mercredi 9 avril 2014

Θάνος Φωσκαρίνης. Οψώνια του Σαββάτου.

τι κι αν μεγάλωσα δεν παύω να ξεχνιέμαι
παιδί βολτάροντας
στην πίστα ενός πάρκιγκ μεγάλου σούπερ μάρκετ
μετρώντας τ΄ασημένια κόκαλα των καροτσιών
στα μαύρα τους ροδάκια έξω
τα μάτια των θεόρατων τιμών σε τζαμαρίες κολλημένα
η φίρμα τάχα μου σημαία τους ψηλά
τα ξένα γράμματα στις μακρόστενες ταμπέλες
καθώς οι καταναλωτές άρπαγες βγαίνοντας τρέχουν
ανύποπτοι που τα τρόφιμα με λαιμαργία κουβαλούνε
στις σακούλες φεύγοντας
ήδη τους έχουνε καταβροχθίσει εκείνα πρώτα

                                                       27/05/03

Από τη συλλογή ΑΘΕΛΑ ΜΟΥ, ΕΡΙΦΥΛΗ, ΑΘΗΝΑ 2004

samedi 29 mars 2014

Ερίφια.


060587

Ανεβαίνω προς τη γειτονιά της Κυψέλης, σε ένα δρόμο όμοιο με το Ανυδρο στους πρόποδες του Γελαδόγροικου. Οδηγώ το κόκκινο Datsun του πατέρα μου στο Κοκκινόχωμα Στυλίδος. Ο δρόμος είναι γεμάτος αυτοκίνητα παρκαρισμένα στη μέση του οδοστρώματος, αναγκάζομαι να ανεβαίνω στο πεζοδρόμιο, παράλληλα προσπαθώ να εντοπίσω κατάλληλο μέρος για στάθμευση. Εχω ραντεβού με τον καθηγητή Σαμουήλ Λαζενές. Βρίσκομαι στο σαλόνι του. 
Λέει : έχουμε χρόνο στη διαθεσή μας.
Βλέπω στο τραπέζι του ένα βιβλίο για την τοξικομανία, του το ζητώ. Είναι της ανηψιάς του, δεν μπορεί να το δώσει, χωρίς να τη ρωτήσει.
Βγαίνουμε στο μπαλκόνι απ΄όπου φαίνεται μέρος του χωριού, οι γειτόνισσες μας μιλούν για τα λουλούδια τους. Τα κοπάδια τα καταστρέφουν, γι΄αυτό είχαν κάνει πολλές διαδηλώσεις.
Επιστρέφουμε στο σαλόνι. Βορειοανατολικά είναι το μεγάλο παράθυρο απ΄όπου εισέρχονατι δώδεκα μαύρα ερίφια, το πρόσωπο τους είναι καλυμένο, στο μέρος των ματιών,  με χρυσές προσωπίδες, φαίνονται μόνο τα μαύρα μάτια τους. Τα ερίφια χαμογελούν ειρωνικά.
-Που βρέθηκαν αυτά; ρωτώ τον καθηγητή.
-Από τα κοπάδια των βουνών, μου απαντά.

vendredi 21 mars 2014

Θάνος Φωσκαρίνης. Εκρηξη παγετώνων.

κι η θάλασσα ξαναπαίρνει πίσω όλα τα κύματα που έδωσε
πλημμυρίζουν οι στεριές αφρούς και λάσπη
οι άνθρωποι σαστισμένοι τρέχουν στήνουν σκάλες,
                                χτίζουν πατώματα
μέχρι τον ουρανό ψηλά να μην τους φτάνουν
ξεχάσανε δεν έμαθαν
δεν ξέρουν όπου κι αν πάνε πόσο πολύ βουλιάζουν


Από τη συλλογή ΧΟΥΣ, Εκδόσεις Οδός Πανός 2011

mercredi 19 mars 2014

Γιάννης Θράπας. Ωρα μηδέν των μπαλκονιών

Ιδού ο όρκος της αλήθειας
τριγυρνούν οι μπάντες του λυτρωμού
και παίζουν γλυκά τραγούδια μεθυσμένα

Σ΄ένα βωμό θυσίασες των ονείρων
τα διάφανα ηλεκτρισμένα κορμιά
και υψώνονται τα θροΐσματα
στου παρόντος το ανθρακωμένο σκότος

Ιδού της μητρός η γιατριά
ως κορδέλα λύτρωσης των ομήρων
κρούει σήμαντρα ξεχασμένα
καθώς δεν εκλίπουν και οι ηγήτορες
                                     του μισεμού
Ιδού ο σκοπός της εχεμύθειας.

Οκτώβριος 1989

mardi 11 mars 2014

12 Μαρτίου

12 Μαρτίου μιά μέρα ηλιόλουστη, εγώ στην πρώτη Δημοτικού και η μάνα μου με στέλνει ν΄αγοράσω ένα κουτί τοματόπολτο στο καφεπαντοπωλείο του Πανόπουλου.
Επιστρέφωντας είμαι μπροστά στο σπίτι του Φουντόγιαννου όταν ένα ζευγάρι χελιδόνια κατεβαίνουν μπροστά μου παιγνιδίζοντας και αμέσως ανυψώνονται ταχύτατα προς το σπίτι του συνταγματάρχη Γαβρή. Μέ γνώριζαν από την περασμένη χρονιά και τώρα μόλις ήρθαν μ΄έψαξαν να με χαιρετήσουν.
Ηρθαν, οι φίλοι μου, τα χελιδόνια. Το Καλοκαίρι έρχεται ολοταχώς.

dimanche 23 février 2014

Προσφορά οίνου


160607

Το λεωφορείο με οδηγεί στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία των Παρισίων. Μόλις φθάνω η εκκλησία είναι γεμάτη κόσμο. Η λειτουργία έχει αρχίσει. Λειτουργούν καθολικοί παπάδες με λευκά άμφια ορθόδοξων ιερέων. 
Ενας γέρος αρμένιος εισέρχεται εντός του ναού, φορτωμένος με δρύινο βαρέλι οίνου. 
Λέει  : είναι παλαιός οίνος, προπολεμική παραγωγή! Τον προσφέρει στην εκκλησία για την παρασκευή της θείας κοινωνίας. 
Αφήνει το βαρέλι, αριστερά της εισόδου, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Ανυδρο. Κατευθύνεται στο δεξιό ψαλτήρι, ψάλλει με κατάνυξη : Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον, εις άφεσιν αμαρτιών.
-Τι λέει αυτός; απορούν οι καθολικοί ιερείς, είναι αιρετικός, ήρθε να διαταράξει την θείαν ημών λειτουργίαν.
Γίνεται σούσουρο και διακοπή της λειτουργίας. Ο πάπα-Κώστας είναι μεταξύ των ιερέων, αναρωτιέμαι γιατί δεν επεμβαίνει.
Φωνάζω δυνατά : είναι αρμένιος, ομιλεί ελληνικά, ψάλλει την αγίαν αναφοράν!
Από μια διαφανή πόρτα εισέρχεται ομάδα ιατροδικαστών. Φορούν πράσινες μπλούζες και μάσκες χειρουργίου. Αποθέτουν το βαρέλι του αρμένιου σε χειρουργικό τραπέζι, το εξετάζουν με προσοχή, αφαιρούν τον φελό του πόματος. Το νέκταρ ρέει ερυθρόν σαν αίμα. Ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές δοκιμάζει πρώτος : 
-Πίετε εξ αυτού πάντες! αναγγέλει ο ιατροδικαστής.




mercredi 12 février 2014

Γιάννης Θράπας. Περιμένοντας τα περιστέρια.

Μην κυττάξεις απ΄το παράθυρό σου
που σε προσκαλεί η μέρα
Δες πως τ΄αστέρια δεν κυλλιούνται
                                        στους δρόμους
Υστερα, οι αδελφές του χαμού
πόσο αγκαλιαστά, βιαστικά κι αδιάφορα
-κρατώντας στεφάνια εγκωμίων-
περπατούνε μοναχές.
Μάζεψε όλες τις απλωμένες σελίδες σου
τις δικές σου γιορτές που φτιάχτηκαν με όνειρα
Δίπλα στη μάνα να κάθονται τα παιδιά
κι ο αδερφός να μιλά στο τηλέφωνο.
Πάρε χαρτί λευκό και κάνε το ν΄αλλάξει
                                                            χρώμα
Μην δώσεις το χρώμα που ήθελε να κάνει
φόρεμα η κοπέλα με το αργό της κλάμα
ούτε να σκεφτείς τ΄άνθη του μπαλκονιού
της παρθενικής κορασίδος της γειτονιάς,
Αυτή - δεν θυμάται πόσες φορές άσκοπα-
κυνηγούσες το πρώτο λεωφορείο.
Εσύ πρέπει να μείνεις εδώ
χωρίς πλέον να το διαλαλείς.
Αρχίζεις,
             θυμάσαι,
                          πονάς,
                                   βρίζεις.


Κάπου - κάπου ξεχνάς
                                     πετιέσαι απ΄τον ύπνο σου
λαχταράς να χαρίσεις αγάπη
σ΄ένα δρόμο που κανείς δεν περπατά
κι εσύ φοβάσαι μήπως δεν προφτάσεις.
Δεν είσαι έτοιμος, μονάχα αν οι σελίδες σου
μείναν καθαρές και μονάχες.
Με ποιό νόμισμα πουλήθηκες που να θυμάσαι
Ξυπνόντας σε κάποιο βαγόνι με κατεύθυνση
                                                         το βορρά.
Μήπως ταξιδεύεις, ως τώρα και κανείς
δεν σου είπε που πας, και μόνο που τρέχεις
σημαίνει πως ζεις - έχεις δύναμη
Μάθε πως την πιό βουβή διαδρομή
μες στο σκοτάδι, είναι σε μια απόσταση
μεταξύ των άκρων και του μυαλού.
Κι ο μεγαλύτερος γδούπος της δεν ξεπερνάει 
τις φλέβες σου που ξαγρυπνούν.
Καθώς ξεφωνίζεις "Σήμερα ακόμη μία λιγότερη
σελίδα λευκή" δίχως να κυττάζεις
τις ώρες που μείναν να κοιμηθείς...    

vendredi 31 janvier 2014

Θάνος Φωσκαρίνης. ΠΕΤΡΑ,

                                                                  (30.10.84)
που την πετάς και σου δωρίζει τον κρότο της πνοής
        σου
βοή που την γκρεμίζεις και λάμπει απλωτό κλωνάρι
ένα χέρι πανίσχυρο που αποφασίζει
και το πολεμάς, μ΄όλο σου τ΄άλλο χέρι
για να καταφέρεις να στεριώσει έτσι Ζωή το αυριανό
        παιδί σου

Από τη συλλογή ΤΟ ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΦΩΝΙΑΣ Οp. XVI Εκδόσεις Ντροπή 1988

jeudi 9 janvier 2014

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


Απόσπασμα από τη βιογραφία του Κωνσταντίνου Αθανασίου Αλεξόπουλου
1900-1948


Το 1918 τον πήραν στο στρατό. Κι ενώ τους άλλους συνομήλικους του τούς έστειλαν στο 5/42 σύνταγμα ευζώνων, αυτόν τον έστειλαν στη Χαλκίδα για εκπαίδευση. Μετά στον Πειραιά και απο ΄κει στη Σμύρνη όπου τα πλήθη των αμάχων τους υποδέχονταν ως ελευθερωτές.
Τους έστειλαν σαν τα πρόβατα στο σφαγείο. Δεν γνωρίζω σε ποιό σώμα στρατού υπηρέτησε.
Τον σκέφτομαι συχνά και υποθέτω πως φεύγοντας απο το Τσερνοβίτι θα σιγοσφύριζε δημοτικά τραγούδια : 
Κώστα μ΄τα χιόνια λιώσανε και τα πουλιά το λένε...
Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην κρυόβρυση, Διαμαντούλα, κάθονταν δυό παληκάρια...
Φθάνοντας στη Σμύρνη θα άκουγε απο παντού το τραγούδι της εποχής : 
Απο τα πολλά που μούχεις καμωμένα, δεν σε θέλω πιά....
Και μετά όταν η σάλπιγγα επαναλάμβανε : Προχωρείτε, προχωρείτε...
...στο νού του είχε σφηνωθεί αυτό το λαϊκό τραγουδάκι, 
...τα σωθικά μου τάχεις μαυρισμένα, δεν σε θέλω πιά...
...και μέσα στα χαρακώματα όταν τραυματίστηκε στο γόνατο...
...δεν μ΄αρέσουν πλέον τα γινάτια, δεν ποθώ πιά τα γλυκά σου μάτια....
και όταν νοσηλεύτηκε στο στρατιωτικό νοσοκομείο κι άκουγε τα ουρλιαχτά των στρατιωτών που έπασχαν απο πριαπισμό και οι γιατροί, ως μόνη θεραπεία, τους έβαζαν μέσα στα πρησμένα πέη, που ήταν μαύρα σαν μελιτζάνες, πυρακτωμένες βελόνες, στο μυαλό του θα είχε τον ίδιο σκοπό... 
...παίζω και γελώ κι άλλην αγαπώ...
και όταν επανήλθε στη μονάδα του τον Απρίλιο του  1922 στη Μικρά Ασία και στις 2 Μαίου έστειλε τη μοναδική φωτογραφία, ( που έχουμε να τον θυμόμαστε ή για να ξέρουμε εμείς τα εγγόνια του, που δεν τον γνωρίσαμε, τι φάτσα είχε), αυτή την φωτογραφία που την έστειλε στην αδερφή του Κωνσταντία - ήταν παντρεμένη στις Ράχες με τον Αθανάσιο Χάδο - όπου της έγραφε το τυποποιημένο τετράστιχο που έγραφαν όλοι οι στρατιώτες στους συγγενείς τους, (στην πολυαγαπημένη μου αδερφή Κωνσταντία, λάβε κορμί χωρίς ψυχή και σώμα δίχως αίμα, λάβε και την φωτογραφία μου για να θυμάσε εμένα.), θα είχε πάντα στή σκέψη του αυτή τη μελωδία... 
...μάθε κι άλλη μια πως δεν σε θέλω πιά. 
Ούτε το τραγούδι για του Αϊτού το γιό δεν μπόρεσε να του το βγάλει απο το μυαλό.
Η μπορεί να είχε δεί την οπερέτα «Ο Βαφτιστικός», του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, όπου γελοιοποιούσε του καραβανάδες που λουφάριζαν, και θα σιγοσφύριζε το ρυθμό... 
...απ΄την πρώτη στιγμή που σας είδα κι εγώ που μου ρίξατε τη ματιά...
...καθώς θα προχωρούσαν προς την Κόκκινη Μηλιά, με τους βιασμούς των γυναικών, τα καμμένα σπίτια, τα καμμένα σπαρτά, τις ομαδικές εκτελέσεις των λιποτακτών και θα γινόταν η κατάρευση, όταν τους αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι στο Αλή Βεράν μαζί με τον στρατηγό Τρικούπη...
...μου ανάψατε στα στήθη μια μεγάλη και τρανή φωτιά...
Δεν ξέρουμε πως τη γλίτωσε, πως κατάφερε να επιζήσει χωρίς νερό στην αλμυρή έρημο, σπάζωντας χαλίκι. Στο στρατόπεδο του Ουσάκ μπορεί να ήταν με τον Παναγιώτη του Θανάση  Βαλτινού και μαζί να επέστρεψαν στη Σμύρνη όπου τους παρέλαβε χύμα ο Ερυθρός Σταυρός με το ατμόπλοιο "Μαρίκα Τόγια".
Επιστρέφοντας στο Τσερνοβίτι βυθίστηκε στην σιωπή και στην ενοχή των επιζόντων. Μόνο άμα ήταν βαρύς ο χειμώνας στην Κανάλα, έλεγε πως έζησε αυτός χειμώνες στη Μικρασία όπου έβγαινες από το αντίσκηνο για κατούρημα το πρωί και το κάτουρο γινόταν πάγος μόλις άγγιζε το χώμα. 
Θυμόταν τις βρισιές των Τούρκων : Ανασανί σαχτήμενε, τσοπρέ, ντομούζι. (Ανδρα αφιλότιμε, σκυλί, γουρούνι).












vendredi 27 décembre 2013

ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ


Τα σχολεία είχαν σταματήσει τα μαθήματα για τις γιορτές του τέλους της χρονιάς. Οι μαθητές ξέφυγαν από την ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Οι μικρότεροι με τις σφεντόνες στα χέρια κυνηγούσαν πουλιά. Οι μεγαλύτεροι, όσοι πήγαιναν στο Γυμνάσιο, διάβαζαν εξωσχολικά βιβλία ή έπαιζαν μπάλα στην πλατεία.
Ο Γρηγόρης ξύπνησε από χαρούμενες παιδικές φωνές, τραγουδούσαν : 
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...
Χτυπούσαν κιόλας την πόρτα του σπιτιού.
-Να τα πούμι θείτσα;
-Πέστι τα.
-Δυνατά ρε, αλλοιώς δεν σας δίνου ούτι φράγκου, είπε ο αδερφός του Γρηγόρη, σαμάρωνε τα μουλάρια, θα πήγαινε να φέρει ξύλα.
Τα παιδιά τραγουδούσαν δυνατά : 
...χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παληκάρι, 
το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα του την έλεγε και το, και το χαρτί ομίλει...
Ανοιγαν τα στοματάκια τους όσο μπορούσαν, σε λίγο λαχάνιασαν, σταμάτησαν να πάρουν ανάσα.
-Εντάξει φθάνει, και του χρόνου νάσαστι καλά να τα ξαναπείτι.

Ο Γρηγόρης άνοιξε το ραδιόφωνο, αυτές τις μέρες το τρίτο πρόγραμμα έβαζε καλή μουσική. Από τη βιβλιοθήκη πήρε το μπλοκ ζωγραφικής. Το άνοιξε σε μια αρχινισμένη σελίδα. Είχε αρχίσει το σκίτσο μιας εκκλησίας.
Το ραδιόφωνο έπαιζε τη σονάτα νούμερο ένα για βιολί του Μπαχ όταν ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα. Ηταν ο Γιάννης και ο Γιώργος, τα παλιά τους γειτονόπουλα. Ετριβαν και χουχούλιζαν τα χέρια τους, έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν τι ζωγράφιζε ο Γρηγόρης. Το βρήκαν εύκολα.
- Ο Αγιος Κωνσταντίνος! φώναξε ο Γιώργος θριαμβευτικά.
Συζητούσαν για πολλά θέματα. Ο Γιάννης δεν έχει όρεξη, σαν άρρωστος φαίνεται. 
Ο Γιώργος δίνει και παίρνει στη συζήτηση. Σε μια φάση έφερε το θέμα στο που κοιμούνται οι γονείς του Γρηγόρη, χαμογελούσε πονηρά, έλεγε πως κάνουν δουλειές τη νύχτα.
Ο Γρηγόρης θυμήθηκε πως ο Γιάννης και ιδιαίτερα ο Γιώργος δεν άφηναν με κανέναν τρόπο τους γονείς του να κοιμηθούν μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουν μετά από πολλαπλά επεισόδια με βρισιές και ξυλοδαρμούς. Η μάνα με τα παιδιά μετακόμησαν σε άλλο σπίτι στον κεντρικό μαχαλά. Ο πατέρας με τη μάνα του, γριά εβδομηκοντούτις, έμειναν στο παλιό σπίτι, ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Στην αυλή ακούστηκε θόρυβος. Είχε έρθει ο αδερφός του Γρηγόρη με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα. Εξω έκανε τσουχτερό κρύο. Φόρεσαν τα σακκάκια τους και βγήκαν. Ξεφόρτωναν τα μουλάρια. Ο Γιάννης είπε πως είχαν μαζέψει κλάρες. Περίμεναν τη γιαγιά τους να φέρει το γάϊδαρο να τις μεταφέρουν. Η μάννα τους έπρεπε να ψήσει ψωμί.

Το δειλινό ο Γρηγόρης διάβαζε μπροστά στο τζάκι όταν άκουσε ακατανόητες φωνές. Κατάλαβε πως γινόταν καυγάς. Βγήκε στο μπαλκόνι. Εβλεπε το Γιώργο και το Γιάννη να μάχωνται εναντίον του πατέρα τους. Απο αυτά που έλεγαν κατάλαβε τι είχε συμβεί : Τα παιδιά πήγαν να φορτώσουν τις κλάρες, τις είχαν μαζέψει με κόπο το πρωί, τις είχαν κάνει δεμάτια. Οι κλάρες ήταν τα αποφαΐδια από τα κλαριά που έτρωγαν τα πρόβατα. Ο πατέρας τους μόλις τους είδε όρμησε καταπάνω τους. Φώναζε άγρια, έβριζε. Η γιαγιά μπήκε στη μέση. Ο γιός της τη χτύπησε. Τότε ο Γιάννης αρπάζει τον πατέρα του από το λαιμό και τον γονατίζει κάτω. Ο Γιώργος παίρνει ένα ραβδί αγριελιάς, ρίχνει δυνατές ροπαλιές στην πλάτη του πατέρα του. Η γριά έκλαιγε κι έλεγε : Τούπι κι ου Χριστός : Μάχιρα έδουσεις, μάχιρα θα λαβς! Καλά σι κάνουν.
Το ξύλο που κρατούσε ο Γιώργος έσπασε, αυτός τράπηκε σε φυγή, ο Γιάννης τον ακολούθησε. Πήδησαν τον μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου και ταμπουρώθηκαν πίσω από την εξώπορτα. Ο πατέρας σηκώθηκε, έριχνε πέτρες στα παιδιά του. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί. Τα παιδιά ήταν οχυρωμένα πίσω από τον μαντρότοιχο. Εριχναν πέτρες στον πατέρα τους. Τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν με αυτοσχέδια παρατσούκλια. Τον απειλούσαν πως θα του κόψουν τ΄αρχίδια.
Συνέχισαν να ρίχνουν πέτρες κάνοντας μικρές εφόδους. Ο πατέρας ήταν σε πλεονεκτική θέση. Οπισθοχωρούσε λίγο να πάρει φόρα, έπειτα πέταγε μεγάλες πέτρες καταπάνω στα παιδιά του βλαστημώντας τα θεία και τους δαίμονες. 
Η μάχη κράτησε περίπου είκοσι λεπτά. Τα παιδιά οπισθοχώρησαν, έφυγαν με φωνές, έλεγαν : θα φέρουν την αστυνομία.

Σουρούπωσε για τα καλά, ο αέρας σταμάτησε να φυσάει, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι σπίθες από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι. Εξω χιόνιζε. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές : 
-Οχι από ΄κει σ΄λέου απου ΄δω δεν ακούς;
Και συνοδεία από βρισιές. Ακούγονταν και οι απελπισμένες φωνές της γριάς. Αυτή την ώρα έβαζαν τα πρόβατα στο μαντρί. Ο γιος συνέχισε το μονόλογο σαν να μην άκουγε καθόλου τις φωνές της μάνας του, τα πρόβατα την πήραν σβάρνα και την έριξαν κάτω.
-Οχι ρε δεν τσ΄ θέλου, άκου ΄κει να δώσου κλάρεις, ούτι τσάκνου δε δίνου.




mercredi 18 décembre 2013

Ερπωντας*

Ερπωντας θα φθάσουμε στους τάφους, 
μόνοι μας θα πεθάνουμε, 
τα παιδιά μας θα λείπουν μετανάστες 
στην Κίνα, στην Αμερική, στην Αφρική.

*Πρώτη δημοσίευση : ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ http://bibliotheque.gr/?p=31924

vendredi 13 décembre 2013

Πέτρος Γλέζος


060904

Συναντιόμαστε στην Αθήνα με τον Πέτρο Γλέζο, έρχεται προς τον Λυκαβηττό, σαν να είναι εκεί η πλατεία Κολωνακίου ή μιά πλατεία στο Παρίσι βορειοδυτικά του νεκροταφείου Père Lachaise. Πηγαίνουμε σε μιά καφετέρια. Ο αδερφός μου κάθεται αριστερά, ο Πέτρος Γλέζος δεξιά. Ο αδερφός  μου ανυπομονεί να φύγουμε. Του λέω : 
ο Πέτρος είναι ο μόνος που γνωρίζουμε κι έχει ακόμη επιρροή.
Τότε πες του κάτι, λέει ο αδερφός μου. 
Το γκαρσόνι δεν έρχεται να πάρει παραγγελία. Το μαγαζί λειτουργεί μόνο ως μπαρ τη νύχτα. Ρωτάω τον Γλέζο εάν διάβασε νέα βιβλία. Αναφέρει ορισμένα μυθιστορήματα, κυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο, λέει τον τίτλο Les Voisins. (Οι γείτονες). Μιλάει για γαλλικά βιβλία. Βγαίνουμε στο δρόμο, είμαστε κοντά στη μάντρα του πάρκου. Ο Γλέζος παίρνει το λάστιχο ποτίσματος, αστειευόμενος βρέχει τα περιστέρια. Βρέχεται ο ίδιος στο ύψος των ώμων και του δεξιού στήθους. Φοράει πουκάμισο μπλε σιέλ και σακκάκι χωρίς πουλόβερ. Κινδυνεύει να αρρωστήσει, τώρα είναι φθινόπωρο. Παίρνει ακόμα φάρμακα για την προηγούμενη πνευμονία. Ερχεται ο διευθυντής της εταιρείας μεταφορών DANZAS. Είναι σε νεαρή ηλικία με μουστάκι. Στέκεται μπροστά μας χωρίς να μιλά με αινιγματικό χαμόγελο.
Λέω : ο Πέτρος δεν φοράει πουλόβερ.
Ο Γλέζος τον χαιρετά, του παίρνει, αστειευόμενος, απο την εσωτερική τσέπη του σακκακιού του ένα πορτοφόλι χαρτονομισμάτων.
Λέει : πάρτε χρήματα έλληνες!
Το πορτοφόλι πέφτει καταγής. Είναι ψεύτικα χαρτονομίσματα συλλογής.