vendredi 27 février 2015

Ο καθηγητής Καραθεοδώρου για "Τα Πινάκια της Επιδαύρου"

                                                                                           ΣΤΥΛΙΔΑ 28-12-2014



ΚΩΣΤΑ,
Σ΄ ευχαριστώ πολύ για το πρωτότυπο, τολμηρό και ανατρεπτικό βιβλίο σου. Ονειρικά ενσταντανέ επιθυμιών (désir) και ευχαριστήσεων ηδονών (plaisir) - χαμένα στου μυακού και της ψυχής τ΄αυλάκια - γυρεύουν να λάβουν δικαίωση...
Άμποτε το επαρκές αναγνωστικό κοινό ν΄ανακαλύψει στα επιδαύρια πινάκιά σου τους δαιδαλώδεις και σκοτεινούς ονειρικούς συνειρμούς, τις ανικανοποίητες ορμές, τύψεις και ενοχές, πάθη και λάθη. πόθους, φόβους και διαψεύσεις, να επανεκτιμήσει τον εαυτό του και να πει ό, τι θα΄λεγε και ο αγιάζων το βιβλίο αγαπημένος σου πατέρας, μπαρμπα - Θανάσης :
"Τι συγκιριάζ΄, πιδί μ΄, ου ύπνους!" ° και να επαληθευθεί έτσι κι ο Foucault που επέμενε : "Πές μου τη μορφή των ονείρων σου, των επιθυμιών σου και των ηδονών σου να σου πω ποιός είσαι..."
Σε χαιρετώ εγκαρδίως
Δ. Καραθεοδώρου

Υ. Γ. Καλή χρονιά με ασιόδοξη διάθεση η οικογένεια° κι ηλιόβολες ημέρες με συγγραφική διάρκεια, αναγνώριση κι επιτυχία. Θεός Ασκληπιός βοηθός σου και σκεπός... Καλοτάξιδος! Παρά δήμον αναγνωστών.

lundi 9 février 2015

ΦΕΣΤΙΒΑΛ


΄Ενα ζευγάρι νεαρών κινηματογραφιστών φθάνει στην υπηρεσία όπου εργαζόμουν στην παλιά αγορά στο Παρίσι. Σαν να εργάζομαι ακόμη εκεί, η προϊσταμένη είναι μαζί μου, υποδεχόμαστε το ζεύγος. Είναι κατάκοποι, μεταφέρουν στρατιωτικούς σάκκους, είναι οι αποσκευές τους. ΄Εφθασαν το μεσημέρι αεροπορικώς. Πρόκειται να συμμετάσχουν στο άτυπο φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου που οργανώνει ο συλλογός μας σε συνεργασία με το Δήμο Παρισίων.
Οι δύο νέοι, είναι τόσο πολύ κουρασμένοι, ξαπλώνουν και κοιμούνται στους καναπέδες στην υποδοχή του ιδρύματος. Μου θυμίζουν την άφιξη μου πριν από τριάντα συναπτά έτη. Λέω στην προϊσταμένη να τους αφήσουμε ν΄αναπαυθούν, θα πάω μόνος μου να ετοιμάσω την αίθουσα προβολής. ΄Εχουν φέρει μαζί τους μιά αφίσσα από την ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα».
Βγαίνω στο δρόμο και κατευθυνόμενος προς τον κινηματογράφο διασχίζω την πλατεία κρατώντας την αφίσσα.
«Αφού εσένα σου αρέσει η «Αναπαράσταση» γιατί θέλεις να μιλήσεις για τα Κύθηρα», μου λέει ένας φαλακρός κύριος που βαδίζει δίπλα μου.
«Πως έφθασες εδώ;» τον ρωτώ.
«Δεν γινόταν να μην έρθω, πήρα ειδική άδεια σαρανταοκτάωρη.»
«Τα «Κύθηρα» έχουν ειδική αξία, επειδή μιλάς για συμφιλίωση, τώρα μας χρειάζεται όσο ποτέ, είναι επείγον.»
«Θέλω να έρθω στην εκδήλωση, να πω ένα τελευταίο αντίο στους θαυμαστές μου, δεν πρόλαβα», λέει ο σκηνοθέτης καθώς μπαίνουμε στην αίθουσα προβολής.
«Αυτό δεν γίνεται, όλοι θα δουν πως είσαι ίσκιος χωρίς σκιά, θα εξαγριωθούν, θα μας λυντσάρουν, εσένα δεν σε νοιάζει αλλά εγώ τι φταίω, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου. Γύρνα στην Περσεφόνη και μην πεις σε κανέναν πως σε άφησα να μπεις εδώ, δεν θέλω άλλα δικαστήρια.»
«Κάτσε να σου πω νέα από τους γονείς σου, σου στέλνουν συμβουλές και οδηγίες.»
«Πες τους χαιρετίσματα, ο καθένας στον τόπο του.»
«Δώσε μου τσιγάρο, έχεις ακόμη άφιλτρα;»
«Τώρα μόνο στριφτό», λέω και του δίνω την καπνοσακκούλα.
«Γουστάρω», λέει και στρίβει τσιγάρο με μαεστρία.
«Κράτα την όλη για το ταξίδι της επιστροφής.»
«΄Εχετε γειά», μου απαντάει και ανάβει την τσιγαριά.


samedi 17 janvier 2015

Ο στρατιώτης απ΄τη Θεσσαλονίκη


Τήν πρώτη φορά που άκουσα τό όνομά του βρισκώμαστε στό χώρο εκπαιδεύσεως. ΄Ηταν μετά τήν πρωινή αναφορά, όταν συγκεντρώθηκε όλος ο λόχος στό μεγάλο τόλ καί ο λοχαγός μάς μιλούσε γιά τήν ευχαρίστηση που τού προκάλεσε η συμπεριφορά μας σε σχέση με τίς άδειες. Μάς είχε αφήσει ν΄αποφασίσουμε μόνοι μας πότε θά πάρουμε άδεια καί πράγματι είχαμε καταφέρει να τα βρούμε μεταξύ μας χωρίς καυγάδες. Ο λοχαγός έλεγε πως είμαστε πολύ καλή σειρά καί να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε αυτό το όνομα γιατί παίζει σημαντικό ρόλο. 
Ασφαλώς, κατέληξε, είμαστε η καλύτερη σειρά που έχει εκπαιδεύσει μέχρι τώρα καί αυτό θα πεί πειθαρχημένο στρατιωτικό τμήμα με ένα σώμα καί μία ψυχή.
΄Υστερα άλλαξε θέμα, μίλησε γιά το αντικείμενο τής εκπαίδευσης, λόγια που τα έλεγε κάθε μέρα. ΄Επρεπε φεύγοντας όλοι από το ΚΕΒΟΠ, (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων Πεζικού), γιά τις μονάδες μας, να έχουμε πάρει δίπλωμα αντιαρματιστή.
Τότε ήρθε ένας στρατιώτης, σειρά μας, απ΄αυτούς που λουφάριζαν στά γραφεία. Κρατούσε στά χέρια του ένα χαρτί από τηλέτυπο. Είπε στό λοχαγό ότι ήρθε σήμα στή στρατολογία, δύο στρατιώτες ν΄αλλάξουν ειδικότητα, ν΄αρχίσουν να εκπαιδεύονται στή διμοιρία των τηλεκατευθυνομένων. Διάβασε τα ονόματα. ΄Ηταν το δικό του καί το δικό μου.
Μόλις άκουσα τ΄ονομά μου ταράχτηκα καί μούδιασα ολόκληρος. Δέν ήθελα ν΄ακολουθήσω αυτή τήν ειδικότητα, είχα ακούσει τούς παλιούς στρατιώτες να λένε πως γιά να πάρεις μετάθεση χρειαζόταν χοντρό μέσον, διαφορετικά θα υπηρετούσες όλη σου τη θητεία στά σύνορα καί με χαρά είχα αποφύγει τήν επιλογή, πρίν από λίγες μέρες, όταν μάς είχαν συγκεντρώσει γιά να διαλέξουν άτομα που θα τούς έδιναν αυτή τήν ειδικότητα.
Τόν συνάδελφο που έπαιρνε καθυστερημένα τήν ίδια ειδικότητα δέν τόν είχα δεί μέχρι τότε καί δέν ήξερα ποιός ήταν. Στό μεταξύ οι άλλοι στρατιώτες άρχισαν να ψυθιρίζουν : «Καί γαμώ τα γλειψίματα, χοντρό μέσον, τσάτσοι, λούφα καί παραλαγή...»
Αυτά τα σχόλια πολύ με στενοχωρούσαν, μάταια προσπαθούσα να εξηγήσω στούς κολλητούς μου πως δέν είχα μέσον, όλοι με κοίταγαν με δυσπιστία.
Η μόνη ελπίδα ήταν η στάση τού λοχαγού, απάντησε με δυσφορία στόν στρατιώτη τής στρατολογίας. Είπε πως η εκπαίδευση κόντευε να τελειώσει καί πώς θα μάθουν τώρα αυτοί χωρίς να κάνουν πρακτική εξάσκηση;
Ο γραφέας δέν έλεγε τίποτα, κρατούσε το σήμα κόντρα στά μάτια τού λοχαγού. Ο λοχαγός έβαλε τέρμα στή συζήτηση λέγοντας με δυσαρέσκια : «Καλά θα τούς αλλάξουμε.»
Στή συνέχεια της ημέρας ήμουν συνέχεια αφηρημένος, δεν έβρισκα τίποτα το θετικό γιά να κάνω αισιόδοξες σκέψεις.
Το απόγευμα ήμουν υπηρεσία, θαλαμοφύλακας, δεν είχα έξοδο. Μετά το βραδυνό φαγητό με πλησίασε ένας στρατιώτης με μέτριο ύψος, αδύνατος καί λίγο καμπούρης. Με χαμηλή και φοβισμένη φωνή είπε :  «Πότε λές να μάς πούν να κατεβούμε κάτω στήν άλλη διμοιρία;» 
Δήλωσε πως σε καμμιά περίπτωση δέν ήθελε ν΄αλλάξει ειδικότητα, δέν είχε μέσον, φοβόταν τη δύσκολη εκπαίδευση. Οι παλιοί στρατιώτες, γιά να κάνουν πλάκα, έλεγαν πως επρόκειτο να μάς στείλουν στίς ειδικές δυνάμεις καταδρομών καί μετά στούς αλεξιπτωτιστές.
Προσπάθησα να τόν ησυχάσω, τού είπα πως θα είμαστε μαζί μέχρι το τέλος τής εκπαιδεύσεως.
Από εκείνο το βράδυ γίναμε κολλητοί.
Την επομένη δεν μας είπαν τίποτα, εξακολουθούσαμε να μένουμε στην ίδια διμοιρία. Πέρασαν δύο βδομάδες. Ελπίζαμε πως δεν επρόκειτο να μας αλλάξουν, αφού ο λοχαγός δεν ήθελε, ίσως το ίδιο κα το τάγμα, αλλά ένα πρωί, αμέσως μετά την αναφορά, ο λοχαγός μας είπε : 
«Από σήμερα πρέπει να εκπαιδεύεστε στη διμοιρία των τηλεκατευθυνομένων.» 
Κάλεσε τόν υπεύθυνο ανθυπολοχαγό, του υπέδειξε σε ποιά σημεία έπρεπε να προσέξει περισσότερο.
Ο ανθυπολοχαγός ήταν έφεδρος, μέτραγε μέρες ν΄απολυθεί, ανέθεσε σε έναν στρατιώτη, σειρά μας, να μάς μάθει τα όπλα. Ο στρατιώτης μάς έλεγε κυρίως τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα αριθμητικά δεδομένα, ένα σωρό ηλεκτρονικές ορολογίες, τίς διάβαζε από ένα μπλόκ σημειώσεων. Ο σχετικός κανονισμός απουσίαζε κι έτσι δέν μάθαμε τίποτα γιά τη χρήση τών όπλων στή μάχη.
Ο φίλος μου ανησυχούσε, δέν μπορούσε να αφομοιώσει με τόσον γρήγορο ρυθμό τον όγκο τών γνώσεων και ήδη πλησίαζε η μέρα που θα πηγαίναμε για εκπαίδευση στό λόχο υποψηφίων βαθμοφόρων στο ίδιο στρατόπεδο.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του οικοδόμος, η μάνα του οικιακά. Είχε μιά αδερφή δυό χρόνια μικρότερη. Στο σπίτι κουμάντο έκανε η μητέρα, τι θα φορέσουν τα παιδιά, τι θα φάνε, πότε θα παίξουν, πως θα διαβάσουν.  Στο Δημοτικό και στο Λύκειο ήταν καλός μαθητής, δεν έπαιζε πολύ, δεν έκανε εύκολα φίλους, με τα κορίτσια δεν τα πήγαινε καλά και ήταν κλεισμένος στον εαυτό του.
Στις εισαγωγικές για το πανεπιστήμιο απέτυχε τρεις φορές. 
΄Αρχισε τότε η γκρίνια της μάνας του : «Είσαι άχρηστος καί τι θα κάνεις τώρα; Πώς θα ζήσεις;»
΄Ενα μικρό διάστημα πήγε με τόν πατέρα του στις οικοδομές. ΄Ηταν άμαθος από χειρωνακτικές εργασίες, δεν τα ΄βγαλε πέρα, εγκατέλειψε από τίς πρώτες μέρες.
Η αδερφή του πήγαινε σε εκδρομές, γλεντούσε σε κέντρα και σε ντισκοτέκ, ήταν ανοιχτός χαρακτήρας και τόν χλεύαζε για τήν εσωστρέφειά του.
Μετά παρουσιάστηκε στο στρατό. ΄Αλλο περιβάλλον, άλλες συνθήκες ζωής, άλλες υποχρεώσεις.
Τους δυό πρώτους μήνες ήταν κοντά στο σπίτι του. ΄Υστερα τόν έστειλαν στήν Αθήνα για εκπαίδευση στα βαρέα όπλα.
Στις εξόδους γύριζε στους μεγάλους δρόμους και στις πλατείες. Αν τύχαινε να συμπέσει η εξοδός του με γνωστούς δεν έκαναν παρέα γιατί οι άλλοι είχαν συγγενείς, γκόμενες, έπαιρναν διανυκτερεύσεις. ΄Εμενε μόνος του στά πάρκα ή στους κινηματογράφους που έπαιζαν τσόντα.
Στις ανησυχίες του προστέθηκε το άγχος για το λόχο υποψηφίων βαθμοφόρων όπου επρόκειτο να μετακομίσουμε σε λίγες μέρες.
Οι εκπαιδευτές του ΛΥΒ, (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων), μας φοβέριζαν πως μόλις πάμε σε αυτούς θα μας ρέψουν στο καψόνι γιατί έχουμε ξεψαρώσει πολύ, ιδίως εμείς απο το λόχο των  Α/Τ. (Αντιαρματικών)

Μιά μέρα πρίν μετακομίσουμε ήμουν σκοπός σε υπερυψωμένη σκοπιά στήν αυλή του λόχου υποψηφίων. 
Πρώτοι μετακόμισαν οι πολυβολητές. ΄Εβλεπα τα καψονόμουτρα ν΄αλλαλάζουν από χαρά βλέποντας τους νέους να έρχονται με τα πράγματα στην πλάτη. Πρώτα τους έβαλαν ν΄ αποθέσουν σε σειρές κι αμέσως άρχισαν τις μεταβολές, το ένα-δύο-κάτω, τα κουνελάκια, το οκλαδόν.
«Αναφέρσου ρε κωλόψαρο και μην το παίζεις τρελίτσα, αυτά που ξέρατε ξεχάστε τα. ΄Ενα-δύο-τρία-νεκρόν : Εί-μασ-τε σκλη-ροί καί πει-θαρ-χι-κοί γιατί θα γί-νου-με έ-φεδ-ροι υπα-ξιω-μα-τι-κοί. ΚΕΒΟΠ-ΚΕΒΟΠ, υπαξιωματικοί.» 
Καί συνέχεια σημειωτόν, επιτόπου, ασταμάτητα.
΄Οταν τελείωσε η ώρα τής σκοπιάς μου δεν ήρθε κανένας για την αλλαγή. Μετά από μένα ήταν ο φίλος μου. ΄Ηταν πάντοτε συνεπής στις αλλαγές. Ειδοποίησα να τον βρούν. Η ώρα πέρναγε και δεν φαινόταν πουθενά. Χτύπησα το δικό του νούμερο και όταν πήγα στο λόχο, τον αναζήτησα στους θαλάμους, στο ΚΨΜ, (Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδος), στα εστιατόρια, αλλά δεν τον βρήκα.
Οι συνάδελφοι μου είπαν πως τον είδαν το πρωί όταν του έλεγε ο επιλοχίας να βγεί στήν αναφορά του λόχου να αναφέρει πως καθόταν αδικαιολόγητα μέσα στό θάλαμο.
΄Υστερα δεν τον είδε κανείς και κανείς δεν ήξερε που βρισκόταν γιατί ούτε στήν αναφορά παρουσιάστηκε, ούτε στις αγγαρείες ήταν παρών, ούτε στο μεσημεριανό φαγητό και στην επιθεώρηση φρουράς βγήκε άλφα-άλφα. (αδικαιολογήτως απών).
Τα πραγματά του ήταν όλα στο θάλαμο και η στολή εξόδου. ΄Ετσι εγκατέλειψαν ορισμένοι τη γνώμη πως την κοπάνησε γιατί με τις φόρμες ασκήσεων ήταν δύσκολο να κυκλοφορεί στην πόλη, πολιτικά ρούχα δεν είχε, δεν τα είχαν επιτρέψει ακόμη στό ΚΕΒΟΠ με το πρόσχημα πως δεν υπήρχαν ιματιοθήκες.
Παρουσιάστηκα στο γραφείο του επιλοχία, δήλωσα τήν ανησυχία μου για την απουσία του κολλητού μου. Μίλησα για την εσωστρέφειά του και την μελαγχολική του διάθεση. Δεν πήραν τα λόγια μου στα σοβαρά.
Την επομένη μετακομίσαμε στο λόχο υποψηφίων. Μας παρέλαβαν νέοι εκπαιδευτές και την πρώτη εβδομάδα μας έρεψαν στο καψόνι, στις ασκήσεις ακριβείας, στη σωματική αγωγή.
Το φαγητό ήταν άθλιο όπως στο λόχο αντιαρματικών, μόνο που εδώ, ως υποψήφιοι, τρώγαμε πλέον σε δίσκους, αφήσαμε τη καραβάνα. Οι δίσκοι όμως ήθελαν πλύσιμο, έτσι διπλασιάστηκε η αγγαρεία. Τα όργανα υπηρεσίας τσιμπούσαν άτομα τήν ώρα που τρώγαμε αμέριμνοι. Γι΄αυτό δέν πήγαινα γιά φαγητό στα εστιατόρια, αμέσως μετά την αναφορά πήγαινα τροχάδην, με τούς κολλητούς μου, στο ΚΨΜ όπου τρώγαμε σάντουϊτς και γλυκά, πίνωντας γάλα ή αναψυκτικά.
Γιά τάν φίλο μου από τη Θεσσαλονίκη έμαθα πως τον είχαν ανακηρύξει λιποτάκτη, ήλπιζα να μάθω σύντομα νέα του.
Μιά νυχτερινή περίπολος από το τάγμα μηχανοδηγήσεως ανέφερε πως είδε τη νύχτα μιά σκιά να ψάχνει στά σκουπίδια πίσω από τα μαγειρεία.
΄Αλλοι στρατιώτες έλεγαν πως είδαν  κάποιον που τού έμοιαζε, με φόρμες αγγαρείας, να τρέχει στίς υπόγειες διαβάσεις στην πλατεία Ομόνοια.
Από τη Στρατονομία ήρθε σήμα πως δεν τον βρήκαν πουθενά, στο σπίτι του δεν πήγε...

΄Οταν ήρθε ο πατέρας του στο στρατόπεδο, ήρθε ο παλιός μας ομαδάρχης, μας πήρε να μας παρουσιάσει στον υποδιοικητή. Καθ΄οδόν μας είπε τι είχε πεί ο ίδιος, να πούμε τα ίδια, να μήν του ρίξει φυλακή, είναι κρίμα τώρα που απολύεται.
Στο γραφείο ήταν ο υποδιοικητής με τούς βοηθούς του κι έναν πολίτη, ήταν ο πατέρας του κολλητού μου.
Ο υποδιοικητής έδωσε εντολή στούς βοηθούς του να φύγουν και ρώτησε εμένα πρώτα να του πω τι ξέρω σχετικά με την περίπτωση.
Αναφέρθηκα κανονικά : «Υποψήφιος υπαξιωματικός, χειριστής τηλεκατευθυνομένων αντιαρματικών βλημάτων, διατάξτε!!!!»
«΄Αστα αυτά τώρα, λέει ο υποδιοικητής, έλα κατ΄ευθείαν στο ψητό, πές μας υπήρχε κάποια γυναίκα στη μέση, σίγουρα ήταν καψούρης ο φίλος σου γι΄αυτό την κοπάνησε;»
Απάντησα πως τόν γνώριζα καλά, είμαι βέβαιος ότι δεν είχε σχέση με γυναίκα, στενοχωριόταν πολύ με την αλλαγή ειδικότητας, δεν μπορούσε να μάθει τον όγκο των γνώσεων που απαιτούσε η εκπαίδευση, ανησυχούσε μήπως τιμωρηθεί, υπέφερε από τα καψόνια, τήν αθλιότητα του φαγητού και την τρομοκρατία του επιλοχία.
Τα ίδια είπαν οι άλλοι στρατιώτες.
Ο πατέρας του είχε το ύφος του ντροπιασμένου γονιού, στριφογύριζε στην καρέκλα με νευρικές κινήσεις.

Τρείς εβδομάδες μετά τήν εξαφάνιση του τον βρήκε τυχαία ένας καταδρομέας που εκπαιδευόταν στα ΤΟΜΠ, (Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού). 
Είκοσι μέρες ήταν κρυμμένος μέσα σε μιά τεχνητή σπηλιά πίσω από το διοικητήριο, χρησίμευε παλιότερα γιά κατοικία ελαφιών. ΄Ηταν σκελετωμένος, αξύριστος, βρώμικος, γεμάτος χώματα. Στά μάτια του έντονο το συναίσθημα του τρόμου. Τον πήγαν αμέσως στο στρατιωτικό νοσοκομείο.
Για μιά βδομάδα ήταν το επίκεντρο των συζητήσεων σε όλους τους λόχους, μετά όλοι τον ξέχασαν.
Η εκπαίδευση στο λόχο υποψηφίων συνεχιζόταν με θεωρητικά μαθήματα το πρωί, με ασκήσεις ακριβείας το μεσημέρι, με καψόνια πριν από το φαγητό και με σωματική αγωγή το απόγευμα.
Σε όλο το στρατόπεδο ακούγονταν οι άγριες φωνές των εκπαιδευτών που έδιναν παραγγέλματα και οι φωνές των οπλιτών που τραγουδούσαν εμβατήρια :

Τι τιμή, τι τιμή,
Για τον πολυβολητή
Να πεθάνει, να πεθάνει 
Με το χέρι στη σκανδάλη.
Πεζικό!

Μαρία, Μαρία τα μπούτια σου.

ΛΥΒ-ΛΥΒ αετοί.

Τίς ημέρες που ακολούθησαν έγιναν δύο αυτολυτικές απόπειρες με βρόγχο στό λόχο τών όλμων καί μία με ασπιρίνες στό τάγμα μηχανοδηγήσεως. Του πρόλαβαν στο πάρα-πέντε.
Μετά από αυτά τα επεισόδια στο συσίτιο μας έβαλαν μπιφτέκια με φρέσκο κιμά, αναψυκτικά, γλυκά και μπύρες. Τα καψόνια σταμάτησαν, οι ασκήσεις ακριβείας ελαττώθηκαν και μειώθηκε η ταλαιπωρία στην επιθεώρηση εξωδούχων.
Οργανώθηκαν εκδηλώσεις για ψυχαγωγία. Η πιο θεαματική ήταν ο αγώνας μπάσκετ μεταξύ του τάγματος βαρέων όπλων και του τάγματος μηχανοδηγήσεως.
Είχα καθήσει στίς τελευταίες κερκίδες του γηπέδου, στο υψηλότερο σημείο. ΄Εβλεπα το πλήθος των στρατιωτών, την εξέδρα των επισήμων, τους αθλητές. Δίπλα ήταν το διοικητήριο και πίσω του το τεχνητό σπήλαιο όπου είχε καταφύγει ο φίλος μου.
Ο αγώνας του μπάσκετ είχε αρχίσει. Οι ιαχές καί τα ποδοβολητά του φαιοπράσινου πλήθους δυνάμωναν συνέχεια : Το τζιπάκι θέλει, λάστιχα πιρέλι. 
Ντάκα-ντούκου, ντάκα-ντούκου, ντάκα-ντούκου.
Την επόμενη εβδομάδα φύγαμε να επανδρώσουμε μονάδες εκστρατείας σε παραμεθόρειες περιοχές. Φίλοι και κολλητοί χωρίσαμε.
Γιά τόν κολλητό μου από τη Θεσσαλονίκη δέν άκουσα από τότε τίποτα καί δέν τόν ξαναείδα ποτέ.

jeudi 11 décembre 2014

Γιάννης Θράπας


ΚΕΒΟΠ Ιούνιος 1983. (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων ΄Οπλων Πεζικού) Ο Θράπας λαμβάνει ως τιμωρία τρίημερον στέρησιν εξόδου και αγγαρεία στα μαγειρία της μονάδος. Μετά το τέλος της υπηρεσίας έρχεται στο θάλαμο του ΛΥΒ (Λόχος Υποψηφίων Βαθμοφόρων). Κρατάει έναν δίσκο γεμάτο με κεφτέδες και πατάτες τηγανητές. Είχα μια πείνα και μόλις τον βλέπω να μπαινει από την ανοιχτή πόρτα, κάτω από το φως του γυμνού λαμπτήρα, αναφωνώ : Κολλητέ μου, τσιμπητέ μου, τσιμπητοκουλουριαστέ μου!!!

samedi 29 novembre 2014

Κ.Ο.Κ.


Μόλις έκλεισε τα δεκαοχτώ μαζί με το Απολυτήριο Λυκείου πήρε και το δίπλωμα οδηγήσεως με σπρώξιμο, ο πατέρας του γνώριζε ένα στέλεχος του υπουργείου.
Οδηγεί και καπνίζει. Οδηγεί και μιλάει στο κινητό. Περνάει με κόκκινο και δεν σταματάει στο stop, ούτε αφήνει πρωτεραιότητα από δεξιά.
Δεν πειράζει, λέει ο πατέτρας του, έτσι οδηγούν οι νέοι σήμερα.
Δεν πειράζει, λέει η μάνα του, θα μάθει να οδηγεί καλά μεγαλώνοντας.
Δυό φορές που έλαβε πρόστιμο από το ραντάρ για υπερβολική ταχύτητα, το ακύρωσε με την επέμβαση του κολλητού από το υπουργείο.
Οδηγεί μεθυσμένος το Σαββατόβραδο μετά το γλέντι στο σκυλάδικο. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα υπό βροχήν στον επαρχιακό χωματόδρομο. Τραγουδά εν χορώ με τους φίλους του αναπολώντας τις σχολικές τους εκδρομές : -Τρέξε, τρέξε οδηγέ για να τους περάσουμε και θα σε κεράσουμε έναν κουραμπιέ...
Στη στροφή χάνει τον έλεγχο του οχήματος. Πέφτει στο γκρεμό και το αυτοκίνητο παίρνει φωτιά.

Νεκροταφείο. Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία ο ιερεύς βγάζει λογύδριο προς γνώσην και συμόρφωσην. Επιμένει για την ανάγκη μιας αυστηρής και άμεσης δημοκρατίας, όπου θα ψηφίζονται δίκαιοι νόμοι και θα εφαρμόζονται διά ροπάλου σε όλους τους πολίτες όπως παλιά στην αρχαία Αθήνα.
Οι συγγενείς των νεκρών με δακρυσμένα μάτια χειροκροτούν ομοθυμαδόν.

vendredi 24 octobre 2014

Το τελευταίο καλοκαίρι. (Απόσπασμα)


Στο πανηγύρι πηγαίνουμε οικογενειακώς, κάθε χρόνο καθόμαστε στο καφενείο της πλατείας. Το γλέντι γίνεται το βράδυ της παραμονής. Τα όργανα έρχονται νωρίς το απόγευμα φορτωμένα σε ταξί. Οι μαγαζάτορες πάνω σε πλαστικά τελάρα στρώνουν μιά κουρελού, έτσι γίνεται η πρόχειρη εξέδρα για τους οργανοπαίκτες και την τραγουδίστρια. Μέχρι να ψηθούν τα σφαχτά κουρδίζουν τα όργανα, στήνουν την ηχητική εγκατάσταση, ένα, δύο, φωνάζει ο ειδικός ρυθμίζοντας τα κατάλληλα κουμπιά, ενώ συγχρόνως ακούγονται οι νότες της κιθάρας, του κλαρίνου και του ακορντεόν.
Μόλις νυχτώνει, έρχονται οι πρώτες παρέες. Την αρχή κάνει το κλαρίνο, ακολουθούν τα άλλα όργανα. Δημοτικά τραγούδια ανακατεμένα με ψευτορεμπέτικα της παρακμής : 

Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη... 
Παντρεμένοι κι οι δυό... 
Της νυχτερίδας το φτερό εσύ το έχεις φυλαχτό...
Τάμπα τούμπα τάμπα τούμπα η γυναίκα μου ζηλεύει...
Ταμ, ταμ, κούπα, ταμ, ταμ...

Η παρέα μας συγκεντρωμένη σε τρία τραπέζια περιμένει τη σειρά της για χορό. Εκτός από τις αδερφές του πατέρα μας μαζί μας είναι άλλοι συγγενείς  και οικογενειακοί φίλοι.
Οι σερβιτόροι πηγαινοέρχονται, μεταφέρουν τα φαγητά και τα ποτά, τα ψητά σε λαδόκολλα, τις μπύρες σε μεταλλικό κουτί, να μην μπορούν οι μερακλωμένοι πελάτες να σπάζουν μπουκάλια και ποτήρια. Η παρουσία της αστυνομίας διακριτική για την τάξη και την ασφάλεια. Τα όργανα της τάξεως πηγαινοέρχονται στην κουζίνα, βουτούν μεζεδάκια, στο ένα χέρι το κουτί της μπύρας, στο άλλο το τσιγάρο.
Οι παρέες κατά συγγενείς, αδέρφια, ξαδέρφια, γαμπροί, νύφες, εγγόνια, κουμπάροι, γλεντούν ήσυχα. Δίνουν παραγγελίες στα όργανα για χορό. Τα χαρτονομίσματα πέφτουν σαν πλατανόφυλλα, το κλαρίνο ζωηρεύει. Οι χορευτές φέρνουν γύρους πηδώντας και σφυρίζοντας. Οι συγγενείς τους θαυμάζουν χτυπώντας παλαμάκια. Οι γέροι θυμούνται τα νειάτα τους, σκουπίζουν κρυφά τα δακρυά τους. Είναι πρώην αριστεροί αντάρτες, πρώην ακροδεξιοί μαυροσκούφηδες, διώκτες των κομμουνιστών και άλλοι ουδέτεροι πολίτες. Τώρα γλεντούν όλοι μαζί, αρμονικά και μονιασμένα.

Οταν επιτέλους ήρθε η σειρά της παρέας μας για χορό πρώτος σηκώθηκε ο αδερφός μου. Αφού χόρεψε την Ιτιά και τον Αϊτό, παραχώρησε τη θέση του  κορυφαίου σε άλλον. Σε λίγο ήρθε να με σηκώσει με το ζόρι να χορέψω, κάτι το γρήγορο, για το καλό. Ομως εγώ ήμουν ανένδοτος, δεν υπέκυψα ούτε στις προτροπές του πατέρα μου. Δεν είχα κέφι, άλλοτε θα αρκούσε η θέα των δροσερών κοριτσιών για να στροβιλιστώ σε παραδοσιακούς ρυθμούς, όμως εκείνο το βράδυ μόνο μιά σκέψη με εμπόδιζε να διασκεδάσω αυθόρμητα : η έκβαση των εξετάσεων.
Δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα οι περισσότερες παρέες είχαν φύγει. Εμειναν λίγοι δεινοί γλεντζέδες, το έχουν τάμα, κάθε χρόνο να γλεντούν μέχρι πρωΐας.




mercredi 24 septembre 2014

Κλωνοποίηση


΄Ανυδρο. Ο χώρος μοιάζει με τον πρόναο στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου. Υπάρχουν εκεί φυτά εσωτερικού χώρου. Βλέπω μικρά ζώα φαιού χρώματος άλλοτε να πηδούν σαν ακρίδες από κλώνο σε κλώνο και άλλοτε να πέφτουν στο χώμα σαν να είναι ψόφια, μετά ξαναζωντανεύουν και ξαναρχίζουν τα ίδια.
΄Ερχεται ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές, διευθυντής του κέντρου Βιολογικών Ερευνών. Μου δείχνει μιά νέα μέθοδο κλωνοποίησης των ζωντανών οργανισμών. Σε μια μεγάλη διαφανή λεκάνη ανακατεύει με το δεξί του χέρι μιά λευκή ουσία σαν να είναι λυωμένο χιόνι. Σε χρονικό διάστημα είκοσι δευτερολέπτων μιά θαλάσσια χελώνα εμφανίζεται, κολυμπάει μέσα στο υγρό που έχει πάρει χρώμα γάλακτος.
Η γυναίκα του γιατρού φθάνει από το σκοτεινό βάθος της εκκλησίας, με φωνές τρόμου ειδοποιεί τον συζυγό της ότι οι κλώνοι που ήταν κλεισμένοι στο υπόγειο κατάφεραν να διαφύγουν, έρχονται τώρα πολλοί μαζί οργισμένοι, διεκδικούν την ελευθερία τους.
Ο γιατρός μου ζητά να τον βοηθήσω να κλείσουμε τους κλώνους στην υπόγεια φυλακή που μοιάζει με ψυχιατρικό άσυλο. Μου αποκαλύπτει, εμπιστευτικά, ότι πρόκειται για ένα αποτυχημένο πρόγραμμα.
Τους σπρώχνουμε με φωνές σαν να είμαστε τσοπαναραίοι που σπρώχνουν αγέλη αιγοπροβάτων στο μαντρί. Είναι άντρες και γυναίκες κακομούτσουνοι, κλαίγοντας διαμαρτύρονται γιατί δεν γνώρισαν ποτέ τους γονείς τους.
Υποχωρούν στο σκοτεινό υπόγειο αλλά σε λίγο επανέρχονται, κάνουν αντεπίθεση, σπρώχνουν όλοι μαζί τον τοίχο του υπογείου. Ο τοίχος υποχωρεί, σαν να είναι φτιαγμένος από φελιζόλ. 
Φεύγουμε τρέχοντας. Ο γιατρός Λαζενές μου δίνει ένα πολυβόλο και δύο γεμιστήρες. 
Λέει : «Οχυρώσου στην πλατεία, φάτσα στην είσοδο της εκκλησίας. Να ρίχνεις εναντίον όλων ανεξερέτως, ακόμη κι αν με δεις να βγαίνω κι αν δεις τη μάνα σου, τον πατέρα σου, τον αδερφό σου ή και τον ίδιο σου τον εαυτό, να τους σκοτώσεις.» 


mercredi 27 août 2014

Γαμήλιο γλέντι


Μετά τη γαμήλια τελετή πηγαίνουμε ο αδερφός μου κι εγώ στη βίλλα των νεόνυμφων. 
Είναι στον ελαιώνα Στυλίδος στα σύνορα με την δικαιοδοσία της κοινότητος Ανύδρου. 
Μας περιμένουν εκεί οι γονείς και οι συγγενείς του ζεύγους και σαν να είναι η κόρη του τσέλιγγα που πούλησε τα γιδοπρόβατα και αγόρασε πολλά στρέμματα ελαιοδένδρων.
Η βίλλα είναι δίπλα στο ποτάμι του Σαπουνά και δυτικά της δημοσιάς. 
Στην αυλή όπου είναι στρωμένα τα τραπέζια για το γαμήλιο γεύμα φθάνουν τα μέλη της ορχήστρας. Κρατούν τα όργανα σε δερμάτινες θήκες, πρόκειται για έγχορδα και πνευστά. 
΄Ενας γηραλέος οργανοπαίχτης αποθέτει στο τραπέζι, κάτω από τη γέρικη συκιά, το σαντούρι ακάλυπτο.
Ο αδερφός μου πλησιάζει αθόρυβα και παίζει με το αριστερό του χέρι την αρχή από το  «Fandago» του Boccherini. ΄Ολοι τον κοιτάζουμε με θαυμασμό, η εκπληξή μας είναι τέτοια ώστε μένουμε ακίνητοι και σιωπηλοί σαν αγάλματα.
Ο αδερφός μου με κοιτάει χαμογελαστός και μου κλείνει πονηρά το αριστερό του μάτι. Μετά έρχεται και κάθεται δίπλα μου.
Τα γκαρσόνια σερβίρουν γίδα βραστή σε ασημένια πιάτα σαν στρατιωτικές καραβάνες. Μέσα στη σούπα έχουν αναμίξει κοπριά αιγοπροβάτων. 
Και καθώς εγώ κοιτάζω το φαγητό με απέχθεια ο αδερφός μου δηλώνει : Πρόκειται για παμπάλαιο νομαδικό έθιμο γαμήλιας γαιοφαγίας. 


vendredi 1 août 2014

Θάνος Φωσκαρίνης. Φωλιές

αγάπες τρελές
αγάπες αχόρταγες
αγάπες δυνατές όχι ποτέ μονάδες
αγάπες απίθανες ολοένα κορυφές
             ενέδρες ίλιγγοι ανάγκες
αγάπες απέραντες δωματίων που γίνονται ακρογιαλιές ή δάση
αγάπες παράφορων κυνηγητών
             απρόοπτων μεταμορφώσεων
αγάπες ελλαδικές ανταρκτικές ή ωκεάνιες
αγάπες μιας γουλιάς ψαλμών
αγάπες του χρόνου ανατροπές
             γέλιο και κλάμα
αγάπες διαμονητήρια σιωπών αναπνοές
αγάπες μου 
χειλάκια

01/01/03

mercredi 9 juillet 2014

Γιάννης Θράπας. Μήνυμα νόστους η αίγλη απόρθητου φρουρίου.

Φεύγουν οι χίμμαιρες των συνόρων
γυροφερμένα όνειρα αγναντεύουν
του θεριεμένου οπτικού παρελθόντος
                           τις μακρινές κορυφές
Αναρρίχηση του γυμνού ταλαντευόμενου βίου
επί του τείχους του έρωτος της προσταγής
Το μήκος της μέρας αυξανόμενο
τραγουδιέται από πύρινους θεατές
και το ακόντιο της ελπίδας
χαρίζει στους ορίζοντες τροχιά ορατή
-ελέυθεροι δρόμοι.
Αγωγοί μηνυμάτων,
                    πολιτείες που ξενυχτάνε μονάχες
καρδιές που λούζονται ως νεαρές
                   πλεξούδες λαμπερές
Αυλές που αφουγκράζονται τους έρωτες
στους ανήμερους πόθους σαν περιστέρια
                            σφραγίδα οιωνών -
                             -ουράνια αιθριότης
Θίασοι περιπλανώμενοι και 
σκορπιζόμενοι στον αιθέρα την τομή
οδεύουν στην αμίλητη προσδοκία
ακολουθούν το γίγνεσθαι του συλλογισμού
στεφανώνουν κεφαλές Ανδριάντων...

                                            15/01/1989

mercredi 25 juin 2014

Κούλα Μαστρογούλα (Μαστρογιάννη)


Κουρεύω το γιό μου Αθανάσιο με μια ηλεκτρική μηχανή. Κοντεύω να τελειώσω και τότε η μηχανή παθαίνει βλάβη. Πηγαίνω στο λουτρό να πάρω μιά μηχανή μικρότερη, την έχω για τα γατσιόμαλλα.
Επιστρέφωντας βρίσκω στη θέση του γιού μου την αόματη θεία μου  Κούλα Μαστρογούλα, είναι η μεγαλύτερη αδερφή της μητέρας μου. Φοράει μαύρα γυαλιά ηλίου, κάθεται μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού. Παρ΄όλη τη ηλικία της, (ενενηκοντούτις), τα μαλλιά της είναι κατάμαυρα. Πρέπει να τη χτενίσω, να την ετοιμάσω για την εκδήλωση που πρόκειται να συμμετάσχει στο σύλλογο των παλαίμαχων αγωνιστών. Στην αυλή την περιμένουν οι παλιοί της συμπολεμιστές. Οι επαναπατρισμένοι σύντροφοι, με ολόλευκα μαλλιά, καθισμένοι σε ψάθινες καρέκλες κάτω από τη γέρικη συκιά, καπνίζουν Σέρτικα Λαμίας και αφηγούνται τις εμπειρίες τους στα χωριά της Σιβηρίας όπου τους έστειλε ο Στάλιν.
Η θεία μου ήταν ανθυπολοχαγός του «Δημοκρατικού Στρατού». Μόλις είχε αποφοιτήσει από τη σχολή αξιωματικών, τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο από θραύσματα όλμου, ήταν Μεγάλη Τετάρτη, στις 20 Απριλίου 1949, έξω από το χωριό Λιδωρίκι. Ετσι έχασε για πάντα τα μάτια της σε ηλικία είκοσι-πέντε χρονών.




mercredi 11 juin 2014

Και πάλιν ερχόμενος.



Πεντηκοντούτις και λίγο φαλακρός, υδραυλικός το επάγγελμα, είχε έρθει με την κυρά πριν είκοσι χρόνια. Εφυγαν από την νότια Μεσόγειο κι έφθασαν εδώ όπου έχει λιγώτερο ήλιο αλλά περισσότερες θέσεις εργασίας. Οι βαλίτσες εν αναμονή στη ντουλάπα για την επιστροφή που μήνα με το μήνα έπαιρνε αναβολή.
Οταν κιτρίνισαν τα μάτια του, το προσωπό του και το δέρμα του όλο έγειρε προς το πορτοκαλί, τον έπιασε τρεμούλα σαν να κρύωνε, έφτυνε αίμα κι έκανε εμετό, σκέφτηκε πως ήρθαν τα τελευταία του και δεν πρόλαβε να φιλήσει τα παιδιά του.
Το ασθενοφόρο των επειγόντων τον πήγε στο νοσοκομείο και μετά σαν να ήταν σε σκοτεινό ψυγείο, σαν μιά ατέλειωτη νύχτα, πίστεψε πως ήταν νεκρός στον Αδη. Εψαχνε να βρεί τα πύρινα καζάνια και μετά τα λιβάδεια με τους ασφόδελους την Ανοιξη. Ούτε κοιμόταν αλλά ούτε ήταν ξυπνητός, άκουγε φωνές σαν υδάτινος ψίθυρος και σφυρίγματα φιδιών από ρομπότ.
Ηταν τυχερός, βρέθηκε συμβατό μόσχευμα στο τσακ και όταν είδε τον ήλιο έπρεπε να παίρνει πολλά φάρμακα, να προσέχει τι τρώει και τι πίνει, όσο για  δουλειά γιόκ του είπε ο γιατρός, τώρα θα παίρνεις επίδομα ασθενείας.
Γύρισε σπίτι του. Ολοι τον υποδέχθηκαν χαρούμενοι αλλά και με καχυποψία. Τον ψηλαφούσαν στα χέρια, στους ώμους, στο μέρος της καρδιάς, να βεβαιωθούν αν ήταν όντως ζωντανός.
Η σύζυγος δεν τον άγγιζε πλέον κι όλο πικρά λόγια. Είχε αναλάβει τώρα αυτή πολλές ευθύνες, εργαζόταν, γύριζε αργά τα βράδια. Μετά ερχόταν το πρωί αναμαλλιασμένη με άκυρες δικαιολογίες. Στο κινητό της πολλά ονόματα ανδρών. Καυγάδες κάθε μέρα κι ένα πρωί αυτός σήκωσε χέρι.
Ο πραγματογνώμων που όρισε ο εισαγγελέας τον έστειλε στην ψυχιατρική κλινική. 
Ο ψυχίατρος τον άκουσε με προσοχή και το συμπέρασμα του ήταν πως δεν υπήρχε λόγος να του δώσει φάρμακα. Το ίδιο πόρισμα έβγαλε ο ψυχολόγος. Τον άφησαν να φύγει τρεις μέρες αργότερα.
Συμφώνησε να χωρίσουν, να πάρουν διαζύγιο, όμως τα παιδιά και το σπίτι σ΄αυτόν.
Εξι μήνες μετά όταν ο δικηγόρος του εξήγησε την απόφαση του δικαστηρίου τον πλήρωσε ρευστό  χωρίς να πει τίποτα. Κοίταγε γύρω-τριγύρω και το βλέμμα του άδειο.
Μετά πήγε στη γειτονιά που ζούσαν μετανάστες. Από τους πακιστανούς αγόρασε μιά Καλασνίκοφ με δύο γεμιστήρες, τετρακόσσια ευρώ.
Τη συνέχεια τη διαβάσατε στις απογευματινές εφημερίδες.