dimanche 18 décembre 2011

Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ, Διηγημα απο τη συλλογη ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ



Ηταν πολυ ομορφη. Λυγερη κορμοστασια, βυζια ολοστρογγυλα σαν ωριμα πεπονια, μαλλια μακρια σαν σταχια ριγμενα στους ομορφους ωμους της, χειλη κοκκινα σαν το τριανταφυλλο, μαγουλα που σχηματιζαν λακακια οταν την επιαναν τα γελια, εκεινα τα κρυσταλλινα γελακια που γεμιζαν με ποθο τις καρδιες των ανδρων. Οι γαμπες της καλοφτιαγμενες αναλογες με το σωμα της συμπληρωναν την ομορφια της. Ηταν πολυ ομορφη. Οι νεοι ανδρες ειχαν ξετρελλαθει μαζι της, δεν γυριζαν να κοιταξουν τα αλλα κοριτσια. Περισσοτερο απ΄ολους ο Βαγγελης, το πρωτο παληκαρι του χωριου. Και οι εγγαμοι ηταν ερωτευμενοι κρυφα, αλλα δεν τολμουσαν να το δειξουν, φοβοντουσαν τις γυναικες τους. Οι νεολαιοι ομως κανεναν δεν λογαριαζαν. Τα βραδια, μολις νυχτωνε, περναγαν μπροστα στην πορτα της και τραγουδουσαν με παθιασμενες φωνες : Τι τα φυλας τα νειατα σου... 
Οσο ζουσε ο πατερας της τους πεταγε, απο το μπαλκονι, γλαστρες με λουλουδια, κουβαδες με νερο, τουφεκιες με το δικανο.
Εγκατελειψε τα εγκοσμια και δεν προλαβε να την παντρεψει. Δεν ηθελε κανεναν. Ειχε αποκρουσει με πεισμα τους προξενητες, ελεγε πως θα παντρευτει με ερωτα, τον ανδρα που θ΄αγαπησει. Αλλα κανενας δεν ηξερε ποιον. Οι νεοι σαν κριαρια γυροφερναν το σπιτι της, ηταν ετοιμοι να συγκρουστουν για χαρη της.
-Θα μας κανει κανα θαμα σαν τη Μαρια την Πενταγιωτισσα, ελεγαν τα γεροντια με στοχαστικο υφος.
-Πρεπει να εχουμε το νου μας, δεν θελει κανεναν, λες κι ειναι κορη τσιφλικα.
Φτωχοκοριτσο ηταν αλλα πολυ ομορφη. Οι γυναικες του χωριου δεν την χωνευαν, πιο πολυ οσες ειχαν ανυπαντρα κοριτσια. Προσπαθησαν να της βγαλουν κουσουρια κι ελαττωματα, μα τιποτα δεν καταφερναν, μαγια εκαναν και δεν επιαναν. Αλλες εκαναν ταματα στους Αγιους να παντρευτει γρηγορα.

Εκεινος περπατουσε πισω απο το γαϊδαρο του. Ηταν μετριος στο αναστημα με κατσαρα καστανα μαλλια και γαλανα ματια. Ο πατερας του ηταν πραματευτης. Γυριζε στα χωρια, πουλαγε κουβαριστρες, κορδελες, καλτσες, υφασματα, ειδη προικος και αλλα τετοια ψιλικαντζιδικα.
Πριν απο λιγες μερες ανελαβε τη δουλεια ο γιος, ο πατερας γερασε, δεν μπορουσε να εργαστει αλλο. Ειχαν κατι λεφτα στην ακρη, λιγο καιρο θα δουλευε ακομα με το γαϊδαρο, μετα θ΄αγοραζε αυτοκινητο και τοτε...
Πρωτη φορα ερχοταν σ΄αυτο το χωριο. Μολις εφτασε στα πρωτα σπιτια του ριχτηκαν τα σκυλια, δεν τον γνωριζαν. Οι ανθρωποι ετρεξαν να τον σωσουν. Τον καλοδεχονταν στα καφενεια, τον κερναγαν ουζα και καφεδες. Οι γυναικες αγοραζαν ψιλικα. Αγορασε κι εκεινη κορδελιτσες για τα μαλλια της. Τοτε την ειδε, την προσεξε. Του εκανε τα γλυκα ματια. Χαμογελασαν. Τις μερες που ακολουθησαν ο ενας σκεφτοταν τον αλλον. Σε λιγον καιρο ομολογησαν τον αμοιβαιο ερωτα τους. Τωρα πια δεν πληρωνε, αυτος της εκανε δωρα.
Εκεινο το βραδυ τον καλεσε σπιτι της να δειπνησουν. Εδεσε το γαϊδαρο σε ενα παλουκι. Οι νεαροι εκαναν συμβουλιο. Ο Βαγγελαρας στη μεση εριξε την προταση. Καταστρωσαν ολοι μαζι το σχεδιο. Μετα το εβαλαν σε εφαρμογη. Εδεσαν την πορτα του σπιτιου με συρμα. Ελυσαν το καπιστρι και τραβηξαν το γαϊδαρο στο καμπαναριο της εκκλησιας. Πηραν μια χουφτα αλογομυγες απο το αλογο του γραμματεα και τις εριξαν στ΄αχαμνα του γαϊδαρου. Ο γαϊδαρος στριφογυριζε και κλωτσαγε. Ολοι τοβαλαν στα ποδια, χαθηκαν. Μονον ο Βαγγελαρας τραβηξε ισα στο σπιτι της. Δεν αισθανοταν καλα, το κεφαλι του βουηζε, τα χερια του ετρεμαν. Ελυσε το συρμα στην πορτα και μπηκε μεσα. Ακουσε το ερωτικο λαχανιασμα, το μυαλο του θολωσε. Ετρεμε ολοκληρος. Τραβηξε το χαντζαρι και προχωρησε.
Η καμπανα χτυπαγε συνεχεια. 
-Σιγουρα κατι συνεβει, σκεφτηκαν οι χωριατες, για να χτυπαει τετοια ωρα η καμπανα.
Ξεχυθηκαν στους δρομους αντρες ξεσκουφωτοι, γυναικες ξεμαντηλωτες και παιδια ξυπολητα. Σε λιγο μαζευτηκε ολο τα χωριο. Αντικρυσαν το γαϊδαρο κι εβαλαν τα γελια. Κανενας δεν τολμουσε να πλησιασει, φοβοντουσαν τις κλωτσιες. Μα το σχοινι δεν αντεξε, κοπηκε και το λουρι που κραταγε το σαμαρι. Το φορτιο επεσε μεσα στο δρομο. Ο γαϊδαρος αλαφρωμενος χαθηκε μεσα στο σκοταδι.
Ο Βαγγελης παραδωθηκε μονος του στην αστυνομια. Ειχε μετανοιωσει τωρα.
Οι γεροντες ετριβαν τα χερια τους ευχαριστημενοι. Οι γυναικες αναβαν λαμπαδες , εκαναν μετανοιες μπροστα στις εικονες. Ολα εγιναν μια χαρα, δεν θα μπορουσαν να γινουν καλυτερα.

Aucun commentaire: