samedi 10 septembre 2011

Ο εκκλησιασμός



Ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός. Την Κυριακή το πρωί μαζευόμασταν στην αυλή του σχολείου. Ο δάσκαλος έφθανε με το μοτοσακό. Φορούσαμε τα καλά μας ρούχα, τα είχαμε για τις Κυριακές και τις γιορτές. Μόλις χτύπαγε τρίτη καμπάνα, ο δάσκαλος σφύριζε συγκέντρωση, μπαίναμε στη γραμμή, μπροστά οι κοντοί, πίσω οι ψηλοί. Βαδίζαμε, ένα-δύο, εν-δυό, μέχρι την πλατεία, μπαίναμε στην εκκλησία χωρίς θόρυβο, αριστερά τα κορίτσια, δεξιά τα αγόρια με το δάσκαλο δίπλα στο ψαλτήρι. 
Ο δάσκαλος δεν έψελνε, καθόταν σιωπηλός στο στασίδι δεξιά στο θρόνο του Δεσπότη, επέβλεπε τους ζωηρούς μαθητές να μην κάνουν φασαρία. 
Ο συνταγματάρχης Γαβρής ήταν επίτροπος και βοηθός ψάλτου. Εφθανε συχνά στα μπροστινά μανουάλια, έσβυνε τα μισοκαμμένα κεριά, τα έκανε ματσάκι, ενώ συγχρόνως έψελνε συνοδεύοντας τον ψάλτη : 

«Ταις πρεσβείαις της θεοτόκου Σώτερ σώσον ημάς...»

Τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας η Θεία Λειτουργία εξελισσόταν με απόλυτη τάξη και ασφάλεια. Μετά άλλαξαν οι συνθήκες, ο δάσκαλος μετακόμισε στη Λαμία, δεν ερχόταν την Κυριακή στην εκκλησία. Πηγαίναμε ο καθένας μόνος του. Χωρίς επίβλεψη οι μαθητές μιλούσαν μεταξύ τους, πειράζονταν, θορυβούσαν. Ο Νητσάκος και οι αδερφοί του αυτοδιορίστηκαν παιδονόμοι, έγραφαν σε σημειωματάρια τα ονόματα των απόντων και όσων είχαν ανάρμοστη συμπεριφορά. Τη Δευτέρα το πρωί έρχονταν να παραδώσουν το σημείωμα στο δάσκαλο. Ο δάσκαλος διάβαζε δυνατά τα ονόματα και οι παραβάτες παρουσιάζονταν μπροστά στον πίνακα, να υποστούν ανάλογη τιμωρία. Επρόκειτο για ξυλοδαρμό, ως της μόνης αποτελεσματικής μεθόδου διαπαιδαγωγήσεως.

Μιά Κυριακή, ο Βασίλης ο Λιακαμπάς, προτού μπει στην εκκλησία, χάζευε στην πλατεία μπροστά στο μαγαζί του Πολύμερου. ΄Ακουγε τη συζήτηση ενός ζωέμπορου με το γέρο Ζαγκανά. Ο χασάπης κουστουμαρισμένος, επρόκειτο για χονδρέμπορο κρεάτων, είχε έρθει να αγοράσει ερίφια και αμνούς, κάπνιζε χονδρά πούρα, είχε προσφέρει ένα στο Ζαγκανά και συζητώντας τα πούρα έφθαναν ως το τέλος. Πρώτος ο Ζαγκανάς το πέταξε στο δρόμο. Ο Βασίλης πήρε το πούρο, κάνοντας τον σπουδαίο μπήκε καπνίζοντας στην εκκλησία. Το άρωμα του καπνού αναμίχθηκε με το λιβάνι. Ο συνταγματάρχης κυνήγησε τον Λιακαμπά αλλά δεν μπόρεσε να τον πιάσει γιατί, γρήγορος σαν λαγός, γλίστρησε ανάμεσα στα κεντρικά στασίδια και κρατώντας πάντοτε το πούρο, βγήκε από την νότια πόρτα.
Την επομένη ο δάσκαλος δεν τον κάλεσε να παρουσιαστεί στον πίνακα, πήγε, τον έπιασε από τα αυτιά, τον σήκωσε μισό μέτρο από το έδαφος και σηκωτό τον έφερε μπροστά στον πίνακα. Παίρνει τη βέργα και τον χτυπάει με δύναμη πολλή ώρα ώσπου η βέργα έσπασε. Ο Βασίλης να ουρλιάζει κι εμείς να μην μπορούμε ούτε να τον κοιτάξουμε στη δυστυχία του.
«Τράβα να μου φέρεις μιά βέργα, μου λέει ο δάσκαλος και κοίταξε να είναι καλή.»
΄Εντρομος πήγα στο σπίτι μας, έψαχνα ανάμεσα στα κλαριά αγριελιάς, όσα είχαν φάει τα μανάρια. Δεν αποφάσιζα.
Με βλέπει ο πατέρας των Μακαρένκο, βόσκαγε τα πρόβατα δίπλα στο μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου προς το Γελαδόγροικο. Κοντόχονδρος, ηλιοκαπνισμένος, με κορακίσια μαλλιά, κάθε τόσο έφτυνε τις παλάμες του, έτριβε με δύναμη τα χέρια του και χαζοσφύριζε ένα «λαϊκό» τραγουδάκι της νεότητός του: 

«Αφού το θες, τούτη τη βραδιά με βαριά καρδιά και καϋμό μεγάλο, αγάπη μου σου αφήνω γειά αφού τώρα πια δεν με θέλλεις άλλο ...»

«Τι γίνεται; με ρωτάει, γιατί έφυγες από το σχολείο;»
«Μ΄έστειλε ο δάσκαλος να βρω μιά καλή βέργα.»
«Κάτσε να σου βρω εγώ πρώτης ποιότητος», λέει ο Μακαρένκο.
Βγάζει το σουγιά του, ξεκλαρίζει ένα κλαδί αγριελιάς, στεγνωμένο από τον ήλιο, σκληρό και ευλύγιστο, γεμάτο κόμπους, έμοιαζε με αγκλίτσα ορεσίβιου ποιμένος. Για μιά στιγμή σκέφτηκα να την πετάξω, να ψάξω μόνος μου να βρω βέργα λιγώτερο αιχμηρή, αλλά ο δάσκαλος, είχε πει να γυρίσω γρήγορα, ανυπομονούσε να συνεχίσει την τελετουργία απονομής των τιμωριών. Άλλωστε ο Μακαρένκο θα ρωτούσε σίγουρα το δάσκαλο εάν του άρεσε η βέργα, θα του έκανε λεπτομερή περιγραφή. ΄Ημουν χαμένος, έπρεπε να την πάω. Επιστρέφοντας στο σχολείο, την κοίταγα και σκεφτόμουν τι πόνο θα προκαλούσε.
Μόλις έφθασα στην αίθουσα την έδωσα στο δάσκαλο, είδα στο βλέμμα του την έκπληξη και μιά λάμψη τρόμου. Πήρε τη βέργα, συνέχισε το παιδαγωγικό του καθήκον χωρίς αναστολές.
Στο διάλειμμα, οι άλλοι μαθητές διαμαρτύρονταν, κι εγώ εξηγούσα πως δεν ήταν έργο δικό μου.
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς η βέργα εξαφανίστηκε, υποθέτω πως ο δάσκαλος την πήρε μαζί του, εκείνη τη χρονιά έφυγε με μετάθεση.

Ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός και στο Γυμνάσιο. Τα γυμνασιόπαιδα όφειλαν να προσέρχονται αυθόρμητα στη λειτουργία. Η καταμέτρηση των παραβατών ήταν έργο του αιδεσιμώτατου ο οποίος δεν ανέφερε ποτέ κανέναν ως απώντα. Παρ΄όλο που δεν του άρεσαν οι ιδέες ορισμένων μαθητών, έβγαιναν στα καφενεία μετά την πτώση των συνταγματαρχών, άνοιγαν συζητήσεις για την μη ύπαρξη του θεού, παρουσίαζαν τη θρησκεία ως το όπιον του λαού, ο παπά-Κώστας μας έβλεπε όλους με συμπάθεια, αυτός είχε στεφανώσει τους γονείς μας, μας είχε βαφτίσει και ήλπιζε να μη θάψει κανέναν από τη δική μας γενιά. ΄Ακουγε τις ανοησίες των νεαρών με αινιγματικό χαμόγελο, αλλά δεν μίλησε ποτέ ούτε για τους προσωκρατικούς, ούτε για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ούτε για τη σκεπτόμενη ύλη. Χρόνια αργότερα, μετά τον τραγικό θανατό του, όταν η παπαδιά χάρισε όλα τα βιβλία του στη δημοτική βιβλιοθήκη, καταλάβαμε πως ο παπά-Κώστας ήταν βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και θαυμαστής του Ηράκλειτου και του Εμπεδοκλή. ΄Ετσι ερμηνεύσαμε την έσχατη πράξη του ως προσπάθεια επιστροφής στο πυρ, τον αιώνιο πατέρα.
΄Ομως όσο ήμασταν ακόμη στο δημοτικό, μετά τη λειτουργία, μας έκανε κατηχητικό στο γυναικωνίτη. Μιλούσε για τα πάθη των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο, τις μάχες μεταξύ Ιουδαίων και Φιλισταίων, τη διδασκαλία του Ιησού. Είχαμε μικρά σημειωματάρια όπου γράφαμε προσευχές, το δίδαγμα και το ρητό κάθε μαθήματος. 
Ο παπά-Κώστας δεν χάριζε κάστανα, όποιος έκανε φασαρία, άρπαζε δυό γερά χαστούκια. Για να εμπλουτίσει τις αφηγήσεις του, με πρακτικά παραδείγματα, μιλούσε για τις προσωπικές του εμπειρίες. Το έκανε σπάνια αλλά όταν συνέβαινε ήταν παραστατικός, με θεατρική ακρίβεια. Ετσι μάθαμε πως είχε συμμετάσχει στο Αλβανικό μέτωπο. ΄Ηταν ημιονηγός, μετέφερε πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρουχισμό στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου εκείνο τον ηρωικό χειμώνα του 1940. Θέλοντας να μας πείσει για τη δύναμη της θείας πρόνοιας μας μίλησε πως σώθηκε ο ίδιος : Προχωρούσε με τα μουλάρια φορτωμένα όταν άρχισε ο κανονιοβολισμός, οι οβίδες έπεφταν γύρω του και σήκωναν όγκους από χώματα και πέτρες και ξεριζωμένα δένδρα. Το μονοπάτι ήταν σε κατηφορική πλαγιά και οι οβίδες του εχθρού προκάλεσαν κατολίσθηση. Η μάζα του χώματος, των λιθαριών και οι κορμοί των δένδρων, ένα σύνολο, να γλιστράει στον κατήφορο κι ο παπά-Κώστας να έχει ως μόνο όπλο του την προσευχή. Βρέθηκε σκεπασμένος μαζί με τα μουλάρια, μετά το τέλος του βομβαρδισμού βγήκε σώος με τα ζώα, συνέχισε το δρόμο του μέχρι τα φυλάκια, όπου ήταν ο προορισμός του.
Μετά το τέλος του Εμφυλίου χειροτονήθηκε παπάς. Πριν από τον πόλεμο δεν το αποφάσιζε, φοβόταν την επικήδεια ακολουθία, να βλέπει τους νεκρούς μέσα στο φέρετρο, τους συγγενείς να κλαίνε, οι χήρες οδυρόμενες και τα παιδιά να σκούζουν. Μετά από όσα είδε στην Αλβανία, τους χιλιάδες νεκρούς, τους τραυματίες να φωνάζουν τη μάνα τους, καθώς ο χειρούργος τους έκοβε με πριόνι τα παγωμένα πόδια, με μόνο αναισθητικό δυό γουλιές τσίπουρο, άλλαξε γνώμη. Θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό, ούτε τραυματίστηκε, ούτε τα πόδια του πάγωσαν, γύρισε σώος και αβλαβής με τη σιγουριά μέσα του πως ο θεός είναι μεγάλος και ο μόνος τρόπος να αφιερώσει τη ζωή του στους συνανθρώπους του ήταν να γίνει ιερεύς.

΄Οταν περάσαμε στην πρώτη Γυμνασίου, πήγαμε, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, ο φίλος μου Αλέκος Μακαρένκο κι εγώ στο κατηχητικό. Δεν μας ενδιέφερε το μάθημα του παπά-Κώστα, ήταν ακόμη νωρίς για να τον νοσταλγήσουμε, θέλαμε να κάνουμε τα ζιζάνια, όπως είχαμε δει τους μαθητές του Γυμνασίου Στυλίδος, με ποιόν τρόπο βασάνιζαν τον θεολόγο Βασίλειο Καμνή.
Ο παπά-Κώστας αφηγείτο την ιστορία του πηγαινοερχόμενος στο μικρό διάδρομο, ανάμεσα στα θρανία. Είχαμε καθίσει στις μπροστινές σειρές. μόλις ο παπάς απομακρυνόταν στο βάθος του γυναικωνίτη κάναμε τα μπακακάκια. Κι ενώ τους μικρότερους τους τάραζε στα χαστούκια, για μας έκανε μόνο ένα σχόλιο προειδοποίησης, πως άμα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα μας τσουγκρίσει τα κεφάλια σαν καρπούζια. ΄Υστερα απ΄ αυτό δεν ξαναπήγαμε στο κατηχητικό. Μετά την πτώση της Χούντας εκκλησιαζόμαστε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και τα καλοκαίρια στα ορεινά εξωκκλήσια.
΄Εκτοτε τα πρωινά της Κυριακής τα πέρναγα ακούγοντας τρίτο πρόγραμμα ή τις εκπομπές κινηματογράφου από το πρώτο. Ακούγοντας μουσική για κινηματογραφικές ταινίες φαντασίωνα μιά άλλη ζωή σε μεγαλούπολη του εξωτερικού σαν το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη. 

3 commentaires:

Konstantinos Floridis a dit…

Τί μνήμες μου ξυπνήσατε... και στην Αθήνα,στο ΙΔ' Γυμνάσιο Αρρένων ανάλογα φαινόμενα.Ο Γυμνασιάρχης Αλεξόπουλος Βασίλειος,αν ζει,εύχομαι να βασανίζεται από τύψεις.

Konstantinos Floridis a dit…

YΥ.Εύχομαι να είναι απλή συνωνυμία.Ούτως ή άλλως η προσωπική στάση δεν έχει σχέση με συλλογική και οικογενειακή ευθύνη.Και μένα με βαραίνει το επώνυμο,ίδιο με κάποιου δημάρχου της εποχής :)

Kostas ALEXOPOULOS a dit…

Προκειται για τις μυθικες δεκαετιες εξηντα-εβδομηντα. Αυτο το αποσπασμα εχει σχεση με το αλλο που φερει τον τιτλο Η ΘΥΣΙΑ και φυσικα προκειται για αφηγηματικη φαντασιωση της οποιας το ερεθισμα ειναι αληθινα γεγονοτα.