samedi 9 avril 2016

Το φυλαχτό

΄Εφηβος στο Γυμνάσιο. Είμαι στα αποδυτήρια και η καθηγήτρια μαθηματικών, κάνει τώρα χρέη γυμνάστριας, μας μοιράζει τις στολές του ειδικού τμήματος αλεξιπτωτιστών. Θα συμμετάσχουμε σε μιά αποστολή υψηλού κινδύνου σε εχθρικό έδαφος για την απελευθέρωση των ομήρων. Ρωτώ την καθηγήτρια που είναι οι άλλες στολές για τη δική μας διμοιρία; Νευριασμένη μου πετά ένα σάκκο που περιέχει πτερύγια, πρέπει να τα φορέσουμε στα κάτω και στα άνω άκρα.
Τότε μπαίνει στα αποδυτήρια ο πατέρας μου, φανερά συγκινημένος με ασπάζεται και μου δίνει μιά μικρή δερμάτινη θήκη. Περιέχει ένα οικογενειακό φυλαχτό. Του το είχε δώσει ο πατέρας του όταν  το 1948 έφυγε κληρωτός στις τάξεις του Εθνικού Στρατού. Ο παπούς το είχε λάβει από τον πατέρα του προτού φύγει στην Μικρασιατική εκστρατεία.
Το βάζω στην αριστερή τσέπη της στολής, στο μέρος της καρδιάς.
Η καθηγήτρια δίνει το παράγγελμα και καθώς μιά κίτρινη λάμπα αναβοσβήνει, ανοίγει την πόρτα του αεροπλάνου. ΄Ενας-ένας οι μαχητές σαλτάρουμε στο κενό, πετάμε, σε ελεύθερη πτήση, σαν αετοί.


mercredi 9 mars 2016

FRACTAL


Διήγημα: «Η πρόσβαση»


Του Κώστα Αλεξόπουλου // * 

f1

Παρίσι. Φθάνω νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα στην αίθουσα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στην δεξιά όχθη του Σηκουάνα. Είμαι καλεσμένος σε μιά στρογγυλή τράπεζα, πρόκειται για ημερίδα της ελληνικής πρεσβείας με θέμα: «Η πρόσβαση στην ηδονή».
Αποφασίζω να πάω βόλτα στις όχθες του ποταμού περιμένοντας την ανατολή του ηλίου.
Είμαι απέναντι από τη νήσο του Άστεως και καθώς οι ακτίνες του ηλίου φωτίζουν τα γύρω κτίρια τα ποταμόπλοια γεμάτα τουρίστες περνούν με χαρούμενα σφυρίγματα.
Το ποτάμι μοιάζει με θάλασσα όταν βλέπω την κόρη του παπά στην εφηβεία της, στρουμπουλή αλλά σβέλτη, ανεβαίνει τα σκαλιά προς το Τροκαντερό και χαρούμενη που με συναντά μου λέει πως ήρθε για το συμπόσιο της πρεσβείας αλλά τώρα θέλει κάτι να φάει, ξύπνησε αργά και δεν πρόλαβε να πάρει το πρωινό της στο ξενοδοχείο. Αναφέρει ένα αραβικό μπακάλικο δίπλα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, εκεί μπορούμε ν’ αγοράσουμε ξηρούς καρπούς.
«Αυτά παχαίνουν, είναι πολύ αλμυρά», της λέω εγώ, «πρέπει ν’ αδυνατήσω, ζυγίζω ενενήντα δύο κιλά, δεν πάει άλλο».
Απέναντι μπροστά στο παλάτι του Τόκυο βλέπουμε δύο τσιγγάνες, καθισμένες οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, ζητιανεύουν με τα μωρά στην αγκαλιά. Η μία είναι η κόρη του παπά, τώρα ώριμη σαραντάρα με τα μεγάλα, σαν καρπούζια του καλοκαιριού, βυζιά της εκτεθειμένα σε κοινή θέα, οι θηλές ερεθισμένες, σε απόλυτη στύση, από το βύζαγμα του μωρού που αφήνει ηδονικές κραυγές ικανοποιημένο και κουνώντας τα χεράκια του δίνει χαϊδευτικές γροθιές στο πρόσωπο της μάνας του.
Όταν φθάνω στην αίθουσα του ξενοδοχείου σαν να είναι θάλαμος νοσοκομείου σε γενική επιστράτευση. Υπάρχει κίνδυνος βομβαρδισμού. Το προσωπικό σπρώχνει τους ασθενείς στις σκάλες, στους ανελκυστήρες, στις εξόδους κινδύνου.
Προχωρώ αντίθετα στο ρεύμα των εξερχομένων. Πρέπει να φτάσω στο γραφείο μου να πάρω ένα μεταλλικό κουτί μικροσκοπικών διαστάσεων. Περιέχει ένα μυστικό για την εθνική μας ασφάλεια.

* Ο Κώστας Αλεξόπουλος (Λαμία 1961) είναι  κλινικός ψυχολόγος, ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Τελευταίο βιβλίο, «Τα Πινάκια της Επιδαύρου», Εκδόσεις Τόπος 2014.

vendredi 4 mars 2016

ΣΜΟΚΙΝ

Είκοσι-εννέα χρονών λαμβάνω το πτυχίο μου από τα χέρια του Πρύτανη ενώ τον ακούω που με συγχαίρει για τη μεθοδολογία της έρευνας. Τα λόγια του καλύπτονται από τα χειροκροτήματα των συγγενών και των φίλων.
Επιστρέφω στο σπίτι μου κατάκοπος.
Έρχεται ο παιδικός μου φίλος Θάνος Φωσκαρίνης. Χαρούμενος και με συγκίνηση λέει ότι είναι ιδιαίτερα ευτυχής που βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να μου προσφέρει, πρώτος αυτός, τη στολή του διευθυντή ορχήστρας. Είναι βέβαιος πως θα μου πηγαίνει πολύ τώρα που κούρεψα τα μαλλιά μου πολύ κοντά σαν βούρτσα. 
Πρόκειται για ένα μαύρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο και λευκό μεταξωτό παπιγιόν.
Το πρωί ξυπνώ και καθώς ξυρίζομαι αναρωτιέμαι τι να σημαίνει αυτό το παράξενο όνειρο.
Πηγαίνω στο δωματιό μου να ντυθώ και βλέπω στην κρεμάστρα το μαύρο σμόκιν. Το φορώ και σκέφτομαι με ενοχές ότι ενώ κατάγομαι από οικογένεια μουσικών δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω μουσική αλλά σπούδασα τις συγκινήσεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων.
Στην έξοδο της πολυκατοικίας με περιμένει μια μαύρη Μερσεντές. Ο οδηγός ανοίγει την πόρτα του οχήματος.
«Κατ΄ευθείαν στην Όπερα Bastille κύριε;» Με ρωτάει.
«Έτσι ακριβώς», του απαντώ και κάθομαι πίσω δεξιά.


samedi 13 février 2016

Γέννηση

Το κέντρο διακοπών σαν να είναι στην παραλία της ιταλικής πόλεως Ortona. Η μάνα μου έγκυος και την πιάνουν οι πόνοι. Αλλά δεν μπορεί να γεννήσει κανονικά, πρέπει να γίνει καισαρική τομή. Αναλαμβάνω καθήκοντα χειρούργου μαιευτήρα ενώ δεν έχω ιδέα πως γίνονται αυτά. ΄Ομως με βλέπω, ψύχραιμος σαν χασάπης, να κλείνω με ένα συρραπτικό μηχάνημα, που έχει χάλκινες αγγράφες, την τομή στην κοιλιά της μάνας μου απ΄όπου δεν τρέχει αίμα και σαν να είναι το δέρμα της ευλύγιστο πλαστικό, συγχρόνως αναρωτιέμαι εάν οι αγγράφες είναι αποστειρωμένες και πως ένας κανονικός χειρούργος θα χρησιμοποιούσε αντισηπτικό ιοδιούχο υγρό τύπου Betadine.
Μετά παίρνω στα  χέρια μου το μωρό να πάω να το πλύνω. Είναι ένα στρουμπουλό χαμογελαστό μωρό που μου κλείνει το αριστερό του ματάκι με πονηριά. Και τότε αντιλαμβάνομαι πως είμαι εγώ ο ίδιος, μόλις γεννήθηκα στη Λαμία, ημέρα Δευτέρα, πέντε η ώρα το πρωί, ενώ τώρα ανατέλλει ο ήλιος και βλέπω τις ακτίνες του να ζεσταίνουν γύρω τριγύρω τα κτίρια της γειτονιάς.

mercredi 13 janvier 2016

Πρωτελευταίος σταθμός

Επειδή βήχω εδώ και δυό μέρες ασταμάτητα πίνω μια κουταλιά σούπας από το σιρόπι που έχω εντός του ψυγείου. Πότε ακριβώς το αγόρασα δεν θυμάμαι, το είχα πάρει για τα παιδιά στη αρχή του Χειμώνα.
΄Ολη νύχτα κοιμήθηκα σαν βόΐδι και το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ και να έχω συνέχεια μια αίσθηση πως κοιμάμαι ακόμη ενώ είμαι ξυπνητός, σαν να κοιμάται ο μισός εγκεφαλός μου και ο άλλος μισός σαν να είναι ξύπνιος, σαν μεθυσμένος, και που και που μια όρεξη για ύπνο, μια ακατανίκητη νύστα. 
Κι αντί να πάρω το τραμ όπως κάνω κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά, προχωρώ μέσα στο τούνελ του Μετρό. «Συγγνώμη», λέω δυνατά, «έκανα λάθος», αλλά το συμπαγές πλήθος με σπρώχνει σιωπηλό στην αποβάθρα όπου περιμένει ο συρμός με τις πόρτες ανοιχτές, μοιάζει με το Μετρό αλλά μπορεί να είναι τρένο, πρώτη φορά το βλέπω. Γεμίζει τίγκα και ξεκινάει ταχύτατα. Κοιτάω να δω τον πίνακα με τους σταθμούς, να υπολογίσω που θα κατέβω, πουθενά πίνακας.
«Που πάμε;» Ρωτώ τους διπλανούς μου.
«Στο λιμάνι!» Μου απαντά ένας κοντός με στολή αγροφύλακα που κάπου τον είχα ξαναδεί.
«Θα πάρουμε το πλοίο για την απέναντι όχθη, έχεις τα ναύλα;»
Εγώ να μην έχω δεκάρα μαζί μου ενώ όλοι γύρω μου κρατούν ένα κέρμα των δύο ευρώ ανάμεσα στα δάκτυλα του δεξιού χεριού σαν να πρόκειται να ρίξουν κορώνα-γράμματα.
Τότε ο συρμός σταματάει. Πρωτελευταίος σταθμός, αναγγέλουν τα μεγάφωνα, για κατούρημα και πόσιμον ύδωρ.
Οι ταξιδιώτες, διψασμένοι, τρέχουν να πιούν νερό στον ποταμό που περνάει κάθετα στις γραμμές του τρένου. Δεν υπάρχουν αγγεία, μόνο καμμιά πενηνταριά κόσκινα είναι παρατημένα κατά μήκος της όχθης. Πως να πιεις νερό με κόσκινο. Το πλήθος τρέχει σαν κοπάδι αιγοπροβάτων και όλοι πέφτουν με τα τέσσερα να πιούν νερό όπως τα ζώα. Μετά έρχονται σαν ζαλισμένοι, πέφτουν σε βαθύ ύπνο σαν λήθαργος.
«Με αυτές τις συνθήκες δεν θα πιώ», λέω στον αγροφύλακα, «μπήκα κατά λάθος στο συρμό, δεν έχω εισητήριο, ούτε λεφτά για τα ναύλα.»
«Για να πας στην άλλη αποβάθρα», μου απαντά, «πρέπει να περάσεις μέσα από τα χωράφια με τη σίκαλη. Θέλει πολύ προσοχή, παραμονεύει ένα Πιτ-μπουλ με τρία κεφάλια.»
Μου δίνει μιά σακκούλα με γλυκά.
«Δώστου να φάει κι αν ζυγώσει κοντά ρίζε στο ψαχνό», προσθέτει και μου δίνει ένα προπολεμικό Μπερέτα.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό!»
«Το είχε μαζί του ο συνταγματάρχης Γαβρής όταν πέρασε από ΄δω πριν τριάντα έξι χρόνια., πάρτο και τράβα», επιμένει.
«Δεν έχω να σου δώσω κάτι, ως αμοιβή για τον κόπο σου», δηλώνω, αλλά αυτός σαν να περίμενε την αντιδρασή μου λέει : « Έχει πληρώσει ο πατέρας σου για σένα, φύγε τώρα.»
Και τρέχωντας μέσα στη σίκαλη ακούω τα γαυγίσματα που πλησιάζουν, πετάω τα γλυκά, τρέχω και τρέχω και ξυπνώ στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο ΄Ανυδρο όπου οι συγγενείς μου είναι συγγεντρωμένοι, δακρυσμένοι, γύρω μου κι ακούω τον παπά να ψέλνει : .. Εύρω καγώ την οδόν δια της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί...

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43, φθινόπωρο 2015

vendredi 4 décembre 2015

Με νερό Γοργοπόταμου

Ο Τάκης. Ήταν γόης με τα γαλανά του μάτια, τη λυγερή κορμοστασιά και τα καστανόξανθα κατσαρά μαλλιά. Μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο έμπλεξε με παρέες που είχαν μεγάλες μηχανές κι έκαναν κόντρες στον παλιό δρόμο από Λαμία προς Στυλίδα και συνέχεια καμάκι στις μαθήτριες του Λυκείου καθώς αυτές περίμεναν το λεωφορείο να γυρίσουν στα ορεινά χωριά τους.
«Μάνα θέλω μηχανή!»
Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγροτοποιμένες, δεν είχαν χρήματα για μοτοσικλέτες, ούτε μπορούσαν να πληρώσουν φροντιστήρια, αλλά τ΄όνειρό τους ήταν να μάθει γράμματα ο μοναχογυιός μήπως γινόταν δάσκαλος ή έστω υπάλληλος τραπέζης, να γλυτώσει από την τυραγνία της αγροτικής ζωής. Αλλά ο Τάκης δεν τάπαιρνε τα γράμματα.
Έτσι άφησε τις σπουδές και πήγε στη Λαμία να γίνει πλακατζής. Εργάστηκε δυό φεγγάρια στις οικοδομές αλλά αυτή η δουλειά του έπεσε πολύ βαρειά, την άφησε και πήγε σε οβελιστήριο ως ψήστης στην πλατεία Ελευθερίας. Γύρος με πίτα, σουβλάκια με πατάτες τηγανητές, σαλάτα χωριάτικη, μπύρα, ρετσίνα και τσίπουρο. Από το ραδιόφωνο η θρηνώδης φωνή του Καζαντζίδη σε ινδοαραβικές επιτυχίες : Με μάτια κλαμμένα στους δρόμους γυρνώ, μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρώ… 
Απέναντι ο Μητροπολιτικός ναός και το ωραίο κτίριο της Νομαρχίας. Μάζευε λεφτά, ν΄αγοράσει δική του μηχανή, την ήθελε χιλιοδιακοσιάρα, με πειραγμένη εξάτμηση, να βρυχάται καθώς θα τη μαρσάρει στους στενούς δρόμους και φάτσα στο Λύκειο θηλέων.
Και το καμάκι, καμάκι. Είχε τη φήμη δεινού επιβήτορος, οι μαθήτριες τρελαίνονταν μαζί του.
Η Λίτσα ήταν πρώτη μαθήτρια, απουσιολόγος στην τάξη της. ΄Οταν κατάλαβε ότι είχε πιάσει παιδί, ο Τάκης την είχε αφήσει ήδη κι ερωτροπούσε με μια άλλη με μεγαλύτερα βυζιά και σαρκώδη χείλη. 
Η μάνα της Λίτσας άσπρισε όταν ο μαιευτήρας τους είπε πως ήταν πολύ αργά για έκτρωση, η κατάσταση ήταν προχωρημένη και μόνο αν πήγαιναν στην Ολλανδία ή στο Λονδίνο θα μπορούσε να το ρίξει τώρα. Τα γιατροσόφια της γιαγιάς δεν έπιασαν και η κοιλιά της Λίτσας είχε φουσκώσει ώστε δεν μπορούσε να κρυφτεί άλλο από τον πατέρα της.

Ο πατέρας της Λίτσας είπε στον Τάκη να βγει στην πλατεία κάτι να κουβεντιάσουν για μια παραγγελία - δήθεν - για κάτι ντόπια κρέατα, προμήθεια, σε τιμή προσφοράς, για το σουβλατζίδικο. Ο Τάκης δεν ήξερε απ΄αυτά αλλά αφού έλειπε το αφεντικό δέχτηκε να μιλήσει με τον άγνωστο μεσήλικα, τον πήρε για χασάπη χοντρέμπορο.
Μόλις έκαναν δυό βήματα στα λευκά πλακάκια της πλατείας τον άρπαξε με το αριστερό χέρι και τον γονάτισε σαν να ήταν γουρούνι των Χριστουγέννων, το χατζάρι το είχε φέρει τυλιγμένο σε εφημερίδα, καλά κρυμμένο κάτω από το σακκάκι, όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι να το ακονίσει, να κόβει σαν ξυράφι.
Μετά πήγε στην κρήνη, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, στη γωνία των οδών Ρήγα Φεραίου και Αθανασίου Διάκου, έπλυνε τα χέρια του και στη μαρμάρινη πινακίδα διάβασε : Ο Γοργοπόταμος ήλθεν ενταύθα επί δημαρχίας Ι. Μακρόπουλου 1929.

dimanche 29 novembre 2015

Καινούργιο παλτό

Παρίσι 1984. Πρωτοετής φοιτητής. Η μετεωρολογική υπηρεσία αναγγέλλει βαρύ χειμώνα. Άρχισε ήδη η πτώση της θερμοκρασίας και οι χιονοπτώσεις στα ορεινά. Ο πατέρας μου, μου στέλνει χρήματα ν΄αγοράσω καινούργιο παλτό. Να πάρεις ένα καλό με μαλλί απ΄το Κασμίρ να σε ζεσταίνει καλά, μου γράφει στο γράμμα του.
Boulevard Haussmann. Galléries La Fayette. Εξετάζω τα μάλλινα παλτά ενώ σκέφτομαι τη θαλπωρή του σπιτιού μας στο Άνυδρο με το αναμμένο τζάκι και τα νόστιμα φαγητά της μητέρας μου. Εκείνη τη στιγμή από τα μεγάφωνα ακούγεται ελληνικό κλαρίνο και η αυθόρμητη φωνή του Παπασιδέρη : Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη σ΄όλον τον κόσμο ξακουσμένη...
Με παίρνουν τα κλάματα. Κάθομαι ωκλαδόν στο δάπεδο. Κλαίω σιωπηλός. Τα δάκρυα βρύση.

mardi 10 novembre 2015

Ανασκαφή

Βρήκαν τον τάφο, στο χωράφι, κάτω από τη γέρικη ελιά. 
Το καινούργιο τρακτέρ ξέχωσε τα κεραμίδια. 
Η νεαρή αρχαιολόγος, της γαλλικής σχολής των Αθηνών, μαζεύει τα οστά, τα πλένει με ερυθρόν οίνον Νεμέας. 
Τους είχαν θάψει σε στάση εμβρύου, περίμεναν έτσι την αναγέννησή τους, την ημέρα της τελικής κρίσεως.
Δύο απόγονοι του Ορφέα ψάλλουν τους ύμνους ντυμένοι με τα χρυσά τους άμφια.
Ο ποιητής απαγγέλει στην έρημη αγορά :
Τα πάντα ΄ρει και ουδέν μένει. 
Φιλεύσπλαχνε πατέρα, είναι η μόνη αλήθεια που μας έμεινε : Ο μεταβολισμός της σκεπτόμενης ύλης.
Η καλλίπυγος κόρη ετοιμάζεται να βγεί στη θερμή νύχτα κάτω από τη λευκή πανσέληνο. Φοράει μιά μάσκα αίγας μπροστά στον καθρέφτη. Πηγαίνει στα όργια του Διονύσου.

vendredi 23 octobre 2015

Του Αγίου Δημητρίου

Άνυδρο 1971. Καρδιά της δικτατορίας. Πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου. Την παραμονή ο Βασίλης Τσατζαλής, με την ορχήστρα του, έρχεται στο καφεπαντοπωλείο του Πανόπουλου. Ο ίδιος παίζει ακορντεόν και τραγουδάει, δίπλα του η τραγουδίστρια με κόκκινα χείλη, η φούστα λίγα εκατοστά παραπάνω από το γόνατο απ΄όπου φαίνεται τμήμα των μηρών, το ντεκολτέ διακριτικό αφήνει να ξεχωρίζουν τα ολοστρόγγυλα βυζιά για να έλκουν τα διψασμένα μάτια των ανδρών που παραγγέλνουν πάλι και πάλι ψητή προβατίνα, μπύρες FIX και ρετσίνα Κουρτάκη.
Ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, μετά τη λειτουργία, το γλέντι συνεχίζεται με το ηλεκτρόφωνο στο μαγαζί του Δήμου. Η νεολαία της εποχής ακούει τραγούδια ινδοαραβικής προελεύσεως με τις θρηνώδεις φωνές του Καζαντζίδη και του Γιώργου Ταλιούρη : Στολίδι είσαι μόνη σου πανάθεμα το μπόι σου...
Ενώ από την αυλή του Γιάννη Σουλιώτη ακούμε, από το δικό του ηλεκτρόφωνο, τραγούδια για μια χαμένη αγάπη : Μην περιμένεις πια όλα τελειώσανε αφού τα χείλη σου αχ με προδώσανε...
Ο πατέρας μας στο σπίτι τραγουδάει Βασίλη Τσιτσάνη : Στου Νυχάκη τη βαρκούλα γλυκειά μου Μαριγούλα...

Από το ραδιόφωνο ακούμε τα στρατιωτικά εμβατήρια για την εθνική εορτή : Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει δεν την σκιάζει φοβέρα καμμιά, μόνο λίγον καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά, ξανά τραβά...

vendredi 16 octobre 2015

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Ο γιός μου είναι άρρωστος. Τον πηγαίνω στα επείγοντα του νοσοκομείου όπου εργάζομαι και μετά αργά τη νύχτα σαν να έχουμε πάει να κοιμηθούμε στον ξενώνα του κοινωνικού τμήματος όπου φιλοξενούνται οι άστεγοι. Το πρωί όλοι βρίσκονται σε εγρήγορση γιατί ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έρχεται επίσκεψη έκπληξη να δει ιδίοις όμασι πως λειτουργούν οι υπηρεσίες του κράτους. Εμείς θέλουμε να φύγουμε και τότε ομάδα συνδικαλιστών με αναγνωρίζει. Διαμαρτύρονται, η παρουσία μου τους ενοχλεί. Υποστηρίζουν ότι ήρθα με δόλο να κάνω μυστική κλινική έρευνα, έτσι είχε κάνει ένας κοινωνιολόγος-ψυχαναλυτής πριν από δεκαπέντε χρόνια και έκτοτε άρχισαν οι περικοπές δαπανών στο ίδρυμα και οι απολύσεις προσωπικού. Αντιδρώ άμεσα και τους λέω ότι η ρητορική τους δεν στέκει, η κακή εικόνα του ιδρύματος οφείλεται στο ότι δεν εργάζονται και περνούν τον χρόνο τους πίνωντας καφέδες φραπέ ενώ συζητούν συνέχεια για τούρκικα σήριαλ. Οι περισσότεροι χτυπούν κάρτα και φεύγουν, πηγαίνουν ν΄ανοίξουν τα μαγαζιά τους στο εμπορικό κέντρο απέναντι. Τα λόγια μου σκεπάζονται από τη μουσική, η ορχήστρα της προεδρικής φρουράς παίζει εμβατήρια και μετά ακολουθεί ο εθνικός ύμνος.
Επειδή ο γιός μου δεν μπορεί να περπατήσει τον παίρνω στους ώμους όπως όταν ήταν μικρός και προχωρώντας στη μεγάλη γαλαρία κατευθυνόμαστε προς την έξοδο για να πάρουμε το τραμ.
Κατεβαίνουμε στο σταθμό του τραίνου στο χωριό Καραβόμυλος. Ο γιός μου είναι τώρα ο αδερφός μου και μόλις απολύθηκε από το στρατό. Θέλει να πάμε να δει έναν πρώην συμμαθητή του από το Λύκειο Στυλίδος. Έχουν ένα παλιό κόκκινο τρακτέρ ΙΜΤ Γιουγκοσλαβικής κατασκευής αλλά είναι κατακαίνουργο σαν να το αγόρασαν σήμερα. Είναι σταθμευμένο στον ίσκιο της γέρικης μουριάς στην αυλή του σπιτιού τους. Ο αδερφός μου θέλει να το οδηγήσει να πάει μια βόλτα κατά μήκος της θάλασσας, όμως εγώ δεν συμφωνώ, του λέω ότι δεν είναι τώρα ώρα για βόλτες. Πάνω στην ώρα έρχεται ο πατέρας μας με το κόκκινο Datsun κατακαίνουργο όπως το είχαμε αγοράσει το 1979. Κατεβαίνει και πηγαίνει να χαιρετήσει την οικογένεια του φίλου του. Τον βλέπω που προχωρεί κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και το σώμα του δεν αφήνει σκιά. Ο φίλος του αδερφού μου προτείνει στον πατέρα μας να ξαπλώσει στο ντιβάνι που είναι δίπλα στο τρακτέρ κάτω από τη γέρικη μουριά.
«Θα φύγουμε αμέσως», λέει ο πατέρας μου, «ήρθα να πάρω τα παιδιά.»
Καθώς επιβιβαζώμαστε στο φορτηγό, ο πατέρας μου μού δίνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου να οδηγήσω και μου λέει εμπιστευτικά στο αριστερό αυτί.
«Η μάνα σου ετοίμασε χορτόπιτα και μοσχαρίσιο κρέας με μακαρόνια, όπως σου αρέσει.»

lundi 3 août 2015

΄Ολοι θα ζήσουμε


Καθώς ξυρίζομαι το πρωί  σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση και τους περιορισμούς που επέβαλε η κυβέρνηση μετά το κλείσιμο των τραπεζών. Και ξαφνικά μέσα στη σκέψη μου στροβιλίζει ένα τραγουδάκι του Γιώργου Κοινούση : «΄Ολοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε κι εσύ με τα πολλά και μεις με τα λίγα...»
Που το θυμήθηκα αυτό τώρα μετά από σαρανταδύο χρόνια. Τον θυμάμαι το 1973 στο κανάλι των Ενόπλων δυνάμεων να το τραγουδά με μακρύ μαλλί παντελόνι καμπάνα και πουκάμισο ανοιχτό χωρίς γραβάτα. ΄Ηταν μια σπίθα αντίστασης, σαν κωδικοποιμένο μήνυμα ελπίδας, αυτή η μελωδία μαζί με την «Αφιλότιμη» του Διονυσίου. 
Μετά έγιναν τα επεισόδια στο Πολυτεχνείο και οχτώ μήνες αργότερα με τα γεγονότα του Ιουλίου τα ραδιόφωνα ξέρναγαν συνέχεια τα εμβατήρια του Θεοδωράκη : «Το παλικάρι έχει καϋμό κι εγώ στα μάτια το κοιτώ... Είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς...»
«Όλοι θα ζήσουμε...», σιγοτραγουδώ και στήνομαι στην ουρά για να πάρω τα εξήντα ευρώ που δικαιούμαι από το αυτόματο μηχάνημα.
Γύρω μου βλέπω θλιμμένα πρόσωπα, ορισμένοι σαν να δακρύζουν από την πολλή ανησυχία.
Τότε προς το τέλος της ουράς ακούγεται το τραγούδι του Κοινούση : «...εμείς δεν είχαμε χαρτί και ΄σύ είχες το Ρήγα, όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
Πρόκειται για μια ντουζίνα συνταξιούχων πενηνταπεντάρηδων με ξυρισμένα κρανία και γενειάδες ορθόδοξων ιερέων. Κάνουν χορευτικές κινήσεις ψάλλοντες :  «Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»
«Να που δεν τον θυμάμαι μόνον εγώ τον Κοινούση», σκέφτομαι. Η γενιά μου έχει τις ίδιες αναμνήσεις. 
Ένα σούσουρο γίνεται μεταξύ αυτών που προηγούνται και βρίσκονται πιο κοντά στο αυτόματο μηχάνημα αναλήψεως. Το μηχάνημα άδειασε, δεν δίνει πλέον χαρτονομίσματα.
Το πολύχρωμο πλήθος των πολιτών κατευθύνεται ορυμαγδόν προς την απέναντι πλευρά της πλατείας όπου υπάρχει υποκατάστημα άλλης τράπεζας. Οι πενηνταπεντάρηδες συνταξιούχοι ακολουθούν άδοντες : «Τα παιδιά τα παιδιά τα φιλαράκια τα καλά τα σνομπάρεις κι ούτε δίνεις σημασία πια καμμιά. Όλοι θα ζήσουμε, όλοι θα ζήσουμε...»