές μου, δεν πρόλαβα», λέει ο σκηνοθέτης καθώς μπαίνουμε στην αίθουσα προβολής.
«Αυτό δεν γίνεται, όλοι θα δουν πως είσαι ίσκιος χωρίς σκιά, θα εξαγριωθούν, θα μας λυντσάρουν, εσένα δεν σε νοιάζει αλλά εγώ τι φταίω, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου. Γύρνα στην Περσεφόνη και μην πεις σε κανέναν πως σε άφησα να μπεις εδώ, δεν θέλω άλλα δικαστήρια.»
«Κάτσε να σου πω νέα από τους γονείς σου, σου στέλνουν συμβουλές και οδηγίες.»
«Πες τους χαιρετίσματα, ο καθένας στον τόπο του.»
«Δώσε μου τσιγάρο, έχεις ακόμη άφιλτρα;»
«Τώρα μόνο στριφτό», λέω και του δίνω την καπνοσακκούλα.
«Γουστάρω», λέει και στρίβει τσιγάρο με μαεστρία.
«Κράτα την όλη για το ταξίδι της επιστροφής.»
«΄Εχετε γειά», μου απαντάει και ανάβει την τσιγαριά.


samedi 17 janvier 2015

Ο στρατιώτης απ΄τη Θεσσαλονίκη


Τήν πρώτη φορά που άκουσα τό όνομά του βρισκώμαστε στό χώρο εκπαιδεύσεως. ΄Ηταν μετά τήν πρωινή αναφορά, όταν συγκεντρώθηκε όλος ο λόχος στό μεγάλο τόλ καί ο λοχαγός μάς μιλούσε γιά τήν ευχαρίστηση που τού προκάλεσε η συμπεριφορά μας σε σχέση με τίς άδειες. Μάς είχε αφήσει ν΄αποφασίσουμε μόνοι μας πότε θά πάρουμε άδεια καί πράγματι είχαμε καταφέρει να τα βρούμε μεταξύ μας χωρίς καυγάδες. Ο λοχαγός έλεγε πως είμαστε πολύ καλή σειρά καί να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε αυτό το όνομα γιατί παίζει σημαντικό ρόλο. 
Ασφαλώς, κατέληξε, είμαστε η καλύτερη σειρά που έχει εκπαιδεύσει μέχρι τώρα καί αυτό θα πεί πειθαρχημένο στρατιωτικό τμήμα με ένα σώμα καί μία ψυχή.
΄Υστερα άλλαξε θέμα, μίλησε γιά το αντικείμενο τής εκπαίδευσης, λόγια που τα έλεγε κάθε μέρα. ΄Επρεπε φεύγοντας όλοι από το ΚΕΒΟΠ, (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων Πεζικού), γιά τις μονάδες μας, να έχουμε πάρει δίπλωμα αντιαρματιστή.
Τότε ήρθε ένας στρατιώτης, σειρά μας, απ΄αυτούς που λουφάριζαν στά γραφεία. Κρατούσε στά χέρια του ένα χαρτί από τηλέτυπο. Είπε στό λοχαγό ότι ήρθε σήμα στή στρατολογία, δύο στρατιώτες ν΄αλλάξουν ειδικότητα, ν΄αρχίσουν να εκπαιδεύονται στή διμοιρία των τηλεκατευθυνομένων. Διάβασε τα ονόματα. ΄Ηταν το δικό του καί το δικό μου.
Μόλις άκουσα τ΄ονομά μου ταράχτηκα καί μούδιασα ολόκληρος. Δέν ήθελα ν΄ακολουθήσω αυτή τήν ειδικότητα, είχα ακούσει τούς παλιούς στρατιώτες να λένε πως γιά να πάρεις μετάθεση χρειαζόταν χοντρό μέσον, διαφορετικά θα υπηρετούσες όλη σου τη θητεία στά σύνορα καί με χαρά είχα αποφύγει τήν επιλογή, πρίν από λίγες μέρες, όταν μάς είχαν συγκεντρώσει γιά να διαλέξουν άτομα που θα τούς έδιναν αυτή τήν ειδικότητα.
Τόν συνάδελφο που έπαιρνε καθυστερημένα τήν ίδια ειδικότητα δέν τόν είχα δεί μέχρι τότε καί δέν ήξερα ποιός ήταν. Στό μεταξύ οι άλλοι στρατιώτες άρχισαν να ψυθιρίζουν : «Καί γαμώ τα γλειψίματα, χοντρό μέσον, τσάτσοι, λούφα καί παραλαγή...»
Αυτά τα σχόλια πολύ με στενοχωρούσαν, μάταια προσπαθούσα να εξηγήσω στούς κολλητούς μου πως δέν είχα μέσον, όλοι με κοίταγαν με δυσπιστία.
Η μόνη ελπίδα ήταν η στάση τού λοχαγού, απάντησε με δυσφορία στόν στρατιώτη τής στρατολογίας. Είπε πως η εκπαίδευση κόντευε να τελειώσει καί πώς θα μάθουν τώρα αυτοί χωρίς να κάνουν πρακτική εξάσκηση;
Ο γραφέας δέν έλεγε τίποτα, κρατούσε το σήμα κόντρα στά μάτια τού λοχαγού. Ο λοχαγός έβαλε τέρμα στή συζήτηση λέγοντας με δυσαρέσκια : «Καλά θα τούς αλλάξουμε.»
Στή συνέχεια της ημέρας ήμουν συνέχεια αφηρημένος, δεν έβρισκα τίποτα το θετικό γιά να κάνω αισιόδοξες σκέψεις.
Το απόγευμα ήμουν υπηρεσία, θαλαμοφύλακας, δεν είχα έξοδο. Μετά το βραδυνό φαγητό με πλησίασε ένας στρατιώτης με μέτριο ύψος, αδύνατος καί λίγο καμπούρης. Με χαμηλή και φοβισμένη φωνή είπε :  «Πότε λές να μάς πούν να κατεβούμε κάτω στήν άλλη διμοιρία;» 
Δήλωσε πως σε καμμιά περίπτωση δέν ήθελε ν΄αλλάξει ειδικότητα, δέν είχε μέσον, φοβόταν τη δύσκολη εκπαίδευση. Οι παλιοί στρατιώτες, γιά να κάνουν πλάκα, έλεγαν πως επρόκειτο να μάς στείλουν στίς ειδικές δυνάμεις καταδρομών καί μετά στούς αλεξιπτωτιστές.
Προσπάθησα να τόν ησυχάσω, τού είπα πως θα είμαστε μαζί μέχρι το τέλος τής εκπαιδεύσεως.
Από εκείνο το βράδυ γίναμε κολλητοί.
Την επομένη δεν μας είπαν τίποτα, εξακολουθούσαμε να μένουμε στην ίδια διμοιρία. Πέρασαν δύο βδομάδες. Ελπίζαμε πως δεν επρόκειτο να μας αλλάξουν, αφού ο λοχαγός δεν ήθελε, ίσως το ίδιο κα το τάγμα, αλλά ένα πρωί, αμέσως μετά την αναφορά, ο λοχαγός μας είπε : 
«Από σήμερα πρέπει να εκπαιδεύεστε στη διμοιρία των τηλεκατευθυνομένων.» 
Κάλεσε τόν υπεύθυνο ανθυπολοχαγό, του υπέδειξε σε ποιά σημεία έπρεπε να προσέξει περισσότερο.
Ο ανθυπολοχαγός ήταν έφεδρος, μέτραγε μέρες ν΄απολυθεί, ανέθεσε σε έναν στρατιώτη, σειρά μας, να μάς μάθει τα όπλα. Ο στρατιώτης μάς έλεγε κυρίως τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα αριθμητικά δεδομένα, ένα σωρό ηλεκτρονικές ορολογίες, τίς διάβαζε από ένα μπλόκ σημειώσεων. Ο σχετικός κανονισμός απουσίαζε κι έτσι δέν μάθαμε τίποτα γιά τη χρήση τών όπλων στή μάχη.
Ο φίλος μου ανησυχούσε, δέν μπορούσε να αφομοιώσει με τόσον γρήγορο ρυθμό τον όγκο τών γνώσεων και ήδη πλησίαζε η μέρα που θα πηγαίναμε για εκπαίδευση στό λόχο υποψηφίων βαθμοφόρων στο ίδιο στρατόπεδο.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του οικοδόμος, η μάνα του οικιακά. Είχε μιά αδερφή δυό χρόνια μικρότερη. Στο σπίτι κουμάντο έκανε η μητέρα, τι θα φορέσουν τα παιδιά, τι θα φάνε, πότε θα παίξουν, πως θα διαβάσουν.  Στο Δημοτικό και στο Λύκειο ήταν καλός μαθητής, δεν έπαιζε πολύ, δεν έκανε εύκολα φίλους, με τα κορίτσια δεν τα πήγαινε καλά και ήταν κλεισμένος στον εαυτό του.
Στις εισαγωγικές για το πανεπιστήμιο απέτυχε τρεις φορές. 
΄Αρχισε τότε η γκρίνια της μάνας του : «Είσαι άχρηστος καί τι θα κάνεις τώρα; Πώς θα ζήσεις;»
΄Ενα μικρό διάστημα πήγε με τόν πατέρα του στις οικοδομές. ΄Ηταν άμαθος από χειρωνακτικές εργασίες, δεν τα ΄βγαλε πέρα, εγκατέλειψε από τίς πρώτες μέρες.
Η αδερφή του πήγαινε σε εκδρομές, γλεντούσε σε κέντρα και σε ντισκοτέκ, ήταν ανοιχτός χαρακτήρας και τόν χλεύαζε για τήν εσωστρέφειά του.
Μετά παρουσιάστηκε στο στρατό. ΄Αλλο περιβάλλον, άλλες συνθήκες ζωής, άλλες υποχρεώσεις.
Τους δυό πρώτους μήνες ήταν κοντά στο σπίτι του. ΄Υστερα τόν έστειλαν στήν Αθήνα για εκπαίδευση στα βαρέα όπλα.
Στις εξόδους γύριζε στους μεγάλους δρόμους και στις πλατείες. Αν τύχαινε να συμπέσει η εξοδός του με γνωστούς δεν έκαναν παρέα γιατί οι άλλοι είχαν συγγενείς, γκόμενες, έπαιρναν διανυκτερεύσεις. ΄Εμενε μόνος του στά πάρκα ή στους κινηματογράφους που έπαιζαν τσόντα.
Στις ανησυχίες του προστέθηκε το άγχος για το λόχο υποψηφίων βαθμοφόρων όπου επρόκειτο να μετακομίσουμε σε λίγες μέρες.
Οι εκπαιδευτές του ΛΥΒ, (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων), μας φοβέριζαν πως μόλις πάμε σε αυτούς θα μας ρέψουν στο καψόνι γιατί έχουμε ξεψαρώσει πολύ, ιδίως εμείς απο το λόχο των  Α/Τ. (Αντιαρματικών)

Μιά μέρα πρίν μετακομίσουμε ήμουν σκοπός σε υπερυψωμένη σκοπιά στήν αυλή του λόχου υποψηφίων. 
Πρώτοι μετακόμισαν οι πολυβολητές. ΄Εβλεπα τα καψονόμουτρα ν΄αλλαλάζουν από χαρά βλέποντας τους νέους να έρχονται με τα πράγματα στην πλάτη. Πρώτα τους έβαλαν ν΄ αποθέσουν σε σειρές κι αμέσως άρχισαν τις μεταβολές, το ένα-δύο-κάτω, τα κουνελάκια, το οκλαδόν.
«Αναφέρσου ρε κωλόψαρο και μην το παίζεις τρελίτσα, αυτά που ξέρατε ξεχάστε τα. ΄Ενα-δύο-τρία-νεκρόν : Εί-μασ-τε σκλη-ροί καί πει-θαρ-χι-κοί γιατί θα γί-νου-με έ-φεδ-ροι υπα-ξιω-μα-τι-κοί. ΚΕΒΟΠ-ΚΕΒΟΠ, υπαξιωματικοί.» 
Καί συνέχεια σημειωτόν, επιτόπου, ασταμάτητα.
΄Οταν τελείωσε η ώρα τής σκοπιάς μου δεν ήρθε κανένας για την αλλαγή. Μετά από μένα ήταν ο φίλος μου. ΄Ηταν πάντοτε συνεπής στις αλλαγές. Ειδοποίησα να τον βρούν. Η ώρα πέρναγε και δεν φαινόταν πουθενά. Χτύπησα το δικό του νούμερο και όταν πήγα στο λόχο, τον αναζήτησα στους θαλάμους, στο ΚΨΜ, (Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδος), στα εστιατόρια, αλλά δεν τον βρήκα.
Οι συνάδελφοι μου είπαν πως τον είδαν το πρωί όταν του έλεγε ο επιλοχίας να βγεί στήν αναφορά του λόχου να αναφέρει πως καθόταν αδικαιολόγητα μέσα στό θάλαμο.
΄Υστερα δεν τον είδε κανείς και κανείς δεν ήξερε που βρισκόταν γιατί ούτε στήν αναφορά παρουσιάστηκε, ούτε στις αγγαρείες ήταν παρών, ούτε στο μεσημεριανό φαγητό και στην επιθεώρηση φρουράς βγήκε άλφα-άλφα. (αδικαιολογήτως απών).
Τα πραγματά του ήταν όλα στο θάλαμο και η στολή εξόδου. ΄Ετσι εγκατέλειψαν ορισμένοι τη γνώμη πως την κοπάνησε γιατί με τις φόρμες ασκήσεων ήταν δύσκολο να κυκλοφορεί στην πόλη, πολιτικά ρούχα δεν είχε, δεν τα είχαν επιτρέψει ακόμη στό ΚΕΒΟΠ με το πρόσχημα πως δεν υπήρχαν ιματιοθήκες.
Παρουσιάστηκα στο γραφείο του επιλοχία, δήλωσα τήν ανησυχία μου για την απουσία του κολλητού μου. Μίλησα για την εσωστρέφειά του και την μελαγχολική του διάθεση. Δεν πήραν τα λόγια μου στα σοβαρά.
Την επομένη μετακομίσαμε στο λόχο υποψηφίων. Μας παρέλαβαν νέοι εκπαιδευτές και την πρώτη εβδομάδα μας έρεψαν στο καψόνι, στις ασκήσεις ακριβείας, στη σωματική αγωγή.
Το φαγητό ήταν άθλιο όπως στο λόχο αντιαρματικών, μόνο που εδώ, ως υποψήφιοι, τρώγαμε πλέον σε δίσκους, αφήσαμε τη καραβάνα. Οι δίσκοι όμως ήθελαν πλύσιμο, έτσι διπλασιάστηκε η αγγαρεία. Τα όργανα υπηρεσίας τσιμπούσαν άτομα τήν ώρα που τρώγαμε αμέριμνοι. Γι΄αυτό δέν πήγαινα γιά φαγητό στα εστιατόρια, αμέσως μετά την αναφορά πήγαινα τροχάδην, με τούς κολλητούς μου, στο ΚΨΜ όπου τρώγαμε σάντουϊτς και γλυκά, πίνωντας γάλα ή αναψυκτικά.
Γιά τάν φίλο μου από τη Θεσσαλονίκη έμαθα πως τον είχαν ανακηρύξει λιποτάκτη, ήλπιζα να μάθω σύντομα νέα του.
Μιά νυχτερινή περίπολος από το τάγμα μηχανοδηγήσεως ανέφερε πως είδε τη νύχτα μιά σκιά να ψάχνει στά σκουπίδια πίσω από τα μαγειρεία.
΄Αλλοι στρατιώτες έλεγαν πως είδαν  κάποιον που τού έμοιαζε, με φόρμες αγγαρείας, να τρέχει στίς υπόγειες διαβάσεις στην πλατεία Ομόνοια.
Από τη Στρατονομία ήρθε σήμα πως δεν τον βρήκαν πουθενά, στο σπίτι του δεν πήγε...

΄Οταν ήρθε ο πατέρας του στο στρατόπεδο, ήρθε ο παλιός μας ομαδάρχης, μας πήρε να μας παρουσιάσει στον υποδιοικητή. Καθ΄οδόν μας είπε τι είχε πεί ο ίδιος, να πούμε τα ίδια, να μήν του ρίξει φυλακή, είναι κρίμα τώρα που απολύεται.
Στο γραφείο ήταν ο υποδιοικητής με τούς βοηθούς του κι έναν πολίτη, ήταν ο πατέρας του κολλητού μου.
Ο υποδιοικητής έδωσε εντολή στούς βοηθούς του να φύγουν και ρώτησε εμένα πρώτα να του πω τι ξέρω σχετικά με την περίπτωση.
Αναφέρθηκα κανονικά : «Υποψήφιος υπαξιωματικός, χειριστής τηλεκατευθυνομένων αντιαρματικών βλημάτων, διατάξτε!!!!»
«΄Αστα αυτά τώρα, λέει ο υποδιοικητής, έλα κατ΄ευθείαν στο ψητό, πές μας υπήρχε κάποια γυναίκα στη μέση, σίγουρα ήταν καψούρης ο φίλος σου γι΄αυτό την κοπάνησε;»
Απάντησα πως τόν γνώριζα καλά, είμαι βέβαιος ότι δεν είχε σχέση με γυναίκα, στενοχωριόταν πολύ με την αλλαγή ειδικότητας, δεν μπορούσε να μάθει τον όγκο των γνώσεων που απαιτούσε η εκπαίδευση, ανησυχούσε μήπως τιμωρηθεί, υπέφερε από τα καψόνια, τήν αθλιότητα του φαγητού και την τρομοκρατία του επιλοχία.
Τα ίδια είπαν οι άλλοι στρατιώτες.
Ο πατέρας του είχε το ύφος του ντροπιασμένου γονιού, στριφογύριζε στην καρέκλα με νευρικές κινήσεις.

Τρείς εβδομάδες μετά τήν εξαφάνιση του τον βρήκε τυχαία ένας καταδρομέας που εκπαιδευόταν στα ΤΟΜΠ, (Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού). 
Είκοσι μέρες ήταν κρυμμένος μέσα σε μιά τεχνητή σπηλιά πίσω από το διοικητήριο, χρησίμευε παλιότερα γιά κατοικία ελαφιών. ΄Ηταν σκελετωμένος, αξύριστος, βρώμικος, γεμάτος χώματα. Στά μάτια του έντονο το συναίσθημα του τρόμου. Τον πήγαν αμέσως στο στρατιωτικό νοσοκομείο.
Για μιά βδομάδα ήταν το επίκεντρο των συζητήσεων σε όλους τους λόχους, μετά όλοι τον ξέχασαν.
Η εκπαίδευση στο λόχο υποψηφίων συνεχιζόταν με θεωρητικά μαθήματα το πρωί, με ασκήσεις ακριβείας το μεσημέρι, με καψόνια πριν από το φαγητό και με σωματική αγωγή το απόγευμα.
Σε όλο το στρατόπεδο ακούγονταν οι άγριες φωνές των εκπαιδευτών που έδιναν παραγγέλματα και οι φωνές των οπλιτών που τραγουδούσαν εμβατήρια :

Τι τιμή, τι τιμή,
Για τον πολυβολητή
Να πεθάνει, να πεθάνει 
Με το χέρι στη σκανδάλη.
Πεζικό!

Μαρία, Μαρία τα μπούτια σου.

ΛΥΒ-ΛΥΒ αετοί.

Τίς ημέρες που ακολούθησαν έγιναν δύο αυτολυτικές απόπειρες με βρόγχο στό λόχο τών όλμων καί μία με ασπιρίνες στό τάγμα μηχανοδηγήσεως. Του πρόλαβαν στο πάρα-πέντε.
Μετά από αυτά τα επεισόδια στο συσίτιο μας έβαλαν μπιφτέκια με φρέσκο κιμά, αναψυκτικά, γλυκά και μπύρες. Τα καψόνια σταμάτησαν, οι ασκήσεις ακριβείας ελαττώθηκαν και μειώθηκε η ταλαιπωρία στην επιθεώρηση εξωδούχων.
Οργανώθηκαν εκδηλώσεις για ψυχαγωγία. Η πιο θεαματική ήταν ο αγώνας μπάσκετ μεταξύ του τάγματος βαρέων όπλων και του τάγματος μηχανοδηγήσεως.
Είχα καθήσει στίς τελευταίες κερκίδες του γηπέδου, στο υψηλότερο σημείο. ΄Εβλεπα το πλήθος των στρατιωτών, την εξέδρα των επισήμων, τους αθλητές. Δίπλα ήταν το διοικητήριο και πίσω του το τεχνητό σπήλαιο όπου είχε καταφύγει ο φίλος μου.
Ο αγώνας του μπάσκετ είχε αρχίσει. Οι ιαχές καί τα ποδοβολητά του φαιοπράσινου πλήθους δυνάμωναν συνέχεια : Το τζιπάκι θέλει, λάστιχα πιρέλι. 
Ντάκα-ντούκου, ντάκα-ντούκου, ντάκα-ντούκου.
Την επόμενη εβδομάδα φύγαμε να επανδρώσουμε μονάδες εκστρατείας σε παραμεθόρειες περιοχές. Φίλοι και κολλητοί χωρίσαμε.
Γιά τόν κολλητό μου από τη Θεσσαλονίκη δέν άκουσα από τότε τίποτα καί δέν τόν ξαναείδα ποτέ.