vendredi 3 février 2017

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή. Τον σκότωσε ένας νεαρός αγρότης με αφορμή μιά παλιά ιστορία μοιχείας. Πήρε το δίκανο του παπού του. ΄Ηταν ένα ωραίο όπλο βέλγικης κατασκευής. 
Ο παπούς του το απόκτησε στην κατοχή. ΄Εδωσε δύο κότες και δώδεκα αυγά σε έναν Αθηναίο μαυραγορίτη.
΄Εφθασε τρέχοντας στην πλατεία, μπροστά στο σπίτι του συνταγματάρχη. ΄Εριξε μια πέτρα στα κεραμίδια. Ο συνταγματάρχης κατά τη συνηθειά του, μετά το γεύμα, κοιμόταν για τη μεσημβρινή ανάπαυση, στο ντιβάνι του σαλονιού. ΄Εβλεπε ένα όνειρο με τον αδερφό του, έφεδρος Ανθυπολοχαγός, είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο : 

΄Εφηβοι έτρεχαν στην ακρογιαλιά, στον Αϊ-Γιάννη Στυλίδος. Ο αδερφός του πήγαινε μπροστά, βάδιζε πάνω στα κύματα, τον καλούσε να τον ακολουθήσει, αλλά ο συνταγματάρχης φοβόταν.

Ξύπνησε από τον κρότο της πέτρας στη σκεπή. Ενόμισε πως ήταν οι μαθητές του Γυμνασίου, κυνηγούσαν κοτσύφια με σφεντόνες.
«Τα καθάρματα, μας λιθοβολούν!» σκέφτηκε οργισμένος ο συνταγματάρχης. 
Καθώς φόραγε το σακκάκι του είδε την ώρα στο ξυπνητήρι. ΄Ηταν δεκατρείς και πενήντα. Το λεωφορείο δεν είχε έρθει, άρα δεν ήταν τα γυμνασιόπαιδα. Φόρεσε τα παπούτσια του, πήγε στο λουτρό όπου έπλυνε τα χέρια του και  το πρόσωπο. Κοίταξε για μια στιγμή τη φάτσα του στον καθρέφτη. Το πρόσωπο διαβρωμένο από την απογοήτευση και τις δυσκολίες της ζωής. Σκουπίστηκε γρήγορα και βγήκε στο ξύλινο μπαλκόνι. Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα ακούμπησε το πιστόλι Μπερέττα στη δεξιά τσέπη του σακκακιού του. 
΄Ηταν οι αλκυονίδες ημέρες, μια μέρα ηλιόλουστη. Διέσχισε την αυλή, βγήκε από την αυλόπορτα στην έρημη πλατεία, βάδιζε ανύποπτος προς το καφενείο του Πολύμερου.
Ο φονιάς πετάχτηκε από τη γωνία, ήταν κρυμμένος δίπλα στο γκαράζ, πυροβόλησε δυό φορές, εκ του συστάδην, στο πρόσωπο. Μετά έφυγε τρεχάτος. 
Ο συνταγματάρχης αιμόφυρτος έπεσε δίπλα στο μαντρότοιχο, κάτω από την αιωνόβια, ανθισμένη, αμυγδαλιά του κήπου του.
Ο άνανδρος φόνος του συνταγματάρχη.

lundi 2 janvier 2017

ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Απέναντι από το Λύκειο Στυλίδος, στον ακάλυπτο χώρο, νοτιοδυτικά, γίνεται το πανηγύρι. Οι πωλητές έχουν απλώσει τα εμπορεύματα σε μικρά τραπέζια. Κυκλοφορώ ανάμεσα στο πλήθος με μιά φωτογραφική μηχανή. Σκέφτομαι να τραβήξω φωτογραφίες τους αγρότες, είμαι γοητευμένος από τα ηλιοψημένα πρόσωπα. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι μπροστά στη Λίζα, πουλάει ανταλακτικά για φωτογραφικές μηχανές, θέλει να με πείσει να αγοράσω ένα παρασόλ για τη δική μου, σε πολύ χαμηλή τιμή, με την έκπτωση, μπορώ να το αγοράσω στην τιμή των δέκα γαλλικών φράγκων. Αυτό το παρασόλ μοιάζει με χωνί, όταν το βάζω στη μηχανή βλέπω πολύ μακριά. Με τριγυρίζουν τα κορίτσια της γειτονιάς, η ατμόσφαιρα είναι ερωτικά ηλεκτρισμένη όταν το τοπίο μεταμορφώνεται σε πίστα αεροδρομίου, αναγκάζομαι να αποτραβηχθώ τροχάδην, ένα αεροπλάνο Hercule C 130 κατεβαίνει να προσγειωθεί. Ο ουρανός είναι γαλανός χωρίς κανένα σύννεφο. Ξαφνικά πολύχρωμα αερόστατα υψώνονται με θόρυβο, προς στιγμήν φοβάμαι, αλλά αμέσως τα αερόστατα ανοίγουν σαν τεράστιες ομπρέλλες, μοιάζουν με αλεξίπτωτα κάτω από τον κρότο των πυροτεχνημάτων, ενώ ακούγεται η δημοτική ορχήστρα, παίζει υπό την διεύθυνση ενός διάσημου μαέστρου, έχει έρθει από τη Γερμανία ειδικά για τη γιορτή. Δεν βλέπω τους μουσικούς. Ψάχνωντας στην πόλη φθάνω στην κεντρική πλατεία. 
Η ορχήστρα παίζει ακόμη, τώρα ακούγεται καθαρά, είναι τα Βασιλικά πυροτεχνήματα του ύδατος. Πλησιάζω στο λιμάνι. Η ορχήστρα είναι στην αποβάθρα. Ο μαέστρος με ρεδιγκότα, οι μουσικοί με σμόκιν. 
Τότε θυμάμαι τη Λίζα, είναι μόνη της στο πανηγύρι, πρέπει να επιστρέψω πριν νυχτώσει, αλλά θέλω να πάω πιο κοντά στην ορχήστρα, θυμάμαι τον βιολιτζή, έπαιζε του Αγίου Δημητρίου στο μαγαζί του Τσιάπα και αυτοί που χόρευαν έκαναν επίτηδες ακόμη και ακόμη, τον κέρναγαν μπύρα, αυτός συνέχιζε ζωηρά χωρίς διακοπή, όπως ήταν ντροπαλός δεν τολμούσε να σταματήσει, οι άλλοι χόρευαν, είχε ακούσει για τον Τσιάπα, πόσους αντάρτες είχε ψήσει στη σούβλα ζωντανούς, δεν τολμούσε να σταματήσει, οι χορευτές του πετούσαν κατοστάρικα, από ώρα ήθελε να ουρήσει και όλο σφιγγόταν, ώσπου δεν άντεξε, τα αμόλησε επί τόπου, τα ούρα σχημάτισαν λίμνη κάτω από την καρέκλα, συνέχισε να παίζει, οι χορευτές γελούσαν, ο Τσιάπας με ένα νεύμα του επέτρεψε να διακόψει το παίξιμο, ο βιολιτζής έτρεξε κατακόκκινος, ούρησε στον κορμό της μουριάς. Οταν γύρισε οι χορευτές είχαν φύγει.
Είμαι σίγουρος, παίζει στη δημοτική ορχήστρα, θέλω να δω πως του πάει το σμόκιν.

Δυτικά, εμφανίζεται το πλήθος των χορευτών, γεμίζει την πλατεία. Είναι ντυμένοι με παραδοσιακές στολές, κρατούν πολύχρωμες ομπρέλλες. Η ορχήστρα παίζει μουσική τζάζ. Είμαι μπροστά στο εστιατόριο του Ζαχαρία Λογοθετίδη, διαβάζω στη βιτρίνα, «πατσάς καθ΄εκάστην», τότε βλέπω τη φάτσα μου στο τζάμι, είμαι ντυμένος με κουστούμι κλόουν, μακιγιαρισμένος. Τρέχω προς την ομάδα των κλόουν, με παρασύρουν προς το λιμάνι. Ο Επίσκοπος  ετοιμάζεται να ρίξει το σταυρό επί των υδάτων : Εν Ιορδάνη βαπτιζουμένου Σου Κύριε... 
Οι κολυμβητές κάνουν προκαταρκτικές ασκήσεις, μετά βουτούν χωρίς δισταγμό. Το πλήθος υποχωρεί προς τη λεωφόρο Φαλάρων. Είμαι με τους φίλους  μου μπροστά στο καφενείο «Βυζάντιον». Η Λίζα ντυμένη με το μπεζ παλτό της, βαδίζει προς τη φορά του πλήθους, ατάραχη, αγκαζέ με την αδερφή της.




vendredi 30 décembre 2016

ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ

Τα σχολεία είχαν σταματήσει τα μαθήματα για τις γιορτές του τέλους της χρονιάς. Οι μαθητές ξέφυγαν από την ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Οι μικρότεροι με τις σφεντόνες στα χέρια κυνηγούσαν πουλιά. Οι μεγαλύτεροι, όσοι πήγαιναν στο Γυμνάσιο, διάβαζαν εξωσχολικά βιβλία ή έπαιζαν μπάλα στην πλατεία.

Ο Γρηγόρης ξύπνησε από χαρούμενες παιδικές φωνές που τραγουδούσαν : 
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...
Χτυπούσαν κιόλας την πόρτα του σπιτιού.
«Να τα πούμι θείτσα;»
«Πέστι τα.»
«Δυνατά ρε, αλλοιώς δεν σας δίνου ούτι φράγκου», είπε ο αδερφός του Γρηγόρη. Σαμάρωνε τα μουλάρια, θα πήγαινε να φέρει ξύλα.
Τα παιδιά τραγουδούσαν δυνατά : 
...χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παληκάρι, 
το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα του την έλεγε και το, και το χαρτί ομίλει...
΄Ανοιγαν τα στοματάκια τους όσο μπορούσαν, σε λίγο λαχάνιασαν, σταμάτησαν να πάρουν ανάσα.
«Εντάξει φθάνει, και του χρόνου νάσαστι καλά να τα ξαναπείτι.»

Ο Γρηγόρης άνοιξε το ραδιόφωνο, αυτές τις μέρες το τρίτο πρόγραμμα έβαζε μουσική μπαρόκ. Από τη βιβλιοθήκη πήρε το μπλοκ ζωγραφικής. Το άνοιξε σε μια αρχινισμένη σελίδα. Το ραδιόφωνο έπαιζε τη σονάτα νούμερο ένα για βιολί του Μπαχ όταν ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα. ΄Ηταν ο Γιάννης και ο Γιώργος, τα παλιά τους γειτονόπουλα. ΄Ετριβαν και χουχούλιζαν τα χέρια τους, έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν τι ζωγράφιζε ο Γρηγόρης. Το βρήκαν εύκολα.
« Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος! φώναξε ο Γιώργος θριαμβευτικά.»
Συζητούσαν για πολλά θέματα. Ο Γιάννης δεν είχε όρεξη, σαν να ήταν άρρωστος. 
Ο Γιώργος έδινε κι έπαιρνε στη συζήτηση. Σε μιά φάση έφερε το θέμα στο που κοιμούνται οι γονείς του Γρηγόρη, χαμογελούσε πονηρά, έλεγε πως κάνουν δουλειές τη νύχτα.
Ο Γρηγόρης θυμήθηκε πως ο Γιάννης και ιδιαίτερα ο Γιώργος δεν άφηναν με κανέναν τρόπο τους γονείς του να κοιμηθούν μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουν μετά από πολλαπλά επεισόδια με βρισιές και ξυλοδαρμούς. Η μάνα με τα παιδιά μετακόμισαν σε άλλο σπίτι στον κεντρικό μαχαλά. Ο πατέρας με τη μάνα του, γριά εβδομηκοντούτις, έμειναν στο παλιό σπίτι, ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Στην αυλή ακούστηκε θόρυβος. Είχε έρθει ο αδερφός του Γρηγόρη με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα. ΄Εξω έκανε τσουχτερό κρύο. Φόρεσαν τα σακκάκια τους και βγήκαν. Ξεφόρτωναν τα μουλάρια. Ο Γιάννης είπε πως είχαν μαζέψει κλάρες. Περίμεναν τη γιαγιά τους να φέρει το γάϊδαρο να τις μεταφέρουν. Η μάννα τους έπρεπε να ψήσει ψωμί.

Το δειλινό ο Γρηγόρης διάβαζε μπροστά στο τζάκι όταν άκουσε ακατανόητες φωνές. Κατάλαβε πως γινόταν καυγάς. Βγήκε στο μπαλκόνι. ΄Εβλεπε το Γιώργο και το Γιάννη να μάχωνται εναντίον του πατέρα τους. Από αυτά που έλεγαν κατάλαβε τι είχε συμβεί : Τα παιδιά πήγαν να φορτώσουν τις κλάρες, τις είχαν μαζέψει με κόπο το πρωί, τις είχαν κάνει δεμάτια. Οι κλάρες ήταν τα αποφαΐδια από τα κλαριά που έτρωγαν τα πρόβατα. Ο πατέρας τους μόλις τους είδε όρμησε καταπάνω τους. Φώναζε άγρια, έβριζε. Η γιαγιά μπήκε στη μέση. Ο γιός της τη χτύπησε. Τότε ο Γιάννης αρπάζει τον πατέρα του από το λαιμό και τον γονατίζει κάτω. Ο Γιώργος παίρνει ένα ραβδί αγριελιάς, ρίχνει δυνατές ροπαλιές στην πλάτη του πατέρα του. Η γριά έκλαιγε κι έλεγε : «Τούπι κι ου Χριστός : Μάχιρα έδουσεις, μάχιρα θα λαβς! Καλά σι κάνουν.»
Το ξύλο που κρατούσε ο Γιώργος έσπασε, αυτός τράπηκε σε φυγή, ο Γιάννης τον ακολούθησε. Πήδησαν τον μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου και ταμπουρώθηκαν πίσω από την εξώπορτα. Ο πατέρας σηκώθηκε κι έριχνε πέτρες στα παιδιά του. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί. Τα παιδιά ήταν οχυρωμένα πίσω από τον μαντρότοιχο. Πέταγαν πέτρες στον πατέρα τους. Τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν με αυτοσχέδια παρατσούκλια. Τον απειλούσαν πως θα του κόψουν τ΄αρχίδια.
Συνέχισαν να ρίχνουν πέτρες κάνοντας μικρές εφόδους. Ο πατέρας ήταν σε πλεονεκτική θέση. Οπισθοχωρούσε λίγο να πάρει φόρα, έπειτα πέταγε μεγάλες πέτρες καταπάνω στα παιδιά του βλαστημώντας τα θεία και τους δαίμονες. 
Η μάχη κράτησε περίπου είκοσι λεπτά. Τα παιδιά οπισθοχώρησαν, έφυγαν με φωνές, έλεγαν ότι θα φέρουν την αστυνομία.

Σουρούπωσε για τα καλά, ο αέρας σταμάτησε να φυσάει, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι σπίθες από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι. ΄Εξω χιόνιζε. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές : 
­­­­«΄Οχι από ΄κει σ΄λέου απου ΄δω δεν ακούς;»
Και συνοδεία από βρισιές. Ακούγονταν και οι απελπισμένες φωνές της γριάς. Αυτή την ώρα έβαζαν τα πρόβατα στο μαντρί. Ο γιός συνέχισε το μονόλογο σαν να μην άκουγε καθόλου τις φωνές της μάνας του, τα πρόβατα την πήραν σβάρνα και την έριξαν κάτω.
«΄Οχι ρε δεν τσ΄ θέλου, άκου ΄κει να δώσου κλάρεις, ούτι τσάκνου δε δίνου.»




samedi 17 décembre 2016

Ο πραγματογνώμων

Μετά την πρωινή συνεδρίαση του ιατρικού συμβουλίου, ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές με προσκαλεί στο γραφείο του και σαν να βλέπω στο προσωπό του μια διάθεση κατηγορίας εναντίον μου, σαν να αφήνει να εννοηθεί πως έχω διαπράξει αδίκημα και ο ίδιος είναι εντεταλμένος από τις αρχές να διεξάγει ένορκη διοικητική εξέταση.
Έχει αφήσει την πόρτα του γραφείου ανοιχτή και καθώς μιλάει για τις δραστηριότητες ενός νοσοκόμου, ονόματι Γιάννης, η καθαρίστρια μπαινοβγαίνει, αδειάζει το καλάθι των αχρήστων, σφουγγαρίζει και μετά ξεσκονίζει το καλοριφέρ. Ο Λαζενές μου λέει καθαρά ότι θεωρεί τον νοσοκόμο μεγάλο μαλάκα εξαιτίας της συμπεριφοράς του: Είχε οδηγήσει ομάδα ασθενών για πολιτιστική δραστηριότητα στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλεως κι εκεί επιδόθηκε σε καμάκι με τουρίστριες και άφησε τους ασθενείς να περιμένουν άπραγοι όλο το απόγευμα στο καφενείο της πλατείας, πίνοντας μπύρες και φραπέ, ενώ αυτός συμμετείχε σε παρτούζα με τρεις ευτραφείς ξανθές Γερμανίδες. Επειδή κανείς δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τον λογαριασμό, είχαν παραγγείλει δώδεκα φιάλες καμπανίτου, ο ξενοδόχος αναγκάστηκε να καλέσει τις πρώτες βοήθειες. Τους βρήκαν σε κωματώδη κατάσταση και ο Γιάννης με το πέος σε απόλυτη στύση, ώστε είχε αρχίσει να μελανιάζει, σαν να έπασχε από πριαπισμό. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι είχε πάρει ικανή ποσότητα viagra.
Δεν καταλαβαίνω γιατί ο Λαζενές μού αφηγείται αυτά τα γεγονότα αφού δεν με αφορούν άμεσα. Λέω ότι ο εν λόγω νοσοκόμος, τον οποίον γνωρίζω καλά (εργαζόμαστε μαζί στην ίδια θεραπευτική ενότητα δέκα συναπτά έτη), έχει μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία, αλλά πιθανόν η συμπεριφορά του να ήταν το αποτέλεσμα αυτού που ο λαός λέει ότι «το μουνί τραβάει καράβι». Υποθέτω πως οι νεαρές Γερμανίδες θα τον βομβάρδισαν με φερομόνες έτσι όπως τον είδαν μελαχρινό, στιβαρό και μυώδη, με τον αγγιστροειδή του μύστακα.
Αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω στον Λαζενές τη δική μου επαγγελματική εμπειρία και εκθέτω, σαν να κάνω απαγγελία ποιήματος, όλο το curriculum vitae. Τότε η καθαρίστρια κάνει σχόλιο, ρωτάει τον γιατρό μήπως μας ενοχλεί η παρουσία της ένεκα του ότι μιλάμε για εμπιστευτικά και απόρρητα ζητήματα.
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα», απαντάει ο Λαζενές, «είναι πολύ ευχάριστη η παρουσία του», εννοώντας εμένα κι εκείνη τη στιγμή, από το παράθυρο του γραφείου, βλέπω τις φλόγες να υψώνονται μέσα στους κάδους των σκουπιδιών στην αυλή του ιδρύματος. Βγαίνω τροχάδην στο διάδρομο όπου αρπάζω έναν κόκκινο πυροσβεστήρα ενώ με την άκρη του ματιού μου εντοπίζω τον Λαζενές να τρέχει πίσω μου καθώς μιλάει στο κινητό του.
Ευτυχώς η φωτιά δεν έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τραβάω την ασφάλεια και κατευθύνω το λάστιχο καταπάνω στις φλόγες ενώ ακούγονται οι σειρήνες των πυροσβεστικών οχημάτων που πλησιάζουν.
Ο γιατρός Λαζενές έρχεται δίπλα μου και μου λέει χαμηλόφωνα: «Δεν πρόλαβα να σου πω ότι ο εισαγγελέας σε διόρισε πραγματογνώμονα για την υπόθεση του Γιάννη».

Πρώτη δημοσίευση : diastixo.gr
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/6129-o-pragmatognwmwn

samedi 3 décembre 2016

ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ

Μετά τις προεδρικές εκλογές η νέα κυβέρνηση λαμβάνει δρακόντεια μέτρα για τους ενοικιαστές των κοινωνικών κατοικιών. Οι οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους με όλα τα μέσα, διοικητικά και δικαστικά.
Στο κέντρο ημέρας του Στρατού Σωτηρίας οι ένοικοι έρχονται να προπονηθούν για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της μελλοντικής τους ζωής. Μαθαίνουν να κοιμούνται μέσα σε σκηνές, στα πάρκα, κάτω από τις γέφυρες, σε εγκαταλελλημένα υπόγεια, σε squat. Θα τρώγουν σε ομαδικά συσίτια και θα νοσηλεύονται σε ιατρικά κέντρα ειδικά διαμορφωμένα για τις δικές τους ανάγκες.

dimanche 30 octobre 2016

Το μουσικό πριόνι (La scie musicale)

Όσοι ζήσατε στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄80 θα θυμάστε έναν άνδρα μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών, στους σταθμούς Gare du Nord και Les Halles του RER B, να παίζει την Sarabande του Haëndel σε μουσικό πριόνι. Στηνόταν πάντοτε δίπλα στις κυλιόμενες μεταλικές σκάλες έτσι ώστε, παράλληλα με τη μουσική που έβγαινε από το πριόνι του, ακουγόταν ο μονότονος ρυθμός από τις σκάλες που ανεβοκατέβαιναν με τους επιβάτες του Μετρό. 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ντυμένος πάντοτε με μαύρα ενδύματα, το προσωπό του χλωμό, σχεδόν λευκό και το βλέμμα του, προσηλωμένο στο κενό, σαν να κοίταγε τις σκοτεινές σήραγγες απ΄όπου πήγαιναν κι έρχονταν τα τραίνα. Δεν είχε μπροστά του ούτε δοχείο, ούτε καπέλο, ούτε ανοικτή θήκη μουσικού οργάνου, δεν ζητιάνευε.
Τω καιρώ εκείνω, ως φοιτητής, έκανα αυτή τη διαδρομή μέχρι τη φοιτική εστία του Antony σχεδόν κάθε μέρα. Έβλεπα τον άνθρωπο με το μουσικό πριόνι, μου προκαλούσε φόβο, τον θεωρούσα ως εκπρόσωπο του ΄Αδη και η μουσική, όπως την έπαιζε, έκφραζε την ακραία μοναξιά του νεκρού μέσα στο φέρετρο, τη μοναξιά του θανάτου.








lundi 17 octobre 2016

Παλιά Κοστούμια

Παλιά κοστούμια. Τα έχω μέσα στη ντουλάπα παραταγμένα όλα μαζί. Θα έπρεπε να τα είχα πετάξει πριν από καιρό αλλά δεν το αποφασίζω. Πως να τα πετάξω, έχω τόσες αναμνήσεις όταν με συντρόφευσαν στις δυσκολίες της ζωής μου, όταν με προστάτευαν από το κρύο και τον καύσωνα, σε τόσες τελετές και εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, απονομές πτυχίων και λογοτεχνικών βραβείων, επαγγελματικές συγκεντρώσεις, δικαστήρια, βραδειές στην Όπερα, στα παρτάκια για τη σύνταξη των συναδέλφων, σε μυστικά ραντεβού...
Έχουν φθαρεί και δεν φοριούνται πλέον. Είναι σαν γέροι που δεν τους κοιτάει πιά κανείς. 
Τα βλέπω το πρωί τα παλιά μου κοστουμάκια όταν διαλέγω ένα από τα καινούργια, τα καλοραμμένα από υφάσματα Σκωτίας. Κοιτάζω τα παλιά με λύπη, σκέφτομαι ότι μιά μέρα πρεπει να τα πετάξω, αργότερα όταν τα καινούργια θα παλιώσουν. Τα θωπεύω μ΄ένα χάδι τρυφερό και τα ξανακλείνω στην ντουλάπα, μέσα στο σκότος του παρελθόντος.


samedi 15 octobre 2016

Γιάννης ΘΡΑΠΑΣ Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ


Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ(*)

Α

Χρώμα βαθύ της μέρας γαλάζιο.
Γίνεται μάρτυρας - θηριώδους δαμασμού -
σ΄αδειανά δωμάτια !
Έρχεται σαν αστραπή η χαρά σου
στο κάλεσμα του αφέγγαρου ορίζοντα

Ένας φόβος λουσμένος
απ΄την πύρινη οπτασία μιας αυγής
ή πρωινού αμίλητου,
στα όρια της γραμμής του πυρός,
πριν τα δάκτυλα ακουμπήσουν την σκανδάλη
Έτσι τα χέρια αγκαλιάζουν
το λυκαυγές σαν νοσταλγοί
της δικής σου άπτερης νίκης...
Βλέφαρα ανοίγουν απ΄του ήλιου τη ζεστασιά
στης προβλήτας δεμένων πλοιαρίων
τον βρεγμένο ήχο.
Αγγίζεις την αλήθεια - με τα χέρια σου -
είσαι εκεί!!!
Όταν το θάρρος γιγαντώνεται
πίσω απ΄την κραιπάλη του μυαλού
και της παραζάλης,
ορμητικά ρίχνοντας το σώμα
μ΄ένα μικρό σταυρό στο λαιμό
σ΄αβυσσαλέα κύματα -ακτής απόκρημνης-
μια ανάσα μακριά.
Το βουητό του πελάγους
γίνονταν οργασμός προσγείωσης αεροπλάνων
με χαμένους οδηγούς
σ΄ενοχές και λησμονημένες θύμησες...
Όταν τα λόγια μένουνε μουδιασμένα
από παγερούς διαδρόμους
και αόρατους συντρόφους!!!
Σ΄αφύλαχτα λημέρια σιωπής
αληθινά δικά σου, τότε ένα χαμόγελο
ή ένα μειδίαμα στα χείλη
γίνεται ουρλιαχτό και αντίλαλος
μέσα στη ψυχή.
Κρατώντας στη μασχάλη ένα περιστέρι
έτσι ώστε να γίνει δικό σου
το χτυποκάρδι του
πριν το ελευθερώσουν οι τύψεις -στα cocktails-
και έξω χαράματα
στο βυθό ονείρων παιδικών...


Β

Που ναναι η θάλασσα
των δικών σου ματιών!!!
Ζωγράφοι μιλούν για μια πυρκαγιά
ή για τα πορφυρένια
του ορίζοντα μονοπάτια.
Ο μικρός - χωρίς αστέρια- ουρανός
μου ΄χει κρύψει το μυστικό...
Κι αυτή η δικαίωση!
να παζαρεύεται σε στέρφες νύχτες
σαν μια γριά πόρνη σε σοκάκια
ξεχασμένα.
Λαχτάρισαν τα πουλιά από προσμονή,
άλλα βαπτίστηκαν αποδημητικά!
Το ξεχασμένο βλέμμα
απελπιστικά μακρινό.
Οι μητρικές των βράχων αγκαλιές
σ΄αβέβαιη καρτερία
όπως το σιγανό θρόισμα των δένδρων
σε συντροφεύει τα υγρά μεσάνυχτα
όταν ο ουρανός κερνάει βροχή!
Εσύ μεσ΄το ονειρό μου τόσο Αληθινή
σύννεφο πριν την καταιγίδα...

***

Κι έρχονατι οι μνήμες!
Κι έρχονται τα χρόνια!
Έρχονται ιαχές, τα δώρα
και τα φεγγάρια περνούνε
-σαν σε παρέλαση-
με περηφάνια.

(*) Πρώτη δημοσίευση

lundi 10 octobre 2016

Επαγγελματική εμπειρία

Το απόγευμα εργάζομαι στα εξωτερικά ιατρεία στο κέντρο της πόλεως. Βγαίνοντας στο δρόμο, μπροστα στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς τη στάση. Στο στέγαστρο κοιτάζω τον πίνακα με το ωράριο διέλευσης του λεωφορείου και με μιά πλάγια ματιά μιά κομψή κυρία ντυμένη με ταγιέρ Channel, τα μαλιά της κότσο, εβδονηκοντούτις, κρατάει ένα κολονάτο ποτήρι γεμάτο κατά το ήμισι ενώ δίπλα της πάνω σε μιά μεγάλη βαλίτσα Louis Vuitton βλέπω μιά ανοιγμένη φιάλη καμπανίτου όπου σε μια πορτοκαλί ετικέτα διαβάζω Veuve Clicquot Ponsardin.
«Τι κοιτάς ρε μαλακοκαύλη, ο πούτσος σου βρωμάει σαν μπράσκα!», λέει η κομψή γραία μιλώντας σ΄εμένα.
Έκπληκτος από τη βιαιότητα των λόγων της, μένω άφωνος. Τότε έρχεται δίπλα μου η κοινωνική λειτουργός του ψυχιατρικού τμήματος και μου λέει εμπιστευτικά.
«Πρόκειται για μιά πρώην Τσατσά, επί σειράν ετών διατηρούσε μυστικό οίκο ανοχής όπου σύχναζαν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, είχε πελάτες υπουργούς, ανώτατα στελέχη του δημοσίου, δικαστές, διπλωμάτες, υψηλόβαθμους ιερωμένους, προέδρους και γενικούς διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων... Η αστυνομία την εντόπισε στην πόλη να περιφέρεται με δύο μεγάλες βαλίτσες πολυτελείας γεμάτες με χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ.»

samedi 1 octobre 2016

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Φθάνω στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς το γραφείο μου, σε ένα μοντέρνο κτίριο, μοιάζει με το Λύκειο Στυλίδος. Οι φύλακες μου λένε να μην προχωρήσω, ένας ψυχασθενής έχει οχυρωθεί στον τελευταίο όροφο. Μένω στην αυλή με μιά ομάδα χωροφυλάκων, προθυμοποιούνται να κρατήσουν τα πράγματα μου μέσα σε ένα πηγάδι. Τους τα δίνω να τα φυλάξουν αλλά δεν φεύγω. Μου μιλούν για τον άρρωστο, είναι τρόφιμος του ψυχιατρείου. Τον βλέπουμε, είναι ψηλά, μας κοιτάει με τηλεσκόπιο. Μας κυριεύει πανικός, είναι οπλισμένος. Κρυβόμαστε στην πίσω μεριά του κτιρίου. Η λεωφόρος οδηγεί στην πόλη. Είμαστε στην καρότσα ενός ημιφορτηγού. Βλέπουμε τον ψυχοπαθή χωρίς να μας βλέπει. Δέχεται τις διαπραγματεύσεις. Κατεβαίνει στο δρόμο. Τον δέχομαι με έναν αντιπρόσωπο πωλητή όπλων. Το όπλο είναι ψεύτικο, αλλά λειτουργεί σαν αληθινό, όμως με ένα κουμπί, ο πωλητής μπορεί να ακυρώσει τις ενέργειες. Ο ασθενής ενθουσιάζεται, μόλις αρχίζει να αμφιβάλει, μιλάει για τη γυναίκα του, τον είχε εγκαταλείψει, γι΄αυτό έκανε αυτό το επεισόδιο. Φθάνουν δύο χεροδύναμοι νοσοκόμοι, συνοδεύουν τη γυναίκα του. Αυτός έκπληκτος δεν μπορεί να αντιδράσει. Η γυναίκα με φωνές, «αγάπη μου, αγάπη μου», ρίχνεται στην αγκαλιά του, ενώ οι νοσοκόμοι την σπρώχνουν προς αυτόν. Ταχύτατα τους δένουν κολλητά με λουρίδες σεντονιών σαν να είναι μούμιες, εξέχουν μόνο τα κεφάλια τους. Είναι και οι δύο χαμογελαστοί. Ενώ το μακιγιάζ στα προσωπά τους πέφτει, το πλήθος όρθιο, χειροκροτεί μέσα στο θέατρο, ομοθυμαδόν.



samedi 24 septembre 2016

MONTPARNASSE

Παρίσι. Βόλτα στη γειτονιά του Montparnasse. Τίποτα δεν ζηλεύω. Θέλω να ζήσω άγρια ο,τι έζησα : Ωραίες γυναίκες, αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, ενδύματα πολυτελείας, βραδειές στην Όπερα, γαστρονομικά εστιατόρια...

vendredi 2 septembre 2016

ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Άνυδρο. Νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα με ξυπνάει ο θόρυβος του ανέμου. Μαίνεται δυνατή καταιγίδα. Από το παράθυρο της κουζίνας βλέπω το γιατρό Σαμουήλ Λαζενές να φθάνει με το κόκκινο Datsun του πατέρα μου. Του το είχα δανείσει γιατί ήταν εφημερεύων ιατρός στο νοσοκομείο σε νυχτερινή βάρδια. Δυσκολεύεται να κουμαντάρει το όχημα γιατί στην καρότσα σαν να είναι φορτωμένος ένας ελέφαντας τσουρουφλισμένος και υποθέτω ότι τον χτύπησε κεραυνός καθ΄οδόν, αλλά είναι ακόμη ζωντανός, σκέφτομαι ότι μπορεί να ζήσει με την ανάλογη φροντίδα. ΄Ομως το φορτηγό είναι σε άθλια χάλια, στραπατσαρίστηκε από τον κεραυνό αλλά και από την βιαιότητα της καταιγίδας. Τελικά ο Λαζενές καταφέρνει να ακινητοποιήσει το όχημα μέσα στον κήπο, νότια του σπιτιού, κάτω από τη γέρικη μουριά αφού τράκαρε στον δυτικό κίονα του εξώστη. Κατεβαίνει σώος χωρίς γραντζουνιά.
Ξημερώνει. Βγαίνω με τα παιδιά μου στην αυλή. Αναρωτιέμαι πως θα βγάλω τώρα το φορτηγό από τον κήπο. Η κόρη μου Ελένη μου δείχνει το φράχτη όπου υπάρχει αυτοσχέδια πόρτα. Την είχε προβλέψει ο πατέρας μου. Λέει ότι μπορώ να το βγάλω εύκολα μόνος μου, οδηγώντας προσεκτικά. Το κόκκινο Datsun είναι ολοκαίνουργο και αστραφτερό όπως το είχαμε αγοράσει το 1979.
Τότε σκοτεινιάζει απότομα, ο ήλιος σαν να είναι η σελήνη που βρίσκεται στη Δύση και σαν να είναι δυό μεγάλα φεγγάρια που το ένα έλκει το άλλο με δύναμη. Συγκρούονται σαν μεγάλες μπάλες μπιλιάρδου κι ενώ ο ήλιος μένει ακίνητος, η σελήνη έρχεται ταχύτατα προς τη γη αλλά αμέσως ένα άλλο ουράνιο σώμα εμφανίζεται με μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου και σαν να είναι από καιόμενη λάβα ηφαιστείου, κατευθύνεται γρήγορα προς τον ήλιο και συγκρούεται μαζί του. Επανέρχεται προς τη γη, ενώ εγώ σκέφτομαι ότι πρόκειται για την ημέρα της Αποκαλύψεως, είναι το τέλος του κόσμου αλλά δεν αισθάνομαι φόβο, λέω στα παιδιά μου να μην φοβούνται και ότι είναι να γίνει θα γίνει τώρα. Παρακολουθούμε την πορεία της καιόμενης σφαίρας, την βλέπουμε να πέφτει βόρεια του χωριού, δίπλα στα μαντριά, να ζνταΐζεται και να φεύγει πάλι προς τον ουρανό βορειοανατολικά. Μια ιδέα ελπίδας σχηματίζεται στη σκέψη μου. Θα ζήσουμε με νέες συνθήκες τώρα που ο ήλιος έχασε τη δυναμή του, η μέρα θα είναι ένα διαρκές λυκόφως.