dimanche 23 juin 2019

Τοπικά ιστολόγια

Τοπικά ιστολόγια και πελατειακές σχέσεις. Οι πανουργίες των δημοσιογραφίσκων.
Ειδησούλες. Ανώδυνα σχόλια για καθημερινά θέματα. Χρήσιμες πληροφορίες. Γλείψιμο της τοπικής εξουσίας. Μα πιο πολύ, μέρα παρά μέρα, προβολή του επίδοξου πολιτευτού.
΄Οσο περνούν οι μέρες τόσο φαίνεται καθαρότερα. Τον υποστηρίζουν. Ακούγεται πως θα είναι υποψήφιος στις ερχόμενες εκλογές, εάν λάβει το χρίσμα της κεντροαριστεράς παρατάξεως.
Πήγε βόλτα οικογεννειακώς με το κότερο στη θάλασσα. Φωτογράφισε τα δελφίνια. (Αυτό αποτελεί είδηση υψίστης σημασίας!) Είναι παρών στον αγιασμό της ομάδας μας της οποίας είναι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου! Παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις προπονήσεις. 
Βοηθάει αλλοδαπό φορτηγαντζή στον αυτοκινητόδρομο! 
Περιθάλπει τραυματισμένη χελώνα Caretta-Caretta στην παραλία της Βασιλικής! 
Ο πρόεδρος! Ο πρόεδρος από΄δώ, ο πρόεδρος από ΄κεί! Ο πρόεδρος τρώει σπληνάντερο! Ο πρόεδρος πίνει τοπικόν οίνον, ζύθον και τσίπουρον! Ο πρόεδρος πάει προς νερού του! Ο πρόεδρος κάνει μπάνιο! Ο πρόεδρος αφοδεύει! Ο πρόεδρος συνουσιάζεται εν πλω! Ο πρόεδρος χύνει μουγγανίζοντας! Ζήτω ο πρόεδρος!
Τον προβάλλουν. Τον υποστηρίζουν. Μήπως εκλεγεί, μήπως γίνει υπουργός, να τους τακτοποιήσει, να διοριστούν, να πιαστούν από την κρικέλα του κράτους.



samedi 18 mai 2019

Η νέα γενιά

Ο πατέρας μας νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Λαμίας. Πηγαίνουμε να τον δούμε ο αδερφός μου και τα παιδιά μου, όλοι μαζί με το δικό μου αυτοκίνητο και μόλις φθάνουμε στο νοσοκομείο δεν βρίσκω θέση για στάθμευση. Κάνουμε γύρους στη γειτονιά και τελικά αποφασίζω να σταθμεύσω κάθετα στο πεζοδρόμιο. Ο αδερφός μου είχε ήδη κατεβεί, πήγε να βρει το γιατρό να συζητήσει για την εξέλιξη της υγείας του πατέρα μας. Επιστρέφει στο αυτοκίνητο, μας λέει τι του είπε ο γιατρός : «Ο πατέρας μας την έχει άσχημα, του μένουν λίγοι μήνες ζωής.»
Κλαίω με λυγμούς και δάκρυα, μου είναι αδύνατον να οδηγήσω το όχημα για να επιστρέψουμε στο χωριό. Οδηγεί ο αδερφός μου και όταν φθάνουμε στο πατρικό μας σπίτι έχει νυχτώσει.
Μαζευὀμαστε να δειπνήσουμε και με έκπληξη βλέπω ότι δεν είμαστε στο ισόγειο στην κουζίνα, αλλά στο δυτικό δωμάτιο με τη βιβλιοθήκη όπου υπάρχει τώρα ένα μεγάλο τραπέζι μοναστηριού. Ο γιός μου Κωνσταντίνος κάθεται στη θέση του αρχηγού που κανονικά είναι η θέση μου αφού απουσιάζει ο πατέρας μας αλλά και όταν είναι παρών μου παραχωρεί τη θέση αυτή από τότε που ήμουν μικρός.
Σκέφτομαι πως πέρασαν τα χρόνια και τώρα παραχωρώ τη θέση του πατέρα στο γιό μου.
Εκείνη τη στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή του πατέρα μας. ΄Ελαβε εξιτήριο αργά το απόγευμα, ήρθε μόνος του μέσα στη νύχτα με ταξί. Θέλει να κατέβουμε να ανοίξουμε την εξώπορτα αλλά όταν κατεβαίνω στο ισόγειο έχει πάει στον κήπο και εισέρχεται στο σπίτι από τη μυστική καταπακτή. Τον βλέπω μετά στο διάδρομο, είναι γυμνός και σαν να βλέπω τον εαυτό μου σε καθρέφτη. Βάζει αλοιφή στον αριστερό του μηρό.
Μου λέει ότι η καταστασή του είναι δύσκολη. Ο γιατρός έγραψε τη διάγνωση στο βιβλιάριο υγείας. Το ανοίγω αμέσως και διαβάζω : Υπερβολικό άγχος.
Λέω : «΄Αμα είναι μόνο αυτό δεν τρέχει τίποτα, θα τα καταφέρεις»


mardi 26 février 2019

Γαρδίκι Ομιλαίων


Σαν να είναι ένα ορεινό καταφύγιο που μοιάζει με αγρόκτημα. Ταξιδεύω με το γιό μου Κωνσταντίνο ο οποίος δεν έχει άλλες αποσκευές εκτός από ένα καλάθι ὀπου μέσα είναι κλεισμένος ο γάτος μας ο «Ήλιος» που διαμαρτύρεται με μικρά κλαψιάρικα νιαουρίσματα. 
Η οικογέννεια των αγροτών δέχεται να μας φιλοξενήσει με τον όρο να συμμετάσχουμε στη λάντζα του εστιατορίου. Τότε αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για τουριστική αγροτική μονάδα με κοπάδια βοοειδών, αιγοπροβάτων και πουλερικών. Δεχόμαστε κι ενώ ο γιός μου μαζεύει τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα από τα τραπέζια εγώ πλένω τα σκεύη της κουζίνας τα οποία έχουν χρόνια γλίτσα και κόρα λέρας. Βρίσκω μια βούρτσα και με τον αφρό του απορρυπαντικού καταφέρνω να τα καθαρίσω γρήγορα και καλά. Πάνω στην ώρα φθάνει το λεωφορείο να φύγουμε αλλά βλέπω ότι ο γιός μου δεν έχει το καλάθι με το γάτο μας.
«Τον άφησα να παίξει με άλλες γάτες στην αυλή της διπλανής αγροικίας, λέει ο γιός μου, θα τον πάρουμε στην επιστροφή, μην ανησυχείς.»
Φοβάμαι μη χαθεί ο γάτος και σκέφτομαι τα χειρότερα επειδή δεν είναι μαθημένος να ζει ελεύθερος στην ύπαιθρο, απολαμβάνει μόνο την ελευθερία της φυλακής του που είναι το διαμέρισμά μας στο Παρίσι.
Το λεωφορείο σταματάει στο Γαρδίκι Ομιλαίων όπου κατεβαίνουμε. Ο γιός μου είναι τώρα ο αδερφός μου και είμαστε αμφότεροι σε εφηβική ηλικία. Βλέπω τον αδερφό μου να οδηγεί ένα μεγάλο φορτηγό Μερσεντές της δεκαετίας του πενήντα σαν αυτό που είχε ενοικιάσει ο πατέρας μας τον Μάϊο του 1960 για να μεταφέρει τους καλεσμένους στο γάμο του από το Άνυδρο στο Γαρδίκι. Το φορτηγό είναι σε έναν κατηφορικό δρόμο κι ένα τρακτέρ το τραβάει με συρματόσχοινο για να ελευθερωθεί ο χώρος στάθμευσης. Μετά το φορτηγό προχωράει στον κατήφορο και βλέπω το άγχος στο πρόσωπο του αδερφού μου γιατί δεν πιάνουν καλά τα φρένα, κι έρχεται αργά και κολλάει στο πίσω μέρος του λεωφορείου. Ο πατέρας μου κατεβαίνει από το φορτηγό, ήταν στη θέση του συνοδηγού, ντυμένος με το γαμπριάτικο κοστούμι του χωρίς γραβάτα. Θυμωμένος μου λέει :
«Δεν ντρέπεσαι να γλεντάς με την ξαδέρφη σου, όλη νύχτα δεν αφήσατε τη μάνα σου να κλείσει μάτι με τις κραυγές σας. Τι χάλια είναι αυτά;»
Ο νονός μου κατεβαίνει από την καρότσα του φορτηγού. Το κοστούμι του είναι σχεδόν λευκό από τη σκόνη. Έρχεται δίπλα στον πατέρα μου. Χαμογελαστός μου κλείνει συνωμοτικά το αριστερό του μάτι.
«Είναι οι ορμές πατέρα!», απαντώ και καθώς πηγαίνει προς την εκκλησία της Παναγίας τον ακολουθώ μέσα στο πολύχρωμο σκονισμένο πλήθος των καλεσμένων.


mercredi 13 février 2019

Cupidon

Τα βέλη αυτού του μικρού αγοριού να τα προσέχεις, κι έφηβος αν είσαι και ώριμος ανήρ και γέρων, (βλέπε τον Βουτσά), ακόμη κι ο θεός, (Ζεύς ή Δίας), την πάτησε πολλές φορές.


jeudi 7 février 2019

Θάνος Φωσκαρίνης : Πέραν Εκτός *

άνευ αριθμού
άτμητη γη, απεριόριστο κήτος
στρόβιλος άναρθρες σκιές
πανίσχυρες παρενθέσεις
η αχμή των ανθρώπων
τσακίζοντας κάθε ξένη γλώσσα
το γράμμα
ολοένα εις βάθος
όπου μη κλάμα
όπου δεν αίσθημα
παρά μόνο να τρέχει μάζα κοχλάζουσα
ή κάποτε αργοκίνητη μάζα κολλώδης
άνευ αριθμού καν απείρου
υποφέροντας
όπως πάντα
από κείνη την ανεξήγητη αύρα
που ακόμη τον σέρνει αμείωτη
εις το  άρρητο και εις τα μη καθοράν

*από τη συλλογή ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, Αθήνα 1994


jeudi 10 janvier 2019

Ο συνταγματάρχης Γαβρής

Την πρώτη φορά που είδα τον Γιώργο Γαβρή, αυτόν που θα ονόμαζα συνταγματάρχη τριάντα χρόνια αργότερα, ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό, με δυνατό ήλιο. 
Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου. Είχαμε πάει στην πλατεία ν΄αγοράσουμε ψάρια.
Πρώτα συναντήσαμε το δάσκαλο, είχε αναλάβει υπηρεσία εκείνη τη χρονιά.
΄Ηταν περίπου δέκα η ώρα, ο δάσκαλος συζητούσε, περί ανέμων και υδάτων, με τον παπά-Κώστα και κοινοτικούς παράγωντες δίπλα στο καφεπαντοπωλείο του Πολύμερου. 
Η μάνα μου χαιρέτησε το δάσκαλο με χειραψία, μετά αυτός έσκυψε μπροστά μου, με τσίμπησε ελαφρά στο μάγουλο και είπε :
-Του χρόνου θα έρθεις στο σχολείο! 
Τα λόγια του τα ερμήνευσα ως απειλή, είχα ακούσει για τον προηγούμενο δάσκαλο, ήταν φανατικός οπαδός των σωματικών τιμωριών ως της μόνης αποτελεσματικής μεθόδου διαπαιδαγωγήσεως των μαθητών.
Μετά μου έβγαλε και μου ξαναφόρεσε το καπέλο. Φορούσα ένα σχολικό πηλήκιο από τσόχα μπλέ μαρίν, δώρο μιάς εξαδέρφης της μητέρας μου, από τη Στυλίδα, της οποίας ο γιός μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο.
Ο δάσκαλος μουρμούρισε πως το πηλήκιο δεν ήταν υποχρεωτικό στο Δημοτικό, είχα ακόμη καιρό μέχρι να πάω στο Γυμνάσιο.
Ηταν κοντός, μελαχροινός, με φαλάκρα που προσπαθούσε να κρύψει, καλύπτοντας το κρανίο, με μιά τούφα μαλλιών που ο ελαφρός άνεμος την ανασήκωνε.
΄Εβλεπα το νέο δάσκαλο πρώτη φορά. Τον προηγούμενο τον είχα δει για πρώτη και τελευταία φορά την περασμένη ΄Ανοιξη, τέλη Μαΐου. Πηγαίναμε με τους αδερφούς Μακαρένκο και την μητέρα τους προς την τοποθεσία Καμπιά έξω από το χωριό. Οι μαθητές στην αυλή του σχολείου έπαιζαν φωνάζωντας, ενώ ο δάσκαλος πέρασε δίπλα μας με βιαστικό βήμα. Πήγαινε στην πλατεία. Η φαλάκρα του γιάλιζε κάτω από τον ήλιο του απογεύματος. ΄Ηταν ψηλός μελαχροινός, αδύνατος με λεπτό μουστάκι και καλοξυρισμένα μάγουλα. Τότε η μητέρα των Μακαρένκο μας μίλησε για τις βαρβαροτητές του, απειλώντας μας πως, «θα μας σιάξει αυτός όταν θα πέφταμε στα χέρια του», την επόμενη χρονιά.
Τη στιγμή που ο δάσκαλος μιλούσε για το σχολικό πηλήκιο, ο Γιώργος Γαβρής έφθασε με το τρίκυκλο. Ερχόταν από τη Στυλίδα. Πήγαινε κάθε μέρα, το πρωί, ν΄αγοράσει πάγο, εφημερίδες, τσιγάρα και προπαντός να δώσει πληροφορίες στην αστυνομία για τις κινήσεις των αμετανόητων κομμουνιστών και των μαθητών του Γυμνασίου.
΄Ηταν χονδρός και καβάλα στο μηχανάκι έμοιαζε με γορίλλα. Είχε την ίδια ηλικία με τη μάνα μου αλλά λόγω της άσωτης ζωής του φαινόταν πολύ μεγαλύτερος.
Μαρσάροντας το τρίκυκλο κατευθύνθηκε προς το σπίτι του στη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας, ενώ από το ηλεκτρόφωνο, στο μαγαζί του Δήμου, ακουγόταν το τραγούδι :

...στα ψηλά τα σκαλοπάτια όσες ανεβήκανε βρήκαν πλούτο μεγαλεία...



mercredi 2 janvier 2019

Γιάννης Θράπας. Αγιάτρευτη λευτεριά*

Κι ας βρίσκεσαι σ΄ένα φάρο που δεν ακούει
το βρόχγησμα των καραβιών
αργοπεθαίνεις μεσ΄στην αλμύρα των τη νόθα και σιωπηλή
Ακούγοντας για άλλη μιά φορά τους αετούς
-που σκύβουν απ΄τα ουράνια-
για να μαντέψουν πως τελειώνει της ζωής το δικό τους κουράγιο.
Όταν στα φτερά τους κουβαλούν
μιά αγιάτρευτη λευτεριά από στερήσεις.

*Πρώτη δημοσίευση


lundi 26 novembre 2018

Οι αφίσες

Σαν να είμαι με τους αντάρτες στα βουνά και κατεβαίνουμε στις πλαγιές του όρους ΄Ορθρυς.
«Νικήσαμε, νικήσαμε», φωνάζουν ορισμένοι και με χαρούμενες φωνές σαλτάρουν ένας-ένας στο φαράγγι δυτικά του Ανύδρου δίπλα στο χωράφι μας στα Σχοίνα.
Σαλτάρω κι εγώ μαζί τους και τρέχοντας, μέσα στον ασημένιο ελαιώνα, κάτω από το φως της σελήνης, φθάνουμε με την ρόδινη αυγή στην κεντρική πλατεία, λίγο πριν αρχίσει η παρέλαση για τον εορτασμό της εθνικής εορτής. Οι μαθητές των σχολείων γιορτάζουν τη νίκη μας.
Στις βιτρίνες των καταστημάτων είναι αναρτημένες αφίσες με το κομμένο κεφάλι του Θανάση Κλάρα. Τα νεαρά μέλη του κόμματος τρέχουν και τις ξεσκίζουν.


dimanche 28 octobre 2018

H επιθυμία της μητέρας στο διήγημα «Το λουτρό» του Μένη Κουμανταρέα. *


Στο διήγημα «Το λουτρό» που είναι το δεύτερο της συλλογής «Τα μηχανάκια»1, ο συγγραφέας περιγράφει τις σχέσεις μιας πυρηνικής οικογένειας η οποία παρουσιάζεται ως η παραδοσιακή τριάδα, πατέρας, μητέρα και γιός. Σε μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση το κύριο θέμα του διηγήματος φαίνεται να είναι η υπερπροστατευτική καταπιεστική σχέση της μητέρας προς το γιό που ετοιμάζεται να αναχωρήσει για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και η επιτυχημένη προσπάθεια του να απελευθερωθεί από τη δυναστεία της μητέρας του.
Από ψυχοπαθολογική άποψη η συμπεριφορά της μητέρας και τα συμπτώματα που περιγράφει ο συγγραφέας μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αντιδραστικής φύσεως διπολική διαταραχή του συναισθήματος.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται γύρω από τη συμπεριφορά και τη δυσκολία της μητέρας να παραδεχτεί το ότι ο γιος της μεγάλωσε και δεν είναι πλέον το μωρό που της αρέσει να βλέπει πάλι και πάλι στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της παιδικής του ηλικίας.
Τα δρώμενα αναφέρονται στη δυνατή σχέση μεταξύ μητέρας, (Αντωνία) και του γιού, (Χαράλαμπος). Για τον πατέρα ο συγγραφέας αναφέρει ότι υπήρξε κάποτε ναυτικός, είναι ένας γέρος παραμερισμένος στη γωνιά, σιωπηλός, δεν παρουσιάζει κανένα σεξουαλικό ενδιαφέρον για τη μητέρα. Κι ενώ το κείμενο δεν το αναφέρει σε κανένα σημείο, δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι είναι ανάπηρος, σαν να είναι ζωντανός νεκρός.

Η μάνα περιγράφεται ως «στητή, κοτσανάτη, αρυτίδωτη, με μια κοιλιά που ξεφώνιζε από ευφορία...»

«Με τα μάτια της, μαύρα ακατέργαστα διαμάντια, έλαμπαν από σκοτεινή αγάπη.»

Όσο διαρκούν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση του γιού η μάνα βρίσκεται σε υπομανιακή κατάσταση, αναλαμβάνει τα πάντα, από το να ετοιμάσει τη βαλίτσα του μέχρι να του πλύνει τα δόντια σαν να ήταν ο Χαράλαμπος μωρό.
Με την αναχώρηση του γιού η μητέρα εισέρχεται σε μια καταθλιπτική περίοδο.

«η μάνα μέσα στο άδειο σπίτι γυρόφερνε με το ξεχειλωμένο μισοφόρι της, αχτένιστη, αφτιασίδωτη, άπλυτη, ίδια η απελπισία. Γύρω της τα κατσαρόλια στοιβάζονταν λόφοι από γλίτσα και καμένο βούτυρο κι η κνίσα σούμπηγε το κεντρί της στα ρουθούνια. Τα ρούχα άστρωτα, τα φορέματα ασιδέρωτα, οι κάλτσες αμαντάριστες, τα έπιπλα θαμμένα σε προϊστορική σκόνη που οι αράχνες ξεθαρρεμένες τύλιγαν με κουκούλι κεντημένο μύγες.»

«Κοιμόταν λίγο ή καθόλου. Το σαράκι αντίς να την τρώει την έτρεφε - είχε γίνει δυό φορές πιο παχιά.»

«Η μάνα πεσμένη σαν τη λεχώνα στο κρεβάτι, ανάσκελα, γυμνή, ξεφύλιζε με τα μάτια το ημερολόγιο του τοίχου.»

Και μόνο οι φωτογραφίες του γιού της μωρού και τα μωρουδίστικα ρούχα που τα είχε φυλαγμένα είκοσι χρόνια μετά, ενίσχυαν την αναμνηστική της νοσταλγία.
Όταν ο γιός επιστρέφει στο αγρόκτημα, με σαρανταοκτάωρη άδεια, η μάνα βγαίνει από την κατάθλιψη και ξαναβρίσκει την υπομανιακή της δραστηριότητα. Απαγορεύει στο γιό της το κάπνισμα, τον αναγκάζει να πλυθεί, θέλει να τον πλύνει η ίδια και τότε ανακαλύπτει ότι το μωρό, που η ίδια το ήθελε μωρό για πάντα, έγινε άνδρας τριχωτός με πέος και όρχεις. Η μάνα παθαίνει μια κρίση οξείας μορφής και μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντονου ερωτισμού ο γιός αντιδρά σαν ένας σύγχρονος απελευθερωμένος αντι-οιδίποδας που έχει τη δυνατότητα επιλογής.

«Την πρόφτασε έξω από το δωμάτιό του και στην προσπάθεια του να την συγκρατήσει της ξέσχισε μια λουρίδα φουστάνι. Ένα κομμάτι μαραμένης μα στητής σάρκας ήρθε να πέσει μπροστά του. Τα μάτια του το δέχτηκαν σαν πεινασμένο σκυλί. Κι όπως οι φωνές της πλήθαιναν και κολλούσαν πάνω στο υγρό τείχος της ζέστης, στην αρχή θέλησε να της φράξει το στόμα κι όπως σύγκορμη σπαρταρούσε στα χέρια του, ανοίγοντας διάπλατη την πόρτα της κάμαρης του, την πέταξε πάνω στο κρεβάτι κι ύστερα βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα, βάνοντας και το κλειδί στην τσέπη.»

Το ερώτημα που θέτει ο αναγνώστης για την συμπεριφορά της μητέρας στο «λουτρό» είναι ποιό μπορεί να είναι το κίνητρο αυτής της διπλής συμπεριφοράς. Όταν ο γιός είναι παρών η μητέρα βρίσκεται σε οξεία κρίση αναταραχής και όταν απουσιάζει χάνει όλη της την ενέργεια και εισέρχεται σε καταθλιπτική κατάσταση. 
Είναι σημαντικό να σημειωθεί η έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για τον σύζυγό της ο οποίος όπως είπαμε είναι παραμερισμένος και σχεδόν ανύπαρκτος.

Η συμπεριφορά σαν αυτή της μητέρας του «λουτρού» που βρίσκεται στην ηλικία της εμμηνόπαυσης και σε κατάσταση κρίσης στο μέσον της ζωής, έχει περιγραφεί ως σύμπλεγμα της Ιοκάστης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ψυχαναλυτικής θεωρίας, (H. Deutsch 1944)2, «το ερωτικό αντικείμενο της γυναίκας σε αυτή την ηλικία είναι ο γιός, πρόκειται για έναν νέο μύθο του Οιδίποδα. Και όπως οι αιμομικτικές φαντασιώσεις είναι απαράδεκτες, βλέπουμε να αναδύεται, σε ένα ορισμένο αριθμό γυναικών, μια μάχη εναντίον κάθε σεξουαλικής φαντασίωσης.Το σύνολο που σχηματίζεται από τη φαντασίωση της επιθυμίας και τους ιδιαίτερους μηχανισμούς που την εμποδίζουν να αναδυθεί είναι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης. 3 »

Ορισμένες γυναίκες που βρίσκονται σε κρίση στο μέσον της ζωής παραμελούν τη σεξουαλική τους ζωή και εκδηλώνουν έντονη αναταραχή εάν έχουν γιό που οδεύει προς την ανδρική ηλικία ή στο περιβάλλον τους βρίσκεται νέος άνδρας.

Ο Κουμανταρέας στο διήγημά του μας δίνει στοιχεία που μας επιτρέπουν να κάνουμε την υπόθεση αιμομικτικής απωθημένης επιθυμίας από την πλευρά της μητέρας για το γιό της.
Από την γέννηση του παιδιού η μάνα έχει κάνει τέτοια επένδυση αγάπης που έχει σχέση με αυτό που περιγράφεται ως επιθυμία του φαλλού4, (ο φαλλός ως σύμβολο εξουσίας και γονιμότητος). Άλλωστε στο διήγημα η Αντωνία έχει όλα τα χαρακτηριστικά φαλλικής γυναίκας.
Η κρίση της μητέρας εκδηλώνεται όταν καταλαβαίνει ότι ο γιός είναι άνδρας σε ηλικία που μπορεί να έχει σεξουαλικές σχέσεις. Στον ψυχισμό της μητέρας προκαλείται μια απαράδεκτη σύγκρουση, εξ αιτίας της ασύνειδης αιμομικτικής επιθυμίας, που προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με τις φωτογραφίες της παιδικής ηλικίας και τα μωρουδίστικα ρούχα του γιού της, ρούχα που τα έχει κρατήσει και τα συντηρεί με θρησκευτική ευλάβεια.

Ο Jacques LACAN στο σχόλιό του για την τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή5 δηλώνει ότι η επιθυμία της μητέρας, (Ιοκάστη), είναι επιθυμία ζωής και θανάτου.
Στις διαφορετικές εκδοχές του μύθου των Λαβδακιδών, απ’ όπου ο Φρόιντ εμπνεύστηκε το σύμπλεγμα του Οιδίποδα και οι επίγονοι το σύμπλεγμα της Ιοκάστης, όσο και στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους τύραννος, η Ιοκάστη παρουσιάζεται να γνωρίζει την τιμωρία που επιβάλλει ο θεός στο Λάϊο για την αποπλάνηση του Χρύσσιπου. Είναι αυτή, η Ιοκάστη, που θα δράσει ώστε ο πατέρας Λάιος και ο γιός Οιδίποδας να οδηγηθούν στο θάνατο. Βέβαια ο Οιδίποδας θα σωθεί για να εκπληρωθεί στη συνέχεια ο χρησμός έτσι ώστε ο γιός να φονεύσει τον πατέρα και να έρθει σε γάμο με τη μητέρα ως νέος βασιλιάς.

Στο λουτρό η επιθυμία της μητέρας είναι επιθυμία ζωής αφού η μητέρα είναι η αρχή της ζωής, αλλά συγχρόνως η επιθυμία της είναι επιθυμία θανάτου και αυτό το καταλαβαίνουμε από την διπλή συμπεριφορά, (αναταραχή-κατάθλιψη) που φανερώνει αιμομικτική επιθυμία και από την νοσταλγική της επιθυμία να ήταν το παιδί της για πάντα μωρό.

Ο Κουμανταρέας μας παρουσιάζει το θέμα ενός πανάρχαιου μύθου που είναι ένα από τα θεμέλια του πολιτισμού. Το θέμα αυτό επανέρχεται στην πεζογραφία του Κουμανταρέα κυρίως στα κείμενα όπως «Η κυρία Κούλα»6, όπου μία γυναίκα, των βορείων προαστείων, στην ηλικία της κλημακτηρίου, συνάπτει σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό φοιτητή που θα μπορούσε να ήταν ο γιός της, στο κείμενο «Η φανέλα με το εννιά»7 η μεσήλιξ σύζυγος του προπονητή από το Βόλο συνουσιάζεται με τον νεαρό ποδοσφαιριστή και στο «Δύο φορές Έλληνας»8 πάλι η μεσήλιξ σύζυγος του διορθωτή διατηρεί κρυφή σεξουαλική σχέση με ένα νεαρό αλφαμίτη.
Κατά τη γνώμη μου «Το Λουτρό» είναι από τα καλύτερα κείμενα του συγγραφέα και ένα από τα πιο σημαντικά διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

                                Κώστας Αλεξόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μένη Κουμανταρέα. Τα Μηχανάκια. Εκδόσεις Κέδρος 1986. Α΄έκδοση "ΦΕΞΗΣ" 1962.

2. H. Deutsch (1944). La psychologie des femmes : étude psychanalytique. Paris PUF, 1967, vol. II. pages 391- 418.

3. Marie-Christine Laznik. Le troisième temps de l'Œdipe chez une femme, (le complexe de Jocaste), in REVUE FRANCAISE DE PSYCHANALYSE 2005/4, (vol. 69), pages 993 - 1011, PUF

4. J. Laplanche et J. -B. Pontalis, Vocabulaire de la psychanalyse PUF 1967, pages 311 - 312.

5. J. Lacan; LE SEMINAIRE livre VII. L'éthique de la psychanalyse. SEUIL 1986. Pages 283 - 333 : L'ESSENCE DE LA TRAGEDIE Un commentaire de l'Antigone de Sophocle.

6. Μένη Κουμανταρέα. Η κυρία Κούλα. Εκδόσεις Κέδρος 1977.

7. Μένη Κουμανταρέα. Η φανέλα με το εννιά. Εκδόσεις Κέδρος 1986.

8. Μένη Κουμανταρέα. Δύο φορές Έλληνας. Εκδόσεις Κέδρος 2001.

*Πρώτη δημοσίευση στο Περιδικό Οδός Πανός, Τεύχος 175, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017



jeudi 18 octobre 2018

Παρέλαση

Έξι μήνες αφ΄ότου πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρικό τμήμα έπαιρνε τα φαρμακά του και πήγαινε να τον βλέπει ο ψυχίατρος σε προγραμματισμένα ραντεβού. Φρόντιζε την ανάπηρη μητέρα του και ζούσαν ήσυχα με τα δύο επιδόματα αναπηρίας.
Με τον ερχομό της ανοίξεως σταμάτησε προοδευτικά τα φάρμακα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.
Την ημέρα της εθνικής εορτής άκουσε εκ νέου τη φωνή του αιωνίου πατρός που τον προέτρεψε να πάει να σταθεί έμπροσθεν του καταστήματος της ελβετικής εταιρείας Omega, γιατί ωμέγα είναι το τέλος, και είναι στον αριθμό 93 της ωραιότερης λεωφόρου του κόσμου, αριθμός που αντιστοιχεί στον νομό του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου που ως πρώτος επίσκοπος της πόλης των Παρισίων όταν τον αποκεφάλισαν οι Ρωμαίοι πήρε ανά χείρας την κομμένη κεφαλή του και περπατώντας έφτασε  ως εκεί που βρίσκεται τώρα ο καθεδρικός ναός βασιλικού ρυθμού με τους τάφους των βασιλέων.
Περίμενε, στος ύψος αυτό της λεωφόρου, μέσα στο πολύχρωμο πλήθος των πολιτών και όταν άρχισε η παρέλαση ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν όλοι με ενθουσιασμό.
Μόλις έφτασαν οι δυνάμεις των πεζοναυτών η φωνή του αιωνίου πατρός του ψυθίρισε στο δεξιό αυτί του ότι τώρα ήταν η στιγμή. Πέταξε μιά άδεια πλαστική φιάλη ύδατος κατακέφαλα στον οδηγό του οχήματος και μέσα στη σύγχυση που δημιουργήθηκε από την πράξη του, σάλταρε τον κινητό φράχτη της αστυνομίας και πήδηξε μέσα στο φουσκωτό σκάφος με την ελπίδα να τον σκοτώσουν αμέσως γιατί πίστευε στην μετενσάρκωση και ήταν βέβαιος ότι την τρίτη ημέρα επρόκειτο ν΄αναστηθεί μετά δόξης εκ του τάφου για ν΄ανέβει εκ δεξιών του πατρός.
Αντ΄αυτού ο συνταγματάρχης των πεζοναυτών αφού τον πήρε από το χέρι, σαν να ήταν παιδάκι του νηπιαγωγείου, τον οδήγησε στο ασθενοφόρο που έφτασε αμέσως με την σειρήνα του να ουρλιάζει.





vendredi 28 septembre 2018

Didier

Δεν ξέρω που το βρήκα το τρακτέρ αλλά τώρα οδηγώ ένα κόκκινο παλιό και λίγο σκουριασμένο. Φεύγω από το χωριό και στο δρόμο κάτω από το σχολείο επιταχύνω και προσπερνώ άλλα τρακτέρ που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Μετά στρίβω δεξιά και παίρνω το δρόμο προς το Παλιούρι. Είναι ακόμη χωματόδρομος και καθώς το τρακτέρ προχωρεί στον κατήφορο βλέπω ότι δεν έχει τιμόνι. Το τιμόνι είναι μέσα σε ένα σακκίδιο πίσω από τη θέση του οδηγού. Το αρπάζω με μιά σίγουρη κίνηση και το βάζω στη θέση του. Βγάζω από την τσέπη μου έναν μαύρο στρατιωτικό σουγιά και το βιδώνω σταθεροποιώντας το. Είμαι ήδη στο ρέμα στην τοποθεσία Σχοίνα όταν βλέπω πίσω μου ένα άλλο τρακτέρ όμοιο με το δικό μου. Το οδηγεί ένας νεαρός αγρότης. Με ρωτάει με δυνατή φωνή τι είδους ιεροτελεστία ταιριάζει για μνημόσυνο για έναν νεαρό που αυτοκτόνησε με απαγχονισμό. Τον ρωτάω για ποιόν πρόκειται και μου απαντάει ότι τον έλεγαν Julien Emile Didier. Τότε εγώ θυμάμαι τον Didier B. Είχε πεθάνει στο Παρίσι το 1997 μετά από υπερβολική χρήση οινοπνεύματος και φαρμάκων με Μπενζοδιαζεπίνη. Μέχρι τότε ζούσε με άλλους περιθωριακούς στο δρόμο ή σε  παράνομα κατηλλημένα κτίρια. Τον πρόσεχαν οι άλλοι και όταν έπεφτε σε κώμα καλούσαν τις πρώτες βοήθειες. Θυμάμαι που μου έλεγε ότι έπινε πολύ και έπαιρνε ναρκωτικά και φάρμακα γιατί δεν μπορούσε ν΄αντέξει την πραγματικότητα και τη βαρβαρότητα της ζωής. Θυμόταν πάντα τη μητέρα του μικρός, όταν έπεσε από την εσωτερική σκάλα και πέθανε αμέσως, δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ατύχημα ή αν την έσπρωξε ο πατέρας του μετά από καυγά. Τον μεγάλωσε η γιαγιά του και μόλις πέθανε ο πατέρας του έζησε, με τα χρήματα της κληρονομιάς, τρεις μήνες σαν Σατράπης συντροφιά με μια Λούλα που του πουλούσε έρωτα άλλά τον άφησε μόλις δεν είχε μία. Έτσι κατάντησε κλοσάρ, ζούσε από τη ζητιανιά και το ελάχιστο εισόδημα επανένταξης.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί εκείνη τη χρονιά έδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο, ήθελαν να διαθέσουν όλες τις πιστώσεις του υπουργείου κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι βρήκαν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έπεισαν τον  Didier να δεχτεί να υπογράψει ένα συμβόλαιο κοινωνικής επανένταξης. Πέθανε από υπερβολική κατανάλωση ψυχοτρόπων φαρμάκων με αλκοόλ την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σε ηλικία τριάνταπέντε χρονών, μόνος και αβοήθητος.



jeudi 23 août 2018

Ο γκρεμός και το ρέμα.

Δεκέμβριος 1973. Πηγαίνουν στο καφενείο του Τσιάπα. ΄Εχουν τηλεφωνική συνδιάλεξη. 
Είναι το μοναδικό τηλέφωνο στο χωριό. Κάποιος τους έκανε κλήση. Ο Τσιάπας βγήκε στο ύψωμα, φώναξε με τη βροντερή φωνή του : «Να ΄ρθείτε στο τηλέφωνο, τάδε ώρα.»
Η κλήση είναι για τον πατέρα τους, όμως λείπει στα χωράφια, στα γίδια ή σε εμπορικές δραστηριότητες. Η μάνα τους τον αντικαθιστά.Την συνοδεύουν τα δύο αγόρια.  
Φθάνοντας στο μαγαζί βλέπουν τους μόνιμους πελάτες, ουζαρίζουν τρώγοντας σταφιδοστράγαλα. 
Ο πρώην πρόεδρος της κοινότητος που τον έπαψε η Χούντα. 
Ο συνταγματάρχης Γιώργος Γαβρής, πίνει ρετσίνα κατ΄ευθείαν από το μπουκάλι. 
Ο Κάνουρας, αγκαλιά με το κλαρίνο.
Δίπλα στο τηλέφωνο κάθονται γυναίκες αγροτοποιμένων με τα παιδιά τους. 
Οι χωροφύλακες φθάνουν με ένα λευκό τζιπ, πίνουν ούζο όρθιοι, ρίχνουν τα σταφιδοστράγαλα στο στόμα τους από απόσταση σαν να σημαδεύουν καλάθι του μπάσκετ.
Οι ζωέμποροι πίνουν κονιάκ και καπνίζουν πούρα.
Η δεύτερη γυναίκα του Τσιάπα, περασμένα τα εξήντα, κούτσα-κούτσα, σερβίρει ούζο, μπύρα, κρασί, σταφιδοστράγαλα και αναψυκτικά.
Τα πρόσφατα γεγονότα του Πολυτεχνείου δίνουν αφορμή για συζήτηση : 
Τα εγκλήματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Οι χιλιάδες νεκροί. Το πείσμα των αριστερών να καταλάβουν την εξουσία. Ο φοβερός κίνδυνος ενός νέου εθνικού διχασμού. 

Η δεύτερη γυναίκα του Τσιάπα αφηγείται :

΄Οταν ο Τσιάπας νυμφεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του ο Εμφύλιος είχε τελειώσει στο χωριό μας. Οι μάχες γίνονταν ακόμη στα υψηλότερα σημεία του όρους ΄Ορθρυς. Οι Κομμουνιστές ήταν σε μειονεκτική θέση. Ο τακτικός Εθνικός Στρατός, με τη βοήθεια ατάκτων των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου, απώθησε τους αντάρτες προς τα βουνά της Γούρας. Ο άμαχος πληθυσμός επέστρεψε στο ΄Ανυδρο.
Η γυναίκα του Τσιάπα κράταγε το μαγαζί. Ο Τσιάπας, που την πρώτη του γυναίκα την σκότωσαν κατά λάθος οι αντάρτες, κυνηγούσε τους αριστερούς, έσφαζε, βίαζε, βασάνιζε, τυφλός από επιθυμία για εκδίκηση, αιμοβόρος, μνησίκακος, αιμοσταγής. 
΄Ηταν απόγευμα, τέλη Μαΐου, όταν ένα ανδρόγυνο εμφανίστηκε στο μαγαζί. ΄Ηταν νέοι, αντάρτες, εικοσάρηδες. Η γυναίκα τρόμαξε, ήταν και οι δυό τους οπλισμένοι. Της είπαν να μη φοβάται, δε θα της έκαναν κακό, ήθελαν μόνο να πλυθούν, κάτι να φάνε, λίγο να αναπαυθούν και μετά είχαν σκοπό να παρουσιαστούν στη Στυλίδα, να παραδοθούν, να δηλώσουν μετάνοια, να περάσουν απέναντι, να γυρίσουν στον τόπο τους, δεν είχαν τίποτα αυτοί, τους είχαν επιστρατεύσει παρά τη θελησή τους, ήταν αγροτοποιμένες από τα χωριά του Παρνασσού.
Τους ζέστανε νερό, τους έδωσε σαπούνι. Τηγάνησε αυγά με γίδινο τυρί, τους έβαλε να πιούν κόκκινο κρασί. ΄Ηταν αδύνατοι, κοκαλιάρηδες, από τις κακουχίες και τη σκληρή ζωή του βουνού. Για να κοιμηθούν τους έστρωσε το κρεβάτι με λευκά σεντόνια, τα προικιά της. 
Τρώγοντας της μίλησαν για τις ταλαιπωρίες που έζησαν στο αντάρτικο :  Πείνα, δίψα, κρύο,  αϋπνία και οι ψεύτικες υποσχέσεις των καθοδηγητών για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Κατάφεραν, επωφελούμενοι από τη σκόνη και τους καπνούς της μάχης, να γλιστρήσουν έρπωντας και να κρυφτούν στο Κακόρεμα. ΄Οταν  έγινε ησυχία πήραν τα γιδόστρατα κι έφτασαν στο χωριό.
Μετά κλείστηκαν στο δωμάτιο. ΄Ακουσε τα τριξίματα του κρεβατιού και τα ανακραυγάσματα ανάμεσα σε γογγυσμούς.
«Ντροπή, δεν ήταν νόμιμο ανδρόγυνο, αλλά έτσι είναι αυτοί, δε σέβονται της θρησκείας τα μυστήρια.»
Ξύπνησαν αργά το απόγευμα, ήθελαν να προλάβουν τη δύση του ηλίου, να φθάσουν στη Στυλίδα πριν νυχτώσει. Τα όπλα τα άφησαν στο δωμάτιο. ΄Εφυγαν πιασμένοι χέρι-χέρι.

Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Τσιάπας έφθασε στο μαγαζί του με ένα κοπάδι ατάκτους, τους είχε υπό τας διαταγάς του. Είχε στον ώμο του ένα σακκί απ΄όπου έσταζαν σταγόνες αίματος.
«Βγάλαμε το μεροκάματο για σήμερα», είπε στη γυναίκα του, καθώς άφησε το σακκί να πέσει στο πάτωμα.
Αφηγήθηκε πως συνέλαβαν τα δύο ανταρτόπουλα, στο γεφύρι του Τρακαδάρη. Μοσχομύριζαν σαπούνι σαν νεόνυμφοι.
«Θα πάω τα κεφάλια τους αύριο στους Εγγλέζους, δυό λίρες στον κουμπαρά», ψιθύρισε στο αυτί της γυναίκας του, καθώς την έσπρωχνε σταθερά, από τους ώμους. 
Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο, ενώ οι άτακτοι συντροφοί του ουζάριζαν, τρώγοντας σταφιδοστράγαλα, τραγουδώντας ψευτορεμπέτικα τραγούδια της παρακμής : 

«Τώρα θάλασσα και πεύκο, τρέλες και φιλιά,
και του έρωτα φωλίτσα στην ακρογιαλιά.
Φυσάει ο Μπάτης, φυσάει τ΄αγέρι,
Τρελλό μικρό μου, γλυκό μου ταίρι.»

Αργά τη νύχτα η γυναίκα του Τσιάπα σηκώθηκε, κι ενώ οι άτακτοι ροχάλιζαν μέσα σε βαθύ μεθύσι, άλλοι στο πάτωμα και άλλοι σε καρέκλες, πήγε με το φανάρι ελαίου, άνοιξε το σακκί, κοίταξε τα δυό κεφάλια. Είχαν πρόσωπα χαμογελαστά, σαν να ήταν ακόμη κάτω από την ορμή της ηδονής.