vendredi 29 juillet 2011

Το Πανηγυρι.

Ηταν χτισμενο σε λοφο αγναντερο. Εκατον σαραντατρια δρασκηλια απο τη βρυση με τις πετρινες πελεκητες ποτιστρες. Ενα χτισμα παμπαλαιο. Μια ξεφτισμενη εικονα ειχε μια παλια χρονολογια. Στους τοιχους ηταν φανερα τα σημαδια απο τα μαστιγωματα της βροχης και του ανεμου. Οι πετρινες πλακες της σκεπης ηταν αυλακωμενες. Η πορτα και τα παραθυρα ηταν καινουργια, σιδερενια. Το ονομα του δωρητη γραμμενο με μεγαλα γραμματα. Η σανιδενια παλιοπορτα και τα ξυλινα παραθυρα ηταν πεταμενα διπλα στη ριζα μιας βασιλικης δρυος. Χιλιοτρυπημενα απο τις σφαιρες. Τον καιρο της κλεφτουργιας και αργοτερα στον καιρο της κατοχης και του εμφυλιου, δωθηκαν μαχες εδω. Τα ξυλογλυπτα μανουαλια μισοκαμμενα ηταν ριγμενα διπλα στους θαμνους. Εδω μαζευονταν οι ανθρωποι τα χρονια τα παλια, το κατακαλοκαιρο, τον αλωναρη, γιορταζαν του Αϊ-Λια τη χαρη. Το πανηγυρι κραταγε τρεις μερες. Ερχονταν απ΄ολα τα χωρια. Αγροτοποιμενες, Βλαχοι, ανταμωναν ολοι μαζι. Μετα τη λειτουργια γλεντοκοπαγαν. Ειχαν κλαρινα, βιολια, ταμπουρλα. Φοραγαν φουστανελλες, τσαρουχια, σελαχια οπου ειχαν τα πιστολια και τα χατζαρια. Οι γυναικες φοραγαν μαντηλια πολυχρωμα, λευκα πουκαμισα μεταξωτα, ζακετες υφαμενες με ζηλευτη τεχνη. Απο τον θορυβο του γλεντιου προγκαγαν τα κοπαδια και ολα τα ζουλαπια. Γαυγιζαν σαν ζαγαρια οι σταυραετοι.Ομως το γλεντι συνεχιζοταν. Συχνα γινονταν παρεξηγησεις, μεθυσμενοι νεαροι μαχαιρωνονταν, ομως δεν επεφτε ποτε τουφεκια. Φοβοντουσαν τον Αγιο, να μην ξυπνησει. Τα βλεμματα αγριευαν, πεταγαν σπιθες, τα χερια επιαναν τις λαβες των μαχαιριων, βαδιζαν αργα, απειλητικα. Τοτε πεταγονταν απανω ο παπας. Υψωνε τα χερια με φωνη : σταθειτε αδερφια. Τους ελεγε τον βιο του Αγιου, πως απο ψαρας εγινε ορειβατης. Σταματαγαν ολοι τοτε, τον ακουγαν με προσοχη, μ΄ευλαβεια και φοβο. Ο παπας συνεχιζε βλοσυρος : Καθειστε φρονιμα, θελετε να φανει με το καρρο του και να σας πετσοκοψει; ησυχαστε, πιαστητε και χορεψτε.
Αρχιζαν παλι να λαλανε τα οργανα, οι λεβεντες χοροπηδαγαν, καμαρωναν οι μαναδες, εστριβαν τα μουστακια τους οι πατεραδες. Τα κοριτσια κοιταγαν κρυφα, με χτυποκαρδι.Οι πατεραδες των παληκαριων διαλεγαν ποια θα παρουν νυφη για το γιο τους κι αμα τα συμφωναγαν για το μεγεθος της προικας, εκαναν την αναγγελια των αρραβωνων. Το γλεντι τοτε φουντωνε, επαιρνε αλλον χαρακτηρα.
Ετσι και σημερα, μετα απο τοσα χρονια, κοσμος φανηκε ν΄ανηφοριζει στο δασικο χωματοδρομο.
Τ΄αυτοκινητα βογγομανουσαν στον ανηφορο. Αλλοι σε γιωταχι, αλλοι σε αγροτικα , αλλοι σε καροτσες που τις τραβαγαν δυναμικα τρακτερ.
Αυτος σαλταρε σε μια καροτσα μαζι με αλλους πανηγυριωτες. Στα χερια του τυλιγμενο, σε ενα πανι, ειχε το κλαρινο του παπου του. Ηταν χαρουμενος, θα τους εβαζε ολους κατω, μαγνητοφωνα και πικ-απ, ηταν σιγουρος.
Εφτασαν και ξεπεζεψαν κατω απο τα μεγαλα πουρναρια. Στον χοντρον ισκιο εστρωσαν χαλια, ψαθες, τραπεζομανδηλα. Πρωτη φορα ερχονταν εδω. Συμφωνησαν ολοι απο τα γυρω χωρια να ξαναζωντανεψουν το παλιο εθιμο. Ανδρες, γυναικες και παιδια.. Ηταν κι αλλοι με σορτσακια, βρωμικοι, μακρυμαλλιδες, με πολυχρωμα πουκαμισα και ξεβαμμενα παντελονια. Οι γριες και τα γεροντια ηταν μεσα στην εκκλησια. Παρακολουθουσαν τον παπα που λειτουργουσε : χριστιανα τα τελη της ζωης ημων, ανωδυνα, ανεπαισχυντα, ειρινικα και καλην απολογιαν...
Οι ψαλτες τραγουδουσαν σε διαφορετικο σκοπο ο καθενας, αλλος σε μοντερνο ευρωπαϊκο, αλλος σε δημοτικο, αλλος σε βαρυ λαϊκο αμανε. Ο παπας τους αγριοκοιταξε, τους εκανε νοηματα να μονοιασουν. Εξω απο την εκκλησια οι προσκυνητες εκαναν βολτες. Συζητουσαν για την πολιτικη κατασταση, τον καιρο, το ποδοσφαιρο, την παγκοσμια συναδελφωση. Παντου ακουγονταν οι λεξεις : "Δοξασμενος να ειναι".
Ο τυπος με το κλαρινο επαιρνε βαθειες ανασες να καθαρισουν τα πνευμονια του, μολις τελειωνε η λειτουργια θα ηταν ετοιμος. Ετριβε τα χερια του ικανοποιημενος.
Οι γονεις ειχαν φτιαξει κουνιες δεμενες σταθερα απο θεορατες πουρναρες. Δυο παιδια επεσαν. Εκλεγαν γοερα και οι μαναδες τους τα παρηγορουσαν λεγωντας : να ο νονος σου, ο νονος σου με τα δωρα...
Στο μεταξυ οι πανηγυριωτες μαζεψαν ξυλα και αναψαν μεγαλες φωτιες. Αρνια και κατσικια αφηναν την τελευταια τους πνοη βελαζωντας. Επιδεξιοι εκδοροσφαγεις τα κρεμαγαν στις πουρναρες. Οι σουβλες απο κεδρο περιμεναν ετοιμες. Μολις εγινε θρακα ολοι με τη σειρα γυριζαν τους οβελιες. Οι μακρυμαλληδες μαζευτηκαν σαν μυγες, οσμιζονταν με ορεξη.
Μολις τελειωσε ο παπας τον αγιασμο ριχτηκαν ολοι με τα μουτρα στο φαϊ. Επιναν μπυρες, κρασια και πληθος αναψυκτικα. Αφου αποφαγαν μπηκαν στο χορο.
Αυτος με το κλαρινο το ξεφασκιωσε ταχυτατα και φυσουσε με δυναμη. Ακουστηκε κατι σαν κλαμα, υστερα σκεπαστηκε απο τα ηχεια, καθε παρεα ειχε το δικο της μηχανημα, τα περισσοτερα στερεοφωνικα. Δημοτικα, ρεμπετικα, λαϊκα, ποπ, ροκ, ντισκο, μπλουζ, τζαζ. Ολα ανακατεμενα.
Φυσηξε δυνατωτερα, εγινε κατακκοκινος, ιδρωκοπησε. Παλι τιποτα. Νευριασμενος πεταξε το κλαρινο πανω στα μεγαλα πουρναρια. Το οργανο σταθηκε στα κλωναρια των δενδρων.
Εκεινος κλαιγοντας εφυγε τρεχοντας. Κανενας δεν τον προσεχε, ηταν αφοσιωμενοι στα πηδηματα και στα κουνηματα, αλλοι σφιχταγκαλιασμενοι χορευαν ευτυχισμενοι.
Το βραδυ εφυγαν ολοι, ουτε σκυλι δεν εμεινε. Το φως του φεγγαριου φωτιζε το χωρο γυρω απο την εκκλησια. Ηταν πολλα χαρτια λαδωμενα, πεταμενα, βρωμικα. Κοκκαλα, κονσερβοκουτια, αποτσιγαρα.
Ησυχια.
 
Πρωτη δημοσιευση, Φθιωτικη Σκεψη, Απριλιος 1979.




Η γιορτη του καλοκαιριου.




280206
Προχωρω μεσα στον ελαιωνα με κατευθυνση προς τη θαλασσα. Τη βλεπω πρασινη και μπλε να κυματιζει διπλα στα θεορατα πλατανια που θροϊζουν στον ανεμο. Προχωρωντας ανατολικα φθανω στο χωριο Καραβομυλος οπου μαινεται η γιορτη του καλοκαιριου. Ακουγεται μουσικη απο πολλα μπουζουκια. Η ορχηστρα εχει την πλατη προς τη θαλασσα. Βλεπω τις πλατες των μουσικων και τμημα απο τα οργανα καθως παιζουν ενα ζωηρο, χαρουμενο ρυθμο. Ειναι ενα μενουετο για μαντολινο του Μπετοβεν. Θελω να μετρησω τα μπουζουκια αλλα απο το μερος οπου βρισκομαι, διπλα στη θαλασσα, ειναι αδυνατον να δω ολους τους οργανοπαικτες. Τα χερια του μαεστρου, κινουνται με γρηγορες ευλιγιστες κινησεις.
Ποιος καταφερε να συγκεντρωσει τοσα οργανα;
Κανωντας εναν προχειρο υπολογισμο βρισκω πως ειναι περισσοτερα απο εκατο μπουζουκια.
Συναντω τον Αλεκο Μακαρενκο, δεχεται να με συνοδευσει στη Στυλιδα. Φθανουμε στο Κοκκινοχωμα, βλεπουμε νοτια τη θαλασσα να κυματιζει με μικρα αφρισμενα κυματα. Ενας αγνωστος ανδρας μου προτεινει ν΄αγορασω ενα αυτοκινητο, το εχει στο σπιτι του, προς το παρον μας δινει μια πλαστικη κασελα, εχει μεσα εργαλεια. Αφηνει την κασελα στο πεζοδρομιο, μπροστα στο καφενειο.
Λεω στον Αλεκο : δεν ειναι φρονιμο να αφησουμε το κιβωτιο εκει, μπορει να μας το κλεψουν ή να κλεψουν τα εργαλεια.
Ο τυπος μας καλει να δουμε το αυτοκινητο. Βαδιζουμε ανατολικα κατω απο τα πευκακια. Φθανουμε στην ακρη της πολης. Εκει γινεται παζαρι με την ευκαιρεια της γιορτης του καλοκαιριου, κι ενω οι πωλητες εχουν στρωσει προχειρους παγκους στο πεζοδρομιο, διαλαλουν τα εμπορευματα, ακουμε τα μπουζουκια, ξαναρχιζουν εναν ζωηροτερο ρυθμο. Η μητερα του τυπου που θελει να μας πουλησει το αυτοκινητο, επιστρεφει απο τη λειτουργια, φωναζει νευριασμενη εναντιον των υπαιθριων πωλητων, εχουν καταλαβει το πεζοδρομιο μπροστα στο σπιτι της, εμποδιζουν την εξοδο του οχηματος, προκειται να εξελθει εντος ολιγου, αφου επιτελους ο γιος της καταφερε να βρει αγοραστη. Οντως στην αυλη του σπιτιου, πισω απο την αυλοπορτα, βλεπουμε ενα οχημα. Αλλοτε ηταν αυτοκινητο, αλλα η τωρινη του κατασταση ειναι διαφορετικη. Ειχε υποστει τροποποιησεις, ωστε μοιαζει με αυτοκινουμενο καροτσι, καμπριολε, ομοιο με παιδικο παιγνιδι.
Ο Αλεκος μου λεει : ο τυπος θελει να μας εξαπατησει.
Συμφωνω μαζι του, δεν ειναι φρονιμο να αγορασουμε αυτο το οχημα.
Φευγουμε προς το λιμανι. βλεπουμε απο ψηλα την ορχηστρα, παιζει στην προβλητα, εναν ρυθμο γρηγορο, ζωηρο, χαρουμενο, με πολλαπλες παραλλαγες. Κατεβαινοντας τους κατηφορικους δρομους προς τη λεωφορο Φαλαρων, ακουμε τα χειροκροτηματα, τα σφυρηγματα, και τις ιαχες του πολυχρωμου πληθους : Ελα Τσιτσανη!!!