lundi 26 novembre 2018

Οι αφίσες

Σαν να είμαι με τους αντάρτες στα βουνά και κατεβαίνουμε στις πλαγιές του όρους ΄Ορθρυς.
«Νικήσαμε, νικήσαμε», φωνάζουν ορισμένοι και με χαρούμενες φωνές σαλτάρουν ένας-ένας στο φαράγγι δυτικά του Ανύδρου δίπλα στο χωράφι μας στα Σχοίνα.
Σαλτάρω κι εγώ μαζί τους και τρέχοντας, μέσα στον ασημένιο ελαιώνα, κάτω από το φως της σελήνης, φθάνουμε με την ρόδινη αυγή στην κεντρική πλατεία, λίγο πριν αρχίσει η παρέλαση για τον εορτασμό της εθνικής εορτής. Οι μαθητές των σχολείων γιορτάζουν τη νίκη μας.
Στις βιτρίνες των καταστημάτων είναι αναρτημένες αφίσες με το κομμένο κεφάλι του Θανάση Κλάρα. Τα νεαρά μέλη του κόμματος τρέχουν και τις ξεσκίζουν.


dimanche 28 octobre 2018

H επιθυμία της μητέρας στο διήγημα «Το λουτρό» του Μένη Κουμανταρέα. *


Στο διήγημα «Το λουτρό» που είναι το δεύτερο της συλλογής «Τα μηχανάκια»1, ο συγγραφέας περιγράφει τις σχέσεις μιας πυρηνικής οικογένειας η οποία παρουσιάζεται ως η παραδοσιακή τριάδα, πατέρας, μητέρα και γιός. Σε μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση το κύριο θέμα του διηγήματος φαίνεται να είναι η υπερπροστατευτική καταπιεστική σχέση της μητέρας προς το γιό που ετοιμάζεται να αναχωρήσει για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και η επιτυχημένη προσπάθεια του να απελευθερωθεί από τη δυναστεία της μητέρας του.
Από ψυχοπαθολογική άποψη η συμπεριφορά της μητέρας και τα συμπτώματα που περιγράφει ο συγγραφέας μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αντιδραστικής φύσεως διπολική διαταραχή του συναισθήματος.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται γύρω από τη συμπεριφορά και τη δυσκολία της μητέρας να παραδεχτεί το ότι ο γιος της μεγάλωσε και δεν είναι πλέον το μωρό που της αρέσει να βλέπει πάλι και πάλι στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της παιδικής του ηλικίας.
Τα δρώμενα αναφέρονται στη δυνατή σχέση μεταξύ μητέρας, (Αντωνία) και του γιού, (Χαράλαμπος). Για τον πατέρα ο συγγραφέας αναφέρει ότι υπήρξε κάποτε ναυτικός, είναι ένας γέρος παραμερισμένος στη γωνιά, σιωπηλός, δεν παρουσιάζει κανένα σεξουαλικό ενδιαφέρον για τη μητέρα. Κι ενώ το κείμενο δεν το αναφέρει σε κανένα σημείο, δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι είναι ανάπηρος, σαν να είναι ζωντανός νεκρός.

Η μάνα περιγράφεται ως «στητή, κοτσανάτη, αρυτίδωτη, με μια κοιλιά που ξεφώνιζε από ευφορία...»

«Με τα μάτια της, μαύρα ακατέργαστα διαμάντια, έλαμπαν από σκοτεινή αγάπη.»

Όσο διαρκούν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση του γιού η μάνα βρίσκεται σε υπομανιακή κατάσταση, αναλαμβάνει τα πάντα, από το να ετοιμάσει τη βαλίτσα του μέχρι να του πλύνει τα δόντια σαν να ήταν ο Χαράλαμπος μωρό.
Με την αναχώρηση του γιού η μητέρα εισέρχεται σε μια καταθλιπτική περίοδο.

«η μάνα μέσα στο άδειο σπίτι γυρόφερνε με το ξεχειλωμένο μισοφόρι της, αχτένιστη, αφτιασίδωτη, άπλυτη, ίδια η απελπισία. Γύρω της τα κατσαρόλια στοιβάζονταν λόφοι από γλίτσα και καμένο βούτυρο κι η κνίσα σούμπηγε το κεντρί της στα ρουθούνια. Τα ρούχα άστρωτα, τα φορέματα ασιδέρωτα, οι κάλτσες αμαντάριστες, τα έπιπλα θαμμένα σε προϊστορική σκόνη που οι αράχνες ξεθαρρεμένες τύλιγαν με κουκούλι κεντημένο μύγες.»

«Κοιμόταν λίγο ή καθόλου. Το σαράκι αντίς να την τρώει την έτρεφε - είχε γίνει δυό φορές πιο παχιά.»

«Η μάνα πεσμένη σαν τη λεχώνα στο κρεβάτι, ανάσκελα, γυμνή, ξεφύλιζε με τα μάτια το ημερολόγιο του τοίχου.»

Και μόνο οι φωτογραφίες του γιού της μωρού και τα μωρουδίστικα ρούχα που τα είχε φυλαγμένα είκοσι χρόνια μετά, ενίσχυαν την αναμνηστική της νοσταλγία.
Όταν ο γιός επιστρέφει στο αγρόκτημα, με σαρανταοκτάωρη άδεια, η μάνα βγαίνει από την κατάθλιψη και ξαναβρίσκει την υπομανιακή της δραστηριότητα. Απαγορεύει στο γιό της το κάπνισμα, τον αναγκάζει να πλυθεί, θέλει να τον πλύνει η ίδια και τότε ανακαλύπτει ότι το μωρό, που η ίδια το ήθελε μωρό για πάντα, έγινε άνδρας τριχωτός με πέος και όρχεις. Η μάνα παθαίνει μια κρίση οξείας μορφής και μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντονου ερωτισμού ο γιός αντιδρά σαν ένας σύγχρονος απελευθερωμένος αντι-οιδίποδας που έχει τη δυνατότητα επιλογής.

«Την πρόφτασε έξω από το δωμάτιό του και στην προσπάθεια του να την συγκρατήσει της ξέσχισε μια λουρίδα φουστάνι. Ένα κομμάτι μαραμένης μα στητής σάρκας ήρθε να πέσει μπροστά του. Τα μάτια του το δέχτηκαν σαν πεινασμένο σκυλί. Κι όπως οι φωνές της πλήθαιναν και κολλούσαν πάνω στο υγρό τείχος της ζέστης, στην αρχή θέλησε να της φράξει το στόμα κι όπως σύγκορμη σπαρταρούσε στα χέρια του, ανοίγοντας διάπλατη την πόρτα της κάμαρης του, την πέταξε πάνω στο κρεβάτι κι ύστερα βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα, βάνοντας και το κλειδί στην τσέπη.»

Το ερώτημα που θέτει ο αναγνώστης για την συμπεριφορά της μητέρας στο «λουτρό» είναι ποιό μπορεί να είναι το κίνητρο αυτής της διπλής συμπεριφοράς. Όταν ο γιός είναι παρών η μητέρα βρίσκεται σε οξεία κρίση αναταραχής και όταν απουσιάζει χάνει όλη της την ενέργεια και εισέρχεται σε καταθλιπτική κατάσταση. 
Είναι σημαντικό να σημειωθεί η έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για τον σύζυγό της ο οποίος όπως είπαμε είναι παραμερισμένος και σχεδόν ανύπαρκτος.

Η συμπεριφορά σαν αυτή της μητέρας του «λουτρού» που βρίσκεται στην ηλικία της εμμηνόπαυσης και σε κατάσταση κρίσης στο μέσον της ζωής, έχει περιγραφεί ως σύμπλεγμα της Ιοκάστης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ψυχαναλυτικής θεωρίας, (H. Deutsch 1944)2, «το ερωτικό αντικείμενο της γυναίκας σε αυτή την ηλικία είναι ο γιός, πρόκειται για έναν νέο μύθο του Οιδίποδα. Και όπως οι αιμομικτικές φαντασιώσεις είναι απαράδεκτες, βλέπουμε να αναδύεται, σε ένα ορισμένο αριθμό γυναικών, μια μάχη εναντίον κάθε σεξουαλικής φαντασίωσης.Το σύνολο που σχηματίζεται από τη φαντασίωση της επιθυμίας και τους ιδιαίτερους μηχανισμούς που την εμποδίζουν να αναδυθεί είναι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης. 3 »

Ορισμένες γυναίκες που βρίσκονται σε κρίση στο μέσον της ζωής παραμελούν τη σεξουαλική τους ζωή και εκδηλώνουν έντονη αναταραχή εάν έχουν γιό που οδεύει προς την ανδρική ηλικία ή στο περιβάλλον τους βρίσκεται νέος άνδρας.

Ο Κουμανταρέας στο διήγημά του μας δίνει στοιχεία που μας επιτρέπουν να κάνουμε την υπόθεση αιμομικτικής απωθημένης επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για το γιό της.
Από την γέννηση του παιδιού η μάνα έχει κάνει τέτοια επένδυση αγάπης που έχει σχέση με αυτό που περιγράφεται ως επιθυμία του φαλλού4, (ο φαλλός ως σύμβολο εξουσίας και γονιμότητος). Άλλωστε στο διήγημα η Αντωνία έχει όλα τα χαρακτηριστικά φαλλικής γυναίκας.
Η κρίση της μητέρας εκδηλώνεται όταν καταλαβαίνει ότι ο γιός είναι άνδρας σε ηλικία που μπορεί να έχει σεξουαλικές σχέσεις. Στον ψυχισμό της μητέρας προκαλείται μια απαράδεκτη σύγκρουση, εξ αιτίας της ασύνειδης αιμομικτικής επιθυμίας, που προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με τις φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας και τα μωρουδίστικα ρούχα του γιού της, ρούχα που τα έχει κρατήσει και τα συντηρεί με θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Jacques LACAN στο σχόλιό του για την τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή5 δηλώνει ότι η επιθυμία της μητέρας, (Ιοκάστη), είναι επιθυμία ζωής και θανάτου.
Στις διαφορετικές εκδοχές του μύθου των Λαβδακιδών, απ’ όπου ο Φρόιντ εμπνεύστηκε το σύμπλεγμα του Οιδίποδα και οι επίγονοι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης, όσο και στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους τύραννος, η Ιοκάστη παρουσιάζεται να γνωρίζει την τιμωρία που επιβάλλει ο θεός στο Λάϊο για την αποπλάνηση του Χρύσσιπου. Είναι αυτή, η Ιοκάστη, που θα δράσει ώστε ο πατέρας Λάιος και ο γιός Οιδίποδας να οδηγηθούν στο θάνατο. Βέβαια ο Οιδίποδας θα σωθεί για να εκπληρωθεί στη συνέχεια ο χρησμός έτσι ώστε ο γιός να φονεύσει τον πατέρα και να έρθει σε γάμο με τη μητέρα ως νέος βασιλιάς.

Στο λουτρό η επιθυμία της μητέρας είναι επιθυμία ζωής αφού η μητέρα είναι η αρχή της ζωής, αλλά συγχρόνως η επιθυμία της είναι επιθυμία θανάτου και αυτό το καταλαβαίνουμε από την διπλή συμπεριφορά, (αναταραχή-κατάθλιψη) που φανερώνει αιμομικτική επιθυμία και από την νοσταλγική της επιθυμία να ήταν το παιδί της για πάντα μωρό.

Ο Κουμανταρέας μας παρουσιάζει το θέμα ενός πανάρχαιου μύθου που είναι ένα από τα θεμέλια του πολιτισμού. Το θέμα αυτό επανέρχεται στην πεζογραφία του Κουμανταρέα κυρίως στα κείμενα όπως «Η κυρία Κούλα»6, όπου μία γυναίκα, των βορείων προαστείων, στην ηλικία της κλημακτηρίου, συνάπτει σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό φοιτητή που θα μπορούσε να ήταν ο γιός της, στο κείμενο «Η φανέλα με το εννιά»7 η μεσήλιξ σύζυγος του προπονητή από το Βόλο συνουσιάζεται με τον νεαρό ποδοσφαιριστή και στο «Δύο φορές Έλληνας»8 πάλι η μεσήλιξ σύζυγος του διορθωτή διατηρεί κρυφή σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό αλφαμίτη.
Κατά τη γνώμη μου «Το Λουτρό» είναι από τα καλύτερα κείμενα του συγγραφέα και ένα από τα πιο σημαντικά διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

                                Κώστας Αλεξόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μένη Κουμανταρέα. Τα Μηχανάκια. Εκδόσεις Κέδρος 1986. Α΄έκδοση "ΦΕΞΗΣ" 1962.

2. H. Deutsch (1944). La psychologie des femmes : étude psychanalytique. Paris PUF, 1967, vol. II. pages 391- 418.

3. Marie-Christine Laznik. Le troisième temps de l'Œdipe chez une femme, (le complexe de Jocaste), in REVUE FRANCAISE DE PSYCHANALYSE 2005/4, (vol. 69), pages 993 - 1011, PUF

4. J. Laplanche et J. -B. Pontalis, Vocabulaire de la psychanalyse PUF 1967, pages 311 - 312.

5. J. Lacan; LE SEMINAIRE livre VII. L'éthique de la psychanalyse. SEUIL 1986. Pages 283 - 333 : L'ESSENCE DE LA TRAGEDIE Un commentaire de l'Antigone de Sophocle.

6. Μένη Κουμανταρέα. Η κυρία Κούλα. Εκδόσεις Κέδρος 1977.

7. Μένη Κουμανταρέα. Η φανέλα με το εννιά. Εκδόσεις Κέδρος 1986.

8. Μένη Κουμανταρέα. Δύο φορές Έλληνας. Εκδόσεις Κέδρος 2001.

*Πρώτη δημοσίευση στο Περιδικό Οδός Πανός, Τεύχος 175, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017



jeudi 18 octobre 2018

Παρέλαση

Έξι μήνες αφ΄ότου πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρικό τμήμα έπαιρνε τα φαρμακά του και πήγαινε να τον βλέπει ο ψυχίατρος σε προγραμματισμένα ραντεβού. Φρόντιζε την ανάπηρη μητέρα του και ζούσαν ήσυχα με τα δύο επιδόματα αναπηρίας.
Με τον ερχομό της ανοίξεως σταμάτησε προοδευτικά τα φάρμακα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.
Την ημέρα της εθνικής εορτής άκουσε εκ νέου τη φωνή του αιωνίου πατρός που τον προέτρεψε να πάει να σταθεί έμπροσθεν του καταστήματος της ελβετικής εταιρείας Omega, γιατί ωμέγα είναι το τέλος, και είναι στον αριθμό 93 της ωραιότερης λεωφόρου του κόσμου, αριθμός που αντιστοιχεί στον νομό του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου που ως πρώτος επίσκοπος της πόλης των Παρισίων όταν τον αποκεφάλισαν οι Ρωμαίοι πήρε ανά χείρας την κομμένη κεφαλή του και περπατώντας έφτασε  ως εκεί που βρίσκεται τώρα ο καθεδρικός ναός βασιλικού ρυθμού με τους τάφους των βασιλέων.
Περίμενε, στος ύψος αυτό της λεωφόρου, μέσα στο πολύχρωμο πλήθος των πολιτών και όταν άρχισε η παρέλαση ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν όλοι με ενθουσιασμό.
Μόλις έφτασαν οι δυνάμεις των πεζοναυτών η φωνή του αιωνίου πατρός του ψυθίρισε στο δεξιό αυτί του ότι τώρα ήταν η στιγμή. Πέταξε μιά άδεια πλαστική φιάλη ύδατος κατακέφαλα στον οδηγό του οχήματος και μέσα στη σύγχυση που δημιουργήθηκε από την πράξη του, σάλταρε τον κινητό φράχτη της αστυνομίας και πήδηξε μέσα στο φουσκωτό σκάφος με την ελπίδα να τον σκοτώσουν αμέσως γιατί πίστευε στην μετενσάρκωση και ήταν βέβαιος ότι την τρίτη ημέρα επρόκειτο ν΄αναστηθεί μετά δόξης εκ του τάφου για ν΄ανέβει εκ δεξιών του πατρός.
Αντ΄αυτού ο συνταγματάρχης των πεζοναυτών αφού τον πήρε από το χέρι, σαν να ήταν παιδάκι του νηπιαγωγείου, τον οδήγησε στο ασθενοφόρο που έφτασε αμέσως με την σειρήνα του να ουρλιάζει.


vendredi 28 septembre 2018

Didier

Δεν ξέρω που το βρήκα το τρακτέρ αλλά τώρα οδηγώ ένα κόκκινο παλιό και λίγο σκουριασμένο. Φεύγω από το χωριό και στο δρόμο κάτω από το σχολείο επιταχύνω και προσπερνώ άλλα τρακτέρ που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Μετά στρίβω δεξιά και παίρνω το δρόμο προς το Παλιούρι. Είναι ακόμη χωματόδρομος και καθώς το τρακτέρ προχωρεί στον κατήφορο βλέπω ότι δεν έχει τιμόνι. Το τιμόνι είναι μέσα σε ένα σακκίδιο πίσω από τη θέση του οδηγού. Το αρπάζω με μιά σίγουρη κίνηση και το βάζω στη θέση του. Βγάζω από την τσέπη μου έναν μαύρο στρατιωτικό σουγιά και το βιδώνω σταθεροποιώντας το. Είμαι ήδη στο ρέμα στην τοποθεσία Σχοίνα όταν βλέπω πίσω μου ένα άλλο τρακτέρ όμοιο με το δικό μου. Το οδηγεί ένας νεαρός αγρότης. Με ρωτάει με δυνατή φωνή τι είδους ιεροτελεστία ταιριάζει για μνημόσυνο για έναν νεαρό που αυτοκτόνησε με απαγχονισμό. Τον ρωτάω για ποιόν πρόκειται και μου απαντάει ότι τον έλεγαν Julien Emile Didier. Τότε εγώ θυμάμαι τον Didier B. Είχε πεθάνει στο Παρίσι το 1997 μετά από υπερβολική χρήση οινοπνεύματος και φαρμάκων με Μπενζοδιαζεπίνη. Μέχρι τότε ζούσε με άλλους περιθωριακούς στο δρόμο ή σε  παράνομα κατηλλημένα κτίρια. Τον πρόσεχαν οι άλλοι και όταν έπεφτε σε κώμα καλούσαν τις πρώτες βοήθειες. Θυμάμαι που μου έλεγε ότι έπινε πολύ και έπαιρνε ναρκωτικά και φάρμακα γιατί δεν μπορούσε ν΄αντέξει την πραγματικότητα και τη βαρβαρότητα της ζωής. Θυμόταν πάντα τη μητέρα του μικρός, όταν έπεσε από την εσωτερική σκάλα και πέθανε αμέσως, δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ατύχημα ή αν την έσπρωξε ο πατέρας του μετά από καυγά. Τον μεγάλωσε η γιαγιά του και μόλις πέθανε ο πατέρας του έζησε, με τα χρήματα της κληρονομιάς, τρεις μήνες σαν Σατράπης συντροφιά με μια Λούλα που του πουλούσε έρωτα άλλά τον άφησε μόλις δεν είχε μία. Έτσι κατάντησε κλοσάρ, ζούσε από τη ζητιανιά και το ελάχιστο εισόδημα επανένταξης.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί εκείνη τη χρονιά έδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο, ήθελαν να διαθέσουν όλες τις πιστώσεις του υπουργείου κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι βρήκαν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έπεισαν τον  Didier να δεχτεί να υπογράψει ένα συμβόλαιο κοινωνικής επανένταξης. Πέθανε από υπερβολική κατανάλωση ψυχοτρόπων φαρμάκων με αλκοόλ την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σε ηλικία τριάνταπέντε χρονών, μόνος και αβοήθητος.



jeudi 23 août 2018

Ο γκρεμός και το ρέμα.

Δεκέμβριος 1973. Πηγαίνουν στο καφενείο του Τσιάπα. ΄Εχουν τηλεφωνική συνδιάλεξη. 
Είναι το μοναδικό τηλέφωνο στο χωριό. Κάποιος τους έκανε κλήση. Ο Τσιάπας βγήκε στο ύψωμα, φώναξε με τη βροντερή φωνή του : «Να ΄ρθείτε στο τηλέφωνο, τάδε ώρα.»
Η κλήση είναι για τον πατέρα τους, όμως λείπει στα χωράφια, στα γίδια ή σε εμπορικές δραστηριότητες. Η μάνα τους τον αντικαθιστά.Την συνοδεύουν τα δύο αγόρια.  
Φθάνοντας στο μαγαζί βλέπουν τους μόνιμους πελάτες, ουζαρίζουν τρώγοντας σταφιδοστράγαλα. 
Ο πρώην πρόεδρος της κοινότητος που τον έπαψε η Χούντα. 
Ο συνταγματάρχης Γιώργος Γαβρής, πίνει ρετσίνα κατ΄ευθείαν από το μπουκάλι. 
Ο Κάνουρας, αγκαλιά με το κλαρίνο.
Δίπλα στο τηλέφωνο κάθονται γυναίκες αγροτοποιμένων με τα παιδιά τους. 
Οι χωροφύλακες φθάνουν με ένα λευκό τζιπ, πίνουν ούζο όρθιοι, ρίχνουν τα σταφιδοστράγαλα στο στόμα τους από απόσταση σαν να σημαδεύουν καλάθι του μπάσκετ.
Οι ζωέμποροι πίνουν κονιάκ και καπνίζουν πούρα.
Η δεύτερη γυναίκα του Τσιάπα, περασμένα τα εξήντα, κούτσα-κούτσα, σερβίρει ούζο, μπύρα, κρασί, σταφιδοστράγαλα και αναψυκτικά.
Τα πρόσφατα γεγονότα του Πολυτεχνείου δίνουν αφορμή για συζήτηση : 
Τα εγκλήματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Οι χιλιάδες νεκροί. Το πείσμα των αριστερών να καταλάβουν την εξουσία. Ο φοβερός κίνδυνος ενός νέου εθνικού διχασμού. 

Η δεύτερη γυναίκα του Τσιάπα αφηγείται :

΄Οταν ο Τσιάπας νυμφεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του ο Εμφύλιος είχε τελειώσει στο χωριό μας. Οι μάχες γίνονταν ακόμη στα υψηλότερα σημεία του όρους ΄Ορθρυς. Οι Κομμουνιστές ήταν σε μειονεκτική θέση. Ο τακτικός Εθνικός Στρατός, με τη βοήθεια ατάκτων των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου, απώθησε τους αντάρτες προς τα βουνά της Γούρας. Ο άμαχος πληθυσμός επέστρεψε στο ΄Ανυδρο.
Η γυναίκα του Τσιάπα κράταγε το μαγαζί. Ο Τσιάπας, που την πρώτη του γυναίκα την σκότωσαν κατά λάθος οι αντάρτες, κυνηγούσε τους αριστερούς, έσφαζε, βίαζε, βασάνιζε, τυφλός από επιθυμία για εκδίκηση, αιμοβόρος, μνησίκακος, αιμοσταγής. 
΄Ηταν απόγευμα, τέλη Μαΐου, όταν ένα ανδρόγυνο εμφανίστηκε στο μαγαζί. ΄Ηταν νέοι, αντάρτες, εικοσάρηδες. Η γυναίκα τρόμαξε, ήταν και οι δυό τους οπλισμένοι. Της είπαν να μη φοβάται, δε θα της έκαναν κακό, ήθελαν μόνο να πλυθούν, κάτι να φάνε, λίγο να αναπαυθούν και μετά είχαν σκοπό να παρουσιαστούν στη Στυλίδα, να παραδοθούν, να δηλώσουν μετάνοια, να περάσουν απέναντι, να γυρίσουν στον τόπο τους, δεν είχαν τίποτα αυτοί, τους είχαν επιστρατεύσει παρά τη θελησή τους, ήταν αγροτοποιμένες από τα χωριά του Παρνασσού.
Τους ζέστανε νερό, τους έδωσε σαπούνι. Τηγάνησε αυγά με γίδινο τυρί, τους έβαλε να πιούν κόκκινο κρασί. ΄Ηταν αδύνατοι, κοκαλιάρηδες, από τις κακουχίες και τη σκληρή ζωή του βουνού. Για να κοιμηθούν τους έστρωσε το κρεβάτι με λευκά σεντόνια, τα προικιά της. 
Τρώγοντας της μίλησαν για τις ταλαιπωρίες που έζησαν στο αντάρτικο :  Πείνα, δίψα, κρύο,  αϋπνία και οι ψεύτικες υποσχέσεις των καθοδηγητών για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Κατάφεραν, επωφελούμενοι από τη σκόνη και τους καπνούς της μάχης, να γλιστρήσουν έρπωντας και να κρυφτούν στο Κακόρεμα. ΄Οταν  έγινε ησυχία πήραν τα γιδόστρατα κι έφτασαν στο χωριό.
Μετά κλείστηκαν στο δωμάτιο. ΄Ακουσε τα τριξίματα του κρεβατιού και τα ανακραυγάσματα ανάμεσα σε γογγυσμούς.
«Ντροπή, δεν ήταν νόμιμο ανδρόγυνο, αλλά έτσι είναι αυτοί, δε σέβονται της θρησκείας τα μυστήρια.»
Ξύπνησαν αργά το απόγευμα, ήθελαν να προλάβουν τη δύση του ηλίου, να φθάσουν στη Στυλίδα πριν νυχτώσει. Τα όπλα τα άφησαν στο δωμάτιο. ΄Εφυγαν πιασμένοι χέρι-χέρι.

Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Τσιάπας έφθασε στο μαγαζί του με ένα κοπάδι ατάκτους, τους είχε υπό τας διαταγάς του. Είχε στον ώμο του ένα σακκί απ΄όπου έσταζαν σταγόνες αίματος.
«Βγάλαμε το μεροκάματο για σήμερα», είπε στη γυναίκα του, καθώς άφησε το σακκί να πέσει στο πάτωμα.
Αφηγήθηκε πως συνέλαβαν τα δύο ανταρτόπουλα, στο γεφύρι του Τρακαδάρη. Μοσχομύριζαν σαπούνι σαν νεόνυμφοι.
«Θα πάω τα κεφάλια τους αύριο στους Εγγλέζους, δυό λίρες στον κουμπαρά», ψιθύρισε στο αυτί της γυναίκας του, καθώς την έσπρωχνε σταθερά, από τους ώμους. 
Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο, ενώ οι άτακτοι συντροφοί του ουζάριζαν, τρώγοντας σταφιδοστράγαλα, τραγουδώντας ψευτορεμπέτικα τραγούδια της παρακμής : 

«Τώρα θάλασσα και πεύκο, τρέλες και φιλιά,
και του έρωτα φωλίτσα στην ακρογιαλιά.
Φυσάει ο Μπάτης, φυσάει τ΄αγέρι,
Τρελλό μικρό μου, γλυκό μου ταίρι.»

Αργά τη νύχτα η γυναίκα του Τσιάπα σηκώθηκε, κι ενώ οι άτακτοι ροχάλιζαν μέσα σε βαθύ μεθύσι, άλλοι στο πάτωμα και άλλοι σε καρέκλες, πήγε με το φανάρι ελαίου, άνοιξε το σακκί, κοίταξε τα δυό κεφάλια. Είχαν πρόσωπα χαμογελαστά, σαν να ήταν ακόμη κάτω από την ορμή της ηδονής.





jeudi 12 juillet 2018

Κουρδισμένα βιολιά

Κατακαλόκαιρο είμαι στο ρέμα με τις λυγαριές μπροστά στο σπίτι μας. Είναι πρωί μετά την ανατολή του ηλίου. Βαδίζω μέσα στην απόλυτη ησυχία, δεν ακούγονται ούτε βελάσματα αιγοπροβάτων, ούτε γαυγίσματα σκυλιών, ούτε γκαρίσματα από τα γαιδούρια της γειτονιάς. Μόνο τα τζιτζίκια δειλά-δειλά τολμούν και κουρδίζουν τα βιολιά τους.
Αίφνης ακούγεται η θρηνώδης φωνή του Καζαντζίδη : ...θα σου κλείσω το στόμα με χίλια φιλιά και ας παν στην ευχή τα παλιά...
Ο Γιάννης ο Μαλλιάς έβαλε πάλι σε ενέργεια το ηλεκτρόφωνο. Κι εγώ που ήλπιζα να περάσω ήσυχες διακοπές στο χωριό.
Ανεβαίνω στο δρόμο. Πηγαίνω εκνευρισμένος προς το σπίτι του Μαλλιά να του κάνω συστάσεις να σταματήσει να βάζει τόσο δυνατά μουσική τον Ιούλιο, όσο θα μείνω εδώ, μετά ας κάνει όπως νομίζει. ΄Αμα δεν αλλάξει συμπεριφορά είμαι ικανός να φέρω την αστυνομία.
Προχωρώντας σκέφτομαι πως ο Γιάννης πέθανε πριν απο δέκα χρόνια και πως γίνεται να βάζει τραγούδια της νεοτητός του; Μήπως αναστήθηκε;
Τον βλέπω όρθιο μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού του, λευκός σαν σεντόνι, γερασμένος, είναι ντυμένος με ακατέργαστα δέρματα αιγοπροβάτων. Με κοιτάζει με έκπληξη και σαν να μου λέει πως φεύγει σε λίγο με το λεωφορείο. Θα πάει να το περιμένει στο καφενείο του Πολύμερου.



vendredi 1 juin 2018

Γιάννης Θράπας Ανοιχτό πέλαγος

Μούχεις αφήσει έναν αιώνα μοναξιάς
ξωπίσω να κοιτάζω
γύρευα μιά εικόνα απ΄του πελάγου τ΄ανοιχτού
μεσ΄τις νυχτιές, το λιόγερμα,
και στα πρωϊνά τα θλιμμένα που λυγάνε
έχεις μισέψει το κορμί μου σαν μια αστραπή
και σαν δραπέτη μέσα σε φωτεινό 
και γυάλινο κόσμο απ΄ένα μεθύσι,
που θριαμβεύει στης κατάνυξης
το σκόρπιο βασίλειο.



mardi 22 mai 2018

Η Κούλα και ο Φάνης

Ο θείος μου ο Φάνης στα νιάτα του ήταν ποδοσφαιριστής. To 1948 λίγους μήνες πριν τον καλέσουν να παρουσιαστεί στις τάξεις του Εθνικού Στρατού να πολεμήσει εναντίον των κομμουνιστών, έσπασε το πόδι του στο μάτς Στυλίδα-Λαμία, έτσι πήρε αναβολή και από αυτή την εύνοια της τύχης δεν βρέθηκε αντιμέτωπος με την μεγαλύτερη αδερφή του.
Η θεία μου η Κούλα ήταν αξιωματικός του λεγόμενου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, τραυματίστηκε στο πρόσωπο σε μάχη έξω από το χωριό Λιδωρίκι, τον Απρίλιο του 1949, όπου έχασε τα μάτια της από θραύσματα όλμου. Την έσωσαν οι στρατιώτες του τακτικού στρατού που την οδήγησαν στο νοσοκομείο γιατί εάν είχαν προλάβει να την συλλάβουν οι άτακτοι των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου θα της είχαν κόψει το κεφάλι για μιά χρυσή λίρα Αγγλίας.



samedi 28 avril 2018

007

Είσαι αυτός που είσαι. Όμως οι άλλοι θέλουν να είσαι αυτός που νομίζουν ότι είσαι. Γυαλιά ηλίου, μαύρη κουστουμιά, λευκό πουκάμισο με nez papillon, ο χρονογράφος Ωmega στον αριστερό βραχίονα. Παραμερίζουν να περάσεις. Σου ανοίγουν τις πόρτες. Οι ένστολοι σε χαιρετούν σε στάση προσοχής και δεν τολμούν να ελέγξουν τα χαρτιά σου γιατί νομίζουν πώς είσαι συναδελφός τους, ένας απ΄αυτούς, πολύ ψηλά στην ιεραρχία. Δεν θέλουν να σε καθυστερήσουν, να είναι εμπόδιο στην εκτέλεση της μυστικής αποστολής σου.



vendredi 30 mars 2018

Νωρίς το πρωί*

Νοσοκομείο. Συναντώ τον Μπιλ στο διάδρομο του ψυχιατρικού τμήματος.
«Πώς πάει;»
«Έτσι κι έτσι;»
«Κοιμηθήκατε καλά;»
«Σχεδόν καθόλου.»
«Άσχημα όνειρα;»
«Ονειρεύτηκα το θάνατο.»
«Πώς ήταν;»
«Ήταν ζωντανός!»

*Αληθινός διάλογος




mardi 27 mars 2018

Γάτες



Οι γάτες ζούσαν στα υπόγεια και στον κήπο του νοσοκομείου επί σειράν ετών χωρίς κανένας να τις ενοχλεί και να νοιάζεται γι΄αυτές. Χάρη στη δική τους δράση δεν υπήρχαν ούτε αρουραίοι, ούτε ποντίκια, ούτε σκορπιοί, ούτε καν ακρίδες.
Μετά βγήκε ένα κυβερνητικό διάταγμα περί δημόσιας υγείας και γέμισαν τα υπόγεια με ποντικοφάρμακα και βρώμισε ο τόπος από τα πτώματα των μικρών ζώων. Οι γάτες προικισμένες από τη φύση δεν έτρωγαν ούτε ποντικοφάρμακα, ούτε ψοφίμια.
Κατά ανεξήγητο τρόπο αυξήθηκε ο αριθμός τους, γέναγαν συνέχεια. Τότε η διεύθυνση του νοσοκομείου αποφάσισε να τις εξοντώσει με ενέσεις. Ήρθε όμως ο σύλλογος προστασίας και με δυναμική μαχητικότητα αντιστάθηκε σε αυτό το πρόγραμμα. Ανέλαβαν αυτοί να στειρώσουν όλα τα γατιά και όσο ζουν ακόμη να φέρνουν τροφή και νερό για τις ψυχούλες που απόμειναν.
Η ευτραφής κυρία έρχεται κάθε μέρα την ίδια ώρα στον κήπο του ιδρύματος. Ως μέλος του συλλόγου προστασίας των ζώων η αποστολή της είναι να δίνει τροφή και ύδωρ στα γατιά που ζουν ακόμη στον υπόγειο λαβύρινθο του νοσοκομείου.
Καθώς βλέπω τα φιλήδονα μάτια της, τα τεράστια βυζιά της και τα καπούλια της να εξέχουν γεμάτα κυταρίτιδα σκέφτομαι ότι εάν είχε έναν τσιμπητό να την λιμάρει και να καλπάζει πάνω του ιππεύοντας τετράκις την εβδομάδα, σίγουρα δεν θα νοιαζόταν τόσο για τις γάτες τις δικές μας που νιαουρίζουν κι έρχονται και τρίβονται στα πόδια μας όταν καθόμαστε στα παγκάκια του κήπου.



dimanche 11 mars 2018

Ημερολόγιο 2018 του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας

Μάρτιος
Ευαγγέλιον τρίτον

ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ όλα ήταν στραβά κι ανάποδα και υπήρχε μεγάλη πείνα και δυστυχία. σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες ήταν ψαράδες και δούλευαν στη θάλασσα να βγάλουν το ψωμί τους. Πολλοί ψώνιζαν βερεσέ και μετά πλήρωναν. Η φτώχεια τους ανάγκαζε να κλέβουν, όπως μιά φορά προσπάθησαν να κλέψουν πατάτες από την αποθήλη τροφίμων και τους έπιασαν και παραλίγο να τους σκοτώσουν. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν πολλές φορές να μείνουν νηστικοί για μέρες, αλλά ήταν νέοι και άντεχαν. Εκτός από την πείνα και τη στέγη, είχαμε και το πρόβλημα του ρουχισμού. Δεν είχαμε ρούχα να φορέσουμε κι ο ένας έπαιρνε τα κουρέλια του άλλου. Μιά μικρή βοήθεια ήταν για μας η UNNRA (Ούντρα), αλλά τι να σου κάνει κι αυτή.

Εμείς για ένα χρονικό διάστημα, μείναμε στη δεξαμενή. Κάποτε δώσανε στους γονείς μου, δεν θυμάμαι πότε, 6 στρέμματα γης. Τα 3 ήταν με 45 συκιές και τ΄άλλα 3 με σιτάρι. Έτσι κατορθώσαμε να παλέψουμε και να πάρουμε ένα σπίτι στον Συνοικισμό να μείνουμε. Με χρόνο και κόπο, καλυτέρεψαν τα πράγματα, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ τις πνιγμένες γυναίκες που είδα να πέφτουν μόνες τους στη θάλασσα για να γλυτώσουν από τους Τούρκους.


Μπαμπαούσης Αλέκος από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας
Πρόσφυγας στη Στυλίδα (ετών 85 το 1990)

Καταγραφή των μαθητών του Γυμνασίου Στυλίδος, σχολική χρονιά 1989-90 υπό την εποπτεία του καθηγητού Δ.Κ. ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, πρώτη δημοσίευση περιοδικό ΣΚΑΛΑΚΙ.