vendredi 30 décembre 2011

Η Βασιλοπιτα, θρησκευτικη διαδικασια, προδρομος της δημοκρατιας.

Η Βασιλοπιτα φαινεται να ειναι μια απο τις αρχαιοτερες θρησκευτικες διαδικασιες. Εχει σχεση με την ανθρωποθυσια και την τελετουργικη ανθρωποφαγια ως λατρεια της Σεληνης που ηταν μια απο τις αρχαιοτερες θρησκειες στον ελλαδικο χωρο και στην περιοχη της Μεσογειου. Η προελευση της χανεται στα βαθη του χρονου. Φαινεται πως αναπτυχθηκε στην περιοδο της μητριαρχικης κοινωνιας αλλα μπορει να υπηρχε ως διαδικασια εκλογης απο πολυ παλιοτερα οταν στη Μεσογειο και στον προελλαδικο χωρο η σημαντικωτερη θρησκεια ηταν η λατρεια ζωων και πτηνων οπως το αλογο, ο ταυρος, ο χοιρος, η κουκουβαγια, ο κουκος και αλλα, ως αναπαρασταση της Σεληνης, στα οποια οι ανθρωποι προσφεραν θυσιες.
Απο τις δημοσιευσεις ειδικων μελετητων μπορουμε να κανουμε την υποθεση πως ειναι μια τελετουργια που αναπτυχθηκε μετα απο αυτην του αγωνα δρομου για την εκλογη της ιερειας του ναου της Σεληνης και που ειναι ο προδρομος των Ολυμπιακων αγωνων.
Η Βασιλοπιτα ειναι μια διαδικασια εκλογης του ιερου Βασιλια και του αντικαταστατη του, (το alter ego), με κληρο. Τα αρσενικα μελη της κοινωνικης ομαδος συμμετειχαν στην εκλογη τρωγοντας τμημα του γλυκου που περιειχε ενα κουκι.
Ο ιερος Βασιλιας συμμετειχε σε τελετουργικη ενωση με την ιερεια του ναου της Σεληνης και η διαρκεια της βασιλειας του ηταν δωδεκα μηνες. Ο ιερος Βασιλιας ειχε ολα τα προνομια, ειχε το ελευθερο να κανει οτι ηθελε και δεχοταν πολλαπλες προτροπες να κανει απαγορευμενες πραξεις οπως αιμομιξια, αναλωση του ιερου ζωου κλπ... 
Τοτε οι πραξεις του γινονταν το εναυσμα για τις κατηγοριες και την καταδικη του σε θανατο με αγριο τροπο. Η θυσια του γινοταν τον εβδομο μηνα της βασιλειας του.Τον θανατωναν γυναικες που ειχαν αναλωσει παραισθησιογονα μανηταρια ή τον εσπρωχναν να πεσει στον γκρεμο ή τον εριχναν ζωντανο στην πυρα ή τα μελη του ανδρος ηταν δεμενα σε τεσσερα αλογα που το καθ΄ενα τραβαγε με δυναμη σε αντιθετη κατευθυνση και με αλλους τροπους που προκαλουσαν τρομο και φοβο στους θεατες. Στους επομενους μηνες βασιλευε ο αντικαταστατης του,το alter ego, ο οποιος θυσιαζοταν με τον ερχομο του χιεμωνα. Αμεσως μετα γινοταν η εκλογη του νεου Βασιλια με τη διαδικασια της βασιλοπιτας. Οι θυσίες γίνονται για να εξασφαλιστεί η γονιμότητα της γης, των γυναικών και των ζώων αλλά και για να απομακρυνθεί το μίασμα που ήταν το αποτέλεσμα κακών πράξεων.
Οι ηρωες των ελληνικων μυθων οπως ο Οιδιπους, ο Ηρακλης, ο Θησεας, ο Ιασων, ο Οδυσσεας, ο Αγαμεμνων και αλλοι θεωρουνται απο πολλους μελετητες ως παραλλαγες της θρησκειας των γραικων που ειναι η λατρεια της γραιας Σεληνης (Πανσεληνος) με τις τρεις φασεις που αντιστοιχουν στις τρεις φασεις της ανθρωπινης ζωης : παιδι, ενηλικας, γερος και στην τριαδικη εννοια της θεοτητος.
Πιθανον η διαδικασια της Βασιλοπιτας να ειναι το πρωτο εκλογικο πολιτικο συστημα στην ιστορια της ανθρωποτητος. Πολιτικο με την πρωτη εννοια του ορου, αφου προκειται για διαδικασια οργανωμενης ομαδος ανθρωπων.
Η ιδιοτητα του ιερου Βασιλια δεν ηταν κληρονομικη γι΄αυτο επρεπε να βρεθει ενα ανοθευτο εκλογικο συστημα.
Με την εξελιξη της θρησκειας η θυσια πηρε συμβολικο χαρακτηρα αφου αφομοιωθηκαν επιδρασεις Αιγυπτιακων,  Περσικων και Ινδικων δοξασιων.
Οι Πατερες της Εκκλησιας εισηγαγαν τη Βασιλοπιτα ως εθιμο στη λατρεια του Χριστιανισμου. Ο Χριστος ως ιερος Βασιλιας θυσιαζεται ως Θεος Σωτηρ των ανθρωπων ενω συγχρονως γιορταζοντας τον θανατο του, στο Μυστικο Δειπνο, προτρεπει τους μαθητες του να εκτελουν πλεον συμβολικη θυσια και ανθρωποφαγια με αρτο και οινο.
Στη συγχρονη εποχη η διαδικασια της Βασιλοπιτας γινεται στις περιοχες της γης οπου ο Χριστιανισμος πλειοψηφει ως θρησκεια. Στη Γαλλια που ειναι το κατ΄εξοχην "λαϊκο" κρατος ειναι ενα εθιμο που το τηρει,  με γαστρονομικο "φανατισμο", η πλειοψηφεια του πληθυσμου σε οικογενειακο, επαγγελματικο και πολιτικο επιπεδο, χωρις να γνωριζει την εννοια και την προελευση του.
Το γλυκο που παρασκευαζουν οι γαλλοι ζαχαροπλαστες ειναι, κατα τη γνωμη μου, αντιπροσωπευτικο της παναρχαιας τελετουργιας αφου εχει ακριβως το σχημα και το χρωμα της πανσεληνου.



Αν θελετε να διαβασετε περισσοτερα :
Robert GRAVES : Οι Ελληνικοι μυθοι.
Robert GAVES, Raphael PATAI : Οι Εβραϊκοι μυθοι.
Robert GRAVES : Οι μύθοι των Κελτών.
Gilbert MURRAY : Πεντε σταδια της Ελληνικης θρησκειας.
James FRAZER : Ο χρυσος κλωνος.
F. NIETZSCHE : Η γεννηση της τραγωδιας.
S. FREUD : Τοτεμ και Ταμπου.
René GIRARD : La violence et le sacré, (Η Βια και το Ιερο).

dimanche 18 décembre 2011

Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ, Διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ



Ηταν πολυ ομορφη. Λυγερη κορμοστασια, βυζια ολοστρογγυλα σαν ωριμα πεπονια, μαλλια μακρια σαν σταχια ριγμενα στους ομορφους ωμους της, χειλη κοκκινα σαν το τριανταφυλλο, μαγουλα που σχηματιζαν λακακια οταν την επιαναν τα γελια, εκεινα τα κρυσταλλινα γελακια που γεμιζαν με ποθο τις καρδιες των ανδρων. Οι γαμπες της καλοφτιαγμενες αναλογες με το σωμα της συμπληρωναν την ομορφια της. Ηταν πολυ ομορφη. Οι νεοι ανδρες ειχαν ξετρελλαθει μαζι της, δεν γυριζαν να κοιταξουν τα αλλα κοριτσια. Περισσοτερο απ΄ολους ο Βαγγελης, το πρωτο παληκαρι του χωριου. Και οι εγγαμοι ηταν ερωτευμενοι κρυφα, αλλα δεν τολμουσαν να το δειξουν, φοβοντουσαν τις γυναικες τους. Οι νεολαιοι ομως κανεναν δεν λογαριαζαν. Τα βραδια, μολις νυχτωνε, περναγαν μπροστα στην πορτα της και τραγουδουσαν με παθιασμενες φωνες : Τι τα φυλας τα νειατα σου... 
Οσο ζουσε ο πατερας της τους πεταγε, απο το μπαλκονι, γλαστρες με λουλουδια, κουβαδες με νερο, τουφεκιες με το δικανο.
Εγκατελειψε τα εγκοσμια και δεν προλαβε να την παντρεψει. Δεν ηθελε κανεναν. Ειχε αποκρουσει με πεισμα τους προξενητες, ελεγε πως θα παντρευτει με ερωτα, τον ανδρα που θ΄αγαπησει. Αλλα κανενας δεν ηξερε ποιον. Οι νεοι σαν κριαρια γυροφερναν το σπιτι της, ηταν ετοιμοι να συγκρουστουν για χαρη της.
-Θα μας κανει κανα θαμα σαν τη Μαρια την Πενταγιωτισσα, ελεγαν τα γεροντια με στοχαστικο υφος.
-Πρεπει να εχουμε το νου μας, δεν θελει κανεναν, λες κι ειναι κορη τσιφλικα.
Φτωχοκοριτσο ηταν αλλα πολυ ομορφη. Οι γυναικες του χωριου δεν την χωνευαν, πιο πολυ οσες ειχαν ανυπαντρα κοριτσια. Προσπαθησαν να της βγαλουν κουσουρια κι ελαττωματα, μα τιποτα δεν καταφερναν, μαγια εκαναν και δεν επιαναν. Αλλες εκαναν ταματα στους Αγιους να παντρευτει γρηγορα.

Εκεινος περπατουσε πισω απο το γαϊδαρο του. Ηταν μετριος στο αναστημα με κατσαρα καστανα μαλλια και γαλανα ματια. Ο πατερας του ηταν πραματευτης. Γυριζε στα χωρια, πουλαγε κουβαριστρες, κορδελες, καλτσες, υφασματα, ειδη προικος και αλλα τετοια ψιλικαντζιδικα.
Πριν απο λιγες μερες ανελαβε τη δουλεια ο γιος, ο πατερας γερασε, δεν μπορουσε να εργαστει αλλο. Ειχαν κατι λεφτα στην ακρη, λιγο καιρο θα δουλευε ακομα με το γαϊδαρο, μετα θ΄αγοραζε αυτοκινητο και τοτε...
Πρωτη φορα ερχοταν σ΄αυτο το χωριο. Μολις εφτασε στα πρωτα σπιτια του ριχτηκαν τα σκυλια, δεν τον γνωριζαν. Οι ανθρωποι ετρεξαν να τον σωσουν. Τον καλοδεχονταν στα καφενεια, τον κερναγαν ουζα και καφεδες. Οι γυναικες αγοραζαν ψιλικα. Αγορασε κι εκεινη κορδελιτσες για τα μαλλια της. Τοτε την ειδε, την προσεξε. Του εκανε τα γλυκα ματια. Χαμογελασαν. Τις μερες που ακολουθησαν ο ενας σκεφτοταν τον αλλον. Σε λιγον καιρο ομολογησαν τον αμοιβαιο ερωτα τους. Τωρα πια δεν πληρωνε, αυτος της εκανε δωρα.
Εκεινο το βραδυ τον καλεσε σπιτι της να δειπνησουν. Εδεσε το γαϊδαρο σε ενα παλουκι. Οι νεαροι εκαναν συμβουλιο. Ο Βαγγελαρας στη μεση εριξε την προταση. Καταστρωσαν ολοι μαζι το σχεδιο. Μετα το εβαλαν σε εφαρμογη. Εδεσαν την πορτα του σπιτιου με συρμα. Ελυσαν το καπιστρι και τραβηξαν το γαϊδαρο στο καμπαναριο της εκκλησιας. Πηραν μια χουφτα αλογομυγες απο το αλογο του γραμματεα και τις εριξαν στ΄αχαμνα του γαϊδαρου. Ο γαϊδαρος στριφογυριζε και κλωτσαγε. Ολοι τοβαλαν στα ποδια, χαθηκαν. Μονον ο Βαγγελαρας τραβηξε ισα στο σπιτι της. Δεν αισθανοταν καλα, το κεφαλι του βουηζε, τα χερια του ετρεμαν. Ελυσε το συρμα στην πορτα και μπηκε μεσα. Ακουσε το ερωτικο λαχανιασμα, το μυαλο του θολωσε. Ετρεμε ολοκληρος. Τραβηξε το χαντζαρι και προχωρησε.
Η καμπανα χτυπαγε συνεχεια. 
-Σιγουρα κατι συνεβει, σκεφτηκαν οι χωριατες, για να χτυπαει τετοια ωρα η καμπανα.
Ξεχυθηκαν στους δρομους αντρες ξεσκουφωτοι, γυναικες ξεμαντηλωτες και παιδια ξυπολητα. Σε λιγο μαζευτηκε ολο τα χωριο. Αντικρυσαν το γαϊδαρο κι εβαλαν τα γελια. Κανενας δεν τολμουσε να πλησιασει, φοβοντουσαν τις κλωτσιες. Μα το σχοινι δεν αντεξε, κοπηκε και το λουρι που κραταγε το σαμαρι. Το φορτιο επεσε μεσα στο δρομο. Ο γαϊδαρος αλαφρωμενος χαθηκε μεσα στο σκοταδι.
Ο Βαγγελης παραδωθηκε μονος του στην αστυνομια. Ειχε μετανοιωσει τωρα.
Οι γεροντες ετριβαν τα χερια τους ευχαριστημενοι. Οι γυναικες αναβαν λαμπαδες , εκαναν μετανοιες μπροστα στις εικονες. Ολα εγιναν μια χαρα, δεν θα μπορουσαν να γινουν καλυτερα.

samedi 17 décembre 2011

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΕΝΑΣ ΝΤΟΠΕΡΜΑΝ


νιώθω τις γυναίκες από τα δόντια μου ή τη γλώσσα
αρχίζω αθώα παίζοντας όμως σοβαρά
μετά γλιστράω χαμηλά
στα μπαλκονάλια
στο γαλατένιο ανάμεσα δρομάκι τους
παγίδα και θηλιά
ώς την κρυφή καταπακτή καταζητούμενη απ΄όλους πάντα
εκεί χτυπιούνται μπεδρεύονται κλαδιά με φίδια
πού αχνίζουνε ναρκώνοντας 
μόλις που στέκομαι "Τετέλεσται" λέω "ήμαρτον" και βουλιάζω


Από τη συλλογή ΑΘΕΛΑ ΜΟΥ, εκδόσεις ΕΡΙΦΥΛΗ, Αθήνα 2004



samedi 10 décembre 2011

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ, ΑΘΕΛΑ ΜΟΥ, Ποιηματα, ΕΡΙΦΥΛΗ, ΑΘΗΝΑ 2004

ΡΟΒΙΝΣΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΣ

είμ΄άνθρωπος καλόβολος, νομοταγής και σε θεό πιστεύω
και στο διάβολο
ουδείς με γνωρίζει με ψάχνει ο κανένας
τρέφομαι μονάχα σαν λυπάμαι
(δυστυχώς συχνά : τρεις φορές τη μέρα)
στραγάλια, σπόρια, φιστίκια, τσιπς, αμύγδαλα ωμά
πίνω ακατάσχετα λίτρα κόκα κόλα
παίρνω μετά σοκολάτες καραμέλες του βήχα
ξανά στραγάλια, σπόρια, τσιπς, αμύγδαλα ωμά
τις νύχτες αραιά και πού να φάω κάνα γιαούρτι ή σουβλάκι
(διχως κρέας-είναι βαρύ φοβάμαι)
όχι δεν υποπτεύομαι τροφές μπασταρδεμένες
τα μεταλαγμένα όνειρα, τα λόγια ή τα φθαρμένα παλίμψηστα
είναι που με τρομάζουνε προπάντων
δε συμμετέχω σε διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, επιθέσεις με μολότωφ
τ΄απαγορεύει ο γιατρός για το φλεβίτη
ώρες κοιτάω τα ριάλιτι, απαντώ και στα τηλεπαιχνίδια
μαζεύω σταυρόλεξα εφημερίδων ή περιοδικών
για τις δύσκολες μέρες που είναι να ΄ρθουν
επιβαρύνω όσο γίνεται λιγότερο τη γη
αποφεύγω δεν θέλω να βλέπω καθόλου τις ειδήσεις
γιατί τα μάτια μου θολώνουν πέφτουν
φοβάμαι μην τα πατήσω και γλιστρήσω Απέναντι
είμ΄άνθρωπος καλόβολος νομοταγής
χρήσιμος κι αβλαβής μαζί, αν θέλετε Κύριε μη με σκοτώνετε
άλλο


21/04/03

samedi 26 novembre 2011

ΕΛΕΓΕΙΟΝ



Το θυμαμαι στις πρωτες σειρες των  θρανιων να τρεμει καθε φορα που ο δασκαλος μας εδερνε, επειδη μας ειχε συλλαβει να παρανομουμε παιζοντας βολους σε ωρες που κανονικα και συμφωνα με τις προτροπες του επρεπε να διαβαζουμε. Τα ματια του ηταν θλιμμενα, στην αιθουσα, στα διαλειμματα, αλλα και στην εκκλησια και στο κατηχητικο, οταν ο παπας μας μιλουσε για τα παθη των Ισραηλιτων στην Αιγυπτο.
Ειχε τρια αδερφια μεγαλυτερα, ολοι το αγαπουσαν μα πιο πολυ οι γονεις. Ηταν ενα τριανταφυλλακι τις Κυριακες με το ροζ ή το ασπρο φορεμα του και τα μαλλια του κοτσιδακια. Ο δασκαλος δεν το ειχε δειρει ποτε, δεν το επιασε αδιαβαστο, δε συνεληφθει να παρανομει. Και τι γλυκα που τραγουδουσε τα σχολικα τραγουδια στο μαθημα της Ωδικης!

Δεν περνας κυρα Μαρια, δεν περνας...
Ενα νερο κυρα Βαγγελιω, ενα νερο κρυο νερο... 

Ηταν σαν τα μικρα τζιτζικια που κυνηγουσε κι επιανε τα καλοκαιρια με τα τρυφερα χερακια του, στα ψηλα βουνα , οπου πηγαινε ολη η οικογενεια να ξεκαλοκαιριασει με το κοπαδι της.
Τ΄αδερφια του πηγαιναν στο Γυμνασιο, το κοριτσι, μολις τελειωσε το δημοτικο, εμεινε στο σπιτι να ετοιμασει τα προικια του και μολις δεκαεφταριζε ενας καλος γαμπρος, λεβεντης, θα το ζητουσε να τον παντρευτει.
Το καλοκαιρι μετα την τελευταια ταξη ανεβηκε οπως καθε χρονο στο βουνο με ολη την οικογενεια. Μια βροχερη μερα καθοταν μονο του μεσα στην καλυβα. Το ραδιοφωνο διπλα του επαιζε μουσικη, το κοριτσι κεντουσε τριανταφυλλα και περιστερια.
Ο κεραυνος επεσε ξαφνικα και το σκοτωσε αμεσως. Η καλυβα καηκε, μα το κοριτσι προλαβαν και το ΄βγαλαν. Ηταν μελανος ο ωμος του και το μισο του προσωπο. Στην εκκλησια το πηγαν ντυμενο νυφη κι ολος ο κοσμος εκλαιγε.
Τωρα οταν πηγαινω ανθη στον ταφο της γιαγιας μου, αφηνω ενα τριανταφυλλακι στον δικο του και απο μια φθαρμενη φωτογραφια βλεπω τα ματια τα θλιμμενα που δεν προλαβαν.

samedi 17 septembre 2011

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ, διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
 
Κατεβαινε τη λεωφορο Φαλαρων με βημα σταθερο, κραταγε το μπαστουνι του σφιχτα, ειχε το χαρτι στην τσεπη του, ειχε βαλει το απαραιτητο χαρτοσημο. Ηταν αποφασισμενος για ολα, θα τα εβαζε με ολους, κανεναν δεν λογαριαζε, δεν θα αλλαζε γνωμη με τιποτα, οι αλλοι επρεπε ν΄αλλαξουν γνωμη, η δικη του ηταν σωστη.
-Αυτο δεν επρεπε να το σκεφτουν, ελεγε και ξαναλεγε μεσα του.
-Δεν πρεπει να γινει, σκεφτοταν.
-Οσο ζω εγω δεν θα τους αφησω.
Να τι ειχε συμβει και ηταν θυμωμενος ο Κυρ-Ανδρεας ο Βουλγαρης : Του το ειπε ο περιπτερας, το και το, θα χαλασουν το σταθμο, στη θεση του θα χτισουν μεγαρο για δημαρχειο, θα ειναι στολιδι για την πολη μας, την πηρε την αποφαση το δημοτικο συμβουλιο, οπου ναναι θ΄αρχισουν οι εργασιες, πρωτα θα κοψουν τα δενδρα, υστερα θα ξηλωσουν τις γραμμες.
Τρεμουλα τον επιασε τον Κυρ-Ανδρεα σαν τ΄ακουσε, ετρεμαν τα χερια του, ετρεμαν τα ποδια του, ετρεμε ολοκληρο το σωμα του. Πηρε γρηγορα το δρομο για το σταθμο, ολα τα αλλα τα ξεχασε, τιποτα δεν θυμοταν, μονο το σταθμο.
Συνταξιουχος σιδηροδρομικος, ηταν πολλα χρονια σταθμαρχης στο σταθμο της Στυλιδας, ειχε δεθει η ζωη του με τα τραινα.
Ηταν τακτικος θαμωνας στο καφενειο των απομαχων. Μαζευονταν ολοι οι συνταξιουχοι. Ναυτικοι, ψαραδες, εργατες του λιμανιου, φορτωεκφορτωτες του σιδηροδρομου, υπαλληλοι του ταχυδρομειου και της τραπεζας. Αναπολουσαν τα περασμενα, ελεγαν παλιες ιστοριες, ονειρα που εξατμιστηκαν, περιπετειες της κατοχης και του εμφυλιου πολεμου, εγκληματα και αδικιες. Συζητουσαν για τα κοινα του Δημου και τις τωρινες πολιτικες εξελιξεις.

Κατεβαινε τωρα την τσιμεντενια σκαλα κατω απο το κτιριο της Αστυνομιας. Εφθασε και βυθιστηκε μεσα στο χρονο : οι ταξιδιωτες ανεβοκατεβαιναν στα βαγονια, αλλοι γελαγαν, αλλοι εκλαιγαν, αλλοι αγκαλιαζονταν και αλλοι ανεμιζαν δακρυσμενα μαντηλια. Εδιναν υποσχεσεις. Περναγαν νυφες και γαμπροι, εμποροι μ΄εμπορευματα, χωριατες και χωριατοπουλες, φανταροι στις επιστρατευσεις. Το αποσπασμα της αστυνομιας με τους ζωοκλεφτες, τους ειχαν κρεμασει στο λαιμο τα βροναρουδια, τους ειχαν βαλει στους ωμους τα τομαρια. Εκανε ζεστη, ειχαν ιδρωσει. Μαζευτηκαν οι ανθρωποι μελισσι γυρω τους, τους εβριζαν και τους εφτυναν οπως οι Ρωμαιοι στρατιωτες τον Χριστο. Τους ανεβασαν στο τραινο να τους πανε στη φυλακη.
Να κι ο κλειδουχος ο Μαντζουφας που ανοιγε τις γραμμες, το τραινο ξεκινησε δαιμονισμενα
Κοιταξε τις γραμμες. Ηταν σκουριασμενες, θυμηθηκε. Ακουσε τις φωνες των εργατων, φορτωναν ελιες σε μεγαλα φορτηγα διεθνων μεταφορων. Το εργοστασιο ηταν κατω απο το σταθμο, διπλα στο γηπεδο. Κοιταξε το ρολοϊ του σταθμου, ηταν φερμενο απο το Παρισι, δεν ειχε πια δειχτες. Ειδε τις πορτες του σταθμου, ηταν χορταριασμενες.
Δεν ειπε τιποτα, εφυγε, δεν πηγε στο καφενειο, δεν ηθελε να στενοχωρησει τους αλλους, ηταν δικη του υποθεση.

Γι΄αυτο πηγαινε σημερα στο δημαρχειο να καταθεσει αιτηση διαμαρτυριας. Μπηκε στο γραφειο, εδωσε το χαρτι στον υπαλληλο.
Ο υπαλληλος μολις το διαβασε, ειπε : Αγονη γραμμη, αγαπητε μου, η υποθεση εκλεισε, αδικος κοπος.
Ο Κυρ-Ανδρεας γυρισε πισω, κατεβηκε τη σκαλα με ενα σιγανο, αθορυβο, κλαμα.

Πρωτη δημοσιευση, ΣΤΥΛΙΔΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, 1979

samedi 10 septembre 2011

Ο εκκλησιασμός



Ο εκκλησιασμος ηταν υποχρεωτικος. Την Κυριακη το πρωι μαζευομασταν στην αυλη του σχολειου. Ο δασκαλος εφθανε με τη μοτοσικλετα. Φορουσαμε τα καλα μας ρουχα, τα ειχαμε για τις Κυριακες και τις γιορτες. Μολις χτυπαγε τριτη καμπανα, ο δασκαλος σφυριζε συγκεντρωση, μπαιναμε στη γραμμη, μπροστα οι κοντοι, πισω οι ψιλοι. Βαδιζαμε, ενα-δυο, εν-δυο, μεχρι την πλατεια, μπαιναμε στην εκκλησια χωρις θορυβο, αριστερα τα κοριτσια, δεξια τα αγορια με το δασκαλο διπλα στο ψαλτηρι. Ο δασκαλος δεν εψελνε, καθοταν σιωπηλος στο στασιδι δεξια στο θρονο του Δεσποτη, επεβλεπε τους ζωηρους μαθητες να μην κανουν φασαρια. Ο συνταγματαρχης Γαβρης ηταν επιτροπος και βοηθος ψαλτου. Εφθανε συχνα στα μπροστινα μανουαλια, εσβυνε τα καμμενα κερια, τα εκανε ματσακι, ενω συγχρονως εψελνε συνοδευοντας τον ψαλτη : 

ταις πρεσβειαις της θεοτοκου Σωτερ σωσον ημας...

Τα πρωτα χρονια της δικτατοριας η λειτουργια εξελισσοταν με απολυτη ταξη και ασφαλεια. Μετα αλλαξαν οι συνθηκες, ο δασκαλος εφυγε στη Λαμια, ενας νεαρος μπεκιαρης τον αντικατεστησε, αυτος δεν κατοικουσε στην αρχη στο χωριο, δεν ερχοταν την κυριακη στη λειτουργια. Πηγαιναμε ο καθενας μονος του. Χωρις επιβλεψη οι μαθητες μιλουσαν μεταξυ τους, πειραζονταν, θορυβουσαν. Ο Νητσακος και οι αδερφοι του αυτοδιοριστηκαν παιδονομοι, εγραφαν σε σημειωματαρια τα ονοματα των αποντων και οσων ειχαν αναρμοστη συμπεριφορα. Τη δευτερα το πρωι ερχονταν να παραδωσουν το σημειωμα στο δασκαλο. Οι παραβατες εκαλουντο να παρουσιαστουν μπροστα στον πινακα, να υποστουν αναλογη τιμωρια. Επροκειτο για ξυλοδαρμο, ως της μονης αποτελεσματικης μεθοδου διαπαιδαγωγησεως.

Μια Κυριακη, ο Βασιλης ο Λιακαμπας, προτου μπει στην εκκλησια, χαζευε στην πλατεια μπροστα στο μαγαζι του Πολυμερου. Ακουγε τη συζητηση ενος ζωεμπορου με το γερο Ζαγκανα. Ο χασαπης κουστουμαρισμενος, επροκειτο για χονδρεμπορο κρεατων, ειχε ερθει να αγορασει εριφια και αμνους, καπνιζε χονδρα πουρα, ειχε προσφερει ενα στο Ζαγκανα και συζητωντας τα πουρα εφθαναν ως το τελος. Πρωτος ο Ζαγκανας το πεταξε στο δρομο. Ο Βασιλης πηρε το πουρο, κανοντας τον σπουδαιο μπηκε καπνιζοντας στην εκκλησια. Το αρωμα του καπνου αναμιχθηκε με το λιβανι. Ο συνταγματαρχης κυνηγησε τον Λιακαμπα αλλα δεν μπορεσε να τον πιασει γιατι, γρηγορος σαν λαγος, γλιστρησε αναμεσα στα κεντρικα στασιδια και κρατωντας παντοτε το πουρο, βγηκε απο την νοτια πορτα.
Την επομενη ο δασκαλος δεν τον καλεσε να παρουσιαστει στον πινακα, πηγε, τον επιασε απο τα αυτια, τον σηκωσε μισο μετρο απο το εδαφος και σηκωτο τον εφερε μπροστα στον πινακα. Παιρνει τη βεργα και τον χτυπαει με δυναμη πολλη ωρα ωσπου η βεργα εσπασε. Ο Βασιλης να ουρλιαζει κι εμεις να μην μπορουμε ουτε να τον κοιταξουμε στη δυστυχια του.
-Τραβα να μου φερεις μια βεργα, λεει ο δασκαλος απευθυνομενος σε εμενα, και κοιταξε να ειναι καλη.
Εντρομος πηγα στο σπιτι μας, εψαχνα αναμεσα στα κλαρια αγριελιας, οσα ειχαν φαει τα μαναρια. Δεν αποφασιζα.
Με βλεπει ο πατερας των Μακαρενκο, βοσκαγε τα προβατα διπλα στο μαντροτοιχο του Αγιου Γεωργιου προς το Γελαδογροικο. Κοντοχονδρος, ηλιοκαπνισμενος, με μαυρα κορακισια μαλλια, καθε τοσο εφτυνε τις παλαμες του, ετριβε με δυναμη τα χερια του και χαζοσφυριζε ενα λαϊκο τραγουδακι : 

Αφου το θες, τουτη τη βραδια με βαρια καρδια και καϋμο μεγαλο, αγαπη μου σου αφήνω γειά αφού τωρα πια δεν με θέλεις άλλο ...


-Τι γινεται; με ρωταει, γιατι εφυγες απο το σχολειο;
-Μ΄εστειλε ο δασκαλος να βρω μια καλη βεργα.
-Κατσε να σου βρω εγω πρωτης ποιοτητος, λεει ο Μακαρενκο.
Βγαζει το σουγια του, ξεκλαριζει ενα κλαδι αγριελιας, στεγνωμενο απο τον ηλιο, σκληρο και ευλυγιστο, γεματο κομπους, εμοιαζε με αγκλιτσα ορεσιβιου ποιμενος. Για μια στιγμη σκεφτηκα να την πεταξω, να ψαξω μονος μου να βρω βεργα λιγωτερο αιχμηρη, αλλα ο δασκαλος, ειχε πει να γυρισω γρηγορα, ανυπομονουσε να συνεχισει την τελετουργια απονομης των τιμωριων. Ο Μακαρενκο θα ρωτουσε σιγουρα το δασκαλο εαν του αρεσε η βεργα, θα του εκανε λεπτομερη περιγραφη. Ημουν χαμενος, επρεπε να την παω. Επιστρεφοντας στο σχολειο, την κοιταγα και σκεφτομουν τι πονο θα προκαλουσε.
Μολις εφθασα στην αιθουσα την εδωσα στο δασκαλο, ειδα στο βλεμμα του την εκπληξη και μια λαμψη τρομου. Πηρε τη βεργα, συνεχισε το παιδαγωγικο του καθηκον χωρις αναστολες.
Στο διαλειμμα, οι αλλοι μαθητες διαμαρτυρονταν, κι εγω εξηγουσα πως ηταν εργο του Μακαρενκο.
Στο τελος της σχολικης χρονιας η βεργα εξαφανιστηκε, υποθετω πως ο δασκαλος την πηρε μαζι του, εκεινη τη χρονια εφυγε με μεταθεση.

Ο εκκλησιασμος ηταν υποχρεωτικος και στο Γυμνασιο. Τα γυμνασιοπαιδα οφειλαν να προσερχονται αυθορμητα στη λειτουργια. Η καταμετρηση των παραβατων ηταν εργο του αιδεσιμωτατου ο οποιος δεν ανεφερε ποτε κανεναν ως απωντα. Παρ΄ολο που δεν του αρεσαν οι ιδεες ορισμενων μαθητων, εβγαιναν στα καφενεια μετα την πτωση των συνταγματαρχων, ανοιγαν συζητησεις για την μη υπαρξη του θεου, παρουσιαζαν τη θρησκεια ως το οπιον του λαου, ο παπα-Κωστας μας εβλεπε ολους με συμπαθεια, αυτος ειχε στεφανωσει τους γονεις μας, μας ειχε βαφτισει και ηλπιζε να μη θαψει κανεναν απο τη δικη μας γενια. Ακουγε τις ανοησιες των νεαρων με αινιγματικο χαμογελο, αλλα δεν μιλησε ποτε ουτε για τους προσωκρατικους, ουτε για τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, ουτε για τη σκεπτομενη υλη. Χρονια αργοτερα, μετα τον τραγικο θανατο του, οταν η παπαδια χαρισε ολα τα βιβλια του στη δημοτικη βιβλιοθηκη, καταλαβαμε πως ο παπα-Κωστας ηταν βαθυς γνωστης της αρχαιας ελληνικης φιλοσοφιας και θαυμαστης του Ηρακλειτου και του Εμπεδοκλη. Ετσι ερμηνευσαμε την εσχατη πραξη του ως προσπαθεια επιστροφης στο πυρ, τον αιωνιο πατερα.
Ομως οσο ημασταν ακομη στο δημοτικο, μετα τη λειτουργια, μας εκανε κατηχητικο στο γυναικωνιτη. Μιλουσε για τα παθη των Ισραηλιτων στην Αιγυπτο, τις μαχες μεταξυ Ιουδαιων και Φιλισταιων, τη διδασκαλια του Ιησου. Ειχαμε μικρα σημειωματαρια οπου γραφαμε προσευχες, το διδαγμα και το ρητο καθε μαθηματος. Ο παπα-Κωστας δεν χαριζε καστανα, οποιος εκανε φασαρια, αρπαζε δυο γερα χαστουκια. Για να εμπλουτισει τις αφηγησεις του, με πρακτικα παραδειγματα, μιλουσε για τις προσωπικες του εμπειριες. Το εκανε σπανια αλλα οταν συνεβαινε ηταν παραστατικος, με θεατρικη ακριβεια. Ετσι μαθαμε πως ειχε συμμετασχει στο Αλβανικο μετωπο. Ηταν ημιονηγος, μετεφερε πολεμοφοδια, τροφιμα και ρουχισμο στα χιονισμενα βουνα της Ηπειρου εκεινο τον ηρωικο χειμωνα του 1940. Θελοντας να μας πεισει για τη δυναμη της θειας προνοιας μας μιλησε πως σωθηκε ο ιδιος. Προχωρουσε με τα μουλαρια φορτωμενα οταν αρχισε ο κανονιοβολισμος, οι οβιδες επεφταν γυρω του και σηκωναν ογκους απο χωματα και πετρες και ξερριζωμενα δενδρα. Το μονοπατι ηταν σε κατηφορικη πλαγια και οι οβιδες του εχθρου προκαλεσαν κατολισθηση. Η μαζα του χωματος, των λιθαριων και οι κορμοι των δενδρων, ενα συνολο, να γλιστραει στον κατηφορο κι ο παπα-Κωστας να εχει ως μονο οπλο του την προσευχη. Βρεθηκε σκεπασμενος μαζι με τα μουλαρια, μετα το τελος του βομβαρδισμου βγηκε σωος με τα ζωα, συνεχισε το δρομο του μεχρι τα φυλακια, οπου ηταν ο προορισμος του.
Μετα το τελος του εμφυλιου χειροτονηθηκε παπας. Πριν απο τον πολεμο δεν το αποφασιζε, φοβοταν την επικηδεια ακολουθια, να βλεπει τους νεκρους μεσα στο φερετρο, τους συγγενεις να κλαινε, οι χηρες οδυρομενες και τα παιδια να σκουζουν. Μετα απο οσα ειδε στην Αλβανια, τους χιλιαδες νεκρους, τους τραυματιες να φωναζουν τη μανα τους, καθως ο χειρουργος τους εκοβε με πριονι τα ποδια, με μονο αναισθητικο δυο γουλιες τσιπουρο, αλλαξε γνωμη. Θεωρουσε τον εαυτο του τυχερο, ουτε τραυματιστηκε, ουτε τα ποδια του παγωσαν, γυρισε σωος και αβλαβης με τη σιγουρια μεσα του πως ο θεος ειναι μεγαλος και ο μονος τροπος να αφιερωσει τη ζωη του στους συνανθρωπους του ηταν να γινει ιερευς.

Οταν περασαμε στην πρωτη Γυμνασιου, πηγαμε, στην αρχη της σχολικης χρονιας, ο φιλος μου Αλεκος Μακαρενκο κι εγω στο κατηχητικο. Δεν μας ενδιεφερε το μαθημα του παπα-Κωστα, ηταν ακομη νωρις για να τον νοσταλγησουμε, θελαμε να κανουμε τα ζιζανια, οπως ειχαμε δει τους μαθητες του Γυμνασιου Στυλιδος, με ποιον τροπο βασανιζαν τον θεολογο Βασιλειο Καμνη.
Ο παπα-Κωστας αφηγειτο την ιστορια του πηγαινοερχομενος στο μικρο διαδρομο, αναμεσα στα θρανια. Ειχαμε καθισει στις μπροστινες σειρες. μολις ο παπας απομακρυνοταν στο βαθος του γυναικωνιτη καναμε τα μπακακακια. Κι ενω τους μικροτερους τους ταραζε στα χαστουκια, για μας εκανε μονο ενα σχολιο προειδοποιησης, πως αμα συνεχιστει αυτη η κατασταση θα μας τσουγκρισει τα κεφαλια σαν καρπουζια. Υστερα απ΄ αυτο δεν ξαναπηγαμε στο κατηχητικο. Μετα την πτωση της Χουντας εκκλησιαζομαστε τα Χριστουγεννα, το Πασχα, του Αγιου Γεωργιου και τα καλοκαιρια στα ορεινα εξωκκλησια.
Εκτοτε τα πρωινα της Κυριακης τα περναγα ακουγοντας τριτο προγραμμα ή τις εκπομπες κινηματογραφου απο το πρωτο. Ακουγοντας μουσικη για κινηματογραφικες ταινιες φαντασιωνα μια αλλη ζωη σε μεγαλουπολη του εξωτερικου σαν το Παρισι, το Λονδινο, τη Νεα Υορκη. 

dimanche 4 septembre 2011

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ, Διηγημα Μπονζαϊ



 
Κριμα ειναι να σε δωσω, το βλεπεις σχιζεται η καρδια μου να σ΄αποχωριστω. Μα τιποτα δεν μπορω να κανω να μινεις μαζι μας, αν σε κρατησω θα ψοφησεις της πεινας, δεν σπερνει κανενας τωρα. Πηραν ολοι μηχανηματα, δουλευουν στα εργοστασια, τα πουλησαν τα ζωα, σημερα τα τελευταια, ηρθαν να σας παρουν οι τσιγγανοι.
Εγω δεν δουλευω στο εργοστασιο, γερασα, ουτε η γρια μου, παιρνουμε συνταξη. Με τα λεφτα που θα μας δωσουν για σενα θα παρουμε θερμαστρα, απ΄αυτες που δουλευουν με ηλεκτρικο ρευμα. Δεν υπαρχουν ξυλα στην περιοχη να κοψουμε για τη φωτια, καηκαν απ΄τις πυρκαγιες, το ειδες και μονος σου, θυμασαι που γκαριζες απο το φοβο σου...
Κριμα ειναι να σε δωσω... θυμασαι που ησουνα μικρο πουλαρακι... που σε ποτιζα γαλα... και το σαμαρι σου θα το πουλησω, τα θελουν στα σαλονια για διακοσμηση, εχουν μεγαλη περαση τωρα. Πεθανε ο σαμαρας ο γειτονας μας, τον θυμασαι... ηταν ευκαιρια να κανει λεφτα... κριμα... βλεπεις κλαιω... θαμπωσαν τα ματια μου. Και η γυναικα μου κλαιει... σ΄αγαπαει... θυμασαι δεν σε φορτωνε πολυ... να μην κουραζεσαι... σου ΄βαλε και χαϊμαλι να μην αβασκαθεις.
Μην ακους τι λεει ο τσιγγανος, δεν θα σας πανε στα θηρια του τσιρκου... σε λιβαδια , πρασινα με κοκκινες παπαρουνες και με μαργαριτες... εκει δεν θα πεινας... αμα μεινεις ομως εδω... εκει θα εισαι χορτατος... θα ψοφησεις... εκει θα εισαι ΄λευτερος να τρεχεις...θα σε φανε τα ορνια... θα παιγνιδιζετε. Ελα μην φοβασαι, ανεβα στο φορτηγο, ειναι και τα μουλαρια του γειτονα μας, γνωριζεστε...γεια σου να πας στο καλο, μην κοιτας τα δακρυα μου, τα σκουπιζω, δεν κλαιω... στο καλο... στο καλο...
Το φορτηγο ξεκινησε αναπτυσσοντας ταχυτητα, χαθηκε στη στροφη του δρομου. Ο γερος πηρε το δρομο για το σπιτι του. Κι αλλο φορτηγο μπροστα του. Νεοι ανθρωποι φορτωναν τα πραγματα τους. Ειχαν πουλησει τα προβατα. Εφευγαν απο το σπιτι που γεννηθηκαν. Δεν θα ξαναγυριζαν. Πηγαιναν να εγκατασταθουν στις μεγαλες πολιτειες με τα φουγαρα, να ενισχυσουν τις κοινωνιες του μελλοντος.
Πρωτη δημοσιευση 1982.

samedi 3 septembre 2011

Σχολιο με αφορμη τη Φραγκοσυριανη, αποδοση ρεγγε απο τους LOCOMONDO

Ακουσα την αποδοση ρεγγε της Φραγκοσυριανης του Βαμβακαρη απο τους Locomondo. Μου αρεσε πολυ αυτη η "μοντερνα" αποδοση, μου εδωσε ενα αισθημα αισιοδοξιας.
Ομως μου θυμισαν τους αδελφους Κατσαμπα, ποιος τους θυμαται;
Στη μεση της τελευταιας δικτατοριας με μεξικανικα καπελα και κιθαρες, σαν να ηθελαν μα μας πεισουν, μεσα απο την ασπρομαυρη οθονη, πως ολα πανε καλα.
Ετσι και τωρα με τους Locomondo, ακουσα και αλλα δικα τους τραγουδακια, εχω την εντυπωση πως "εδω ο κοσμος καιγεται και η γρια χτενιζεται", κατ΄αλλους το αιδοιο.
Συμφωνω πως πρεπει να γυρισουμε τη σελιδα, να γινει μεταβολισμος των πολλαπλων τραυματισμων μας, (Μικρασιατικη καταστροφη, δικτατορια της 4ης Αυγουστου 1936, Ναζιστικη κατοχη, Εμφυλιος 44-49, Μαζικη μεταναστευση, Δικτατορια των συνταγματαρχων 67-74, Μεταπολιτευση και επανοδος της τριανδριας Καραμανλης, Παπανδρεου, Μητσοτακης), αλλα να μην ξεχασουμε, ουτε με το χασισι, ουτε με τσιπουρο και τοπικο οινο.
Ακουστε και δειτε την αποδοση της Φραγκοσυριανης:

dimanche 14 août 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ




Χειμωνας. Ειχε φεξει οταν ξυπνησε. Εκανε κρυο και δεν ειχε ξυλα ν΄αναψει φωτια. Το κτιριο ηταν στο σιδηροδρομικο σταθμο Στυλιδος. Ο σταθμος ειναι ερημος, μονο αυτη η γυναικα μενει στο κυλινδρικο κτιριο. Το ειχαν παλια για να παιρνει νερο το τραινο. Απο την ανατολικη πλευρα εχει μια μικρη πορτα και κανενα παραθυρο. Δεν ειχε πολλες μερες που εγκατασταθηκε εδω. Παλιοτερα εμενε εξω απο την πολη, σε μια καλυβα. Ομως με τα χρονια η καλυβα χαλασε. Δεν ειχε τα υλικα να την επισκευασει. Πηρε τα κουρελια της και τα εφερε στο σταθμο.
Τωρα ανεβαινε τη λεωφορο Φαλαρων. Εφθασε στο σταθμο των λεωφορειων. Η σομπα ζεσταινε καλα την αιθουσα του καφενειου. Δυο λεωφορειουχοι καμαρωναν ενα καινουργιο λεωφορειο, το κοιταγαν απ΄ολες τις μεριες.
Η γυναικα μπηκε στην αιθουσα, πηρε μια καρεκλα και καθηκε κολλητα στη σομπα. Εδω ερχοταν να ζεσταθει καθε μερα το χειμωνα, τοσα χρονια τωρα. Ελεγαν πως ειχε σαλεψει το μυαλο της. Την ακουγαν να μονολογει για ενα παιδι που της το ΄κλεψαν. Την πειραζαν για να κανουν πλακα, την ειχαν για διασκεδαση. Οι οδηγοι των λεωφορειων και οι εισπραχτορες, οι εργατες, αλλοι επιβατες που περιμεναν στο σταθμο. Ο διευθυντης του σταθμου πολλες φορες τσακωθηκε με αυτους που την πειραζαν, αλλα κανενας δεν τον ακουγε.
Σημερα οταν εφθασε δεν την προσεξαν. Κραταγε ενας μια εφημεριδα και διαβαζε : ειχαν βρει μια γυναικα, σ΄ενα κοντινο χωριο, ηταν δεμενη τριαντα χρονια σ΄ενα υπογειο μεσα στα κοπρανα και στα ουρα της.
Τους επιασε ολους θλιψη, ηταν αγανακτισμενοι, δεν το χωραγε το μυαλο τους.
Υστερα πεταξαν την εφημεριδα. Προσεξαν τη γρια. Δεν ειχε δοντια, τα χειλη της κατσαρωναν προς τα εξω, τα ματια της τ΄ ανοιγοκλεινε συνεχεια. Την πειραξε πρωτα ενας νεαρος εργατης, επειτα ενας οδηγος λεωφορειου, την πειραζαν με χυδαια λογια. Υστερα ενας γερος, με κατακαινουργη μασελα, ξαναειπε τα ιδια πειραγματα. Η γρια ηταν συνηθισμενη, δεν κουνηθηκε καθολου, ετσι εκανε παντα. Οι ανθρωποι ομως δεν σταματαγαν, συνεχιζαν την κοροϊδια. Τοτε σηκωνονταν απανω και κλαιγοντας πηγαινε να χτυπησει οποιον εβρισκε μπροστα της. Μα εκεινος, σβελτος, την απεφευγε και η γυναικα χτυπαγε τον αερα. Γελαγαν οι ανθρωποι γυρω της και χτυπαγαν παλαμακια.
Ομως οπως τους κυνηγουσε πηρε ενα τραπεζι σβαρνα, τα ποτηρια και τα φλυτσανια του καφε επεσαν, εγιναν ολα θρυψαλα. Εφθασε ο καφετζης αγριεμενος, η φαλακρα του γιαλιζε, κουναγε τα χερια του συνεχεια. Την αρπαξε απο τα βρωμικα φουστανια της, την τραβηξε στην πορτα, την πεταξε εξω βριζοντας. Εκλεισε την πορτα και τα ΄βαλε με τους πελατες. Οι πελατες δυσαρεστημενοι, τους ειχε χαλασει τη διασκεδαση, βγηκαν στο πεζοδρομιο. Αρχισαν παλι τα πειραγματα. Γελια, φωνες, ουρλιαχτα και ο θορυβος των αυτοκινητων. Περασε ο παπας, τραβηξε για την εκκλησια. Περασε ο δημαρχος και ο αστυνομος με τα υπηρεσιακα τους οχηματα.
Τωρα τη γρια Κυριακουλα την ειχε πιασει ενα νευρικο και απελπισμενο κλαμα. Περασε για λιγο απο τη σκεψη της η βασανισμενη της ζωη. Ενας ανδρας ψαρας που την εδερνε, το αγορακι της που χαθηκε, οι ανθρωποι που την κοροϊδευαν, ο παπας, ο δημαρχος, ο αστυνομος.
Ετρεξε να ξεφυγει απο τον κλοιο των ανθρωπων που την εζωναν, καταφερε να φυγει, ετρεχε τωρα μεσα στο σταυροδρομι. Παραπατησε κι επεσε κατω. Τ΄αυτοκινητα φρεναρησαν αποτομα, οι οδηγοι εβριζαν απ΄ολες τις μεριες. Εκανε προσπαθεια, δεν μπορουσε να σηκωθει, η απελπισια την κυριευσε ολοκληρη. Αρχισε να χτυπαει το κεφαλι της στην ασφαλτο. Τοτε ετρεξε ενας αστυφυλακας, τη σηκωσε και την βοηθησε να ανεβει στο πεζοδρομιο. Η κυκλοφορια αποκατασταθηκε. Οι φωνες των ανθρωπων και τα κλαξον των αυτοκινητων σκεπαστηκαν απο την καμπανα της εκκλησιας.

Πρωτη δημοσιευση 1982.

mardi 2 août 2011

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΡΘΡΥΣ Αποσπασμα 1


Τα παιδια του ορους Ορθρυς μεγαλωνουν σε ενα τυραννικο καθεστως κατω απο τη σκια ενος αιρετικου ιερεα κι ενος φανταστικου συνταγματαρχη.
Η αφηγηση εκτεινεται στις μυθικες δεκαετιες εξηντα-εβδομηντα, με αποηχους απο το Αλβανικο επος, τη Ναζιστικη κατοχη και τον εμφυλιο πολεμο 1944-1949.



Στον ποιητη Θανο ΦΩΣΚΑΡΙΝΗ, τον πιστον φιλον της εφηβειας.



Ω! Ας ημην ακομη βοσκος εις τα ορη!...
ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Αλεξανδρος ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Ανυδρο (Νικοβα)


Την πρωτη φορα που ειδα τον Γιωργο Γαβρη, αυτον που θα ονομαζα συνταγματαρχη τριαντα χρονια αργοτερα, ηταν ενα ανοιξιατικο πρωινο, με δυνατο ηλιο. Κρατουσα το χερι της μητερας μου. Ειχαμε παει στην πλατεια ν΄αγορασουμε ψαρια. Πρωτα συναντησαμε τον δασκαλο, ειχε αναλαβει υπηρεσια εκεινη τη χρονια. Ηταν περιπου δεκα η ωρα, ο δασκαλος βρεθηκε, μετα τη λειτουργια, να συζητα περι ανεμων και υδατων, με τον παπα-Κωστα και με κοινοτικους παραγωντες διπλα στο μαγαζι του Πολυμερου. Η μανα μου τον χαιρετησε με χειραψια, αυτος  εσκυψε μπροστα μου, με τσιμπησε ελαφρα στο μαγουλο και ειπε : του χρονου θα ερθεις στο σχολειο!
Αυτη την εκφραση την ερμηνευσα ως απειλη, ειχα ακουσει για τον προηγουμενο, ηταν φανατικος οπαδος των σωματικων τιμωριων ως της μονης αποτελεσματικης μεθοδου για την διαπαιδαγωγηση των μαθητων. Μετα μου εβγαλε και μου ξαναφορεσε το καπελο. Ηταν ενα σχολικο πηληκιο απο τσοχα μπλε μαριν, δωρο μιας εξαδερφης της μητερας μου της οποιας ο γιος ειχε τελειωσει το Γυμνασιο Στυλιδος. Ο δασκαλος μουρμουρισε πως δεν ηταν υποχρεωτικο στο Δημοτικο, ειχα ακομη καιρο μεχρι να παω στο Γυμνασιο. Ηταν κοντος, μελαχροινος, με φαλακρα που προσπαθουσε να κρυψει καλυπτοντας το κρανιο με μια τουφα μαλλιων που ο ελαφρος ανεμος την ανασηκωνε.
Εβλεπα το νεο δασκαλο για πρωτη φορα. Τον προηγουμενο τον ειχα δει για πρωτη και τελευταια φορα την περασμενη ανοιξη, τελη Μαιου. Πηγαιναμε με τους αδερφους Μακαρενκο και την  μητερα τους προς την τοποθεσια Καμπια εξω απο το χωριο. Οι μαθητες στην αυλη του σχολειου επαιζαν με φωνες, ενω ο δασκαλος περασε διπλα μας με βιαστικο βημα. Πηγαινε στην πλατεια, η φαλακρα του γιαλιζε κατω απο τον ηλιο του απογευματος. Ηταν ψηλος, μελαχροινος, αδυνατος με λεπτο μουστακι και καλοξυρισμενα μαγουλα. Τοτε η μητερα των Μακαρενκο μας μιλησε για τις βαρβαροτητες του, απειλωντας μας πως θα μας σιαξει αυτος οταν θα πεφταμε στα χερια του.
Τη στιγμη που ο δασκαλος μιλουσε για το σχολικο πηλικιο, ο Γιωργος Γαβρης εφθασε με το τρικυκλο. Ερχοταν απο τη Στυλιδα, πηγαινε καθε μερα, το πρωι, ν΄αγορασει παγο, εφημεριδες, τσιγαρα και προπαντος να δωσει πληροφοριες στην αστυνομια για τις κινησεις των πρωην κομμουνιστων και των μαθητων του Γυμνασιου Στυλιδος.
Καβαλα στο μηχανακι, χονδρος, εμοιαζε με γοριλλα. Ειχε την ιδια ηλικια με τη μητερα μου αλλα λογω της αστατης ζωης του φαινοταν πολυ μεγαλυτερος.
Μαρσαροντας το τρικυκλο κατευθυνθηκε προς το σπιτι του στη βορειοανατολικη πλευρα της πλατειας, ενω απο το ηλεκτροφωνο, στο μαγαζι του Δημου, ακουγοταν ενα τραγουδι :


... στα ψηλα τα σκαλοπατια οσες ανεβηκανε βρηκαν πλουτο μεγαλεια....


Οταν ο νεος δασκαλος, ο πρωτος της δικης μου σχολικης εμπειριας, εγκατασταθηκε, με ενοικιο, στο νεοκτιστο σπιτι του Γιαννη του Μαλλια, τα μεγαλα εργα ειχαν αρχισει στο χωριο. 
Αμεσως μετα το τελος του εμφυλιου πολεμου μονο οι μισοι κατοικοι επεστρεψαν. Για να αποφυγουν τις βαρβαροτητες των δυο παραταξεων, ειχαν καταφυγει στην τοποθεσια Καραβομυλος, διπλα στη στρατιωτικη βαση. Ειχαν εκει κτηματα με σπιτια και αποθηκες. Πριν απο τον πολεμο πηγαιναν το καλοκαιρι να κανουν τα μπανια τους. 
Με το τελος του πολεμου αρχισε η διανοιξη της νεας οδου απο το χωριο μεχρι τον Αϊ-Νικολα, οπου ηταν η νεα γεφυρα χτισμενη με ενισχυμενο σκυροδεμα. Ειχε αντεξει στη μεγαλη νεροποντη που επληξε την περιοχη το οκτωβριο του 1950. Μετα απο καταρακτωδη βροχη πολλων ημερων, το ποταμι Σαπουνας κατεβασε τοσο πολυ νερο, ωστε βγηκε απο τις οχθες του παρασερνοντας ανθρωπους, ζωα, πετρες και λασπη και ξεριζωμενα δενδρα. Ηταν τετοια η ορμη του υδατος που εκοψε το πετρινο μονοτοξο γεφυρι στη θεση Τρακαδαρης, στον παλιο δρομο Ανυδρου-Στυλιδος.
Για οικονομια, αφου η γεφυρα του Αϊ- Νικολα αντεξε, το νεο σχεδιο προεβλεπε κατασκευην οδου νοτια του Ανυδρου μεχρι την ασφαλτοστρωμενη δημοσια. Δεν υπηρχαν πιστωσεις γι΄αυτο εβαλαν σε ενεργεια το παναρχαιο συστημα προσωπικης εργασιας. Ολοι οι ανδρες απο δεκαοκτω μεχρι εξηντα χρονων συμμετειχαν στη διανοιξη με φτυαρια και σκεπαρνιες. Τεσσερα χιλιομετρα χωματοδρομος στρωμενος με χαλικια. 
Μολις τελειωσε η κατασκευη ο Πολυμερος εφερε το πρωτο αυτοκινητο, ηταν ενα ημιφορτηγο λευκου χρωματος.
Το νερο ηρθε στο χωριο το 1964 απο τις Καρυες και απο τη Σπλητσα, ηταν αυτες οι πηγες σε αποσταση οκτω χιλιομετρων. Πριν γινουν τα εργα το χωριο επαιρνε νερο απο δυο πηγαδια ευρισκομενα στη νοτια πλευρα, το ενα ανατολικα στο δρομο προς τον Αχινο, το αλλο δυτικα στον παλιο δρομο προς Στυλιδα.
Τα σχεδια των χωριανων ηταν φιλοδοξα. Ηθελαν ν΄ανοιξουν δρομους στα ελαιοπεριβολα, να τα παταει η ροδα, ν΄αγορασουν τρακτερια, ν΄ανοιχθει ο δρομος μεχρι την Αγια Παρασκευη, ωστε να ενωθει το πρωτο παναρχαιο χωριο με το τελευταιο, αυτο οπου κατοικουσαμε τωρα, το μονο στην περιοχη μας που ειχε δυο εκκλησιες. Την ημερα που εγινε το κινημα των συνταγματαρχων  ο δρομος ειχε φτασει μεχρι τη θεση Παλιουρι κι εκει σταματησαν οι εργασιες. 
Μετα εγιναν εργα για τη διανοιξη βοθρων. Οι πιστωσεις δεν εφταναν για ολα τα σπιτια, ετσι οι δικαιουχοι αναδειχτηκαν με κληρο. Οι υπολοιποι κατοικοι επρεπε να φτιαξουν βοθρους ιδιοις χρημασι. Σε λιγο εφτασαν τα συνεργεια με κομπρεσσερ και εκρηκτικα. Το χωριο ειναι χτισμενο σε βραχωδη πλαγια γι΄αυτο οι εργατες ανοιγαν τρυπες στα βραχια, εβαζαν δυναμιτη και μετα φωναζαν δυνατα : φουρνελο!!!
Μολις τελειωσε η κατασκευη των αφοδευτηριων, ηρθαν αλλα ειδικευμενα συνεργεια. Εργαζονταν πυρετωδως με κομπρεσσερ και εκρηκτικα. Εγκατεστησαν τις κολονες της Δ.Ε.Η., επιτελους ο ηλεκτρισμος εφτασε στο χωριο τον Απριλιο του 1968.


Η προφορικη παραδοση αναφερει πως οι ριζες της καταγωγης μας χανονται στη νυχτα του χρονου. Ως ιδρυτης του αρχαιου χωριου φερεται ο Δευκαλιων οταν, αμεσως μετα τον μεγαλο κατακλυσμο, αραξε με τη βαρκα του, ειχε σχημα νεας σεληνης, στο πλατυ οροπεδιο ακριβως κατω απο την ογκωδη κορυφη του ορους Ορθρυς, διακοσια μετρα απο την πηγη. Ακομη στις μερες μας μπορουμε να δουμε τα μεγαλα αγκωναρια απο πελεκητες πετρες. Αποτελουν τμημα του πρωτου οχυρωμενου χωριου, το εχτισε ο γιος του Δευκαλιωνα ονοματι Ελλην.
Στο περασμα του χρονου, ο τοπος οπου αραξε η βαρκα παραμενει ιερος, υπηρχε εκει ναος. Στα παλια τα χρονια ηταν αφιερωμενος στον σωτηριο Δια και απο τα χριστιανικα χρονια μεχρι σημερα ειναι  το ναϊδριο της Αγιας Παρασκευης, κατω απο τις θεορατες βασιλικες δρυς.
Λενε πως ο Οδυσσεας, ο βασιλιας της Ιθακης, επισκεφθηκε το χωριο μεταμφιεσμενος σε πραματευτη, ψαχνοντας να βρει τον Αχιλλεα για να τον πεισει να συμμετασχει στην εκστρατεια εναντιον της Τροιας, αλλα ο Αχιλλεας κρυβοταν μεταμφιεσμενος σε κοριτσοπουλο. Τον ειχε ειδοποιησει η μανα του πως αμα πηγαινε στη χωρα των Τρωων δε θα γυριζε πισω ζωντανος.
Οι κατοικοι αυτου του χωριου εζησαν χιλιαδες χρονια αυτονομοι, καταφερναν με διπλωματικες διαδικασιες να διατηρουν την προσωπικη τους ανεξαρτησια, δεν ειχαν ποτε ξενο διοικητη, ουτε στρατευματα κατοχης, ολοι οι κατακτητες αναγνωριζαν την ιδιαιτεροτητα του τοπου και σεβονταν τους κατοικους. Ωσπου ηρθαν οι Οθωμανοι και θελησαν να εγκαταστησουν με το ζορι τον Αγα να διοικει αυτος και να μοιραζει δικαιοσυνη. Οι Τουρκοι νομιζαν πως ολοι οι Ελληνες ηταν προβατα, θα δεχονταν το δικο τους συστημα χωρις συζητηση. Σε ενα τετοιο μικρο χωριο εστειλαν τον Αγα μονο με τεσσερεις στρατιωτες ως φρουρα. Οι χωριανοι τους δεχτηκαν με ανοιχτες αγκαλες, ετοιμασαν ψητα, πιτες, τυρια και φρουτα, τους μεθυσαν με το καλυτερο κρασι οπως παλια ο Οδυσσεας τον κυκλωπα Πολυφημο. Τη νυχτα τους πηραν σηκωτους κι ενω ροχαλιζαν τους πεταξαν στην πιο βαθια καταβοθρα, στη Μπουζουνοτρυπα, μαζι με τ΄αλογα τους και ολα τους τα συνεργα.
Ερχονται οι Τουρκοι, ψαχνουν να βρουν τον Αγα και τη φρουρα του, ρωτουν τους χωριατες. 
-Πηγαν στο λογγο για κυνηγι και χαθηκαν, μπορει να τους πηραν οι Νεραϊδες του δασους, ειπαν οι χωρικοι. 
-Αλλου αυτα, ειπαν οι Τουρκοι και τους παιρνουν στο κυνηγητο.
Τετρακοσια χρονια διωγμους και περιπλανηση εζησαν οι προγονοι μας, κυνηγημενοι εφυγαν απο την Αγια Παρασκευη, εχτισαν νεο χωριο στον Αγιο Κωνσταντινο, μετα στο Σταυρο, υστερα στη Σταματα, επειτα στα Καμπια και τελικα, με την ανασυσταση του νεου ελληνικου κρατους, στο Ανυδρο που το παλιο του ονομα, πριν απο τον τελευταιο πολεμο, ηταν Νικοβα.


Ο δασκαλος ηρθε την πρωτη φορα στο χωριο με ταξι, μεσα Σεπτεμβριου. Τα μαθηματα δεν ειχαν αρχισει ακομα. Το σχολειο το ειχε χτισει η δικτατορια του Μεταξα, ηταν ενα κτιριο απο γκριζα πετρα λατομειου. Στις τεσσερεις πλευρες του φραχτη ηταν φυτεμενα πευκα και κυπαρισσια.
Η πρωτη σκεψη του νεου δασκαλου ηταν πως εμοιαζε περισσοτερο με νεκροταφειο και τα κυπαρισσια επρεπε να κοπουν. Το καταφερε δυο χρονια αργοτερα, στον πρωτο χρονο της δικτατοριας, να τα κοψει με τη βοηθεια του γερο Ζαγκανα.
Ο παλιος δασκαλος τον δεχθηκε με αινιγματικο χαμογελο. Αφου του εδειξε τη λιστα των μαθητων και την απογραφη του υλικου, τον ρωτησε αν ηταν εγγαμος ή αρραβωνιασμενος, ηθελε να τον προειδοποιησει για τις πιεσεις των χωρικων. Ο ιδιος ειχε παθει νιλα, οταν δεχθηκε προσκληση για δειπνο. Τον εκλεισαν μεσα στο δωματιο με μια υποψηφια νυφη, τον φοβεριζαν, ο πατερας της και τ΄αδερφια της, να πει το ναι, να την παρει, ομως αυτος δεν ενεδωσε και σαλταρε απο το παραθυρο στο δρομο. 
Ο νεος δασκαλος ηταν εγγαμος, οσο το σκεφτοταν τοσο ηταν σιγουρος πως την επαθε σαν του Μπουφου το πουλι, σε ενα αλλο χωριο οπου ειχε πρωτοδιοριστει πριν πεντε χρονια. Ηταν το αποτελεσμα γοητειας, σαν να του ειχαν κανει μαγια. Την ειχε ερωτευθει, δεχθηκε το γαμο χωρις προικα, χωρις δευτερες σκεψεις. Ολα πηγαιναν μελι γαλα μεχρι που γεννηθηκε το πρωτο τους παιδι. Μετα απο μια εβδομαδα θλιψης η γυναικα του δασκαλου αλλαξε συμπεριφορα. Ηταν κακοκεφη, δυσθυμη, δεν προσεχε το μωρο, εκλαιγε συνεχεια, εμενε ξαπλωμενη στο κρεβατι μερα νυχτα. Τον βασανιζε με επιθετικα λογια, ειρωνειες, προπηλακισμους, απειλες. Ο δασκαλος ηταν αναγκασμενος να κανει ολες τις σπιτικες δουλειες, να φροντιζει το μωρο, να ξενυχτα διπλα στην κουνια και την ημερα να εργαζεται στο σχολειο.
Η οικοσκευη χωρεσε για τη μεταφορα στο ημιφορτηγο του Πολυμερου. Δεν ειχαν πολλα πραγματα, τα απαραιτητα για τη νομαδικη ζωη ενος δημοσιου υπαλληλου. 
Η γυναικα του μολις το οχημα βγηκε απο τη δημοσια και μπηκε στο χωματοδρομο αρχισε σχολια με δηλητηριωδη λογια. Οι λακουβες εκαναν το φορτηγο να χοροπηδα, το παιδι ξυπνησε κι εκλαιγε, μεχρι να φτασουν στη νεα τους κατοικια, παρα λιγο να κανουν εμετο. 
Ο Γιαννης ο Μαλλιας ειχε χτισει το σπιτι με τις προδιαγραφες της εποχης. Μολις απολυθηκε απο το στρατο απαιτησε απο τον πατερα του να του δωσει το μεριδιο του σε γιδοπροβατα και τα πουλησε αμεσως. Αγορασε το οικοπεδο, εκτισε το σπιτι κι εφυγε εργατης στα καραβια, αφου δεν καταφερε να τον παρουν χωροφυλακα. Λενε πως ηταν βαθεια πληγωμενος απο μια ιστορια αγαπης. Το σπιτι ηταν στον κεντρικο δρομο, νοτιοανατολικα της εκκλησιας, στατο με τρια δωματια και κουζινα. Η βρυση με το τρεχουμενο νερο ηταν στην αυλη, ο αποπατος πισω απο την αποθηκη. Οπως ολα τα σπιτια του χωριου, απο τα πιο παλια μεχρι τα πιο προσφατα, δεν ειχε λουτρο. Η ελλειψη ανεσεων δεν εμποδισε τη γυναικα του δασκαλου να προσαρμοστει γρηγορα στη ζωη της υπαιθρου. Το καλο κλιμα, ο καθαρος αερας, η καλη διατροφη, οι χωριατες εκαναν συνεχεια δωρα στο δασκαλο, λαδια, τυρια, βουτυρα, αυγα, λουκανικα, κοτοπουλα, κουνελια, φρουτα, λαχανικα και τοπικο κρασι, ειχαν θετικη επιδραση στη νεα γυναικα, ξαναβρηκε το χρωμα της, τη χαρα της ζωης, σε λιγο εμεινε παλι εγκυος.
Ο δασκαλος προσαρμοστηκε στη νοοτροπια των κατοικων, ενω στην αρχη δεν ηταν οπαδος των σωματικων τιμωριων με την παροδο του χρονου η πλειοψηφια των γονεων εκαναν συνεχεια παραπονα πως τα παιδια δεν μαθαινουν γραμματα, δεν πειθαρχουν, παιζουν συνεχεια μπαλα, βωλους, γουρουνοπουλες, σκλαβακια και μακρια γαϊδουρα. Εφταιγε ο δασκαλος, ηταν πολυ μαλακος, δεν ειχε βεργα, ενω επρεπε να δερνει, μονο ετσι θα μαθαιναν γραμματα τα παιδια και καλους τροπους, "ξυλο με τη μηχανη", ηταν η μονη λυση. Εβαλε σε εφαρμογη δρακοντεια μετρα επιτηρησεως και τιμωριων. Ξυλοδαρμο και τα γονατα γυμνα πανω σε κοφτερα χαλικια.
Δεν συχναζε στα καφενεια, σοβαρος, δεν αφηνε να φαινεται τιποτα απο τις προσωπικες του δυσκολιες. Δεχοταν τις προσκλησεις των χωρικων για γευματα μονο την κυριακη οπου πηγαινε παντοτε συνοδευομενος απο την γυναικα του.
Ανεπτυξε ειλικρινη φιλια μονο με τον παπα-Κωστα, τον επισκεπτοταν στο γραφειο του το απογευμα του Σαββατου πριν απο τον εσπερινο, σπανιωτερα ο παπας ερχοταν να βρει το δασκαλο στο σχολειο, οι δυο ανδρες συζητουσαν για ιστορικα και φιλοσοφικα θεματα. 







samedi 30 juillet 2011

Εκατομβη


020608

Η ξηρασια προχωρει. Περασε ενας χρονος χωρις σταγωνα υδατος. Ο παπας εβγαλε την αποφαση : να θυσιασουν οι κτηνοτροφοι τα κοπαδια τους.
Η αιθουσα του σχολειου γινεται σφαγειο θυσιαστηριο. Φερνουμε πρωτοι το κοπαδι μας, τα γιδια. Σαν να καταλαβαινουν τι τα περιμενει, αρνουνται να προχωρησουν. Ο αδερφος μου κι εγω τα μαυλαμε με αλατι και πιτουρα, ερχονται με λαιμαργια. Μπαινουν στον περιφραγμενο χωρο του θυσιαστηριου, οι πορτες γυρω τους κλεινουν αυτοματα, ειναι κοκκινες μεταλλικες αυλοπορτες. Ο βωμος ειναι στη μεση της αιθουσας. Ο παπας βγαζει τα ρασα, φοραει λευκο υποκαμισο και μπλε ντριλινο παντελονι. Εισαγει τη γενειαδα του εντος του υποκαμισου, να μην τον εμποδιζει στο εργο του. Κραταει ακονισμενο μαυρομανικο μαχαιρι. Η λεπιδα αστραφτει στις ακτινες του ανατελλοντος ηλιου. Παιρνει μια κανουτα γιδα δικη μας, την ξαπλωνει στο βωμο, το μαχαιρι πλησιαζει το λαιμο της. Δεν θελω να βλεπω τη γιδα μου να πεθαινει. Βγαινω απο την πισω πορτα των μαγειριων στην αυλη του σχολειου. Δακρυσμενος σκεφτομαι πως δεν θα ξαναδω τις γιδες μας να βοσκουν στις πλαγιες του ορους Ορθρυς. Δεν θα ξανακουσω τα κουδουνακια τους και τα κυπρια των γκισεμιων να τρεχουν να πιουν νερο στη βρυση στον Αγιο Κωνσταντινο. Φεραμε τις γιδες μας τη νυχτα νωρις για τη θυσια. Στην αυλη του σχολειου βλεπω το πτωμα της γιδας πεταμενο στο δαπεδο. Εχει στο λαιμο της μια ανοιχτη πληγη απ΄οπου χυθηκε το αιμα.

ΛΙΤΑΝΕΙΑ




Σε όλα τα πρόσωπα η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα βλέμματα ανήσυχα, τα χείλια σφιγμένα, τα χαμόγελα λιγόστεψαν αισθητά. Ρυτίδες φάνηκαν στα ηλιοψημένα μέτωμα. Οι κινήσεις έχασαν τη σιγουριά τους, Εγιναν αβέβαιες. Ακόμα και τα πρόσωπα των παιδιών έχασαν την ξεννοιασιά και τη ζωηρότητα, ήταν θλιμμένα. Παράσταιναν τους μεγάλους. Τα σκυλιά ούρλιαζαν και γαύγιζαν παράξενα. τα υπόλοιπα ζωντανά βέλαζαν απεγνωσμένα. τα αλογομούλαρα χλιμίντριζαν κι έξυναν τη γη με τα μπροστινά τους πόδια, μόνο τα κοκόρια είχαν ακόμη το κουράγιο και πηδάγανε τις κότες. Τα δένδρα μαραίνονταν. Τα σπαρτά ξεραίνονταν.
-Πάμε χαμένοι.
Αυτές οι δυό λέξεις ακούγονταν από κάθε στόμα.
Ετσι εκείνος πήρε την απόφαση. Ηταν ο ηγέτης. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Πήγαινε μπροστά με το σταυρό και το θυμιατό στα χέρια. Πίσω του όλοι οι χωριανοί, με τις εικόνες οι πιο νέοι. Παρά πίσω οι γυναίκες με αναμμένα κεριά. Ο γέρο-Δήμος κράταγε την ομπρέλλα του, ήταν σίγουρος.
Εφτασαν στο ορισμένο μέρος. Το χορτάρι ήταν ξερό. Στη μέση έβαλαν το τραπέζι. Γύρω-γύρω οι άντρες κράταγαν τις εικόνες σε σχήμα κυκλικό. 
Είχε μπροστά του το μπακράτσι με το νερό, στο χέρι του κράταγε την αγιαστούρα, ένα ματσάκι βασιλικό. Φόρεσε το μακρόστενο πανί στο λαιμό του κι έβαλε ευλογητός. Ο ψάλτης τον συνόδευε με την μπάσα φωνή του. Οι άντρες παρακολουθούσαν με ευλάβεια, έσφιγγαν τα χέρια τους νευρικά, ήταν ιδρωμένοι.
Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν κι έκαναν μετάνοιες αδιάκοπα. Τα παιδιά κρυφογελούσαν, τους φαίνονταν παράξενα αυτά τα καμώματα. Ο επίτροπος τα πήρε χαμπάρι, αγριοκοίταξε. Σώπασαν τρομαγμένα. Οι γριές γονατισμένες προσεύχονταν σιωπηλά. Αυτός στη μέση με φρίκη προσπαθούσε να διώξει τις σκέψεις που ανέβαιναν στο νού του : Μη τυχόν και δεν γίνει τίποτα, μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε...
-Πίσω μου σ΄έχω Σατανά, σκέφθηκε.
Συνέχισε να ψάλλει με παλλόμενη φωνή : Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...
Τα ίδια σκέφτονταν και οι άλλοι εκείνη τη στιγμή. Εψελναν τώρα όλοι μαζί δυνατά. Το τραγούδι τους ακουγόταν κι αντηχούσε παράξενα στις γειτονικές πλαγιές. Κάτι κίσσες πλησίασαν περίεργες να δουν τι γινόταν. Στάθηκαν πάνω στις ελιές και κοίταγαν. Μιά γριά γονατισμένη προσεύχονταν, μπροστά της είχε ένα κερί αναμμένο, μπηγμένο στο χώμα.
Ολοι σκέφτονταν την προηγούμενη ζωή τους. Υπόσχονταν στο μέλλον να είναι πιο πειθαρχικοί. Θα πήγαιναν τακτικά στην εκκλησία, δεν θα έκαναν παραβάσεις των εντολών.
Είχαν φανεί κάτι μικρά σύννεφα στον ουρανό. Ομως σ΄αυτούς τους φαίνονταν μεγάλα. Συνέχεια τα ΄βλεπαν να μεγαλώνουν. Μόνο τα παιδιά δεν έβλεπαν τίποτα. 
-Ερχεται κατακλυσμός, είπε ο γέρο-Δήμος κι άνοιξε την ομπρέλλα του.
Απ΄όλα τα στόματα ακούστηκε η λέξη : Κατακλυσμός!
Ολοι φαντάζονταν τους εαυτούς τους πνιγμένους, τους έπιασε πανικός. Το ΄βαλαν στα πόδια. Τα μικρά παιδιά τα πήραν οι γονείς τους παραμάσκαλα. Τ΄άλλα παιδιά έσκουζαν δυνατότερα από τις γυναίκες.
Ο παπάς στην αρχή φάνηκε ψύχραιμος. Σε λίγο άρχισε να τρέμει. Ετρεχε τώρα κι αυτός. Οι εικόνες είχαν πεταχτεί άτακτα κάτω, το μπαγκράτσι με το νερό χύθηκε. Ο παπάς έτρεχε. Τα πόδια του μπερδεύτηκαν στο μακρύ του ρούχο. Επεσε. Σηκώθηκε κι άρχισε να τρέχει πάλι. Το χρυσοκίτρινο πανί στο λαιμό του ανέμιζε.
Ησυχία απλώθηκε. Είχαν φύγει όλοι εκτός από ένα παιδί. Ηταν ο Δημητράκης του ψάλτη. Κοίταγε γύρω του. Τα μάτια του ανοιγμένα διάπλατα έδειχναν απορία. Ο τόπος γύρω του παράξενος, το κερί μπροστά του αναμμένο, το χόρτο ξερό. Ο ήλιος λαμπερός και καφτός. Η ομπρέλλα ανοιγμένη και πεταμένη δίπλα στα σχοίνα. Εβγαλε την κακομοίρα του, πλησίασε το κερί και το κατούρησε. Το κερί έσβησε.
Κάτι σαν φωνές ακούστηκαν. Ηταν οι κίσσες, έκαναν έρωτα πάνω στις ελιές. 
Το γέλιο του παιδιού αντήχησε χαρούμενο και δυνατό.

Πρώτη δημοσίευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Αυγούστου 1979.

vendredi 29 juillet 2011

Το Πανηγυρι.

Ηταν χτισμενο σε λοφο αγναντερο. Εκατον σαραντρια δρασκηλια απο τη βρυση με τις πετρινες πελεκητες ποτιστρες. Ενα χτισμα παμπαλαιο. Μια ξεφτισμενη εικονα ειχε μια παλια χρονολογια. Στους τοιχους ηταν φανερα τα σημαδια απο τα μαστιγωματα της βροχης και του ανεμου. Οι πετρινες πλακες της σκεπης ηταν αυλακωμενες. Η πορτα και τα παραθυρα ηταν καινουργια, σιδερενια. Το ονομα του δωρητη γραμμενο με μεγαλα γραμματα. Η σανιδενια παλιοπορτα και τα ξυλινα παραθυρα ηταν πεταμενα διπλα στη ριζα μιας βασιλικης δρυος. Χιλιοτρυπημενα απο τις σφαιρες. Τον καιρο της κλεφτουργιας και αργοτερα στον καιρο της κατοχης και του εμφυλιου, δωθηκαν μαχες εδω. Τα ξυλογλυπτα μανουαλια μισοκαμμενα ηταν ριγμενα διπλα στους θαμνους. Εδω μαζευονταν οι ανθρωποι τα χρονια τα παλια, το κατακαλοκαιρο, τον αλωναρη, γιορταζαν του Αϊ-Λια τη χαρη. Το πανηγυρι κραταγε τρεις μερες. Ερχονταν απ΄ολα τα χωρια. Αγροτοποιμενες, Βλαχοι, ανταμωναν ολοι μαζι. Μετα τη λειτουργια γλεντοκοπαγαν. Ειχαν κλαρινα, βιολια, ταμπουρλα. Φοραγαν φουστανελλες, τσαρουχια, σελαχια οπου ειχαν τα πιστολια και τα χατζαρια. Οι γυναικες φοραγαν μαντηλια πολυχρωμα, λευκα πουκαμισα μεταξωτα, ζακετες υφαμενες με ζηλευτη τεχνη. Απο τον θορυβο του γλεντιου προγκαγαν τα κοπαδια και ολα τα ζουλαπια. Γαυγιζαν σαν ζαγαρια οι σταυραετοι.Ομως το γλεντι συνεχιζοταν. Συχνα γινονταν παρεξηγησεις, μεθυσμενοι νεαροι μαχαιρωνονταν, ομως δεν επεφτε ποτε τουφεκια. Φοβοντουσαν τον Αγιο, να μην ξυπνησει. Τα βλεμματα αγριευαν, πεταγαν σπιθες, τα χερια επιαναν τις λαβες των μαχαιριων, βαδιζαν αργα, απειλητικα. Τοτε πεταγονταν απανω ο παπας. Υψωνε τα χερια με φωνη : σταθειτε αδερφια. Τους ελεγε τον βιο του Αγιου, πως απο ψαρας εγινε ορειβατης. Σταματαγαν ολοι τοτε, τον ακουγαν με προσοχη, μ΄ευλαβεια και φοβο. Ο παπας συνεχιζε βλοσυρος : Καθειστε φρονιμα, θελετε να φανει με το καρρο του και να σας πετσοκοψει; ησυχαστε, πιαστητε και χορεψτε.
Αρχιζαν παλι να λαλανε τα οργανα, οι λεβεντες χοροπηδαγαν, καμαρωναν οι μαναδες, εστριβαν τα μουστακια τους οι πατεραδες. Τα κοριτσια κοιταγαν κρυφα, με χτυποκαρδι.Οι πατεραδες των παληκαριων διαλεγαν ποια θα παρουν νυφη για το γιο τους κι αμα τα συμφωναγαν για το μεγεθος της προικας, εκαναν την αναγγελια των αρραβωνων. Το γλεντι τοτε φουντωνε, επαιρνε αλλον χαρακτηρα.
Ετσι και σημερα, μετα απο τοσα χρονια, κοσμος φανηκε ν΄ανηφοριζει στο δασικο χωματοδρομο.
Τ΄αυτοκινητα βογγομανουσαν στον ανηφορο. Αλλοι σε γιωταχι, αλλοι σε αγροτικα , αλλοι σε καροτσες που τις τραβαγαν δυναμικα τρακτερ.
Αυτος σαλταρε σε μια καροτσα μαζι με αλλους πανηγυριωτες. Στα χερια του τυλιγμενο, σε ενα πανι, ειχε το κλαρινο του παπου του. Ηταν χαρουμενος, θα τους εβαζε ολους κατω, μαγνητοφωνα και πικ-απ, ηταν σιγουρος.
Εφτασαν και ξεπεζεψαν κατω απο τα μεγαλα πουρναρια. Στον χοντρον ισκιο εστρωσαν χαλια, ψαθες, τραπεζομανδηλα. Πρωτη φορα ερχονταν εδω. Συμφωνησαν ολοι απο τα γυρω χωρια να ξαναζωντανεψουν το παλιο εθιμο. Ανδρες, γυναικες και παιδια.. Ηταν κι αλλοι με σορτσακια, βρωμικοι, μακρυμαλλιδες, με πολυχρωμα πουκαμισα και ξεβαμμενα παντελονια. Οι γριες και τα γεροντια ηταν μεσα στην εκκλησια. Παρακολουθουσαν τον παπα που λειτουργουσε : χριστιανα τα τελη της ζωης ημων, ανωδυνα, ανεπαισχυντα, ειρινικα και καλην απολογιαν...
Οι ψαλτες τραγουδουσαν σε διαφορετικο σκοπο ο καθενας, αλλος σε μοντερνο ευρωπαϊκο, αλλος σε δημοτικο, αλλος σε βαρυ λαϊκο αμανε. Ο παπας τους αγριοκοιταξε, τους εκανε νοηματα να μονοιασουν. Εξω απο την εκκλησια οι προσκυνητες εκαναν βολτες. Συζητουσαν για την πολιτικη κατασταση, τον καιρο, το ποδοσφαιρο, την παγκοσμια συναδελφωση. Παντου ακουγονταν οι λεξεις : "Δοξασμενος να ειναι".
Ο τυπος με το κλαρινο επαιρνε βαθειες ανασες να καθαρισουν τα πνευμονια του, μολις τελειωνε η λειτουργια θα ηταν ετοιμος. Ετριβε τα χερια του ικανοποιημενος.
Οι γονεις ειχαν φτιαξει κουνιες δεμενες σταθερα απο θεορατες πουρναρες. Δυο παιδια επεσαν. Εκλεγαν γοερα και οι μαναδες τους τα παρηγορουσαν λεγωντας : να ο νονος σου, ο νονος σου με τα δωρα...
Στο μεταξυ οι πανηγυριωτες μαζεψαν ξυλα και αναψαν μεγαλες φωτιες. Αρνια και κατσικια αφηναν την τελευταια τους πνοη βελαζωντας. Επιδεξιοι εκδοροσφαγεις τα κρεμαγαν στις πουρναρες. Οι σουβλες απο κεδρο περιμεναν ετοιμες. Μολις εγινε θρακα ολοι με τη σειρα γυριζαν τους οβελιες. Οι μακρυμαλληδες μαζευτηκαν σαν μυγες, οσμιζονταν με ορεξη.
Μολις τελειωσε ο παπας τον αγιασμο ριχτηκαν ολοι με τα μουτρα στο φαϊ. Επιναν μπυρες, κρασια και πληθος αναψυκτικα. Αφου αποφαγαν μπηκαν στο χορο.
Αυτος με το κλαρινο το ξεφασκιωσε ταχυτατα και φυσουσε με δυναμη. Ακουστηκε κατι σαν κλαμα, υστερα σκεπαστηκε απο τα ηχεια, καθε παρεα ειχε το δικο της μηχανημα, τα περισσοτερα στερεοφωνικα. Δημοτικα, ρεμπετικα, λαϊκα, ποπ, ροκ, ντισκο, μπλουζ, τζαζ. Ολα ανακατεμενα.
Φυσηξε δυνατωτερα, εγινε κατακκοκινος, ιδρωκοπησε. Παλι τιποτα. Νευριασμενος πεταξε το κλαρινο πανω στα μεγαλα πουρναρια. Το οργανο σταθηκε στα κλωναρια των δενδρων.
Εκεινος κλαιγοντας εφυγε τρεχοντας. Κανενας δεν τον προσεχε, ηταν αφοσιωμενοι στα πηδηματα και στα κουνηματα, αλλοι σφιχταγκαλιασμενοι χορευαν ευτυχισμενοι.
Το βραδυ εφυγαν ολοι, ουτε σκυλι δεν εμεινε. Το φως του φεγγαριου φωτιζε το χωρο γυρω απο την εκκλησια. Ηταν πολλα χαρτια λαδωμενα, πεταμενα, βρωμικα. Κοκκαλα, κονσερβοκουτια, αποτσιγαρα.
Ησυχια.
 
Πρωτη δημοσιευση, Φθιωτικη Σκεψη, Απριλιος 1979.




Η γιορτη του καλοκαιριου.




280206
Προχωρω μεσα στον ελαιωνα με κατευθυνση προς τη θαλασσα. Τη βλεπω πρασινη και μπλε να κυματιζει διπλα στα θεορατα πλατανια που θροϊζουν στον ανεμο. Προχωρωντας ανατολικα φθανω στο χωριο Καραβομυλος οπου μαινεται η γιορτη του καλοκαιριου. Ακουγεται μουσικη απο πολλα μπουζουκια. Η ορχηστρα εχει την πλατη προς τη θαλασσα. Βλεπω τις πλατες των μουσικων και τμημα απο τα οργανα καθως παιζουν ενα ζωηρο, χαρουμενο ρυθμο. Ειναι ενα μενουετο για μαντολινο του Μπετοβεν. Θελω να μετρησω τα μπουζουκια αλλα απο το μερος οπου βρισκομαι, διπλα στη θαλασσα, ειναι αδυνατον να δω ολους τους οργανοπαικτες. Τα χερια του μαεστρου, κινουνται με γρηγορες ευλιγιστες κινησεις.
Ποιος καταφερε να συγκεντρωσει τοσα οργανα;
Κανωντας εναν προχειρο υπολογισμο βρισκω πως ειναι περισσοτερα απο εκατο μπουζουκια.
Συναντω τον Αλεκο Μακαρενκο, δεχεται να με συνοδευσει στη Στυλιδα. Φθανουμε στο Κοκκινοχωμα, βλεπουμε νοτια τη θαλασσα να κυματιζει με μικρα αφρισμενα κυματα. Ενας αγνωστος ανδρας μου προτεινει ν΄αγορασω ενα αυτοκινητο, το εχει στο σπιτι του, προς το παρον μας δινει μια πλαστικη κασελα, εχει μεσα εργαλεια. Αφηνει την κασελα στο πεζοδρομιο, μπροστα στο καφενειο.
Λεω στον Αλεκο : δεν ειναι φρονιμο να αφησουμε το κιβωτιο εκει, μπορει να μας το κλεψουν ή να κλεψουν τα εργαλεια.
Ο τυπος μας καλει να δουμε το αυτοκινητο. Βαδιζουμε ανατολικα κατω απο τα πευκακια. Φθανουμε στην ακρη της πολης. Εκει γινεται παζαρι με την ευκαιρεια της γιορτης του καλοκαιριου, κι ενω οι πωλητες εχουν στρωσει προχειρους παγκους στο πεζοδρομιο, διαλαλουν τα εμπορευματα, ακουμε τα μπουζουκια, ξαναρχιζουν εναν ζωηροτερο ρυθμο. Η μητερα του τυπου που θελει να μας πουλησει το αυτοκινητο, επιστρεφει απο τη λειτουργια, φωναζει νευριασμενη εναντιον των υπαιθριων πωλητων, εχουν καταλαβει το πεζοδρομιο μπροστα στο σπιτι της, εμποδιζουν την εξοδο του οχηματος, προκειται να εξελθει εντος ολιγου, αφου επιτελους ο γιος της καταφερε να βρει αγοραστη. Οντως στην αυλη του σπιτιου, πισω απο την αυλοπορτα, βλεπουμε ενα οχημα. Αλλοτε ηταν αυτοκινητο, αλλα η τωρινη του κατασταση ειναι διαφορετικη. Ειχε υποστει τροποποιησεις, ωστε μοιαζει με αυτοκινουμενο καροτσι, καμπριολε, ομοιο με παιδικο παιγνιδι.
Ο Αλεκος μου λεει : ο τυπος θελει να μας εξαπατησει.
Συμφωνω μαζι του, δεν ειναι φρονιμο να αγορασουμε αυτο το οχημα.
Φευγουμε προς το λιμανι. βλεπουμε απο ψηλα την ορχηστρα, παιζει στην προβλητα, εναν ρυθμο γρηγορο, ζωηρο, χαρουμενο, με πολλαπλες παραλλαγες. Κατεβαινοντας τους κατηφορικους δρομους προς τη λεωφορο Φαλαρων, ακουμε τα χειροκροτηματα, τα σφυρηγματα, και τις ιαχες του πολυχρωμου πληθους : Ελα Τσιτσανη!!!



mardi 26 juillet 2011

Ο ΜΥΛΟΣ διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ δευτερη εκδοση διορθωμενη

 



Ο νερομυλος ηταν χτισμενος στην ανατολικη οχθη. Ενα σπιτι με δυο πατωματα. Στο πανω πατωμα εμενε η οικογενεια του μυλωνα. Στο κατω ηταν οι μηχανες του μυλου. Θα ειχε εναμισυ αιωνα ζωης. Τα θεορατα πλατανια δεν αφηναν να περασει ουτε αχτιδα ηλιου. Παντα ειχε συντροφια το βουητο του νερου και τα πουλια που εφτιαχναν τις φωλιες τους στα κεραμιδια του. Ολα αυτα τα χρονια ειχε δοκιμασει την ορμη των στοιχειων της φυσης και την ορμη των ανθρωπων που εκαναν πολεμο. Ο μυλος ειχε ζησει τις χαρες και τις λυπες των ανθρωπων. Μεγαλωσαν καμποσες γενιες κατω απο τη στεγη του. Περπατησαν πολλα ποδαρια στο πλακοστρωτο της αυλης του. Εδω ερχονταν, περα απο το χωριο, ν΄αλεσουν γεννηματα. Σιταρι, καλαμποκι, κριθαρι. Εδω ανταμωνονταν οι ανθρωποι, συζητουσαν για τα προβληματα τους. Εκαναν δουλειες. Τελειωναν προξενια. Παντα ιδιοι ηταν οι ανθρωποι, τοσα χρονια τωρα. Ο μυλος δεν τους εβλεπε ν΄αλλαζουν. Ιδιοι στις συνηθειες, ιδιοι στους τροπους, ιδιοι στα εθιμα. Καθολου δεν αλλαξαν.
Και τωρα στο μυλο ζουσαν ανθρωποι, τον συντηρουσαν για να προσφερει τις υπηρεσιες του. Ο μυλωνας με τη γυναικα του και το παιδι τους, ισαμε πεντε χρονων. Ειχαν το νοικοκυριο τους εδω, μια γιδα, ενα γουρουνι, καμμια δεκαρια κοτες, τρια σκυλια και το μυλο κληρονομια απο τον πατερα του.
Το παιδι ξυπνησε απο τα γαυγισματα των σκυλιων. Ενα μακροσυρτο γκαρισμα ακουστηκε. Το παιδι πηγε κοντα στο παραθυρο. Ενας γαιδαρος φορτωμενος με δυο σακκια εφτανε απο το μονοπατι. Το χωριο ηταν τρια χιλιομετρα μακρια απο το μυλο. Απο πισω ακολουθουσε ενας γερος κουτσαινοντας.
Ο μυλωνας, μολις ακουσε γκαρισμα, βγηκε να υποδεχθει την πελατεια.
Το παιδι πλησιασε στο τραπεζι, πηρε ενα κομματι πιτα απο το ταψι, πηρε και μερικα χαρτια απο εφημεριδα, τα εβαλε στον κορφο του, επειτα βγηκε εξω, τρωγοντας περπατησε στο πλακοστρωτο και κατεβηκε τα τρια μεγαλα σκαλια.
Ο μυλωνας με το γερο ξεφορτωναν το ζωο :
-Δεν ιφιρις καλαμποκι, σαν αλλαφρο μι φαινιτι.
-Αμ΄δεν εινι καλαμποκι, εινι κριθαρ! κανα δυο ουκαδις π΄μας εμκαν τοφαγαμι τσ΄μερεις που μας περασαν.
Το παιδι εφτασε στην ακρη, στο ρεμα. Το νερο σχηματιζε πλατωμα, ηταν σαν μια μικρη λιμνη.
Ο γερος και ο μυλωνας συζητουσαν ακομα.
-Αληθεια, τα ΄μαθεις τα νεα, στ΄προυτευουσα πεθανι κοσμους, απ΄τη πεινα, τουπι του ραδιου.
-Ναι, μ΄τουπι ου Γιωργους τ΄μπαρμπα Στελιου, χτες τ΄απογιουμα.
-Μεγαλ΄δυστυχια φετους.
-Δοξα να΄χει ου μεγαλουδυναμους, ιμεις μεχρι τωρα καλα πηγαμι.
Το παιδι τους εβλεπε, αλλα δεν καταλαβαινε τι ελεγαν, οι φωνες τους σκεπαζονταν απο το βουητο του νερου.
Την προσοχη του τραβηξε μια χελωνα. Ειχε ξεμυτισει να πιει νερο στο ποταμι. Μολις την πλησιασε εκρυψε το κεφαλι της στο καβουκι της. Το παιδι την σκουντησε, να βγαλει το κεφαλι της, μ΄ενα ξυλο. Αλλ΄αυτη τιποτα, εκανε την ψοφια. Το παιδι επεμενε, αλλα σαν ειδε κι αποειδε, την αφησε ησυχη.
Ο μυλωνας στο μεταξυ κουβαλησε τα σακκια μεσα στο μυλο. Ο γερος, αφου σιγουρεψε το ζωο, μπηκε κι αυτος μεσα.
Το παιδι ηταν διπλα στη λιμνη που σχηματιζοταν απο το νερο. Εβγαλε απο τον κορφο του τα χαρτια. Τα ΄παιρνε ενα-ενα, τα διπλωνε με τεχνη κι εφτιαχνε βαρκουλες. Εριχνε τις βαρκες στο νερο. Αυτες αρμενιζαν περα δωθε, το παιδι ενοιωθε μεγαλη χαρα και γελουσε, ολο γελουσε. Παρατηρουσε σαν εφοπλιστης τα καραβια του και καμαρωνε. Το ρευμα του νερου τις παρεσυρε, τις εριχνε πανω σε χαμοκλαδα και βατα, ηταν φυτρωμενα στις οχθες. Οποια βαρκουλα μπλεκονταν, το παιδι ετρεχε και τη λευτερωνε.
Η πορτα του μυλου ανοιξε, ο μυλωνας με το γερο βγηκαν κουβαλωντας τα σακκια με το αλευρι. Τα φορτωσαν στο γαιδαρο. Ο γερος τον εβαλε μπροστα και κουτσα-κουτσα τον ακολουθησε. Εκεινος αφησε ενα γκαρισμα παραπονιαρικο, φωνη διαμαρτυριας, ο δρομος ηταν ανηφορος και το φορτιο βαρυ. Το παιδι κοιταγε το γερο, καλοπιανε το γαιδαρο με χαϊδευτικα λογια. Τα λογια τα ΄φερνε πισω ο αντιλαλος απο τη ρεματια. Ο γερος μονολογουσε για λιγη ωρα ωσπου χαθηκε στο βαθος του μονοπατιου και το παιδι ουτε τον ακουε ουτε τον εβλεπε τωρα.
Αφησε τις βαρκες του, ανεβηκε στο πλακοστρωτο, εκει ειχε αλλα παιγνιδια. Μερικα κουτια απο σπιρτα. Το παιδι επαιζε με τα σπιρτοκουτα. Τα γεμιζε με πετραδακια.
Ξαφνικα σταματησε. Καμμια δεκαρια ανθρωποι εφταναν απο το μονοπατι. Δεν ξανα ΄χε δει τετοιους ανθρωπους. Φορουσαν κατι σκουρα πρασινα ρουχα. Μονο ενας φορουσε ρουχα αλλιωτικα. Αυτος πηγαινε μπροστα, οι αλλοι ακολουθουσαν. Πλησιασαν στο μυλο. Ανεβηκαν τα σκαλια. Περπατησαν στο πλακοστρωτο, εφτασαν κοντα στο παιδι.
-Που ΄ναι ο πατερας σου; ρωτησε αυτος με τα πολιτικα.
-Μεσα, ειπε το παιδι.
-Α! κρυφτηκε στο καβουκι της η χελωνιτσα. Ε! παιδια παμε μεσα, ειπε εκεινος ο ανθρωπος.
Ενας απο τους αλλους εβγαλε απο την τσεπη του μια σοκολατα, την εδωσε στο παιδι. Του εδωσε και μια φυσαρμονικα. Το παιδι την εφερε στα χειλη του και φυσηξε. Η φυσαρμονικα εβγαλε εναν χαρουμενο ηχο. Το παιδι χαμογελασε, ηταν χαρουμενο κι ευχαριστημενο για τα δωρα που του εδωσε ο πρασινανθρωπος. Στο αλλο χερι κρατουσε τη σοκολατα. Την ξετυλιξε και αρχισε να την τρωει. Ηταν μισολιωμενη απο τη ζεστη. Γεμισαν τα δακτυλα του. Μεσα απο το σπιτι ακουγονταν φωνες.
-Λεγε, που πηγαν, τους ειδες;
-Οχι.
-Λες ψεματα, το ξερουμε, περασαν απο ΄δω.
-Δεν ξερω τιποτα.
Το παιδι ακουγε τις φωνες σαν σε ονειρο, ηταν παραδομενο στο να γλειφει τα δακτυλα του. Σαν μεσα σε ονειρο ακουσε τη ριπη που εσπασε τη σιωπη της ρεματιας και εσβησε για λιγο το βουητο του νερου. Τα πουλια πεταξαν μακρια. Οι ξενοι ανθρωποι βγηκαν απο το μυλο κι εφευγαν. Εκεινος που του εδωσε τη φυσασμονικα του χαιδεψε το κεφαλι. Ενας αλλος εσκυψε και το φιλησε. Το παιδι εφερε τη φυσαρμονικα στα χειλη του. Ακουστηκε ενας θλιβερος ηχος. Κοιταγε τους ανθρωπους που εφευγαν και τραγουδουσαν ρυθμικα : 

Των εχθρων τα φουσατα περασαν σαν το λιβα που καιει τα σπαρτα....

Μεσα απο το μυλο ακουγε τους λυγμους και τα μοιρολογια της μανας του.
Ηταν μια ανοιξιατικη μερα...


Α΄βραβειο διηγηματος 1978, Εθνικο Ιδρυμα Νεοτητος, πρωην ¨Βασιλευς Παυλος¨.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχος 1231, 15 οκτωβριου 1978.