dimanche 14 août 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ




Χειμωνας. Ειχε φεξει οταν ξυπνησε. Εκανε κρυο και δεν ειχε ξυλα ν΄αναψει φωτια. Το κτιριο ηταν στο σιδηροδρομικο σταθμο Στυλιδος. Ο σταθμος ειναι ερημος, μονο αυτη η γυναικα μενει στο κυλινδρικο κτιριο. Το ειχαν παλια για να παιρνει νερο το τραινο. Απο την ανατολικη πλευρα εχει μια μικρη πορτα και κανενα παραθυρο. Δεν ειχε πολλες μερες που εγκατασταθηκε εδω. Παλιοτερα εμενε εξω απο την πολη, σε μια καλυβα. Ομως με τα χρονια η καλυβα χαλασε. Δεν ειχε τα υλικα να την επισκευασει. Πηρε τα κουρελια της και τα εφερε στο σταθμο.
Τωρα ανεβαινε τη λεωφορο Φαλαρων. Εφθασε στο σταθμο των λεωφορειων. Η σομπα ζεσταινε καλα την αιθουσα του καφενειου. Δυο λεωφορειουχοι καμαρωναν ενα καινουργιο λεωφορειο, το κοιταγαν απ΄ολες τις μεριες.
Η γυναικα μπηκε στην αιθουσα, πηρε μια καρεκλα και καθηκε κολλητα στη σομπα. Εδω ερχοταν να ζεσταθει καθε μερα το χειμωνα, τοσα χρονια τωρα. Ελεγαν πως ειχε σαλεψει το μυαλο της. Την ακουγαν να μονολογει για ενα παιδι που της το ΄κλεψαν. Την πειραζαν για να κανουν πλακα, την ειχαν για διασκεδαση. Οι οδηγοι των λεωφορειων και οι εισπραχτορες, οι εργατες, αλλοι επιβατες που περιμεναν στο σταθμο. Ο διευθυντης του σταθμου πολλες φορες τσακωθηκε με αυτους που την πειραζαν, αλλα κανενας δεν τον ακουγε.
Σημερα οταν εφθασε δεν την προσεξαν. Κραταγε ενας μια εφημεριδα και διαβαζε : ειχαν βρει μια γυναικα, σ΄ενα κοντινο χωριο, ηταν δεμενη τριαντα χρονια σ΄ενα υπογειο μεσα στα κοπρανα και στα ουρα της.
Τους επιασε ολους θλιψη, ηταν αγανακτισμενοι, δεν το χωραγε το μυαλο τους.
Υστερα πεταξαν την εφημεριδα. Προσεξαν τη γρια. Δεν ειχε δοντια, τα χειλη της κατσαρωναν προς τα εξω, τα ματια της τ΄ ανοιγοκλεινε συνεχεια. Την πειραξε πρωτα ενας νεαρος εργατης, επειτα ενας οδηγος λεωφορειου, την πειραζαν με χυδαια λογια. Υστερα ενας γερος, με κατακαινουργη μασελα, ξαναειπε τα ιδια πειραγματα. Η γρια ηταν συνηθισμενη, δεν κουνηθηκε καθολου, ετσι εκανε παντα. Οι ανθρωποι ομως δεν σταματαγαν, συνεχιζαν την κοροϊδια. Τοτε σηκωνονταν απανω και κλαιγοντας πηγαινε να χτυπησει οποιον εβρισκε μπροστα της. Μα εκεινος, σβελτος, την απεφευγε και η γυναικα χτυπαγε τον αερα. Γελαγαν οι ανθρωποι γυρω της και χτυπαγαν παλαμακια.
Ομως οπως τους κυνηγουσε πηρε ενα τραπεζι σβαρνα, τα ποτηρια και τα φλυτσανια του καφε επεσαν, εγιναν ολα θρυψαλα. Εφθασε ο καφετζης αγριεμενος, η φαλακρα του γιαλιζε, κουναγε τα χερια του συνεχεια. Την αρπαξε απο τα βρωμικα φουστανια της, την τραβηξε στην πορτα, την πεταξε εξω βριζοντας. Εκλεισε την πορτα και τα ΄βαλε με τους πελατες. Οι πελατες δυσαρεστημενοι, τους ειχε χαλασει τη διασκεδαση, βγηκαν στο πεζοδρομιο. Αρχισαν παλι τα πειραγματα. Γελια, φωνες, ουρλιαχτα και ο θορυβος των αυτοκινητων. Περασε ο παπας, τραβηξε για την εκκλησια. Περασε ο δημαρχος και ο αστυνομος με τα υπηρεσιακα τους οχηματα.
Τωρα τη γρια Κυριακουλα την ειχε πιασει ενα νευρικο και απελπισμενο κλαμα. Περασε για λιγο απο τη σκεψη της η βασανισμενη της ζωη. Ενας ανδρας ψαρας που την εδερνε, το αγορακι της που χαθηκε, οι ανθρωποι που την κοροϊδευαν, ο παπας, ο δημαρχος, ο αστυνομος.
Ετρεξε να ξεφυγει απο τον κλοιο των ανθρωπων που την εζωναν, καταφερε να φυγει, ετρεχε τωρα μεσα στο σταυροδρομι. Παραπατησε κι επεσε κατω. Τ΄αυτοκινητα φρεναρησαν αποτομα, οι οδηγοι εβριζαν απ΄ολες τις μεριες. Εκανε προσπαθεια, δεν μπορουσε να σηκωθει, η απελπισια την κυριευσε ολοκληρη. Αρχισε να χτυπαει το κεφαλι της στην ασφαλτο. Τοτε ετρεξε ενας αστυφυλακας, τη σηκωσε και την βοηθησε να ανεβει στο πεζοδρομιο. Η κυκλοφορια αποκατασταθηκε. Οι φωνες των ανθρωπων και τα κλαξον των αυτοκινητων σκεπαστηκαν απο την καμπανα της εκκλησιας.

Πρωτη δημοσιευση 1982.

mardi 2 août 2011

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΡΘΡΥΣ Αποσπασμα 1


Τα παιδια του ορους Ορθρυς μεγαλωνουν σε ενα τυραννικο καθεστως κατω απο τη σκια ενος αιρετικου ιερεα κι ενος φανταστικου συνταγματαρχη.
Η αφηγηση εκτεινεται στις μυθικες δεκαετιες εξηντα-εβδομηντα, με αποηχους απο το Αλβανικο επος, τη Ναζιστικη κατοχη και τον εμφυλιο πολεμο 1944-1949.



Στον ποιητη Θανο ΦΩΣΚΑΡΙΝΗ, τον πιστον φιλον της εφηβειας.



Ω! Ας ημην ακομη βοσκος εις τα ορη!...
ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Αλεξανδρος ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Ανυδρο (Νικοβα)


Την πρωτη φορα που ειδα τον Γιωργο Γαβρη, αυτον που θα ονομαζα συνταγματαρχη τριαντα χρονια αργοτερα, ηταν ενα ανοιξιατικο πρωινο, με δυνατο ηλιο. Κρατουσα το χερι της μητερας μου. Ειχαμε παει στην πλατεια ν΄αγορασουμε ψαρια. Πρωτα συναντησαμε τον δασκαλο, ειχε αναλαβει υπηρεσια εκεινη τη χρονια. Ηταν περιπου δεκα η ωρα, ο δασκαλος βρεθηκε, μετα τη λειτουργια, να συζητα περι ανεμων και υδατων, με τον παπα-Κωστα και με κοινοτικους παραγωντες διπλα στο μαγαζι του Πολυμερου. Η μανα μου τον χαιρετησε με χειραψια, αυτος  εσκυψε μπροστα μου, με τσιμπησε ελαφρα στο μαγουλο και ειπε : του χρονου θα ερθεις στο σχολειο!
Αυτη την εκφραση την ερμηνευσα ως απειλη, ειχα ακουσει για τον προηγουμενο, ηταν φανατικος οπαδος των σωματικων τιμωριων ως της μονης αποτελεσματικης μεθοδου για την διαπαιδαγωγηση των μαθητων. Μετα μου εβγαλε και μου ξαναφορεσε το καπελο. Ηταν ενα σχολικο πηληκιο απο τσοχα μπλε μαριν, δωρο μιας εξαδερφης της μητερας μου της οποιας ο γιος ειχε τελειωσει το Γυμνασιο Στυλιδος. Ο δασκαλος μουρμουρισε πως δεν ηταν υποχρεωτικο στο Δημοτικο, ειχα ακομη καιρο μεχρι να παω στο Γυμνασιο. Ηταν κοντος, μελαχροινος, με φαλακρα που προσπαθουσε να κρυψει καλυπτοντας το κρανιο με μια τουφα μαλλιων που ο ελαφρος ανεμος την ανασηκωνε.
Εβλεπα το νεο δασκαλο για πρωτη φορα. Τον προηγουμενο τον ειχα δει για πρωτη και τελευταια φορα την περασμενη ανοιξη, τελη Μαιου. Πηγαιναμε με τους αδερφους Μακαρενκο και την  μητερα τους προς την τοποθεσια Καμπια εξω απο το χωριο. Οι μαθητες στην αυλη του σχολειου επαιζαν με φωνες, ενω ο δασκαλος περασε διπλα μας με βιαστικο βημα. Πηγαινε στην πλατεια, η φαλακρα του γιαλιζε κατω απο τον ηλιο του απογευματος. Ηταν ψηλος, μελαχροινος, αδυνατος με λεπτο μουστακι και καλοξυρισμενα μαγουλα. Τοτε η μητερα των Μακαρενκο μας μιλησε για τις βαρβαροτητες του, απειλωντας μας πως θα μας σιαξει αυτος οταν θα πεφταμε στα χερια του.
Τη στιγμη που ο δασκαλος μιλουσε για το σχολικο πηλικιο, ο Γιωργος Γαβρης εφθασε με το τρικυκλο. Ερχοταν απο τη Στυλιδα, πηγαινε καθε μερα, το πρωι, ν΄αγορασει παγο, εφημεριδες, τσιγαρα και προπαντος να δωσει πληροφοριες στην αστυνομια για τις κινησεις των πρωην κομμουνιστων και των μαθητων του Γυμνασιου Στυλιδος.
Καβαλα στο μηχανακι, χονδρος, εμοιαζε με γοριλλα. Ειχε την ιδια ηλικια με τη μητερα μου αλλα λογω της αστατης ζωης του φαινοταν πολυ μεγαλυτερος.
Μαρσαροντας το τρικυκλο κατευθυνθηκε προς το σπιτι του στη βορειοανατολικη πλευρα της πλατειας, ενω απο το ηλεκτροφωνο, στο μαγαζι του Δημου, ακουγοταν ενα τραγουδι :


... στα ψηλα τα σκαλοπατια οσες ανεβηκανε βρηκαν πλουτο μεγαλεια....


Οταν ο νεος δασκαλος, ο πρωτος της δικης μου σχολικης εμπειριας, εγκατασταθηκε, με ενοικιο, στο νεοκτιστο σπιτι του Γιαννη του Μαλλια, τα μεγαλα εργα ειχαν αρχισει στο χωριο. 
Αμεσως μετα το τελος του εμφυλιου πολεμου μονο οι μισοι κατοικοι επεστρεψαν. Για να αποφυγουν τις βαρβαροτητες των δυο παραταξεων, ειχαν καταφυγει στην τοποθεσια Καραβομυλος, διπλα στη στρατιωτικη βαση. Ειχαν εκει κτηματα με σπιτια και αποθηκες. Πριν απο τον πολεμο πηγαιναν το καλοκαιρι να κανουν τα μπανια τους. 
Με το τελος του πολεμου αρχισε η διανοιξη της νεας οδου απο το χωριο μεχρι τον Αϊ-Νικολα, οπου ηταν η νεα γεφυρα χτισμενη με ενισχυμενο σκυροδεμα. Ειχε αντεξει στη μεγαλη νεροποντη που επληξε την περιοχη το οκτωβριο του 1950. Μετα απο καταρακτωδη βροχη πολλων ημερων, το ποταμι Σαπουνας κατεβασε τοσο πολυ νερο, ωστε βγηκε απο τις οχθες του παρασερνοντας ανθρωπους, ζωα, πετρες και λασπη και ξεριζωμενα δενδρα. Ηταν τετοια η ορμη του υδατος που εκοψε το πετρινο μονοτοξο γεφυρι στη θεση Τρακαδαρης, στον παλιο δρομο Ανυδρου-Στυλιδος.
Για οικονομια, αφου η γεφυρα του Αϊ- Νικολα αντεξε, το νεο σχεδιο προεβλεπε κατασκευην οδου νοτια του Ανυδρου μεχρι την ασφαλτοστρωμενη δημοσια. Δεν υπηρχαν πιστωσεις γι΄αυτο εβαλαν σε ενεργεια το παναρχαιο συστημα προσωπικης εργασιας. Ολοι οι ανδρες απο δεκαοκτω μεχρι εξηντα χρονων συμμετειχαν στη διανοιξη με φτυαρια και σκεπαρνιες. Τεσσερα χιλιομετρα χωματοδρομος στρωμενος με χαλικια. 
Μολις τελειωσε η κατασκευη ο Πολυμερος εφερε το πρωτο αυτοκινητο, ηταν ενα ημιφορτηγο λευκου χρωματος.
Το νερο ηρθε στο χωριο το 1964 απο τις Καρυες και απο τη Σπλητσα, ηταν αυτες οι πηγες σε αποσταση οκτω χιλιομετρων. Πριν γινουν τα εργα το χωριο επαιρνε νερο απο δυο πηγαδια ευρισκομενα στη νοτια πλευρα, το ενα ανατολικα στο δρομο προς τον Αχινο, το αλλο δυτικα στον παλιο δρομο προς Στυλιδα.
Τα σχεδια των χωριανων ηταν φιλοδοξα. Ηθελαν ν΄ανοιξουν δρομους στα ελαιοπεριβολα, να τα παταει η ροδα, ν΄αγορασουν τρακτερια, ν΄ανοιχθει ο δρομος μεχρι την Αγια Παρασκευη, ωστε να ενωθει το πρωτο παναρχαιο χωριο με το τελευταιο, αυτο οπου κατοικουσαμε τωρα, το μονο στην περιοχη μας που ειχε δυο εκκλησιες. Την ημερα που εγινε το κινημα των συνταγματαρχων  ο δρομος ειχε φτασει μεχρι τη θεση Παλιουρι κι εκει σταματησαν οι εργασιες. 
Μετα εγιναν εργα για τη διανοιξη βοθρων. Οι πιστωσεις δεν εφταναν για ολα τα σπιτια, ετσι οι δικαιουχοι αναδειχτηκαν με κληρο. Οι υπολοιποι κατοικοι επρεπε να φτιαξουν βοθρους ιδιοις χρημασι. Σε λιγο εφτασαν τα συνεργεια με κομπρεσσερ και εκρηκτικα. Το χωριο ειναι χτισμενο σε βραχωδη πλαγια γι΄αυτο οι εργατες ανοιγαν τρυπες στα βραχια, εβαζαν δυναμιτη και μετα φωναζαν δυνατα : φουρνελο!!!
Μολις τελειωσε η κατασκευη των αφοδευτηριων, ηρθαν αλλα ειδικευμενα συνεργεια. Εργαζονταν πυρετωδως με κομπρεσσερ και εκρηκτικα. Εγκατεστησαν τις κολονες της Δ.Ε.Η., επιτελους ο ηλεκτρισμος εφτασε στο χωριο τον Απριλιο του 1968.


Η προφορικη παραδοση αναφερει πως οι ριζες της καταγωγης μας χανονται στη νυχτα του χρονου. Ως ιδρυτης του αρχαιου χωριου φερεται ο Δευκαλιων οταν, αμεσως μετα τον μεγαλο κατακλυσμο, αραξε με τη βαρκα του, ειχε σχημα νεας σεληνης, στο πλατυ οροπεδιο ακριβως κατω απο την ογκωδη κορυφη του ορους Ορθρυς, διακοσια μετρα απο την πηγη. Ακομη στις μερες μας μπορουμε να δουμε τα μεγαλα αγκωναρια απο πελεκητες πετρες. Αποτελουν τμημα του πρωτου οχυρωμενου χωριου, το εχτισε ο γιος του Δευκαλιωνα ονοματι Ελλην.
Στο περασμα του χρονου, ο τοπος οπου αραξε η βαρκα παραμενει ιερος, υπηρχε εκει ναος. Στα παλια τα χρονια ηταν αφιερωμενος στον σωτηριο Δια και απο τα χριστιανικα χρονια μεχρι σημερα ειναι  το ναϊδριο της Αγιας Παρασκευης, κατω απο τις θεορατες βασιλικες δρυς.
Λενε πως ο Οδυσσεας, ο βασιλιας της Ιθακης, επισκεφθηκε το χωριο μεταμφιεσμενος σε πραματευτη, ψαχνοντας να βρει τον Αχιλλεα για να τον πεισει να συμμετασχει στην εκστρατεια εναντιον της Τροιας, αλλα ο Αχιλλεας κρυβοταν μεταμφιεσμενος σε κοριτσοπουλο. Τον ειχε ειδοποιησει η μανα του πως αμα πηγαινε στη χωρα των Τρωων δε θα γυριζε πισω ζωντανος.
Οι κατοικοι αυτου του χωριου εζησαν χιλιαδες χρονια αυτονομοι, καταφερναν με διπλωματικες διαδικασιες να διατηρουν την προσωπικη τους ανεξαρτησια, δεν ειχαν ποτε ξενο διοικητη, ουτε στρατευματα κατοχης, ολοι οι κατακτητες αναγνωριζαν την ιδιαιτεροτητα του τοπου και σεβονταν τους κατοικους. Ωσπου ηρθαν οι Οθωμανοι και θελησαν να εγκαταστησουν με το ζορι τον Αγα να διοικει αυτος και να μοιραζει δικαιοσυνη. Οι Τουρκοι νομιζαν πως ολοι οι Ελληνες ηταν προβατα, θα δεχονταν το δικο τους συστημα χωρις συζητηση. Σε ενα τετοιο μικρο χωριο εστειλαν τον Αγα μονο με τεσσερεις στρατιωτες ως φρουρα. Οι χωριανοι τους δεχτηκαν με ανοιχτες αγκαλες, ετοιμασαν ψητα, πιτες, τυρια και φρουτα, τους μεθυσαν με το καλυτερο κρασι οπως παλια ο Οδυσσεας τον κυκλωπα Πολυφημο. Τη νυχτα τους πηραν σηκωτους κι ενω ροχαλιζαν τους πεταξαν στην πιο βαθια καταβοθρα, στη Μπουζουνοτρυπα, μαζι με τ΄αλογα τους και ολα τους τα συνεργα.
Ερχονται οι Τουρκοι, ψαχνουν να βρουν τον Αγα και τη φρουρα του, ρωτουν τους χωριατες. 
-Πηγαν στο λογγο για κυνηγι και χαθηκαν, μπορει να τους πηραν οι Νεραϊδες του δασους, ειπαν οι χωρικοι. 
-Αλλου αυτα, ειπαν οι Τουρκοι και τους παιρνουν στο κυνηγητο.
Τετρακοσια χρονια διωγμους και περιπλανηση εζησαν οι προγονοι μας, κυνηγημενοι εφυγαν απο την Αγια Παρασκευη, εχτισαν νεο χωριο στον Αγιο Κωνσταντινο, μετα στο Σταυρο, υστερα στη Σταματα, επειτα στα Καμπια και τελικα, με την ανασυσταση του νεου ελληνικου κρατους, στο Ανυδρο που το παλιο του ονομα, πριν απο τον τελευταιο πολεμο, ηταν Νικοβα.


Ο δασκαλος ηρθε την πρωτη φορα στο χωριο με ταξι, μεσα Σεπτεμβριου. Τα μαθηματα δεν ειχαν αρχισει ακομα. Το σχολειο το ειχε χτισει η δικτατορια του Μεταξα, ηταν ενα κτιριο απο γκριζα πετρα λατομειου. Στις τεσσερεις πλευρες του φραχτη ηταν φυτεμενα πευκα και κυπαρισσια.
Η πρωτη σκεψη του νεου δασκαλου ηταν πως εμοιαζε περισσοτερο με νεκροταφειο και τα κυπαρισσια επρεπε να κοπουν. Το καταφερε δυο χρονια αργοτερα, στον πρωτο χρονο της δικτατοριας, να τα κοψει με τη βοηθεια του γερο Ζαγκανα.
Ο παλιος δασκαλος τον δεχθηκε με αινιγματικο χαμογελο. Αφου του εδειξε τη λιστα των μαθητων και την απογραφη του υλικου, τον ρωτησε αν ηταν εγγαμος ή αρραβωνιασμενος, ηθελε να τον προειδοποιησει για τις πιεσεις των χωρικων. Ο ιδιος ειχε παθει νιλα, οταν δεχθηκε προσκληση για δειπνο. Τον εκλεισαν μεσα στο δωματιο με μια υποψηφια νυφη, τον φοβεριζαν, ο πατερας της και τ΄αδερφια της, να πει το ναι, να την παρει, ομως αυτος δεν ενεδωσε και σαλταρε απο το παραθυρο στο δρομο. 
Ο νεος δασκαλος ηταν εγγαμος, οσο το σκεφτοταν τοσο ηταν σιγουρος πως την επαθε σαν του Μπουφου το πουλι, σε ενα αλλο χωριο οπου ειχε πρωτοδιοριστει πριν πεντε χρονια. Ηταν το αποτελεσμα γοητειας, σαν να του ειχαν κανει μαγια. Την ειχε ερωτευθει, δεχθηκε το γαμο χωρις προικα, χωρις δευτερες σκεψεις. Ολα πηγαιναν μελι γαλα μεχρι που γεννηθηκε το πρωτο τους παιδι. Μετα απο μια εβδομαδα θλιψης η γυναικα του δασκαλου αλλαξε συμπεριφορα. Ηταν κακοκεφη, δυσθυμη, δεν προσεχε το μωρο, εκλαιγε συνεχεια, εμενε ξαπλωμενη στο κρεβατι μερα νυχτα. Τον βασανιζε με επιθετικα λογια, ειρωνειες, προπηλακισμους, απειλες. Ο δασκαλος ηταν αναγκασμενος να κανει ολες τις σπιτικες δουλειες, να φροντιζει το μωρο, να ξενυχτα διπλα στην κουνια και την ημερα να εργαζεται στο σχολειο.
Η οικοσκευη χωρεσε για τη μεταφορα στο ημιφορτηγο του Πολυμερου. Δεν ειχαν πολλα πραγματα, τα απαραιτητα για τη νομαδικη ζωη ενος δημοσιου υπαλληλου. 
Η γυναικα του μολις το οχημα βγηκε απο τη δημοσια και μπηκε στο χωματοδρομο αρχισε σχολια με δηλητηριωδη λογια. Οι λακουβες εκαναν το φορτηγο να χοροπηδα, το παιδι ξυπνησε κι εκλαιγε, μεχρι να φτασουν στη νεα τους κατοικια, παρα λιγο να κανουν εμετο. 
Ο Γιαννης ο Μαλλιας ειχε χτισει το σπιτι με τις προδιαγραφες της εποχης. Μολις απολυθηκε απο το στρατο απαιτησε απο τον πατερα του να του δωσει το μεριδιο του σε γιδοπροβατα και τα πουλησε αμεσως. Αγορασε το οικοπεδο, εκτισε το σπιτι κι εφυγε εργατης στα καραβια, αφου δεν καταφερε να τον παρουν χωροφυλακα. Λενε πως ηταν βαθεια πληγωμενος απο μια ιστορια αγαπης. Το σπιτι ηταν στον κεντρικο δρομο, νοτιοανατολικα της εκκλησιας, στατο με τρια δωματια και κουζινα. Η βρυση με το τρεχουμενο νερο ηταν στην αυλη, ο αποπατος πισω απο την αποθηκη. Οπως ολα τα σπιτια του χωριου, απο τα πιο παλια μεχρι τα πιο προσφατα, δεν ειχε λουτρο. Η ελλειψη ανεσεων δεν εμποδισε τη γυναικα του δασκαλου να προσαρμοστει γρηγορα στη ζωη της υπαιθρου. Το καλο κλιμα, ο καθαρος αερας, η καλη διατροφη, οι χωριατες εκαναν συνεχεια δωρα στο δασκαλο, λαδια, τυρια, βουτυρα, αυγα, λουκανικα, κοτοπουλα, κουνελια, φρουτα, λαχανικα και τοπικο κρασι, ειχαν θετικη επιδραση στη νεα γυναικα, ξαναβρηκε το χρωμα της, τη χαρα της ζωης, σε λιγο εμεινε παλι εγκυος.
Ο δασκαλος προσαρμοστηκε στη νοοτροπια των κατοικων, ενω στην αρχη δεν ηταν οπαδος των σωματικων τιμωριων με την παροδο του χρονου η πλειοψηφια των γονεων εκαναν συνεχεια παραπονα πως τα παιδια δεν μαθαινουν γραμματα, δεν πειθαρχουν, παιζουν συνεχεια μπαλα, βωλους, γουρουνοπουλες, σκλαβακια και μακρια γαϊδουρα. Εφταιγε ο δασκαλος, ηταν πολυ μαλακος, δεν ειχε βεργα, ενω επρεπε να δερνει, μονο ετσι θα μαθαιναν γραμματα τα παιδια και καλους τροπους, "ξυλο με τη μηχανη", ηταν η μονη λυση. Εβαλε σε εφαρμογη δρακοντεια μετρα επιτηρησεως και τιμωριων. Ξυλοδαρμο και τα γονατα γυμνα πανω σε κοφτερα χαλικια.
Δεν συχναζε στα καφενεια, σοβαρος, δεν αφηνε να φαινεται τιποτα απο τις προσωπικες του δυσκολιες. Δεχοταν τις προσκλησεις των χωρικων για γευματα μονο την κυριακη οπου πηγαινε παντοτε συνοδευομενος απο την γυναικα του.
Ανεπτυξε ειλικρινη φιλια μονο με τον παπα-Κωστα, τον επισκεπτοταν στο γραφειο του το απογευμα του Σαββατου πριν απο τον εσπερινο, σπανιωτερα ο παπας ερχοταν να βρει το δασκαλο στο σχολειο, οι δυο ανδρες συζητουσαν για ιστορικα και φιλοσοφικα θεματα.