samedi 30 juillet 2011

Εκατομβη


020608

Η ξηρασια προχωρει. Περασε ενας χρονος χωρις σταγωνα υδατος. Ο παπας εβγαλε την αποφαση : να θυσιασουν οι κτηνοτροφοι τα κοπαδια τους.
Η αιθουσα του σχολειου γινεται σφαγειο θυσιαστηριο. Φερνουμε πρωτοι το κοπαδι μας, τα γιδια. Σαν να καταλαβαινουν τι τα περιμενει, αρνουνται να προχωρησουν. Ο αδερφος μου κι εγω τα μαυλαμε με αλατι και πιτουρα, ερχονται με λαιμαργια. Μπαινουν στον περιφραγμενο χωρο του θυσιαστηριου, οι πορτες γυρω τους κλεινουν αυτοματα, ειναι κοκκινες μεταλλικες αυλοπορτες. Ο βωμος ειναι στη μεση της αιθουσας. Ο παπας βγαζει τα ρασα, φοραει λευκο υποκαμισο και μπλε ντριλινο παντελονι. Εισαγει τη γενειαδα του εντος του υποκαμισου, να μην τον εμποδιζει στο εργο του. Κραταει ακονισμενο μαυρομανικο μαχαιρι. Η λεπιδα αστραφτει στις ακτινες του ανατελλοντος ηλιου. Παιρνει μια κανουτα γιδα δικη μας, την ξαπλωνει στο βωμο, το μαχαιρι πλησιαζει το λαιμο της. Δεν θελω να βλεπω τη γιδα μου να πεθαινει. Βγαινω απο την πισω πορτα των μαγειριων στην αυλη του σχολειου. Δακρυσμενος σκεφτομαι πως δεν θα ξαναδω τις γιδες μας να βοσκουν στις πλαγιες του ορους Ορθρυς. Δεν θα ξανακουσω τα κουδουνακια τους και τα κυπρια των γκισεμιων να τρεχουν να πιουν νερο στη βρυση στον Αγιο Κωνσταντινο. Φεραμε τις γιδες μας τη νυχτα νωρις για τη θυσια. Στην αυλη του σχολειου βλεπω το πτωμα της γιδας πεταμενο στο δαπεδο. Εχει στο λαιμο της μια ανοιχτη πληγη απ΄οπου χυθηκε το αιμα.

ΛΙΤΑΝΕΙΑ




Σε όλα τα πρόσωπα η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα βλέμματα ανήσυχα, τα χείλια σφιγμένα, τα χαμόγελα λιγόστεψαν αισθητά. Ρυτίδες φάνηκαν στα ηλιοψημένα μέτωμα. Οι κινήσεις έχασαν τη σιγουριά τους, Εγιναν αβέβαιες. Ακόμα και τα πρόσωπα των παιδιών έχασαν την ξεννοιασιά και τη ζωηρότητα, ήταν θλιμμένα. Παράσταιναν τους μεγάλους. Τα σκυλιά ούρλιαζαν και γαύγιζαν παράξενα. τα υπόλοιπα ζωντανά βέλαζαν απεγνωσμένα. τα αλογομούλαρα χλιμίντριζαν κι έξυναν τη γη με τα μπροστινά τους πόδια, μόνο τα κοκόρια είχαν ακόμη το κουράγιο και πηδάγανε τις κότες. Τα δένδρα μαραίνονταν. Τα σπαρτά ξεραίνονταν.
-Πάμε χαμένοι.
Αυτές οι δυό λέξεις ακούγονταν από κάθε στόμα.
Ετσι εκείνος πήρε την απόφαση. Ηταν ο ηγέτης. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Πήγαινε μπροστά με το σταυρό και το θυμιατό στα χέρια. Πίσω του όλοι οι χωριανοί, με τις εικόνες οι πιο νέοι. Παρά πίσω οι γυναίκες με αναμμένα κεριά. Ο γέρο-Δήμος κράταγε την ομπρέλλα του, ήταν σίγουρος.
Εφτασαν στο ορισμένο μέρος. Το χορτάρι ήταν ξερό. Στη μέση έβαλαν το τραπέζι. Γύρω-γύρω οι άντρες κράταγαν τις εικόνες σε σχήμα κυκλικό. 
Είχε μπροστά του το μπακράτσι με το νερό, στο χέρι του κράταγε την αγιαστούρα, ένα ματσάκι βασιλικό. Φόρεσε το μακρόστενο πανί στο λαιμό του κι έβαλε ευλογητός. Ο ψάλτης τον συνόδευε με την μπάσα φωνή του. Οι άντρες παρακολουθούσαν με ευλάβεια, έσφιγγαν τα χέρια τους νευρικά, ήταν ιδρωμένοι.
Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν κι έκαναν μετάνοιες αδιάκοπα. Τα παιδιά κρυφογελούσαν, τους φαίνονταν παράξενα αυτά τα καμώματα. Ο επίτροπος τα πήρε χαμπάρι, αγριοκοίταξε. Σώπασαν τρομαγμένα. Οι γριές γονατισμένες προσεύχονταν σιωπηλά. Αυτός στη μέση με φρίκη προσπαθούσε να διώξει τις σκέψεις που ανέβαιναν στο νού του : Μη τυχόν και δεν γίνει τίποτα, μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε...
-Πίσω μου σ΄έχω Σατανά, σκέφθηκε.
Συνέχισε να ψάλλει με παλλόμενη φωνή : Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...
Τα ίδια σκέφτονταν και οι άλλοι εκείνη τη στιγμή. Εψελναν τώρα όλοι μαζί δυνατά. Το τραγούδι τους ακουγόταν κι αντηχούσε παράξενα στις γειτονικές πλαγιές. Κάτι κίσσες πλησίασαν περίεργες να δουν τι γινόταν. Στάθηκαν πάνω στις ελιές και κοίταγαν. Μιά γριά γονατισμένη προσεύχονταν, μπροστά της είχε ένα κερί αναμμένο, μπηγμένο στο χώμα.
Ολοι σκέφτονταν την προηγούμενη ζωή τους. Υπόσχονταν στο μέλλον να είναι πιο πειθαρχικοί. Θα πήγαιναν τακτικά στην εκκλησία, δεν θα έκαναν παραβάσεις των εντολών.
Είχαν φανεί κάτι μικρά σύννεφα στον ουρανό. Ομως σ΄αυτούς τους φαίνονταν μεγάλα. Συνέχεια τα ΄βλεπαν να μεγαλώνουν. Μόνο τα παιδιά δεν έβλεπαν τίποτα. 
-Ερχεται κατακλυσμός, είπε ο γέρο-Δήμος κι άνοιξε την ομπρέλλα του.
Απ΄όλα τα στόματα ακούστηκε η λέξη : Κατακλυσμός!
Ολοι φαντάζονταν τους εαυτούς τους πνιγμένους, τους έπιασε πανικός. Το ΄βαλαν στα πόδια. Τα μικρά παιδιά τα πήραν οι γονείς τους παραμάσκαλα. Τ΄άλλα παιδιά έσκουζαν δυνατότερα από τις γυναίκες.
Ο παπάς στην αρχή φάνηκε ψύχραιμος. Σε λίγο άρχισε να τρέμει. Ετρεχε τώρα κι αυτός. Οι εικόνες είχαν πεταχτεί άτακτα κάτω, το μπαγκράτσι με το νερό χύθηκε. Ο παπάς έτρεχε. Τα πόδια του μπερδεύτηκαν στο μακρύ του ρούχο. Επεσε. Σηκώθηκε κι άρχισε να τρέχει πάλι. Το χρυσοκίτρινο πανί στο λαιμό του ανέμιζε.
Ησυχία απλώθηκε. Είχαν φύγει όλοι εκτός από ένα παιδί. Ηταν ο Δημητράκης του ψάλτη. Κοίταγε γύρω του. Τα μάτια του ανοιγμένα διάπλατα έδειχναν απορία. Ο τόπος γύρω του παράξενος, το κερί μπροστά του αναμμένο, το χόρτο ξερό. Ο ήλιος λαμπερός και καφτός. Η ομπρέλλα ανοιγμένη και πεταμένη δίπλα στα σχοίνα. Εβγαλε την κακομοίρα του, πλησίασε το κερί και το κατούρησε. Το κερί έσβησε.
Κάτι σαν φωνές ακούστηκαν. Ηταν οι κίσσες, έκαναν έρωτα πάνω στις ελιές. 
Το γέλιο του παιδιού αντήχησε χαρούμενο και δυνατό.

Πρώτη δημοσίευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Αυγούστου 1979.

vendredi 29 juillet 2011

Το Πανηγυρι.

Ηταν χτισμενο σε λοφο αγναντερο. Εκατον σαραντρια δρασκηλια απο τη βρυση με τις πετρινες πελεκητες ποτιστρες. Ενα χτισμα παμπαλαιο. Μια ξεφτισμενη εικονα ειχε μια παλια χρονολογια. Στους τοιχους ηταν φανερα τα σημαδια απο τα μαστιγωματα της βροχης και του ανεμου. Οι πετρινες πλακες της σκεπης ηταν αυλακωμενες. Η πορτα και τα παραθυρα ηταν καινουργια, σιδερενια. Το ονομα του δωρητη γραμμενο με μεγαλα γραμματα. Η σανιδενια παλιοπορτα και τα ξυλινα παραθυρα ηταν πεταμενα διπλα στη ριζα μιας βασιλικης δρυος. Χιλιοτρυπημενα απο τις σφαιρες. Τον καιρο της κλεφτουργιας και αργοτερα στον καιρο της κατοχης και του εμφυλιου, δωθηκαν μαχες εδω. Τα ξυλογλυπτα μανουαλια μισοκαμμενα ηταν ριγμενα διπλα στους θαμνους. Εδω μαζευονταν οι ανθρωποι τα χρονια τα παλια, το κατακαλοκαιρο, τον αλωναρη, γιορταζαν του Αϊ-Λια τη χαρη. Το πανηγυρι κραταγε τρεις μερες. Ερχονταν απ΄ολα τα χωρια. Αγροτοποιμενες, Βλαχοι, ανταμωναν ολοι μαζι. Μετα τη λειτουργια γλεντοκοπαγαν. Ειχαν κλαρινα, βιολια, ταμπουρλα. Φοραγαν φουστανελλες, τσαρουχια, σελαχια οπου ειχαν τα πιστολια και τα χατζαρια. Οι γυναικες φοραγαν μαντηλια πολυχρωμα, λευκα πουκαμισα μεταξωτα, ζακετες υφαμενες με ζηλευτη τεχνη. Απο τον θορυβο του γλεντιου προγκαγαν τα κοπαδια και ολα τα ζουλαπια. Γαυγιζαν σαν ζαγαρια οι σταυραετοι.Ομως το γλεντι συνεχιζοταν. Συχνα γινονταν παρεξηγησεις, μεθυσμενοι νεαροι μαχαιρωνονταν, ομως δεν επεφτε ποτε τουφεκια. Φοβοντουσαν τον Αγιο, να μην ξυπνησει. Τα βλεμματα αγριευαν, πεταγαν σπιθες, τα χερια επιαναν τις λαβες των μαχαιριων, βαδιζαν αργα, απειλητικα. Τοτε πεταγονταν απανω ο παπας. Υψωνε τα χερια με φωνη : σταθειτε αδερφια. Τους ελεγε τον βιο του Αγιου, πως απο ψαρας εγινε ορειβατης. Σταματαγαν ολοι τοτε, τον ακουγαν με προσοχη, μ΄ευλαβεια και φοβο. Ο παπας συνεχιζε βλοσυρος : Καθειστε φρονιμα, θελετε να φανει με το καρρο του και να σας πετσοκοψει; ησυχαστε, πιαστητε και χορεψτε.
Αρχιζαν παλι να λαλανε τα οργανα, οι λεβεντες χοροπηδαγαν, καμαρωναν οι μαναδες, εστριβαν τα μουστακια τους οι πατεραδες. Τα κοριτσια κοιταγαν κρυφα, με χτυποκαρδι.Οι πατεραδες των παληκαριων διαλεγαν ποια θα παρουν νυφη για το γιο τους κι αμα τα συμφωναγαν για το μεγεθος της προικας, εκαναν την αναγγελια των αρραβωνων. Το γλεντι τοτε φουντωνε, επαιρνε αλλον χαρακτηρα.
Ετσι και σημερα, μετα απο τοσα χρονια, κοσμος φανηκε ν΄ανηφοριζει στο δασικο χωματοδρομο.
Τ΄αυτοκινητα βογγομανουσαν στον ανηφορο. Αλλοι σε γιωταχι, αλλοι σε αγροτικα , αλλοι σε καροτσες που τις τραβαγαν δυναμικα τρακτερ.
Αυτος σαλταρε σε μια καροτσα μαζι με αλλους πανηγυριωτες. Στα χερια του τυλιγμενο, σε ενα πανι, ειχε το κλαρινο του παπου του. Ηταν χαρουμενος, θα τους εβαζε ολους κατω, μαγνητοφωνα και πικ-απ, ηταν σιγουρος.
Εφτασαν και ξεπεζεψαν κατω απο τα μεγαλα πουρναρια. Στον χοντρον ισκιο εστρωσαν χαλια, ψαθες, τραπεζομανδηλα. Πρωτη φορα ερχονταν εδω. Συμφωνησαν ολοι απο τα γυρω χωρια να ξαναζωντανεψουν το παλιο εθιμο. Ανδρες, γυναικες και παιδια.. Ηταν κι αλλοι με σορτσακια, βρωμικοι, μακρυμαλλιδες, με πολυχρωμα πουκαμισα και ξεβαμμενα παντελονια. Οι γριες και τα γεροντια ηταν μεσα στην εκκλησια. Παρακολουθουσαν τον παπα που λειτουργουσε : χριστιανα τα τελη της ζωης ημων, ανωδυνα, ανεπαισχυντα, ειρινικα και καλην απολογιαν...
Οι ψαλτες τραγουδουσαν σε διαφορετικο σκοπο ο καθενας, αλλος σε μοντερνο ευρωπαϊκο, αλλος σε δημοτικο, αλλος σε βαρυ λαϊκο αμανε. Ο παπας τους αγριοκοιταξε, τους εκανε νοηματα να μονοιασουν. Εξω απο την εκκλησια οι προσκυνητες εκαναν βολτες. Συζητουσαν για την πολιτικη κατασταση, τον καιρο, το ποδοσφαιρο, την παγκοσμια συναδελφωση. Παντου ακουγονταν οι λεξεις : "Δοξασμενος να ειναι".
Ο τυπος με το κλαρινο επαιρνε βαθειες ανασες να καθαρισουν τα πνευμονια του, μολις τελειωνε η λειτουργια θα ηταν ετοιμος. Ετριβε τα χερια του ικανοποιημενος.
Οι γονεις ειχαν φτιαξει κουνιες δεμενες σταθερα απο θεορατες πουρναρες. Δυο παιδια επεσαν. Εκλεγαν γοερα και οι μαναδες τους τα παρηγορουσαν λεγωντας : να ο νονος σου, ο νονος σου με τα δωρα...
Στο μεταξυ οι πανηγυριωτες μαζεψαν ξυλα και αναψαν μεγαλες φωτιες. Αρνια και κατσικια αφηναν την τελευταια τους πνοη βελαζωντας. Επιδεξιοι εκδοροσφαγεις τα κρεμαγαν στις πουρναρες. Οι σουβλες απο κεδρο περιμεναν ετοιμες. Μολις εγινε θρακα ολοι με τη σειρα γυριζαν τους οβελιες. Οι μακρυμαλληδες μαζευτηκαν σαν μυγες, οσμιζονταν με ορεξη.
Μολις τελειωσε ο παπας τον αγιασμο ριχτηκαν ολοι με τα μουτρα στο φαϊ. Επιναν μπυρες, κρασια και πληθος αναψυκτικα. Αφου αποφαγαν μπηκαν στο χορο.
Αυτος με το κλαρινο το ξεφασκιωσε ταχυτατα και φυσουσε με δυναμη. Ακουστηκε κατι σαν κλαμα, υστερα σκεπαστηκε απο τα ηχεια, καθε παρεα ειχε το δικο της μηχανημα, τα περισσοτερα στερεοφωνικα. Δημοτικα, ρεμπετικα, λαϊκα, ποπ, ροκ, ντισκο, μπλουζ, τζαζ. Ολα ανακατεμενα.
Φυσηξε δυνατωτερα, εγινε κατακκοκινος, ιδρωκοπησε. Παλι τιποτα. Νευριασμενος πεταξε το κλαρινο πανω στα μεγαλα πουρναρια. Το οργανο σταθηκε στα κλωναρια των δενδρων.
Εκεινος κλαιγοντας εφυγε τρεχοντας. Κανενας δεν τον προσεχε, ηταν αφοσιωμενοι στα πηδηματα και στα κουνηματα, αλλοι σφιχταγκαλιασμενοι χορευαν ευτυχισμενοι.
Το βραδυ εφυγαν ολοι, ουτε σκυλι δεν εμεινε. Το φως του φεγγαριου φωτιζε το χωρο γυρω απο την εκκλησια. Ηταν πολλα χαρτια λαδωμενα, πεταμενα, βρωμικα. Κοκκαλα, κονσερβοκουτια, αποτσιγαρα.
Ησυχια.
 
Πρωτη δημοσιευση, Φθιωτικη Σκεψη, Απριλιος 1979.




Η γιορτη του καλοκαιριου.




280206
Προχωρω μεσα στον ελαιωνα με κατευθυνση προς τη θαλασσα. Τη βλεπω πρασινη και μπλε να κυματιζει διπλα στα θεορατα πλατανια που θροϊζουν στον ανεμο. Προχωρωντας ανατολικα φθανω στο χωριο Καραβομυλος οπου μαινεται η γιορτη του καλοκαιριου. Ακουγεται μουσικη απο πολλα μπουζουκια. Η ορχηστρα εχει την πλατη προς τη θαλασσα. Βλεπω τις πλατες των μουσικων και τμημα απο τα οργανα καθως παιζουν ενα ζωηρο, χαρουμενο ρυθμο. Ειναι ενα μενουετο για μαντολινο του Μπετοβεν. Θελω να μετρησω τα μπουζουκια αλλα απο το μερος οπου βρισκομαι, διπλα στη θαλασσα, ειναι αδυνατον να δω ολους τους οργανοπαικτες. Τα χερια του μαεστρου, κινουνται με γρηγορες ευλιγιστες κινησεις.
Ποιος καταφερε να συγκεντρωσει τοσα οργανα;
Κανωντας εναν προχειρο υπολογισμο βρισκω πως ειναι περισσοτερα απο εκατο μπουζουκια.
Συναντω τον Αλεκο Μακαρενκο, δεχεται να με συνοδευσει στη Στυλιδα. Φθανουμε στο Κοκκινοχωμα, βλεπουμε νοτια τη θαλασσα να κυματιζει με μικρα αφρισμενα κυματα. Ενας αγνωστος ανδρας μου προτεινει ν΄αγορασω ενα αυτοκινητο, το εχει στο σπιτι του, προς το παρον μας δινει μια πλαστικη κασελα, εχει μεσα εργαλεια. Αφηνει την κασελα στο πεζοδρομιο, μπροστα στο καφενειο.
Λεω στον Αλεκο : δεν ειναι φρονιμο να αφησουμε το κιβωτιο εκει, μπορει να μας το κλεψουν ή να κλεψουν τα εργαλεια.
Ο τυπος μας καλει να δουμε το αυτοκινητο. Βαδιζουμε ανατολικα κατω απο τα πευκακια. Φθανουμε στην ακρη της πολης. Εκει γινεται παζαρι με την ευκαιρεια της γιορτης του καλοκαιριου, κι ενω οι πωλητες εχουν στρωσει προχειρους παγκους στο πεζοδρομιο, διαλαλουν τα εμπορευματα, ακουμε τα μπουζουκια, ξαναρχιζουν εναν ζωηροτερο ρυθμο. Η μητερα του τυπου που θελει να μας πουλησει το αυτοκινητο, επιστρεφει απο τη λειτουργια, φωναζει νευριασμενη εναντιον των υπαιθριων πωλητων, εχουν καταλαβει το πεζοδρομιο μπροστα στο σπιτι της, εμποδιζουν την εξοδο του οχηματος, προκειται να εξελθει εντος ολιγου, αφου επιτελους ο γιος της καταφερε να βρει αγοραστη. Οντως στην αυλη του σπιτιου, πισω απο την αυλοπορτα, βλεπουμε ενα οχημα. Αλλοτε ηταν αυτοκινητο, αλλα η τωρινη του κατασταση ειναι διαφορετικη. Ειχε υποστει τροποποιησεις, ωστε μοιαζει με αυτοκινουμενο καροτσι, καμπριολε, ομοιο με παιδικο παιγνιδι.
Ο Αλεκος μου λεει : ο τυπος θελει να μας εξαπατησει.
Συμφωνω μαζι του, δεν ειναι φρονιμο να αγορασουμε αυτο το οχημα.
Φευγουμε προς το λιμανι. βλεπουμε απο ψηλα την ορχηστρα, παιζει στην προβλητα, εναν ρυθμο γρηγορο, ζωηρο, χαρουμενο, με πολλαπλες παραλλαγες. Κατεβαινοντας τους κατηφορικους δρομους προς τη λεωφορο Φαλαρων, ακουμε τα χειροκροτηματα, τα σφυρηγματα, και τις ιαχες του πολυχρωμου πληθους : Ελα Τσιτσανη!!!



mardi 26 juillet 2011

Ο ΜΥΛΟΣ διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ δευτερη εκδοση διορθωμενη

 



Ο νερομυλος ηταν χτισμενος στην ανατολικη οχθη. Ενα σπιτι με δυο πατωματα. Στο πανω πατωμα εμενε η οικογενεια του μυλωνα. Στο κατω ηταν οι μηχανες του μυλου. Θα ειχε εναμισυ αιωνα ζωης. Τα θεορατα πλατανια δεν αφηναν να περασει ουτε αχτιδα ηλιου. Παντα ειχε συντροφια το βουητο του νερου και τα πουλια που εφτιαχναν τις φωλιες τους στα κεραμιδια του. Ολα αυτα τα χρονια ειχε δοκιμασει την ορμη των στοιχειων της φυσης και την ορμη των ανθρωπων που εκαναν πολεμο. Ο μυλος ειχε ζησει τις χαρες και τις λυπες των ανθρωπων. Μεγαλωσαν καμποσες γενιες κατω απο τη στεγη του. Περπατησαν πολλα ποδαρια στο πλακοστρωτο της αυλης του. Εδω ερχονταν, περα απο το χωριο, ν΄αλεσουν γεννηματα. Σιταρι, καλαμποκι, κριθαρι. Εδω ανταμωνονταν οι ανθρωποι, συζητουσαν για τα προβληματα τους. Εκαναν δουλειες. Τελειωναν προξενια. Παντα ιδιοι ηταν οι ανθρωποι, τοσα χρονια τωρα. Ο μυλος δεν τους εβλεπε ν΄αλλαζουν. Ιδιοι στις συνηθειες, ιδιοι στους τροπους, ιδιοι στα εθιμα. Καθολου δεν αλλαξαν.
Και τωρα στο μυλο ζουσαν ανθρωποι, τον συντηρουσαν για να προσφερει τις υπηρεσιες του. Ο μυλωνας με τη γυναικα του και το παιδι τους, ισαμε πεντε χρονων. Ειχαν το νοικοκυριο τους εδω, μια γιδα, ενα γουρουνι, καμμια δεκαρια κοτες, τρια σκυλια και το μυλο κληρονομια απο τον πατερα του.
Το παιδι ξυπνησε απο τα γαυγισματα των σκυλιων. Ενα μακροσυρτο γκαρισμα ακουστηκε. Το παιδι πηγε κοντα στο παραθυρο. Ενας γαιδαρος φορτωμενος με δυο σακκια εφτανε απο το μονοπατι. Το χωριο ηταν τρια χιλιομετρα μακρια απο το μυλο. Απο πισω ακολουθουσε ενας γερος κουτσαινοντας.
Ο μυλωνας, μολις ακουσε γκαρισμα, βγηκε να υποδεχθει την πελατεια.
Το παιδι πλησιασε στο τραπεζι, πηρε ενα κομματι πιτα απο το ταψι, πηρε και μερικα χαρτια απο εφημεριδα, τα εβαλε στον κορφο του, επειτα βγηκε εξω, τρωγοντας περπατησε στο πλακοστρωτο και κατεβηκε τα τρια μεγαλα σκαλια.
Ο μυλωνας με το γερο ξεφορτωναν το ζωο :
-Δεν ιφιρις καλαμποκι, σαν αλλαφρο μι φαινιτι.
-Αμ΄δεν εινι καλαμποκι, εινι κριθαρ! κανα δυο ουκαδις π΄μας εμκαν τοφαγαμι τσ΄μερεις που μας περασαν.
Το παιδι εφτασε στην ακρη, στο ρεμα. Το νερο σχηματιζε πλατωμα, ηταν σαν μια μικρη λιμνη.
Ο γερος και ο μυλωνας συζητουσαν ακομα.
-Αληθεια, τα ΄μαθεις τα νεα, στ΄προυτευουσα πεθανι κοσμους, απ΄τη πεινα, τουπι του ραδιου.
-Ναι, μ΄τουπι ου Γιωργους τ΄μπαρμπα Στελιου, χτες τ΄απογιουμα.
-Μεγαλ΄δυστυχια φετους.
-Δοξα να΄χει ου μεγαλουδυναμους, ιμεις μεχρι τωρα καλα πηγαμι.
Το παιδι τους εβλεπε, αλλα δεν καταλαβαινε τι ελεγαν, οι φωνες τους σκεπαζονταν απο το βουητο του νερου.
Την προσοχη του τραβηξε μια χελωνα. Ειχε ξεμυτισει να πιει νερο στο ποταμι. Μολις την πλησιασε εκρυψε το κεφαλι της στο καβουκι της. Το παιδι την σκουντησε, να βγαλει το κεφαλι της, μ΄ενα ξυλο. Αλλ΄αυτη τιποτα, εκανε την ψοφια. Το παιδι επεμενε, αλλα σαν ειδε κι αποειδε, την αφησε ησυχη.
Ο μυλωνας στο μεταξυ κουβαλησε τα σακκια μεσα στο μυλο. Ο γερος, αφου σιγουρεψε το ζωο, μπηκε κι αυτος μεσα.
Το παιδι ηταν διπλα στη λιμνη που σχηματιζοταν απο το νερο. Εβγαλε απο τον κορφο του τα χαρτια. Τα ΄παιρνε ενα-ενα, τα διπλωνε με τεχνη κι εφτιαχνε βαρκουλες. Εριχνε τις βαρκες στο νερο. Αυτες αρμενιζαν περα δωθε, το παιδι ενοιωθε μεγαλη χαρα και γελουσε, ολο γελουσε. Παρατηρουσε σαν εφοπλιστης τα καραβια του και καμαρωνε. Το ρευμα του νερου τις παρεσυρε, τις εριχνε πανω σε χαμοκλαδα και βατα, ηταν φυτρωμενα στις οχθες. Οποια βαρκουλα μπλεκονταν, το παιδι ετρεχε και τη λευτερωνε.
Η πορτα του μυλου ανοιξε, ο μυλωνας με το γερο βγηκαν κουβαλωντας τα σακκια με το αλευρι. Τα φορτωσαν στο γαιδαρο. Ο γερος τον εβαλε μπροστα και κουτσα-κουτσα τον ακολουθησε. Εκεινος αφησε ενα γκαρισμα παραπονιαρικο, φωνη διαμαρτυριας, ο δρομος ηταν ανηφορος και το φορτιο βαρυ. Το παιδι κοιταγε το γερο, καλοπιανε το γαιδαρο με χαϊδευτικα λογια. Τα λογια τα ΄φερνε πισω ο αντιλαλος απο τη ρεματια. Ο γερος μονολογουσε για λιγη ωρα ωσπου χαθηκε στο βαθος του μονοπατιου και το παιδι ουτε τον ακουε ουτε τον εβλεπε τωρα.
Αφησε τις βαρκες του, ανεβηκε στο πλακοστρωτο, εκει ειχε αλλα παιγνιδια. Μερικα κουτια απο σπιρτα. Το παιδι επαιζε με τα σπιρτοκουτα. Τα γεμιζε με πετραδακια.
Ξαφνικα σταματησε. Καμμια δεκαρια ανθρωποι εφταναν απο το μονοπατι. Δεν ξανα ΄χε δει τετοιους ανθρωπους. Φορουσαν κατι σκουρα πρασινα ρουχα. Μονο ενας φορουσε ρουχα αλλιωτικα. Αυτος πηγαινε μπροστα, οι αλλοι ακολουθουσαν. Πλησιασαν στο μυλο. Ανεβηκαν τα σκαλια. Περπατησαν στο πλακοστρωτο, εφτασαν κοντα στο παιδι.
-Που ΄ναι ο πατερας σου; ρωτησε αυτος με τα πολιτικα.
-Μεσα, ειπε το παιδι.
-Α! κρυφτηκε στο καβουκι της η χελωνιτσα. Ε! παιδια παμε μεσα, ειπε εκεινος ο ανθρωπος.
Ενας απο τους αλλους εβγαλε απο την τσεπη του μια σοκολατα, την εδωσε στο παιδι. Του εδωσε και μια φυσαρμονικα. Το παιδι την εφερε στα χειλη του και φυσηξε. Η φυσαρμονικα εβγαλε εναν χαρουμενο ηχο. Το παιδι χαμογελασε, ηταν χαρουμενο κι ευχαριστημενο για τα δωρα που του εδωσε ο πρασινανθρωπος. Στο αλλο χερι κρατουσε τη σοκολατα. Την ξετυλιξε και αρχισε να την τρωει. Ηταν μισολιωμενη απο τη ζεστη. Γεμισαν τα δακτυλα του. Μεσα απο το σπιτι ακουγονταν φωνες.
-Λεγε, που πηγαν, τους ειδες;
-Οχι.
-Λες ψεματα, το ξερουμε, περασαν απο ΄δω.
-Δεν ξερω τιποτα.
Το παιδι ακουγε τις φωνες σαν σε ονειρο, ηταν παραδομενο στο να γλειφει τα δακτυλα του. Σαν μεσα σε ονειρο ακουσε τη ριπη που εσπασε τη σιωπη της ρεματιας και εσβησε για λιγο το βουητο του νερου. Τα πουλια πεταξαν μακρια. Οι ξενοι ανθρωποι βγηκαν απο το μυλο κι εφευγαν. Εκεινος που του εδωσε τη φυσασμονικα του χαιδεψε το κεφαλι. Ενας αλλος εσκυψε και το φιλησε. Το παιδι εφερε τη φυσαρμονικα στα χειλη του. Ακουστηκε ενας θλιβερος ηχος. Κοιταγε τους ανθρωπους που εφευγαν και τραγουδουσαν ρυθμικα : 

Των εχθρων τα φουσατα περασαν σαν το λιβα που καιει τα σπαρτα....

Μεσα απο το μυλο ακουγε τους λυγμους και τα μοιρολογια της μανας του.
Ηταν μια ανοιξιατικη μερα...


Α΄βραβειο διηγηματος 1978, Εθνικο Ιδρυμα Νεοτητος, πρωην ¨Βασιλευς Παυλος¨.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχος 1231, 15 οκτωβριου 1978.