samedi 26 novembre 2011

ΕΛΕΓΕΙΟΝ



Το θυμαμαι στις πρωτες σειρες των  θρανιων να τρεμει καθε φορα που ο δασκαλος μας εδερνε, επειδη μας ειχε συλλαβει να παρανομουμε παιζοντας βολους σε ωρες που κανονικα και συμφωνα με τις προτροπες του επρεπε να διαβαζουμε. Τα ματια του ηταν θλιμμενα, στην αιθουσα, στα διαλειμματα, αλλα και στην εκκλησια και στο κατηχητικο, οταν ο παπας μας μιλουσε για τα παθη των Ισραηλιτων στην Αιγυπτο.
Ειχε τρια αδερφια μεγαλυτερα, ολοι το αγαπουσαν μα πιο πολυ οι γονεις. Ηταν ενα τριανταφυλλακι τις Κυριακες με το ροζ ή το ασπρο φορεμα του και τα μαλλια του κοτσιδακια. Ο δασκαλος δεν το ειχε δειρει ποτε, δεν το επιασε αδιαβαστο, δε συνεληφθει να παρανομει. Και τι γλυκα που τραγουδουσε τα σχολικα τραγουδια στο μαθημα της Ωδικης!

Δεν περνας κυρα Μαρια, δεν περνας...
Ενα νερο κυρα Βαγγελιω, ενα νερο κρυο νερο... 

Ηταν σαν τα μικρα τζιτζικια που κυνηγουσε κι επιανε τα καλοκαιρια με τα τρυφερα χερακια του, στα ψηλα βουνα , οπου πηγαινε ολη η οικογενεια να ξεκαλοκαιριασει με το κοπαδι της.
Τ΄αδερφια του πηγαιναν στο Γυμνασιο, το κοριτσι, μολις τελειωσε το δημοτικο, εμεινε στο σπιτι να ετοιμασει τα προικια του και μολις δεκαεφταριζε ενας καλος γαμπρος, λεβεντης, θα το ζητουσε να τον παντρευτει.
Το καλοκαιρι μετα την τελευταια ταξη ανεβηκε οπως καθε χρονο στο βουνο με ολη την οικογενεια. Μια βροχερη μερα καθοταν μονο του μεσα στην καλυβα. Το ραδιοφωνο διπλα του επαιζε μουσικη, το κοριτσι κεντουσε τριανταφυλλα και περιστερια.
Ο κεραυνος επεσε ξαφνικα και το σκοτωσε αμεσως. Η καλυβα καηκε, μα το κοριτσι προλαβαν και το ΄βγαλαν. Ηταν μελανος ο ωμος του και το μισο του προσωπο. Στην εκκλησια το πηγαν ντυμενο νυφη κι ολος ο κοσμος εκλαιγε.
Τωρα οταν πηγαινω ανθη στον ταφο της γιαγιας μου, αφηνω ενα τριανταφυλλακι στον δικο του και απο μια φθαρμενη φωτογραφια βλεπω τα ματια τα θλιμμενα που δεν προλαβαν.