samedi 30 juillet 2011

Εκατομβη


020608

Η ξηρασια προχωρει. Περασε ενας χρονος χωρις σταγωνα υδατος. Ο παπας εβγαλε την αποφαση : να θυσιασουν οι κτηνοτροφοι τα κοπαδια τους.
Η αιθουσα του σχολειου γινεται σφαγειο θυσιαστηριο. Φερνουμε πρωτοι το κοπαδι μας, τα γιδια. Σαν να καταλαβαινουν τι τα περιμενει, αρνουνται να προχωρησουν. Ο αδερφος μου κι εγω τα μαυλαμε με αλατι και πιτουρα, ερχονται με λαιμαργια. Μπαινουν στον περιφραγμενο χωρο του θυσιαστηριου, οι πορτες γυρω τους κλεινουν αυτοματα, ειναι κοκκινες μεταλλικες αυλοπορτες. Ο βωμος ειναι στη μεση της αιθουσας. Ο παπας βγαζει τα ρασα, φοραει λευκο υποκαμισο και μπλε ντριλινο παντελονι. Εισαγει τη γενειαδα του εντος του υποκαμισου, να μην τον εμποδιζει στο εργο του. Κραταει ακονισμενο μαυρομανικο μαχαιρι. Η λεπιδα αστραφτει στις ακτινες του ανατελλοντος ηλιου. Παιρνει μια κανουτα γιδα δικη μας, την ξαπλωνει στο βωμο, το μαχαιρι πλησιαζει το λαιμο της. Δεν θελω να βλεπω τη γιδα μου να πεθαινει. Βγαινω απο την πισω πορτα των μαγειριων στην αυλη του σχολειου. Δακρυσμενος σκεφτομαι πως δεν θα ξαναδω τις γιδες μας να βοσκουν στις πλαγιες του ορους Ορθρυς. Δεν θα ξανακουσω τα κουδουνακια τους και τα κυπρια των γκισεμιων να τρεχουν να πιουν νερο στη βρυση στον Αγιο Κωνσταντινο. Φεραμε τις γιδες μας τη νυχτα νωρις για τη θυσια. Στην αυλη του σχολειου βλεπω το πτωμα της γιδας πεταμενο στο δαπεδο. Εχει στο λαιμο της μια ανοιχτη πληγη απ΄οπου χυθηκε το αιμα.

ΛΙΤΑΝΕΙΑ




Σε όλα τα πρόσωπα η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα βλέμματα ανήσυχα, τα χείλια σφιγμένα, τα χαμόγελα λιγόστεψαν αισθητά. Ρυτίδες φάνηκαν στα ηλιοψημένα μέτωμα. Οι κινήσεις έχασαν τη σιγουριά τους, Εγιναν αβέβαιες. Ακόμα και τα πρόσωπα των παιδιών έχασαν την ξεννοιασιά και τη ζωηρότητα, ήταν θλιμμένα. Παράσταιναν τους μεγάλους. Τα σκυλιά ούρλιαζαν και γαύγιζαν παράξενα. τα υπόλοιπα ζωντανά βέλαζαν απεγνωσμένα. τα αλογομούλαρα χλιμίντριζαν κι έξυναν τη γη με τα μπροστινά τους πόδια, μόνο τα κοκόρια είχαν ακόμη το κουράγιο και πηδάγανε τις κότες. Τα δένδρα μαραίνονταν. Τα σπαρτά ξεραίνονταν.
-Πάμε χαμένοι.
Αυτές οι δυό λέξεις ακούγονταν από κάθε στόμα.
Ετσι εκείνος πήρε την απόφαση. Ηταν ο ηγέτης. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Πήγαινε μπροστά με το σταυρό και το θυμιατό στα χέρια. Πίσω του όλοι οι χωριανοί, με τις εικόνες οι πιο νέοι. Παρά πίσω οι γυναίκες με αναμμένα κεριά. Ο γέρο-Δήμος κράταγε την ομπρέλλα του, ήταν σίγουρος.
Εφτασαν στο ορισμένο μέρος. Το χορτάρι ήταν ξερό. Στη μέση έβαλαν το τραπέζι. Γύρω-γύρω οι άντρες κράταγαν τις εικόνες σε σχήμα κυκλικό. 
Είχε μπροστά του το μπακράτσι με το νερό, στο χέρι του κράταγε την αγιαστούρα, ένα ματσάκι βασιλικό. Φόρεσε το μακρόστενο πανί στο λαιμό του κι έβαλε ευλογητός. Ο ψάλτης τον συνόδευε με την μπάσα φωνή του. Οι άντρες παρακολουθούσαν με ευλάβεια, έσφιγγαν τα χέρια τους νευρικά, ήταν ιδρωμένοι.
Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν κι έκαναν μετάνοιες αδιάκοπα. Τα παιδιά κρυφογελούσαν, τους φαίνονταν παράξενα αυτά τα καμώματα. Ο επίτροπος τα πήρε χαμπάρι, αγριοκοίταξε. Σώπασαν τρομαγμένα. Οι γριές γονατισμένες προσεύχονταν σιωπηλά. Αυτός στη μέση με φρίκη προσπαθούσε να διώξει τις σκέψεις που ανέβαιναν στο νού του : Μη τυχόν και δεν γίνει τίποτα, μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε...
-Πίσω μου σ΄έχω Σατανά, σκέφθηκε.
Συνέχισε να ψάλλει με παλλόμενη φωνή : Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...
Τα ίδια σκέφτονταν και οι άλλοι εκείνη τη στιγμή. Εψελναν τώρα όλοι μαζί δυνατά. Το τραγούδι τους ακουγόταν κι αντηχούσε παράξενα στις γειτονικές πλαγιές. Κάτι κίσσες πλησίασαν περίεργες να δουν τι γινόταν. Στάθηκαν πάνω στις ελιές και κοίταγαν. Μιά γριά γονατισμένη προσεύχονταν, μπροστά της είχε ένα κερί αναμμένο, μπηγμένο στο χώμα.
Ολοι σκέφτονταν την προηγούμενη ζωή τους. Υπόσχονταν στο μέλλον να είναι πιο πειθαρχικοί. Θα πήγαιναν τακτικά στην εκκλησία, δεν θα έκαναν παραβάσεις των εντολών.
Είχαν φανεί κάτι μικρά σύννεφα στον ουρανό. Ομως σ΄αυτούς τους φαίνονταν μεγάλα. Συνέχεια τα ΄βλεπαν να μεγαλώνουν. Μόνο τα παιδιά δεν έβλεπαν τίποτα. 
-Ερχεται κατακλυσμός, είπε ο γέρο-Δήμος κι άνοιξε την ομπρέλλα του.
Απ΄όλα τα στόματα ακούστηκε η λέξη : Κατακλυσμός!
Ολοι φαντάζονταν τους εαυτούς τους πνιγμένους, τους έπιασε πανικός. Το ΄βαλαν στα πόδια. Τα μικρά παιδιά τα πήραν οι γονείς τους παραμάσκαλα. Τ΄άλλα παιδιά έσκουζαν δυνατότερα από τις γυναίκες.
Ο παπάς στην αρχή φάνηκε ψύχραιμος. Σε λίγο άρχισε να τρέμει. Ετρεχε τώρα κι αυτός. Οι εικόνες είχαν πεταχτεί άτακτα κάτω, το μπαγκράτσι με το νερό χύθηκε. Ο παπάς έτρεχε. Τα πόδια του μπερδεύτηκαν στο μακρύ του ρούχο. Επεσε. Σηκώθηκε κι άρχισε να τρέχει πάλι. Το χρυσοκίτρινο πανί στο λαιμό του ανέμιζε.
Ησυχία απλώθηκε. Είχαν φύγει όλοι εκτός από ένα παιδί. Ηταν ο Δημητράκης του ψάλτη. Κοίταγε γύρω του. Τα μάτια του ανοιγμένα διάπλατα έδειχναν απορία. Ο τόπος γύρω του παράξενος, το κερί μπροστά του αναμμένο, το χόρτο ξερό. Ο ήλιος λαμπερός και καφτός. Η ομπρέλλα ανοιγμένη και πεταμένη δίπλα στα σχοίνα. Εβγαλε την κακομοίρα του, πλησίασε το κερί και το κατούρησε. Το κερί έσβησε.
Κάτι σαν φωνές ακούστηκαν. Ηταν οι κίσσες, έκαναν έρωτα πάνω στις ελιές. 
Το γέλιο του παιδιού αντήχησε χαρούμενο και δυνατό.

Πρώτη δημοσίευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Αυγούστου 1979.

vendredi 29 juillet 2011

Το Πανηγυρι.

Ηταν χτισμενο σε λοφο αγναντερο. Εκατον σαραντατρια δρασκηλια απο τη βρυση με τις πετρινες πελεκητες ποτιστρες. Ενα χτισμα παμπαλαιο. Μια ξεφτισμενη εικονα ειχε μια παλια χρονολογια. Στους τοιχους ηταν φανερα τα σημαδια απο τα μαστιγωματα της βροχης και του ανεμου. Οι πετρινες πλακες της σκεπης ηταν αυλακωμενες. Η πορτα και τα παραθυρα ηταν καινουργια, σιδερενια. Το ονομα του δωρητη γραμμενο με μεγαλα γραμματα. Η σανιδενια παλιοπορτα και τα ξυλινα παραθυρα ηταν πεταμενα διπλα στη ριζα μιας βασιλικης δρυος. Χιλιοτρυπημενα απο τις σφαιρες. Τον καιρο της κλεφτουργιας και αργοτερα στον καιρο της κατοχης και του εμφυλιου, δωθηκαν μαχες εδω. Τα ξυλογλυπτα μανουαλια μισοκαμμενα ηταν ριγμενα διπλα στους θαμνους. Εδω μαζευονταν οι ανθρωποι τα χρονια τα παλια, το κατακαλοκαιρο, τον αλωναρη, γιορταζαν του Αϊ-Λια τη χαρη. Το πανηγυρι κραταγε τρεις μερες. Ερχονταν απ΄ολα τα χωρια. Αγροτοποιμενες, Βλαχοι, ανταμωναν ολοι μαζι. Μετα τη λειτουργια γλεντοκοπαγαν. Ειχαν κλαρινα, βιολια, ταμπουρλα. Φοραγαν φουστανελλες, τσαρουχια, σελαχια οπου ειχαν τα πιστολια και τα χατζαρια. Οι γυναικες φοραγαν μαντηλια πολυχρωμα, λευκα πουκαμισα μεταξωτα, ζακετες υφαμενες με ζηλευτη τεχνη. Απο τον θορυβο του γλεντιου προγκαγαν τα κοπαδια και ολα τα ζουλαπια. Γαυγιζαν σαν ζαγαρια οι σταυραετοι.Ομως το γλεντι συνεχιζοταν. Συχνα γινονταν παρεξηγησεις, μεθυσμενοι νεαροι μαχαιρωνονταν, ομως δεν επεφτε ποτε τουφεκια. Φοβοντουσαν τον Αγιο, να μην ξυπνησει. Τα βλεμματα αγριευαν, πεταγαν σπιθες, τα χερια επιαναν τις λαβες των μαχαιριων, βαδιζαν αργα, απειλητικα. Τοτε πεταγονταν απανω ο παπας. Υψωνε τα χερια με φωνη : σταθειτε αδερφια. Τους ελεγε τον βιο του Αγιου, πως απο ψαρας εγινε ορειβατης. Σταματαγαν ολοι τοτε, τον ακουγαν με προσοχη, μ΄ευλαβεια και φοβο. Ο παπας συνεχιζε βλοσυρος : Καθειστε φρονιμα, θελετε να φανει με το καρρο του και να σας πετσοκοψει; ησυχαστε, πιαστητε και χορεψτε.
Αρχιζαν παλι να λαλανε τα οργανα, οι λεβεντες χοροπηδαγαν, καμαρωναν οι μαναδες, εστριβαν τα μουστακια τους οι πατεραδες. Τα κοριτσια κοιταγαν κρυφα, με χτυποκαρδι.Οι πατεραδες των παληκαριων διαλεγαν ποια θα παρουν νυφη για το γιο τους κι αμα τα συμφωναγαν για το μεγεθος της προικας, εκαναν την αναγγελια των αρραβωνων. Το γλεντι τοτε φουντωνε, επαιρνε αλλον χαρακτηρα.
Ετσι και σημερα, μετα απο τοσα χρονια, κοσμος φανηκε ν΄ανηφοριζει στο δασικο χωματοδρομο.
Τ΄αυτοκινητα βογγομανουσαν στον ανηφορο. Αλλοι σε γιωταχι, αλλοι σε αγροτικα , αλλοι σε καροτσες που τις τραβαγαν δυναμικα τρακτερ.
Αυτος σαλταρε σε μια καροτσα μαζι με αλλους πανηγυριωτες. Στα χερια του τυλιγμενο, σε ενα πανι, ειχε το κλαρινο του παπου του. Ηταν χαρουμενος, θα τους εβαζε ολους κατω, μαγνητοφωνα και πικ-απ, ηταν σιγουρος.
Εφτασαν και ξεπεζεψαν κατω απο τα μεγαλα πουρναρια. Στον χοντρον ισκιο εστρωσαν χαλια, ψαθες, τραπεζομανδηλα. Πρωτη φορα ερχονταν εδω. Συμφωνησαν ολοι απο τα γυρω χωρια να ξαναζωντανεψουν το παλιο εθιμο. Ανδρες, γυναικες και παιδια.. Ηταν κι αλλοι με σορτσακια, βρωμικοι, μακρυμαλλιδες, με πολυχρωμα πουκαμισα και ξεβαμμενα παντελονια. Οι γριες και τα γεροντια ηταν μεσα στην εκκλησια. Παρακολουθουσαν τον παπα που λειτουργουσε : χριστιανα τα τελη της ζωης ημων, ανωδυνα, ανεπαισχυντα, ειρινικα και καλην απολογιαν...
Οι ψαλτες τραγουδουσαν σε διαφορετικο σκοπο ο καθενας, αλλος σε μοντερνο ευρωπαϊκο, αλλος σε δημοτικο, αλλος σε βαρυ λαϊκο αμανε. Ο παπας τους αγριοκοιταξε, τους εκανε νοηματα να μονοιασουν. Εξω απο την εκκλησια οι προσκυνητες εκαναν βολτες. Συζητουσαν για την πολιτικη κατασταση, τον καιρο, το ποδοσφαιρο, την παγκοσμια συναδελφωση. Παντου ακουγονταν οι λεξεις : "Δοξασμενος να ειναι".
Ο τυπος με το κλαρινο επαιρνε βαθειες ανασες να καθαρισουν τα πνευμονια του, μολις τελειωνε η λειτουργια θα ηταν ετοιμος. Ετριβε τα χερια του ικανοποιημενος.
Οι γονεις ειχαν φτιαξει κουνιες δεμενες σταθερα απο θεορατες πουρναρες. Δυο παιδια επεσαν. Εκλεγαν γοερα και οι μαναδες τους τα παρηγορουσαν λεγωντας : να ο νονος σου, ο νονος σου με τα δωρα...
Στο μεταξυ οι πανηγυριωτες μαζεψαν ξυλα και αναψαν μεγαλες φωτιες. Αρνια και κατσικια αφηναν την τελευταια τους πνοη βελαζωντας. Επιδεξιοι εκδοροσφαγεις τα κρεμαγαν στις πουρναρες. Οι σουβλες απο κεδρο περιμεναν ετοιμες. Μολις εγινε θρακα ολοι με τη σειρα γυριζαν τους οβελιες. Οι μακρυμαλληδες μαζευτηκαν σαν μυγες, οσμιζονταν με ορεξη.
Μολις τελειωσε ο παπας τον αγιασμο ριχτηκαν ολοι με τα μουτρα στο φαϊ. Επιναν μπυρες, κρασια και πληθος αναψυκτικα. Αφου αποφαγαν μπηκαν στο χορο.
Αυτος με το κλαρινο το ξεφασκιωσε ταχυτατα και φυσουσε με δυναμη. Ακουστηκε κατι σαν κλαμα, υστερα σκεπαστηκε απο τα ηχεια, καθε παρεα ειχε το δικο της μηχανημα, τα περισσοτερα στερεοφωνικα. Δημοτικα, ρεμπετικα, λαϊκα, ποπ, ροκ, ντισκο, μπλουζ, τζαζ. Ολα ανακατεμενα.
Φυσηξε δυνατωτερα, εγινε κατακκοκινος, ιδρωκοπησε. Παλι τιποτα. Νευριασμενος πεταξε το κλαρινο πανω στα μεγαλα πουρναρια. Το οργανο σταθηκε στα κλωναρια των δενδρων.
Εκεινος κλαιγοντας εφυγε τρεχοντας. Κανενας δεν τον προσεχε, ηταν αφοσιωμενοι στα πηδηματα και στα κουνηματα, αλλοι σφιχταγκαλιασμενοι χορευαν ευτυχισμενοι.
Το βραδυ εφυγαν ολοι, ουτε σκυλι δεν εμεινε. Το φως του φεγγαριου φωτιζε το χωρο γυρω απο την εκκλησια. Ηταν πολλα χαρτια λαδωμενα, πεταμενα, βρωμικα. Κοκκαλα, κονσερβοκουτια, αποτσιγαρα.
Ησυχια.
 
Πρωτη δημοσιευση, Φθιωτικη Σκεψη, Απριλιος 1979.




Η γιορτή του καλοκαιριού.




Προχωρώ μέσα στον ελαιώνα με κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Τη βλέπω πράσινη και μπλε να κυματίζει δίπλα στα θεόρατα πλατάνια που θροϊζουν στον άνεμο. Προχωρώντας ανατολικά φθάνω στο χωριό Καραβόμυλος όπου μαίνεται η γιορτή του καλοκαιριού. Ακούγεται μουσική από πολλά μπουζούκια. Η ορχήστρα έχει την πλάτη προς τη θάλασσα. Βλέπω τις πλάτες των μουσικών και τμήμα από τα όργανα καθώς παίζουν ένα ζωηρό, χαρούμενο ρυθμό. Είναι η σονατίνα in C minor για μαντολίνο του Μπετόβεν. Θέλω να μετρήσω τα μπουζούκια αλλά από το μέρος όπου βρίσκομαι, δίπλα στη θάλασσα, είναι αδύνατον να δω όλους τους οργανοπαίκτες. Τα χέρια του μαέστρου, κινούνται με γρήγορες ευλίγιστες κινήσεις. 
Ποιός κατάφερε να συγκεντρώσει τόσα όργανα; 
Κάνωντας έναν πρόχειρο υπολογισμό βρίσκω πως είναι περισσότερα από εκατό μπουζούκια.
Συναντώ τον Αλέκο Μακαρένκο ο οποίος δέχεται να με συνοδεύσει. Φθάνουμε στο Κοκκινόχωμα, βλέπουμε νότια τη θάλασσα να κυματίζει με μικρά αφρισμένα κύματα. ΄Ενας άγνωστος άνδρας  μου προτείνει ν΄αγοράσω ένα αυτοκίνητο, το έχει στο σπίτι του, προς το παρόν μας δίνει μιά πλαστική κασέλα, έχει μέσα εργαλεία. Αφήνει την κασέλα στο πεζοδρόμιο, μπροστά στο καφενείο. 
Λέω στον Αλέκο ότι δεν είναι φρόνιμο να αφήσουμε το κιβώτιο εκεί, μπορεί να μας το κλέψουν ή να κλέψουν τα εργαλεία. 
Ο τύπος μας καλεί να δούμε το αυτοκίνητο. Βαδίζουμε δυτικά κάτω από τα Πευκάκια. Φθάνουμε στην άκρη της πόλης. Εκεί γίνεται παζάρι με την ευκαιρία της γιορτής του καλοκαιριού, κι ενώ οι πωλητές έχουν στρώσει πρόχειρους πάγκους στο πεζοδρόμιο, διαλαλούν τα εμπορεύματα, ακούμε τα μπουζούκια, ξαναρχίζουν έναν ζωηρότερο ρυθμό. 
Η μητέρα του τύπου που θέλει να μας πουλήσει το αυτοκίνητο, επιστρέφει από τη Θεία Λειτουργία, φωνάζει νευριασμένη εναντίον των υπαίθριων πωλητών, έχουν καταλάβει το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι της, εμποδίζουν την έξοδο του οχήματος, πρόκειται να εξέλθει εντός ολίγου, αφού επιτέλους ο γιός της κατάφερε να βρει αγοραστή. Πράγματι στην αυλή του σπιτιού, πίσω από την αυλόπορτα, βλέπουμε ένα όχημα. ΄Αλλοτε ήταν αυτοκίνητο, αλλά η τωρινή του κατάσταση είναι διαφορετική. Είχε υποστεί τροποποιήσεις, ώστε μοιάζει με αυτοκινούμενο καρότσι, καμπριολέ, όμοιο με παιδικό παιγνίδι.
Ο Αλέκος μου λέει : «Ο τύπος θέλει να μας εξαπατήσει.»
Συμφωνώ μαζί του, δεν είναι φρόνιμο να αγοράσουμε αυτό το όχημα.
Φεύγουμε προς το λιμάνι. βλέπουμε από ψηλά την ορχήστρα, παίζει στην προβλήτα, έναν ρυθμό γρήγορο, ζωηρό, χαρούμενο, με πολλαπλές παραλλαγές. Κατεβαίνοντας τους κατηφορικούς δρόμους προς τη λεωφόρο Φαλάρων, ακούμε τα χειροκροτήματα, τα σφυρήγματα, και τις ιαχές του πολύχρωμου πλήθους : «΄Ελα Τσιτσάνη!!!»