dimanche 14 août 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ




Χειμωνας. Ειχε φεξει οταν ξυπνησε. Εκανε κρυο και δεν ειχε ξυλα ν΄αναψει φωτια. Το κτιριο ηταν στο σιδηροδρομικο σταθμο Στυλιδος. Ο σταθμος ειναι ερημος, μονο αυτη η γυναικα μενει στο κυλινδρικο κτιριο. Το ειχαν παλια για να παιρνει νερο το τραινο. Απο την ανατολικη πλευρα εχει μια μικρη πορτα και κανενα παραθυρο. Δεν ειχε πολλες μερες που εγκατασταθηκε εδω. Παλιοτερα εμενε εξω απο την πολη, σε μια καλυβα. Ομως με τα χρονια η καλυβα χαλασε. Δεν ειχε τα υλικα να την επισκευασει. Πηρε τα κουρελια της και τα εφερε στο σταθμο.
Τωρα ανεβαινε τη λεωφορο Φαλαρων. Εφθασε στο σταθμο των λεωφορειων. Η σομπα ζεσταινε καλα την αιθουσα του καφενειου. Δυο λεωφορειουχοι καμαρωναν ενα καινουργιο λεωφορειο, το κοιταγαν απ΄ολες τις μεριες.
Η γυναικα μπηκε στην αιθουσα, πηρε μια καρεκλα και καθηκε κολλητα στη σομπα. Εδω ερχοταν να ζεσταθει καθε μερα το χειμωνα, τοσα χρονια τωρα. Ελεγαν πως ειχε σαλεψει το μυαλο της. Την ακουγαν να μονολογει για ενα παιδι που της το ΄κλεψαν. Την πειραζαν για να κανουν πλακα, την ειχαν για διασκεδαση. Οι οδηγοι των λεωφορειων και οι εισπραχτορες, οι εργατες, αλλοι επιβατες που περιμεναν στο σταθμο. Ο διευθυντης του σταθμου πολλες φορες τσακωθηκε με αυτους που την πειραζαν, αλλα κανενας δεν τον ακουγε.
Σημερα οταν εφθασε δεν την προσεξαν. Κραταγε ενας μια εφημεριδα και διαβαζε : ειχαν βρει μια γυναικα, σ΄ενα κοντινο χωριο, ηταν δεμενη τριαντα χρονια σ΄ενα υπογειο μεσα στα κοπρανα και στα ουρα της.
Τους επιασε ολους θλιψη, ηταν αγανακτισμενοι, δεν το χωραγε το μυαλο τους.
Υστερα πεταξαν την εφημεριδα. Προσεξαν τη γρια. Δεν ειχε δοντια, τα χειλη της κατσαρωναν προς τα εξω, τα ματια της τ΄ ανοιγοκλεινε συνεχεια. Την πειραξε πρωτα ενας νεαρος εργατης, επειτα ενας οδηγος λεωφορειου, την πειραζαν με χυδαια λογια. Υστερα ενας γερος, με κατακαινουργη μασελα, ξαναειπε τα ιδια πειραγματα. Η γρια ηταν συνηθισμενη, δεν κουνηθηκε καθολου, ετσι εκανε παντα. Οι ανθρωποι ομως δεν σταματαγαν, συνεχιζαν την κοροϊδια. Τοτε σηκωνονταν απανω και κλαιγοντας πηγαινε να χτυπησει οποιον εβρισκε μπροστα της. Μα εκεινος, σβελτος, την απεφευγε και η γυναικα χτυπαγε τον αερα. Γελαγαν οι ανθρωποι γυρω της και χτυπαγαν παλαμακια.
Ομως οπως τους κυνηγουσε πηρε ενα τραπεζι σβαρνα, τα ποτηρια και τα φλυτσανια του καφε επεσαν, εγιναν ολα θρυψαλα. Εφθασε ο καφετζης αγριεμενος, η φαλακρα του γιαλιζε, κουναγε τα χερια του συνεχεια. Την αρπαξε απο τα βρωμικα φουστανια της, την τραβηξε στην πορτα, την πεταξε εξω βριζοντας. Εκλεισε την πορτα και τα ΄βαλε με τους πελατες. Οι πελατες δυσαρεστημενοι, τους ειχε χαλασει τη διασκεδαση, βγηκαν στο πεζοδρομιο. Αρχισαν παλι τα πειραγματα. Γελια, φωνες, ουρλιαχτα και ο θορυβος των αυτοκινητων. Περασε ο παπας, τραβηξε για την εκκλησια. Περασε ο δημαρχος και ο αστυνομος με τα υπηρεσιακα τους οχηματα.
Τωρα τη γρια Κυριακουλα την ειχε πιασει ενα νευρικο και απελπισμενο κλαμα. Περασε για λιγο απο τη σκεψη της η βασανισμενη της ζωη. Ενας ανδρας ψαρας που την εδερνε, το αγορακι της που χαθηκε, οι ανθρωποι που την κοροϊδευαν, ο παπας, ο δημαρχος, ο αστυνομος.
Ετρεξε να ξεφυγει απο τον κλοιο των ανθρωπων που την εζωναν, καταφερε να φυγει, ετρεχε τωρα μεσα στο σταυροδρομι. Παραπατησε κι επεσε κατω. Τ΄αυτοκινητα φρεναρησαν αποτομα, οι οδηγοι εβριζαν απ΄ολες τις μεριες. Εκανε προσπαθεια, δεν μπορουσε να σηκωθει, η απελπισια την κυριευσε ολοκληρη. Αρχισε να χτυπαει το κεφαλι της στην ασφαλτο. Τοτε ετρεξε ενας αστυφυλακας, τη σηκωσε και την βοηθησε να ανεβει στο πεζοδρομιο. Η κυκλοφορια αποκατασταθηκε. Οι φωνες των ανθρωπων και τα κλαξον των αυτοκινητων σκεπαστηκαν απο την καμπανα της εκκλησιας.

Πρωτη δημοσιευση 1982.

Aucun commentaire: