samedi 17 septembre 2011

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ, διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
 
Κατεβαινε τη λεωφορο Φαλαρων με βημα σταθερο, κραταγε το μπαστουνι του σφιχτα, ειχε το χαρτι στην τσεπη του, ειχε βαλει το απαραιτητο χαρτοσημο. Ηταν αποφασισμενος για ολα, θα τα εβαζε με ολους, κανεναν δεν λογαριαζε, δεν θα αλλαζε γνωμη με τιποτα, οι αλλοι επρεπε ν΄αλλαξουν γνωμη, η δικη του ηταν σωστη.
-Αυτο δεν επρεπε να το σκεφτουν, ελεγε και ξαναλεγε μεσα του.
-Δεν πρεπει να γινει, σκεφτοταν.
-Οσο ζω εγω δεν θα τους αφησω.
Να τι ειχε συμβει και ηταν θυμωμενος ο Κυρ-Ανδρεας ο Βουλγαρης : Του το ειπε ο περιπτερας, το και το, θα χαλασουν το σταθμο, στη θεση του θα χτισουν μεγαρο για δημαρχειο, θα ειναι στολιδι για την πολη μας, την πηρε την αποφαση το δημοτικο συμβουλιο, οπου ναναι θ΄αρχισουν οι εργασιες, πρωτα θα κοψουν τα δενδρα, υστερα θα ξηλωσουν τις γραμμες.
Τρεμουλα τον επιασε τον Κυρ-Ανδρεα σαν τ΄ακουσε, ετρεμαν τα χερια του, ετρεμαν τα ποδια του, ετρεμε ολοκληρο το σωμα του. Πηρε γρηγορα το δρομο για το σταθμο, ολα τα αλλα τα ξεχασε, τιποτα δεν θυμοταν, μονο το σταθμο.
Συνταξιουχος σιδηροδρομικος, ηταν πολλα χρονια σταθμαρχης στο σταθμο της Στυλιδας, ειχε δεθει η ζωη του με τα τραινα.
Ηταν τακτικος θαμωνας στο καφενειο των απομαχων. Μαζευονταν ολοι οι συνταξιουχοι. Ναυτικοι, ψαραδες, εργατες του λιμανιου, φορτωεκφορτωτες του σιδηροδρομου, υπαλληλοι του ταχυδρομειου και της τραπεζας. Αναπολουσαν τα περασμενα, ελεγαν παλιες ιστοριες, ονειρα που εξατμιστηκαν, περιπετειες της κατοχης και του εμφυλιου πολεμου, εγκληματα και αδικιες. Συζητουσαν για τα κοινα του Δημου και τις τωρινες πολιτικες εξελιξεις.

Κατεβαινε τωρα την τσιμεντενια σκαλα κατω απο το κτιριο της Αστυνομιας. Εφθασε και βυθιστηκε μεσα στο χρονο : οι ταξιδιωτες ανεβοκατεβαιναν στα βαγονια, αλλοι γελαγαν, αλλοι εκλαιγαν, αλλοι αγκαλιαζονταν και αλλοι ανεμιζαν δακρυσμενα μαντηλια. Εδιναν υποσχεσεις. Περναγαν νυφες και γαμπροι, εμποροι μ΄εμπορευματα, χωριατες και χωριατοπουλες, φανταροι στις επιστρατευσεις. Το αποσπασμα της αστυνομιας με τους ζωοκλεφτες, τους ειχαν κρεμασει στο λαιμο τα βροναρουδια, τους ειχαν βαλει στους ωμους τα τομαρια. Εκανε ζεστη, ειχαν ιδρωσει. Μαζευτηκαν οι ανθρωποι μελισσι γυρω τους, τους εβριζαν και τους εφτυναν οπως οι Ρωμαιοι στρατιωτες τον Χριστο. Τους ανεβασαν στο τραινο να τους πανε στη φυλακη.
Να κι ο κλειδουχος ο Μαντζουφας που ανοιγε τις γραμμες, το τραινο ξεκινησε δαιμονισμενα
Κοιταξε τις γραμμες. Ηταν σκουριασμενες, θυμηθηκε. Ακουσε τις φωνες των εργατων, φορτωναν ελιες σε μεγαλα φορτηγα διεθνων μεταφορων. Το εργοστασιο ηταν κατω απο το σταθμο, διπλα στο γηπεδο. Κοιταξε το ρολοϊ του σταθμου, ηταν φερμενο απο το Παρισι, δεν ειχε πια δειχτες. Ειδε τις πορτες του σταθμου, ηταν χορταριασμενες.
Δεν ειπε τιποτα, εφυγε, δεν πηγε στο καφενειο, δεν ηθελε να στενοχωρησει τους αλλους, ηταν δικη του υποθεση.

Γι΄αυτο πηγαινε σημερα στο δημαρχειο να καταθεσει αιτηση διαμαρτυριας. Μπηκε στο γραφειο, εδωσε το χαρτι στον υπαλληλο.
Ο υπαλληλος μολις το διαβασε, ειπε : Αγονη γραμμη, αγαπητε μου, η υποθεση εκλεισε, αδικος κοπος.
Ο Κυρ-Ανδρεας γυρισε πισω, κατεβηκε τη σκαλα με ενα σιγανο, αθορυβο, κλαμα.

Πρωτη δημοσιευση, ΣΤΥΛΙΔΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, 1979

samedi 10 septembre 2011

Ο εκκλησιασμός



Ο εκκλησιασμος ηταν υποχρεωτικος. Την Κυριακη το πρωι μαζευομασταν στην αυλη του σχολειου. Ο δασκαλος εφθανε με τη μοτοσικλετα. Φορουσαμε τα καλα μας ρουχα, τα ειχαμε για τις Κυριακες και τις γιορτες. Μολις χτυπαγε τριτη καμπανα, ο δασκαλος σφυριζε συγκεντρωση, μπαιναμε στη γραμμη, μπροστα οι κοντοι, πισω οι ψιλοι. Βαδιζαμε, ενα-δυο, εν-δυο, μεχρι την πλατεια, μπαιναμε στην εκκλησια χωρις θορυβο, αριστερα τα κοριτσια, δεξια τα αγορια με το δασκαλο διπλα στο ψαλτηρι. Ο δασκαλος δεν εψελνε, καθοταν σιωπηλος στο στασιδι δεξια στο θρονο του Δεσποτη, επεβλεπε τους ζωηρους μαθητες να μην κανουν φασαρια. Ο συνταγματαρχης Γαβρης ηταν επιτροπος και βοηθος ψαλτου. Εφθανε συχνα στα μπροστινα μανουαλια, εσβυνε τα καμμενα κερια, τα εκανε ματσακι, ενω συγχρονως εψελνε συνοδευοντας τον ψαλτη : 

ταις πρεσβειαις της θεοτοκου Σωτερ σωσον ημας...

Τα πρωτα χρονια της δικτατοριας η λειτουργια εξελισσοταν με απολυτη ταξη και ασφαλεια. Μετα αλλαξαν οι συνθηκες, ο δασκαλος εφυγε στη Λαμια, ενας νεαρος μπεκιαρης τον αντικατεστησε, αυτος δεν κατοικουσε στην αρχη στο χωριο, δεν ερχοταν την κυριακη στη λειτουργια. Πηγαιναμε ο καθενας μονος του. Χωρις επιβλεψη οι μαθητες μιλουσαν μεταξυ τους, πειραζονταν, θορυβουσαν. Ο Νητσακος και οι αδερφοι του αυτοδιοριστηκαν παιδονομοι, εγραφαν σε σημειωματαρια τα ονοματα των αποντων και οσων ειχαν αναρμοστη συμπεριφορα. Τη δευτερα το πρωι ερχονταν να παραδωσουν το σημειωμα στο δασκαλο. Οι παραβατες εκαλουντο να παρουσιαστουν μπροστα στον πινακα, να υποστουν αναλογη τιμωρια. Επροκειτο για ξυλοδαρμο, ως της μονης αποτελεσματικης μεθοδου διαπαιδαγωγησεως.

Μια Κυριακη, ο Βασιλης ο Λιακαμπας, προτου μπει στην εκκλησια, χαζευε στην πλατεια μπροστα στο μαγαζι του Πολυμερου. Ακουγε τη συζητηση ενος ζωεμπορου με το γερο Ζαγκανα. Ο χασαπης κουστουμαρισμενος, επροκειτο για χονδρεμπορο κρεατων, ειχε ερθει να αγορασει εριφια και αμνους, καπνιζε χονδρα πουρα, ειχε προσφερει ενα στο Ζαγκανα και συζητωντας τα πουρα εφθαναν ως το τελος. Πρωτος ο Ζαγκανας το πεταξε στο δρομο. Ο Βασιλης πηρε το πουρο, κανοντας τον σπουδαιο μπηκε καπνιζοντας στην εκκλησια. Το αρωμα του καπνου αναμιχθηκε με το λιβανι. Ο συνταγματαρχης κυνηγησε τον Λιακαμπα αλλα δεν μπορεσε να τον πιασει γιατι, γρηγορος σαν λαγος, γλιστρησε αναμεσα στα κεντρικα στασιδια και κρατωντας παντοτε το πουρο, βγηκε απο την νοτια πορτα.
Την επομενη ο δασκαλος δεν τον καλεσε να παρουσιαστει στον πινακα, πηγε, τον επιασε απο τα αυτια, τον σηκωσε μισο μετρο απο το εδαφος και σηκωτο τον εφερε μπροστα στον πινακα. Παιρνει τη βεργα και τον χτυπαει με δυναμη πολλη ωρα ωσπου η βεργα εσπασε. Ο Βασιλης να ουρλιαζει κι εμεις να μην μπορουμε ουτε να τον κοιταξουμε στη δυστυχια του.
-Τραβα να μου φερεις μια βεργα, λεει ο δασκαλος απευθυνομενος σε εμενα, και κοιταξε να ειναι καλη.
Εντρομος πηγα στο σπιτι μας, εψαχνα αναμεσα στα κλαρια αγριελιας, οσα ειχαν φαει τα μαναρια. Δεν αποφασιζα.
Με βλεπει ο πατερας των Μακαρενκο, βοσκαγε τα προβατα διπλα στο μαντροτοιχο του Αγιου Γεωργιου προς το Γελαδογροικο. Κοντοχονδρος, ηλιοκαπνισμενος, με μαυρα κορακισια μαλλια, καθε τοσο εφτυνε τις παλαμες του, ετριβε με δυναμη τα χερια του και χαζοσφυριζε ενα λαϊκο τραγουδακι : 

Αφου το θες, τουτη τη βραδια με βαρια καρδια και καϋμο μεγαλο, αγαπη μου σου αφήνω γειά αφού τωρα πια δεν με θέλεις άλλο ...


-Τι γινεται; με ρωταει, γιατι εφυγες απο το σχολειο;
-Μ΄εστειλε ο δασκαλος να βρω μια καλη βεργα.
-Κατσε να σου βρω εγω πρωτης ποιοτητος, λεει ο Μακαρενκο.
Βγαζει το σουγια του, ξεκλαριζει ενα κλαδι αγριελιας, στεγνωμενο απο τον ηλιο, σκληρο και ευλυγιστο, γεματο κομπους, εμοιαζε με αγκλιτσα ορεσιβιου ποιμενος. Για μια στιγμη σκεφτηκα να την πεταξω, να ψαξω μονος μου να βρω βεργα λιγωτερο αιχμηρη, αλλα ο δασκαλος, ειχε πει να γυρισω γρηγορα, ανυπομονουσε να συνεχισει την τελετουργια απονομης των τιμωριων. Ο Μακαρενκο θα ρωτουσε σιγουρα το δασκαλο εαν του αρεσε η βεργα, θα του εκανε λεπτομερη περιγραφη. Ημουν χαμενος, επρεπε να την παω. Επιστρεφοντας στο σχολειο, την κοιταγα και σκεφτομουν τι πονο θα προκαλουσε.
Μολις εφθασα στην αιθουσα την εδωσα στο δασκαλο, ειδα στο βλεμμα του την εκπληξη και μια λαμψη τρομου. Πηρε τη βεργα, συνεχισε το παιδαγωγικο του καθηκον χωρις αναστολες.
Στο διαλειμμα, οι αλλοι μαθητες διαμαρτυρονταν, κι εγω εξηγουσα πως ηταν εργο του Μακαρενκο.
Στο τελος της σχολικης χρονιας η βεργα εξαφανιστηκε, υποθετω πως ο δασκαλος την πηρε μαζι του, εκεινη τη χρονια εφυγε με μεταθεση.

Ο εκκλησιασμος ηταν υποχρεωτικος και στο Γυμνασιο. Τα γυμνασιοπαιδα οφειλαν να προσερχονται αυθορμητα στη λειτουργια. Η καταμετρηση των παραβατων ηταν εργο του αιδεσιμωτατου ο οποιος δεν ανεφερε ποτε κανεναν ως απωντα. Παρ΄ολο που δεν του αρεσαν οι ιδεες ορισμενων μαθητων, εβγαιναν στα καφενεια μετα την πτωση των συνταγματαρχων, ανοιγαν συζητησεις για την μη υπαρξη του θεου, παρουσιαζαν τη θρησκεια ως το οπιον του λαου, ο παπα-Κωστας μας εβλεπε ολους με συμπαθεια, αυτος ειχε στεφανωσει τους γονεις μας, μας ειχε βαφτισει και ηλπιζε να μη θαψει κανεναν απο τη δικη μας γενια. Ακουγε τις ανοησιες των νεαρων με αινιγματικο χαμογελο, αλλα δεν μιλησε ποτε ουτε για τους προσωκρατικους, ουτε για τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, ουτε για τη σκεπτομενη υλη. Χρονια αργοτερα, μετα τον τραγικο θανατο του, οταν η παπαδια χαρισε ολα τα βιβλια του στη δημοτικη βιβλιοθηκη, καταλαβαμε πως ο παπα-Κωστας ηταν βαθυς γνωστης της αρχαιας ελληνικης φιλοσοφιας και θαυμαστης του Ηρακλειτου και του Εμπεδοκλη. Ετσι ερμηνευσαμε την εσχατη πραξη του ως προσπαθεια επιστροφης στο πυρ, τον αιωνιο πατερα.
Ομως οσο ημασταν ακομη στο δημοτικο, μετα τη λειτουργια, μας εκανε κατηχητικο στο γυναικωνιτη. Μιλουσε για τα παθη των Ισραηλιτων στην Αιγυπτο, τις μαχες μεταξυ Ιουδαιων και Φιλισταιων, τη διδασκαλια του Ιησου. Ειχαμε μικρα σημειωματαρια οπου γραφαμε προσευχες, το διδαγμα και το ρητο καθε μαθηματος. Ο παπα-Κωστας δεν χαριζε καστανα, οποιος εκανε φασαρια, αρπαζε δυο γερα χαστουκια. Για να εμπλουτισει τις αφηγησεις του, με πρακτικα παραδειγματα, μιλουσε για τις προσωπικες του εμπειριες. Το εκανε σπανια αλλα οταν συνεβαινε ηταν παραστατικος, με θεατρικη ακριβεια. Ετσι μαθαμε πως ειχε συμμετασχει στο Αλβανικο μετωπο. Ηταν ημιονηγος, μετεφερε πολεμοφοδια, τροφιμα και ρουχισμο στα χιονισμενα βουνα της Ηπειρου εκεινο τον ηρωικο χειμωνα του 1940. Θελοντας να μας πεισει για τη δυναμη της θειας προνοιας μας μιλησε πως σωθηκε ο ιδιος. Προχωρουσε με τα μουλαρια φορτωμενα οταν αρχισε ο κανονιοβολισμος, οι οβιδες επεφταν γυρω του και σηκωναν ογκους απο χωματα και πετρες και ξερριζωμενα δενδρα. Το μονοπατι ηταν σε κατηφορικη πλαγια και οι οβιδες του εχθρου προκαλεσαν κατολισθηση. Η μαζα του χωματος, των λιθαριων και οι κορμοι των δενδρων, ενα συνολο, να γλιστραει στον κατηφορο κι ο παπα-Κωστας να εχει ως μονο οπλο του την προσευχη. Βρεθηκε σκεπασμενος μαζι με τα μουλαρια, μετα το τελος του βομβαρδισμου βγηκε σωος με τα ζωα, συνεχισε το δρομο του μεχρι τα φυλακια, οπου ηταν ο προορισμος του.
Μετα το τελος του εμφυλιου χειροτονηθηκε παπας. Πριν απο τον πολεμο δεν το αποφασιζε, φοβοταν την επικηδεια ακολουθια, να βλεπει τους νεκρους μεσα στο φερετρο, τους συγγενεις να κλαινε, οι χηρες οδυρομενες και τα παιδια να σκουζουν. Μετα απο οσα ειδε στην Αλβανια, τους χιλιαδες νεκρους, τους τραυματιες να φωναζουν τη μανα τους, καθως ο χειρουργος τους εκοβε με πριονι τα ποδια, με μονο αναισθητικο δυο γουλιες τσιπουρο, αλλαξε γνωμη. Θεωρουσε τον εαυτο του τυχερο, ουτε τραυματιστηκε, ουτε τα ποδια του παγωσαν, γυρισε σωος και αβλαβης με τη σιγουρια μεσα του πως ο θεος ειναι μεγαλος και ο μονος τροπος να αφιερωσει τη ζωη του στους συνανθρωπους του ηταν να γινει ιερευς.

Οταν περασαμε στην πρωτη Γυμνασιου, πηγαμε, στην αρχη της σχολικης χρονιας, ο φιλος μου Αλεκος Μακαρενκο κι εγω στο κατηχητικο. Δεν μας ενδιεφερε το μαθημα του παπα-Κωστα, ηταν ακομη νωρις για να τον νοσταλγησουμε, θελαμε να κανουμε τα ζιζανια, οπως ειχαμε δει τους μαθητες του Γυμνασιου Στυλιδος, με ποιον τροπο βασανιζαν τον θεολογο Βασιλειο Καμνη.
Ο παπα-Κωστας αφηγειτο την ιστορια του πηγαινοερχομενος στο μικρο διαδρομο, αναμεσα στα θρανια. Ειχαμε καθισει στις μπροστινες σειρες. μολις ο παπας απομακρυνοταν στο βαθος του γυναικωνιτη καναμε τα μπακακακια. Κι ενω τους μικροτερους τους ταραζε στα χαστουκια, για μας εκανε μονο ενα σχολιο προειδοποιησης, πως αμα συνεχιστει αυτη η κατασταση θα μας τσουγκρισει τα κεφαλια σαν καρπουζια. Υστερα απ΄ αυτο δεν ξαναπηγαμε στο κατηχητικο. Μετα την πτωση της Χουντας εκκλησιαζομαστε τα Χριστουγεννα, το Πασχα, του Αγιου Γεωργιου και τα καλοκαιρια στα ορεινα εξωκκλησια.
Εκτοτε τα πρωινα της Κυριακης τα περναγα ακουγοντας τριτο προγραμμα ή τις εκπομπες κινηματογραφου απο το πρωτο. Ακουγοντας μουσικη για κινηματογραφικες ταινιες φαντασιωνα μια αλλη ζωη σε μεγαλουπολη του εξωτερικου σαν το Παρισι, το Λονδινο, τη Νεα Υορκη. 

dimanche 4 septembre 2011

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ, Διηγημα Μπονζαϊ



 
Κριμα ειναι να σε δωσω, το βλεπεις σχιζεται η καρδια μου να σ΄αποχωριστω. Μα τιποτα δεν μπορω να κανω να μινεις μαζι μας, αν σε κρατησω θα ψοφησεις της πεινας, δεν σπερνει κανενας τωρα. Πηραν ολοι μηχανηματα, δουλευουν στα εργοστασια, τα πουλησαν τα ζωα, σημερα τα τελευταια, ηρθαν να σας παρουν οι τσιγγανοι.
Εγω δεν δουλευω στο εργοστασιο, γερασα, ουτε η γρια μου, παιρνουμε συνταξη. Με τα λεφτα που θα μας δωσουν για σενα θα παρουμε θερμαστρα, απ΄αυτες που δουλευουν με ηλεκτρικο ρευμα. Δεν υπαρχουν ξυλα στην περιοχη να κοψουμε για τη φωτια, καηκαν απ΄τις πυρκαγιες, το ειδες και μονος σου, θυμασαι που γκαριζες απο το φοβο σου...
Κριμα ειναι να σε δωσω... θυμασαι που ησουνα μικρο πουλαρακι... που σε ποτιζα γαλα... και το σαμαρι σου θα το πουλησω, τα θελουν στα σαλονια για διακοσμηση, εχουν μεγαλη περαση τωρα. Πεθανε ο σαμαρας ο γειτονας μας, τον θυμασαι... ηταν ευκαιρια να κανει λεφτα... κριμα... βλεπεις κλαιω... θαμπωσαν τα ματια μου. Και η γυναικα μου κλαιει... σ΄αγαπαει... θυμασαι δεν σε φορτωνε πολυ... να μην κουραζεσαι... σου ΄βαλε και χαϊμαλι να μην αβασκαθεις.
Μην ακους τι λεει ο τσιγγανος, δεν θα σας πανε στα θηρια του τσιρκου... σε λιβαδια , πρασινα με κοκκινες παπαρουνες και με μαργαριτες... εκει δεν θα πεινας... αμα μεινεις ομως εδω... εκει θα εισαι χορτατος... θα ψοφησεις... εκει θα εισαι ΄λευτερος να τρεχεις...θα σε φανε τα ορνια... θα παιγνιδιζετε. Ελα μην φοβασαι, ανεβα στο φορτηγο, ειναι και τα μουλαρια του γειτονα μας, γνωριζεστε...γεια σου να πας στο καλο, μην κοιτας τα δακρυα μου, τα σκουπιζω, δεν κλαιω... στο καλο... στο καλο...
Το φορτηγο ξεκινησε αναπτυσσοντας ταχυτητα, χαθηκε στη στροφη του δρομου. Ο γερος πηρε το δρομο για το σπιτι του. Κι αλλο φορτηγο μπροστα του. Νεοι ανθρωποι φορτωναν τα πραγματα τους. Ειχαν πουλησει τα προβατα. Εφευγαν απο το σπιτι που γεννηθηκαν. Δεν θα ξαναγυριζαν. Πηγαιναν να εγκατασταθουν στις μεγαλες πολιτειες με τα φουγαρα, να ενισχυσουν τις κοινωνιες του μελλοντος.
Πρωτη δημοσιευση 1982.

samedi 3 septembre 2011

Σχολιο με αφορμη τη Φραγκοσυριανη, αποδοση ρεγγε απο τους LOCOMONDO

Ακουσα την αποδοση ρεγγε της Φραγκοσυριανης του Βαμβακαρη απο τους Locomondo. Μου αρεσε πολυ αυτη η "μοντερνα" αποδοση, μου εδωσε ενα αισθημα αισιοδοξιας.
Ομως μου θυμισαν τους αδελφους Κατσαμπα, ποιος τους θυμαται;
Στη μεση της τελευταιας δικτατοριας με μεξικανικα καπελα και κιθαρες, σαν να ηθελαν μα μας πεισουν, μεσα απο την ασπρομαυρη οθονη, πως ολα πανε καλα.
Ετσι και τωρα με τους Locomondo, ακουσα και αλλα δικα τους τραγουδακια, εχω την εντυπωση πως "εδω ο κοσμος καιγεται και η γρια χτενιζεται", κατ΄αλλους το αιδοιο.
Συμφωνω πως πρεπει να γυρισουμε τη σελιδα, να γινει μεταβολισμος των πολλαπλων τραυματισμων μας, (Μικρασιατικη καταστροφη, δικτατορια της 4ης Αυγουστου 1936, Ναζιστικη κατοχη, Εμφυλιος 44-49, Μαζικη μεταναστευση, Δικτατορια των συνταγματαρχων 67-74, Μεταπολιτευση και επανοδος της τριανδριας Καραμανλης, Παπανδρεου, Μητσοτακης), αλλα να μην ξεχασουμε, ουτε με το χασισι, ουτε με τσιπουρο και τοπικο οινο.
Ακουστε και δειτε την αποδοση της Φραγκοσυριανης: