dimanche 4 septembre 2011

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ.

«Κρίμα είναι να σε δώσω, το βλέπεις σχίζεται η καρδιά μου να σ΄αποχωριστώ. Μα τίποτα δεν μπορώ να κάνω να μείνεις μαζί μας, αν σε κρατήσω θα ψοφήσεις της πείνας, δεν σπέρνει κανένας τώρα. Πήραν όλοι μηχανήματα, δουλεύουν στα εργοστάσια, τα πούλησαν τα ζώα, σήμερα τα τελευταία, ήρθαν να σας πάρουν οι Τσιγγάνοι. 
Εγώ δεν δουλεύω στο εργοστάσιο, γέρασα, ούτε η γριά μου, παίρνουμε αγροτική σύνταξη. Με τα λεφτά που θα μας δώσουν για σένα θα πάρουμε θερμάστρα, απ΄αυτές που λειτουργούν με ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχουν δένδρα στην περιοχή να κόψουμε για τη φωτιά, κάηκαν απ΄τις πυρκαγιές, το είδες και μόνος σου, θυμάσαι που γκάριζες από το φόβο σου...
Κρίμα είναι να σε δώσω... θυμάσαι που ήσουνα μικρό πουλαράκι... που σε πότιζα γάλα μέ το μπιμπερό... και το σαμάρι σου θα το πουλήσω, τα θέλουν στα σαλόνια για διακόσμηση, έχουν μεγάλη πέραση τώρα. Πέθανε ο σαμαράς ο γειτονάς μας... ήταν ευκαιρία να κάνει λεφτά... κρίμα... βλέπεις κλαίω... θάμπωσαν τα μάτια μου. Και η γυναίκα μου κλαίει... σ΄αγαπάει...  δεν σε φόρτωνε πολύ... να μην κουράζεσαι... σου ΄βαλε και χαϊμαλί να μην αβασκαθείς.
Μην ακούς τι λέει ο Τσιγγάνος, δεν θα σας πάνε στα θηρία του τσίρκου... σε λειβάδια , πράσινα με κόκκινες παπαρούνες και με μαργαρίτες...  δεν θα πεινάς... άμα μείνεις όμως εδώ... εκεί θα είσαι χορτάτος... θα ψοφήσεις...  θα είσαι ΄λεύτερος να τρέχεις...θα σε φάνε τα όρνια... θα παιγνιδίζετε. ΄Ελα μην φοβάσαι, ανέβα στο φορτηγό, είναι και τα μουλάρια του γειτονά μας, γνωρίζεστε...γειά σου να πας στο καλό, μην κοιτάς τα δακρυά μου, τα σκουπίζω, δεν κλαίω... στο καλό... στο καλό...»

Το φορτηγό ξεκίνησε αναπτύσσοντας ταχύτητα, χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Ο γέρος πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Κι άλλο φορτηγό μπροστά του. Νέοι άνθρωποι φόρτωναν τα πραγματά τους. Είχαν πουλήσει τα πρόβατα. ΄Εφευγαν από το σπίτι που γεννήθηκαν. Δεν θα ξαναγύριζαν. Πήγαιναν να εγκατασταθούν στις μεγάλες πολιτείες με τα φουγάρα, να ενισχύσουν τις κοινωνίες του μέλλοντος.