samedi 3 décembre 2016

ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ

Μετά τις προεδρικές εκλογές η νέα κυβέρνηση λαμβάνει δρακόντεια μέτρα για τους ενοικιαστές των κοινωνικών κατοικιών. Οι οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους με όλα τα μέσα, διοικητικά και δικαστικά.
Στο κέντρο ημέρας του Στρατού Σωτηρίας οι ένοικοι έρχονται να προπονηθούν για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της μελλοντικής τους ζωής. Μαθαίνουν να κοιμούνται μέσα σε σκηνές, στα πάρκα, κάτω από τις γέφυρες, σε εγκαταλελλημένα υπόγεια, σε squat. Θα τρώγουν σε ομαδικά συσίτια και θα νοσηλεύονται σε ιατρικά κέντρα ειδικά διαμορφωμένα για τις δικές τους ανάγκες.

dimanche 30 octobre 2016

Το μουσικό πριόνι (La scie musicale)

Όσοι ζήσατε στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄80 θα θυμάστε έναν άνδρα μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών, στους σταθμούς Gare du Nord και Les Halles του RER B, να παίζει την Sarabande του Haëndel σε μουσικό πριόνι. Στηνόταν πάντοτε δίπλα στις κυλιόμενες μεταλικές σκάλες έτσι ώστε, παράλληλα με τη μουσική που έβγαινε από το πριόνι του, ακουγόταν ο μονότονος ρυθμός από τις σκάλες που ανεβοκατέβαιναν με τους επιβάτες του Μετρό. 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ντυμένος πάντοτε με μαύρα ενδύματα, το προσωπό του χλωμό, σχεδόν λευκό και το βλέμμα του, προσηλωμένο στο κενό, σαν να κοίταγε τις σκοτεινές σήραγγες απ΄όπου πήγαιναν κι έρχονταν τα τραίνα. Δεν είχε μπροστά του ούτε δοχείο, ούτε καπέλο, ούτε ανοικτή θήκη μουσικού οργάνου, δεν ζητιάνευε.
Τω καιρώ εκείνω, ως φοιτητής, έκανα αυτή τη διαδρομή μέχρι τη φοιτική εστία του Antony σχεδόν κάθε μέρα. Έβλεπα τον άνθρωπο με το μουσικό πριόνι, μου προκαλούσε φόβο, τον θεωρούσα ως εκπρόσωπο του ΄Αδη και η μουσική, όπως την έπαιζε, έκφραζε την ακραία μοναξιά του νεκρού μέσα στο φέρετρο, τη μοναξιά του θανάτου.








lundi 17 octobre 2016

Παλιά Κοστούμια

Παλιά κοστούμια. Τα έχω μέσα στη ντουλάπα παραταγμένα όλα μαζί. Θα έπρεπε να τα είχα πετάξει πριν από καιρό αλλά δεν το αποφασίζω. Πως να τα πετάξω, έχω τόσες αναμνήσεις όταν με συντρόφευσαν στις δυσκολίες της ζωής μου, όταν με προστάτευαν από το κρύο και τον καύσωνα, σε τόσες τελετές και εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, απονομές πτυχίων και λογοτεχνικών βραβείων, επαγγελματικές συγκεντρώσεις, δικαστήρια, βραδειές στην Όπερα, στα παρτάκια για τη σύνταξη των συναδέλφων, σε μυστικά ραντεβού...
Έχουν φθαρεί και δεν φοριούνται πλέον. Είναι σαν γέροι που δεν τους κοιτάει πιά κανείς. 
Τα βλέπω το πρωί τα παλιά μου κοστουμάκια όταν διαλέγω ένα από τα καινούργια, τα καλοραμμένα από υφάσματα Σκωτίας. Κοιτάζω τα παλιά με λύπη, σκέφτομαι ότι μιά μέρα πρεπει να τα πετάξω, αργότερα όταν τα καινούργια θα παλιώσουν. Τα θωπεύω μ΄ένα χάδι τρυφερό και τα ξανακλείνω στην ντουλάπα, μέσα στο σκότος του παρελθόντος.


samedi 15 octobre 2016

Γιάννης ΘΡΑΠΑΣ Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ


Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ(*)

Α

Χρώμα βαθύ της μέρας γαλάζιο.
Γίνεται μάρτυρας - θηριώδους δαμασμού -
σ΄αδειανά δωμάτια !
Έρχεται σαν αστραπή η χαρά σου
στο κάλεσμα του αφέγγαρου ορίζοντα

Ένας φόβος λουσμένος
απ΄την πύρινη οπτασία μιας αυγής
ή πρωινού αμίλητου,
στα όρια της γραμμής του πυρός,
πριν τα δάκτυλα ακουμπήσουν την σκανδάλη
Έτσι τα χέρια αγκαλιάζουν
το λυκαυγές σαν νοσταλγοί
της δικής σου άπτερης νίκης...
Βλέφαρα ανοίγουν απ΄του ήλιου τη ζεστασιά
στης προβλήτας δεμένων πλοιαρίων
τον βρεγμένο ήχο.
Αγγίζεις την αλήθεια - με τα χέρια σου -
είσαι εκεί!!!
Όταν το θάρρος γιγαντώνεται
πίσω απ΄την κραιπάλη του μυαλού
και της παραζάλης,
ορμητικά ρίχνοντας το σώμα
μ΄ένα μικρό σταυρό στο λαιμό
σ΄αβυσσαλέα κύματα -ακτής απόκρημνης-
μια ανάσα μακριά.
Το βουητό του πελάγους
γίνονταν οργασμός προσγείωσης αεροπλάνων
με χαμένους οδηγούς
σ΄ενοχές και λησμονημένες θύμησες...
Όταν τα λόγια μένουνε μουδιασμένα
από παγερούς διαδρόμους
και αόρατους συντρόφους!!!
Σ΄αφύλαχτα λημέρια σιωπής
αληθινά δικά σου, τότε ένα χαμόγελο
ή ένα μειδίαμα στα χείλη
γίνεται ουρλιαχτό και αντίλαλος
μέσα στη ψυχή.
Κρατώντας στη μασχάλη ένα περιστέρι
έτσι ώστε να γίνει δικό σου
το χτυποκάρδι του
πριν το ελευθερώσουν οι τύψεις -στα cocktails-
και έξω χαράματα
στο βυθό ονείρων παιδικών...


Β

Που ναναι η θάλασσα
των δικών σου ματιών!!!
Ζωγράφοι μιλούν για μια πυρκαγιά
ή για τα πορφυρένια
του ορίζοντα μονοπάτια.
Ο μικρός - χωρίς αστέρια- ουρανός
μου ΄χει κρύψει το μυστικό...
Κι αυτή η δικαίωση!
να παζαρεύεται σε στέρφες νύχτες
σαν μια γριά πόρνη σε σοκάκια
ξεχασμένα.
Λαχτάρισαν τα πουλιά από προσμονή,
άλλα βαπτίστηκαν αποδημητικά!
Το ξεχασμένο βλέμμα
απελπιστικά μακρινό.
Οι μητρικές των βράχων αγκαλιές
σ΄αβέβαιη καρτερία
όπως το σιγανό θρόισμα των δένδρων
σε συντροφεύει τα υγρά μεσάνυχτα
όταν ο ουρανός κερνάει βροχή!
Εσύ μεσ΄το ονειρό μου τόσο Αληθινή
σύννεφο πριν την καταιγίδα...

***

Κι έρχονατι οι μνήμες!
Κι έρχονται τα χρόνια!
Έρχονται ιαχές, τα δώρα
και τα φεγγάρια περνούνε
-σαν σε παρέλαση-
με περηφάνια.

(*) Πρώτη δημοσίευση

lundi 10 octobre 2016

Επαγγελματική εμπειρία

Το απόγευμα εργάζομαι στα εξωτερικά ιατρεία στο κέντρο της πόλεως. Βγαίνοντας στο δρόμο, μπροστα στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς τη στάση. Στο στέγαστρο κοιτάζω τον πίνακα με το ωράριο διέλευσης του λεωφορείου και με μιά πλάγια ματιά μιά κομψή κυρία ντυμένη με ταγιέρ Channel, τα μαλιά της κότσο, εβδονηκοντούτις, κρατάει ένα κολονάτο ποτήρι γεμάτο κατά το ήμισι ενώ δίπλα της πάνω σε μιά μεγάλη βαλίτσα Louis Vuitton βλέπω μιά ανοιγμένη φιάλη καμπανίτου όπου σε μια πορτοκαλί ετικέτα διαβάζω Veuve Clicquot Ponsardin.
«Τι κοιτάς ρε μαλακοκαύλη, ο πούτσος σου βρωμάει σαν μπράσκα!», λέει η κομψή γραία μιλώντας σ΄εμένα.
Έκπληκτος από τη βιαιότητα των λόγων της, μένω άφωνος. Τότε έρχεται δίπλα μου η κοινωνική λειτουργός του ψυχιατρικού τμήματος και μου λέει εμπιστευτικά.
«Πρόκειται για μιά πρώην Τσατσά, επί σειράν ετών διατηρούσε μυστικό οίκο ανοχής όπου σύχναζαν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, είχε πελάτες υπουργούς, ανώτατα στελέχη του δημοσίου, δικαστές, διπλωμάτες, υψηλόβαθμους ιερωμένους, προέδρους και γενικούς διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων... Η αστυνομία την εντόπισε στην πόλη να περιφέρεται με δύο μεγάλες βαλίτσες πολυτελείας γεμάτες με χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ.»

samedi 1 octobre 2016

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Φθάνω στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς το γραφείο μου, σε ένα μοντέρνο κτίριο, μοιάζει με το Λύκειο Στυλίδος. Οι φύλακες μου λένε να μην προχωρήσω, ένας ψυχασθενής έχει οχυρωθεί στον τελευταίο όροφο. Μένω στην αυλή με μιά ομάδα χωροφυλάκων, προθυμοποιούνται να κρατήσουν τα πράγματα μου μέσα σε ένα πηγάδι. Τους τα δίνω να τα φυλάξουν αλλά δεν φεύγω. Μου μιλούν για τον άρρωστο, είναι τρόφιμος του ψυχιατρείου. Τον βλέπουμε, είναι ψηλά, μας κοιτάει με τηλεσκόπιο. Μας κυριεύει πανικός, είναι οπλισμένος. Κρυβόμαστε στην πίσω μεριά του κτιρίου. Η λεωφόρος οδηγεί στην πόλη. Είμαστε στην καρότσα ενός ημιφορτηγού. Βλέπουμε τον ψυχοπαθή χωρίς να μας βλέπει. Δέχεται τις διαπραγματεύσεις. Κατεβαίνει στο δρόμο. Τον δέχομαι με έναν αντιπρόσωπο πωλητή όπλων. Το όπλο είναι ψεύτικο, αλλά λειτουργεί σαν αληθινό, όμως με ένα κουμπί, ο πωλητής μπορεί να ακυρώσει τις ενέργειες. Ο ασθενής ενθουσιάζεται, μόλις αρχίζει να αμφιβάλει, μιλάει για τη γυναίκα του, τον είχε εγκαταλείψει, γι΄αυτό έκανε αυτό το επεισόδιο. Φθάνουν δύο χεροδύναμοι νοσοκόμοι, συνοδεύουν τη γυναίκα του. Αυτός έκπληκτος δεν μπορεί να αντιδράσει. Η γυναίκα με φωνές, «αγάπη μου, αγάπη μου», ρίχνεται στην αγκαλιά του, ενώ οι νοσοκόμοι την σπρώχνουν προς αυτόν. Ταχύτατα τους δένουν κολλητά με λουρίδες σεντονιών σαν να είναι μούμιες, εξέχουν μόνο τα κεφάλια τους. Είναι και οι δύο χαμογελαστοί. Ενώ το μακιγιάζ στα προσωπά τους πέφτει, το πλήθος όρθιο, χειροκροτεί μέσα στο θέατρο, ομοθυμαδόν.



samedi 24 septembre 2016

MONTPARNASSE

Παρίσι. Βόλτα στη γειτονιά του Montparnasse. Τίποτα δεν ζηλεύω. Θέλω να ζήσω άγρια ο,τι έζησα : Ωραίες γυναίκες, αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, ενδύματα πολυτελείας, βραδειές στην Όπερα, γαστρονομικά εστιατόρια...

vendredi 2 septembre 2016

ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Άνυδρο. Νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα με ξυπνάει ο θόρυβος του ανέμου. Μαίνεται δυνατή καταιγίδα. Από το παράθυρο της κουζίνας βλέπω το γιατρό Σαμουήλ Λαζενές να φθάνει με το κόκκινο Datsun του πατέρα μου. Του το είχα δανείσει γιατί ήταν εφημερεύων ιατρός στο νοσοκομείο σε νυχτερινή βάρδια. Δυσκολεύεται να κουμαντάρει το όχημα γιατί στην καρότσα σαν να είναι φορτωμένος ένας ελέφαντας τσουρουφλισμένος και υποθέτω ότι τον χτύπησε κεραυνός καθ΄οδόν, αλλά είναι ακόμη ζωντανός, σκέφτομαι ότι μπορεί να ζήσει με την ανάλογη φροντίδα. ΄Ομως το φορτηγό είναι σε άθλια χάλια, στραπατσαρίστηκε από τον κεραυνό αλλά και από την βιαιότητα της καταιγίδας. Τελικά ο Λαζενές καταφέρνει να ακινητοποιήσει το όχημα μέσα στον κήπο, νότια του σπιτιού, κάτω από τη γέρικη μουριά αφού τράκαρε στον δυτικό κίονα του εξώστη. Κατεβαίνει σώος χωρίς γραντζουνιά.
Ξημερώνει. Βγαίνω με τα παιδιά μου στην αυλή. Αναρωτιέμαι πως θα βγάλω τώρα το φορτηγό από τον κήπο. Η κόρη μου Ελένη μου δείχνει το φράχτη όπου υπάρχει αυτοσχέδια πόρτα. Την είχε προβλέψει ο πατέρας μου. Λέει ότι μπορώ να το βγάλω εύκολα μόνος μου, οδηγώντας προσεκτικά. Το κόκκινο Datsun είναι ολοκαίνουργο και αστραφτερό όπως το είχαμε αγοράσει το 1979.
Τότε σκοτεινιάζει απότομα, ο ήλιος σαν να είναι η σελήνη που βρίσκεται στη Δύση και σαν να είναι δυό μεγάλα φεγγάρια που το ένα έλκει το άλλο με δύναμη. Συγκρούονται σαν μεγάλες μπάλες μπιλιάρδου κι ενώ ο ήλιος μένει ακίνητος, η σελήνη έρχεται ταχύτατα προς τη γη αλλά αμέσως ένα άλλο ουράνιο σώμα εμφανίζεται με μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου και σαν να είναι από καιόμενη λάβα ηφαιστείου, κατευθύνεται γρήγορα προς τον ήλιο και συγκρούεται μαζί του. Επανέρχεται προς τη γη, ενώ εγώ σκέφτομαι ότι πρόκειται για την ημέρα της Αποκαλύψεως, είναι το τέλος του κόσμου αλλά δεν αισθάνομαι φόβο, λέω στα παιδιά μου να μην φοβούνται και ότι είναι να γίνει θα γίνει τώρα. Παρακολουθούμε την πορεία της καιόμενης σφαίρας, την βλέπουμε να πέφτει βόρεια του χωριού, δίπλα στα μαντριά, να ζνταΐζεται και να φεύγει πάλι προς τον ουρανό βορειοανατολικά. Μια ιδέα ελπίδας σχηματίζεται στη σκέψη μου. Θα ζήσουμε με νέες συνθήκες τώρα που ο ήλιος έχασε τη δυναμή του, η μέρα θα είναι ένα διαρκές λυκόφως.

vendredi 19 août 2016

ΟΦΙΣ

Βγαίνω από το γκαράζ του νοσοκομείου. Πολλά αυτοκίνητα με προσπερνούν. Τελευταίο είναι το αυτοκίνητο του φίλου μου ψυχίατρου Σαμουήλ Λαζενές. Παθαίνει βλάβη στη μέση του δρόμου. Ξαπλώνει κάτωθεν του οχήματος σαν να θέλει να το επισκευάσει. Είναι διπλωμένος στα δύο όταν τον ρωτώ πως πέρασε το ταξίδι του στην Ελλάδα. Μου δείχνει δίπλα του ένα πολύχρωμο κουτί, σαν να είναι από παιδικά υποδήματα, έχει χρώματα πράσινο, κίτρινο ανοιχτό, καφέ, άσπρο και πορτοκαλί. Από το κουτί βγαίνει ένα πράσινο φίδι χωρίς εχθρικές διαθέσεις. Οπισθοχωρώ καλού-κακού. Ο γιατρός Λαζενές λέει να μη φοβάμαι, έφερε το φίδι από την Ελλάδα, τώρα τον ακολουθεί παντού.



samedi 30 juillet 2016

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Ο πατέρας μου είχε το δαιμόνιο του εμπορίου. Πούλαγε ξερά ξύλα, τα μάζευε στις καψάλες, είχαν μείνει από τις πυρκαγιές του τελευταίου πολέμου. ΄Ηταν ξύλα κέδρου, είχαν γκρίζο χρώμα στάχτης. Κουβάλαγε τα ξύλα, με τρία μουλάρια, στα αρτοποιεία της Στυλίδος και στον Καραβόμυλο. Εργαζόταν νύχτα, φόρτωνε τα μουλάρια μόλις σουρούπωνε, έφτανε νύχτα στη Στυλίδα, ξεφόρτωνε, αγόραζε ψωμί, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής και πριν ξημερώσει ήταν στο χωριό ή στα μαντριά να αρμέξει τις γίδες.
΄Αλλοτε φόρτωνε τα μουλάρια, τα ΄στελνε μόνα τους να έρθουν στο χωριό, όπου τα περίμενε η μάνα μου να τα ξεφορτώσει. Σε πέτρινες πλάκες έγραφε οδηγίες για τα ζητήματα που αφορούσαν την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πρώτο μουλάρι ήταν πάντοτε η Ρούσα, υπάκουο ζώο, χωρίς πείσματα, δεν είχε χούγια, ερχόταν κατ΄ευθείαν στο  σπίτι, ακολουθούσαν η Μαρίκα και η Μάρσα, σταμάταγαν δίπλα στη γέρικη συκιά, αφού έπιναν νερό στο καρδάρι, δίπλα στη βρύση. Ορισμένοι χωριανοί, περίεργοι, πονηροβλακωδώς σκεπτόμενοι, σταμάταγαν τα ζώα, διάβαζαν τα μηνύματα στα πέτρινα πινάκια, τα έλεγαν μετά στα καφενεία και στις γειτονιές, γέλαγαν με αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο επικοινωνίας.
Μετά συμφώνησε με τον γαλατά, τον Μπακογιάννη, να του πουλάει ξύλα. Ο γαλατάς ήθελε μεγάλη ποσότητα για το τυροκομείο. Ο πατέρας μου με τη μάνα μου μάζευαν τα καψάλια, τα συγκέντρωναν δίπλα στον αχυρώνα του Πανόπουλου και άλλοτε στ΄ αλώνια. Ο γαλατάς φόρτωνε τα ξύλα στο φορτηγό. ΄Ηταν οχτώ με δέκα τόνοι ξερά ξύλα κέδρου. Τα κέδρινα δεν ζύγιζαν βαριά, γι΄αυτό ο πατέρας μου έβαζε χλωρά, τα έκοβε λάθρα σε ορεινές περιοχές, απέναντι από τον Αγιο Κωνσταντίνο, στο Βριζοχώραφο, στα Αρέα, στη Σπλήτσα. Τα μάζευε σε ειδικό μέρος, σε σημείο όπου είχε πρόσβαση το αυτοκίνητο. Αυτά τα φόρτωναν τη νύχτα με απόλυτη μυστικότητα.
Ο πατέρας μου μόλις έφθανε το βράδυ μας καλούσε με χαρούμενη φωνή : Ελάτε ΄δω ρε πουτσαράδες!
Μας γέμιζε φιλιά και χάδια. Από τις τσέπες του έβγαζε παιγνίδια και χασμίσια, (καραμέλες, σοκολάτες, μπισκότα, γλυκίσματα...)

Το ονειρό του ήταν να ανοίξει μαγαζί, χασαποταβέρνα, στη Στυλίδα, να σερβίρει ψητά αρνιά και κατσίκια, κοκορέτσια και σπληνάντερα.
Δεν κατάφερε να βάλει σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο.

Μια χρονιά, είχαμε άφθονη παραγωγή ελαιών, αποφάσισε να κάνει εμπόριο, ως πλανόδιος πωλητής, σε ορεινά χωριά του Δομοκού. ΄Εφυγε ένα πρωί με τα μουλάρια φορτωμένα ελιές μέσα σε τενεκέδες. ΄Ελειψε δυό βδομάδες. Εμείς με τη μάνα μας λυπημένοι, φυλάγαμε τα γίδια, ανησυχούσαμε.
΄Ενα απόγευμα εμφανίστηκε από τη δύση. Τα χαρούμενα γαυγίσματα των σκυλιών μας ειδοποίησαν για την άφιξη του. ΄Ηταν αλλαγμένος, ομορφότερος, ελαφρά ηλιοψημένος, με τα γκρίζα μαλλιά του και τα γαλαζοπράσινα μάτια του, φρεσκοξυρισμένος, μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. ΄Εφθασε χαμογελαστός, καβάλα στο μουλάρι μας τη Ρούσα, κρατούσε δώρα για μας και τη μητέρα.
΄Ετσι όπως τον είδα αλλαγμένο σκέφθηκα πως δεν ήταν αυτός ο πατέρας μας αλλά ένα ομοίωμα που μας έστειλαν οι νεράϊδες του δάσους. Τον αληθινό τον κράτησαν για πάντα μαζί τους. Τον είχαν σαγηνεύσει με ερωτικά τερτίπια και τα γλυκά τραγούδια τους.

vendredi 22 juillet 2016

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Εκείνο το καλοκαίρι, ήμουν στη Β΄ Γυμνασίου, ανεβήκαμε όπως κάθε χρόνο στη θερινή μας στρούγγα. Τα σπαρτά ήταν δικά μας, στα Βάτα, στο Λιοτρύβι, στη Στενόλακα, στη Λεύκα. Οι γονείς μου με τον αδερφό μου θέριζαν. Εγώ φύλαγα τα γίδια. Κάθε πρωί, μετά το άρμεγμα, αφού έτρωγα γάλα με ψωμί, έπερνα τον τροβά, έβαζα μέσα το παραδοσιακό γεύμα των αγροτοποιμένων, ψωμί, τυρί, ελιές, μιά ντομάτα, ένα κρεμμύδι, ένα παγούρι με νερό, μετά τα περιοδικά, Καζανόβα, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Μικρός ήρως. Ανηφόριζα την πλαγιά της Αμυγδαλιάς, τα γίδια προηγούνταν, γύριζαν ήδη προς την νότια πλαγιά, πήγαιναν μόνα τους, τα ακολουθούσα από μακριά. 
Καθόμουν σε έναν θάμνο, ήταν σαν φυσική πολυθρόνα. ΄Εβλεπα όλον τον Μαλιακό, ανατολικά την Εύβοια, στη μέση τη Στυλίδα και τα Καμμένα Βούρλα, δυτικά στο βάθος την πόλη της Λαμίας. Κοίταγα το περιοδικό με τις ημίγυμνες γυναίκες και αφοσιωνόμουν σε μοναχικές ηδονές.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν είχαν ανακοινωθεί. Ανησυχούσα, ήμουν στο μεταίχμιο. 
Την ημέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, ο πατέρας μου ήρθε αργά το απόγευμα, είπε απογοητευμένος πως είχα αποτύχει, θα έπρεπε να ξαναπάω στην ίδια τάξη την επόμενη σχολική χρονιά.
Μου είπε να πάω να μαζέψω τα γίδια να τ΄αρμέξουμε, ήταν προς το ύψωμα της Παδίτσας.
Περπατούσα κι έκλαιγα σιωπηλά, ενώ άκουγα τον αδερφό μου να με κοροϊδεύει.
Βάδιζα σκυφτός στο μονοπάτι, έβλεπα τα μυρμήγκια, πρόσεχα να μην τα πατήσω, εγώ που άλλοτε τα τυραννούσα, τα έβαζα να αλληλοσκοτώνονται, τώρα τα μακάριζα για την ήσυχη και ασάλευτη ζωή τους.
Αφού αρμέξαμε τα γίδια, μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από το φώς του λύχνου.
Είπα στον πατέρα μου πως δεν περίμενα να είχα κοπεί στον τόπο, υπολόγιζα το πολύ να είχα μίνει σε δυό μαθήματα. Του ζήτησα να πάει να ρωτήσει τους καθηγητές, να του δώσουν αναλυτικά τη βαθμολογία, εν ανάγκη να ζητήσει την αναβαθμολόγηση των γραπτών. Η μάνα μου ήταν σύμφωνη.
Την επομένη σταμάτησα τις συνεδρίες αυνανισμού. Στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου άναβα τα καντήλια και προσευχόμουν γονυκλινής μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Η εικόνα του είχε κάτι το σουρεαλιστικό, τον συμπαθούσα πολύ. Ο ΄Αγιος Ιωάννης παρουσιάζεται όρθιος, έχει ήδη φτερά, είναι άγγελος Κυρίου, κοιτάζει με ειλικρίνεια ευτυχισμένου ανθρώπου που εκτέλεσε με επιτυχία την αποστολή του, έρχεται τώρα να προσφέρει δώρο στην πριγκίπισσα, πρόκειται για την, επί πίνακι, κομμένη κεφαλή του.
Ο πατέρας μου ήρθε χαμογελαστός το απόγευμα. ΄Ημασταν στο Λιοτρίβι, κάναμε δεμάτια το θερισμένο σιτάρι. Μαζί μας ήταν ο Βαγγελούλης, βόσκαγε τα γίδια του.
-Ησουν κομμένος, είπε ο πατέρας μου, αλλά είπα στον αγροτικό γιατρό να επέμβει, έτσι σε πέρασαν.
Η μάνα μου χοροπηδούσε χαρούμενη, με αγκάλιασε και πέσαμε πάνω στις καλαμιές.
΄Ημουν κακόκεφος, τέτοια επιτυχία δεν την ήθελα, καλύτερα να είχα κοπεί.
Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Βαγγελούλης έφυγε, εμείς μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από την αιωνόβια αγκορτσιά του Λιακαμπά. Τότε ο πατέρας μου είπε την αλήθεια. Είχα περάσει κανονικά, οι καθηγητές είχαν κάνει λάθος, δεν έγραψαν το ονομά μου στον πίνακα ανακοινώσεων. Είπε πως επενέβει ο γιατρός όταν ο Βαγγελούλης ήταν παρών, ήθελε να τον εντυπωσιάσει, να διαδίδει δεξιά-αριστερά πως είχαμε μέσον και υποστήριξη από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

vendredi 24 juin 2016

Η ΑΜΑΞΑ

Μόλις φθάνω στην υποδοχή του νοσοκομείου ο φίλος μου Αλέκος Μακαρένκο με πληροφορεί πως η προγραμματισμένη συνεδρίαση αναβλήθηκε εκτάκτως και πριν προλάβει να μου εξηγήσει για ποιό λόγο ακούμε τη Δημοτική ορχήστρα να παίζει το εμβατήριο : 
«Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός...»
Πηγαίνουμε προς την έξοδο όπου βλέπουμε στο ελικοδρόμιο να φθάνει η βασίλισσα μέσα σε μια ολόχρυση άμαξα συρόμενη από τέσσερα λευκά άλογα. Σχεδόν ενενηκοντούτις αλλά ζωηρή σαν έφηβος εισέρχεται στην υποδοχή ακολουθούμενη από δύο σωματοφύλακες. Χαρούμενη και χαμογελαστή έρχεται προς εμένα, με χαιρετάει εγκάρδια λες και γνωριζόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Μου λέει ψυθιριστά στο αυτί πως ήρθε να μιλήσει στη σχολή νοσοκόμων του ιδρύματος για την εμπειρία της ως οδηγός ασθενοφόρου στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
«Και τώρα τι κάνουμε;» λέω στον Αλέκο, «γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς, δεν έχουμε προβλέψει ούτε καφέ να της προσφέρουμε.»
Τότε έρχεται ο γιατρός Λαζενές, ασθμαίνων και αγχώδης. Μας πληροφορεί πως τον ειδοποίησαν από το Υπουργείο Υγείας, μόλις πριν από μιά ώρα, πως η βασίλισσα έρχεται incognito, έτσι πρόλαβε να παραγγείλει στα γρήγορα, με διανομή κατ΄ οίκον, από τον καλύτερο Έλληνα traiteur των Παρισίων. Τα φαγητά είναι στη διπλανή αίθουσα, αλλά οι μαλάκες ξέχασαν να φέρουν ποτήρια.
«Μήπως ξέρεις που μπορούμε να βρούμε πλαστικά κύπελλα πριν αρχίσει η δεξίωση;» Με ρωτάει ο Λαζενές.
«Τρέχω στην κουζίνα του νοσοκομείου», του απαντώ και κάνω νόημα στον Αλέκο να με ακολουθήσει.
Διασχίζουμε τον κήπο με τα θεόρατα πλατάνια ενώ ο ήλιος δύει και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στον ουρανό με αστραπές και βροντές.
«΄Ερχεται καταιγίδα», λέει ο Αλέκος, «ελπίζω να προλάβουμε.»
Φθάνουμε στην κουζίνα και στα ράφια βρίσκουμε λευκά πλαστικά κύπελλα. Παίρνουμε καμμιά πενηνταριά ο καθένας αλλά μόλις σπρώχνουμε την πόρτα της εξόδου βρέχει καταρακτωδώς. Μας είναι αδύνατον να βγούμε έξω με τέτοιον καιρό.
«Γαμώτο και ήθελα να δοκιμάσω χαβιάρι με βότκα», λέω στον Αλέκο.
Τότε χτυπάει το κινητό του τηλέφωνο.
Ο Αλέκος χαμογελαστός δηλώνει : «Η βασίλισσα μας στέλνει τη χρυσή καρότσα!»