mardi 26 juillet 2011

Ο ΜΥΛΟΣ διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ δευτερη εκδοση διορθωμενη

 



Ο νερομυλος ηταν χτισμενος στην ανατολικη οχθη. Ενα σπιτι με δυο πατωματα. Στο πανω πατωμα εμενε η οικογενεια του μυλωνα. Στο κατω ηταν οι μηχανες του μυλου. Θα ειχε εναμισυ αιωνα ζωης. Τα θεορατα πλατανια δεν αφηναν να περασει ουτε αχτιδα ηλιου. Παντα ειχε συντροφια το βουητο του νερου και τα πουλια που εφτιαχναν τις φωλιες τους στα κεραμιδια του. Ολα αυτα τα χρονια ειχε δοκιμασει την ορμη των στοιχειων της φυσης και την ορμη των ανθρωπων που εκαναν πολεμο. Ο μυλος ειχε ζησει τις χαρες και τις λυπες των ανθρωπων. Μεγαλωσαν καμποσες γενιες κατω απο τη στεγη του. Περπατησαν πολλα ποδαρια στο πλακοστρωτο της αυλης του. Εδω ερχονταν, περα απο το χωριο, ν΄αλεσουν γεννηματα. Σιταρι, καλαμποκι, κριθαρι. Εδω ανταμωνονταν οι ανθρωποι, συζητουσαν για τα προβληματα τους. Εκαναν δουλειες. Τελειωναν προξενια. Παντα ιδιοι ηταν οι ανθρωποι, τοσα χρονια τωρα. Ο μυλος δεν τους εβλεπε ν΄αλλαζουν. Ιδιοι στις συνηθειες, ιδιοι στους τροπους, ιδιοι στα εθιμα. Καθολου δεν αλλαξαν.
Και τωρα στο μυλο ζουσαν ανθρωποι, τον συντηρουσαν για να προσφερει τις υπηρεσιες του. Ο μυλωνας με τη γυναικα του και το παιδι τους, ισαμε πεντε χρονων. Ειχαν το νοικοκυριο τους εδω, μια γιδα, ενα γουρουνι, καμμια δεκαρια κοτες, τρια σκυλια και το μυλο κληρονομια απο τον πατερα του.
Το παιδι ξυπνησε απο τα γαυγισματα των σκυλιων. Ενα μακροσυρτο γκαρισμα ακουστηκε. Το παιδι πηγε κοντα στο παραθυρο. Ενας γαιδαρος φορτωμενος με δυο σακκια εφτανε απο το μονοπατι. Το χωριο ηταν τρια χιλιομετρα μακρια απο το μυλο. Απο πισω ακολουθουσε ενας γερος κουτσαινοντας.
Ο μυλωνας, μολις ακουσε γκαρισμα, βγηκε να υποδεχθει την πελατεια.
Το παιδι πλησιασε στο τραπεζι, πηρε ενα κομματι πιτα απο το ταψι, πηρε και μερικα χαρτια απο εφημεριδα, τα εβαλε στον κορφο του, επειτα βγηκε εξω, τρωγοντας περπατησε στο πλακοστρωτο και κατεβηκε τα τρια μεγαλα σκαλια.
Ο μυλωνας με το γερο ξεφορτωναν το ζωο :
-Δεν ιφιρις καλαμποκι, σαν αλλαφρο μι φαινιτι.
-Αμ΄δεν εινι καλαμποκι, εινι κριθαρ! κανα δυο ουκαδις π΄μας εμκαν τοφαγαμι τσ΄μερεις που μας περασαν.
Το παιδι εφτασε στην ακρη, στο ρεμα. Το νερο σχηματιζε πλατωμα, ηταν σαν μια μικρη λιμνη.
Ο γερος και ο μυλωνας συζητουσαν ακομα.
-Αληθεια, τα ΄μαθεις τα νεα, στ΄προυτευουσα πεθανι κοσμους, απ΄τη πεινα, τουπι του ραδιου.
-Ναι, μ΄τουπι ου Γιωργους τ΄μπαρμπα Στελιου, χτες τ΄απογιουμα.
-Μεγαλ΄δυστυχια φετους.
-Δοξα να΄χει ου μεγαλουδυναμους, ιμεις μεχρι τωρα καλα πηγαμι.
Το παιδι τους εβλεπε, αλλα δεν καταλαβαινε τι ελεγαν, οι φωνες τους σκεπαζονταν απο το βουητο του νερου.
Την προσοχη του τραβηξε μια χελωνα. Ειχε ξεμυτισει να πιει νερο στο ποταμι. Μολις την πλησιασε εκρυψε το κεφαλι της στο καβουκι της. Το παιδι την σκουντησε, να βγαλει το κεφαλι της, μ΄ενα ξυλο. Αλλ΄αυτη τιποτα, εκανε την ψοφια. Το παιδι επεμενε, αλλα σαν ειδε κι αποειδε, την αφησε ησυχη.
Ο μυλωνας στο μεταξυ κουβαλησε τα σακκια μεσα στο μυλο. Ο γερος, αφου σιγουρεψε το ζωο, μπηκε κι αυτος μεσα.
Το παιδι ηταν διπλα στη λιμνη που σχηματιζοταν απο το νερο. Εβγαλε απο τον κορφο του τα χαρτια. Τα ΄παιρνε ενα-ενα, τα διπλωνε με τεχνη κι εφτιαχνε βαρκουλες. Εριχνε τις βαρκες στο νερο. Αυτες αρμενιζαν περα δωθε, το παιδι ενοιωθε μεγαλη χαρα και γελουσε, ολο γελουσε. Παρατηρουσε σαν εφοπλιστης τα καραβια του και καμαρωνε. Το ρευμα του νερου τις παρεσυρε, τις εριχνε πανω σε χαμοκλαδα και βατα, ηταν φυτρωμενα στις οχθες. Οποια βαρκουλα μπλεκονταν, το παιδι ετρεχε και τη λευτερωνε.
Η πορτα του μυλου ανοιξε, ο μυλωνας με το γερο βγηκαν κουβαλωντας τα σακκια με το αλευρι. Τα φορτωσαν στο γαιδαρο. Ο γερος τον εβαλε μπροστα και κουτσα-κουτσα τον ακολουθησε. Εκεινος αφησε ενα γκαρισμα παραπονιαρικο, φωνη διαμαρτυριας, ο δρομος ηταν ανηφορος και το φορτιο βαρυ. Το παιδι κοιταγε το γερο, καλοπιανε το γαιδαρο με χαϊδευτικα λογια. Τα λογια τα ΄φερνε πισω ο αντιλαλος απο τη ρεματια. Ο γερος μονολογουσε για λιγη ωρα ωσπου χαθηκε στο βαθος του μονοπατιου και το παιδι ουτε τον ακουε ουτε τον εβλεπε τωρα.
Αφησε τις βαρκες του, ανεβηκε στο πλακοστρωτο, εκει ειχε αλλα παιγνιδια. Μερικα κουτια απο σπιρτα. Το παιδι επαιζε με τα σπιρτοκουτα. Τα γεμιζε με πετραδακια.
Ξαφνικα σταματησε. Καμμια δεκαρια ανθρωποι εφταναν απο το μονοπατι. Δεν ξανα ΄χε δει τετοιους ανθρωπους. Φορουσαν κατι σκουρα πρασινα ρουχα. Μονο ενας φορουσε ρουχα αλλιωτικα. Αυτος πηγαινε μπροστα, οι αλλοι ακολουθουσαν. Πλησιασαν στο μυλο. Ανεβηκαν τα σκαλια. Περπατησαν στο πλακοστρωτο, εφτασαν κοντα στο παιδι.
-Που ΄ναι ο πατερας σου; ρωτησε αυτος με τα πολιτικα.
-Μεσα, ειπε το παιδι.
-Α! κρυφτηκε στο καβουκι της η χελωνιτσα. Ε! παιδια παμε μεσα, ειπε εκεινος ο ανθρωπος.
Ενας απο τους αλλους εβγαλε απο την τσεπη του μια σοκολατα, την εδωσε στο παιδι. Του εδωσε και μια φυσαρμονικα. Το παιδι την εφερε στα χειλη του και φυσηξε. Η φυσαρμονικα εβγαλε εναν χαρουμενο ηχο. Το παιδι χαμογελασε, ηταν χαρουμενο κι ευχαριστημενο για τα δωρα που του εδωσε ο πρασινανθρωπος. Στο αλλο χερι κρατουσε τη σοκολατα. Την ξετυλιξε και αρχισε να την τρωει. Ηταν μισολιωμενη απο τη ζεστη. Γεμισαν τα δακτυλα του. Μεσα απο το σπιτι ακουγονταν φωνες.
-Λεγε, που πηγαν, τους ειδες;
-Οχι.
-Λες ψεματα, το ξερουμε, περασαν απο ΄δω.
-Δεν ξερω τιποτα.
Το παιδι ακουγε τις φωνες σαν σε ονειρο, ηταν παραδομενο στο να γλειφει τα δακτυλα του. Σαν μεσα σε ονειρο ακουσε τη ριπη που εσπασε τη σιωπη της ρεματιας και εσβησε για λιγο το βουητο του νερου. Τα πουλια πεταξαν μακρια. Οι ξενοι ανθρωποι βγηκαν απο το μυλο κι εφευγαν. Εκεινος που του εδωσε τη φυσασμονικα του χαιδεψε το κεφαλι. Ενας αλλος εσκυψε και το φιλησε. Το παιδι εφερε τη φυσαρμονικα στα χειλη του. Ακουστηκε ενας θλιβερος ηχος. Κοιταγε τους ανθρωπους που εφευγαν και τραγουδουσαν ρυθμικα : 

Των εχθρων τα φουσατα περασαν σαν το λιβα που καιει τα σπαρτα....

Μεσα απο το μυλο ακουγε τους λυγμους και τα μοιρολογια της μανας του.
Ηταν μια ανοιξιατικη μερα...


Α΄βραβειο διηγηματος 1978, Εθνικο Ιδρυμα Νεοτητος, πρωην ¨Βασιλευς Παυλος¨.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχος 1231, 15 οκτωβριου 1978.

Aucun commentaire: