dimanche 30 décembre 2012

Τελετουργια.


200308

Εν Ιορδανη βαπτιζουμενου σου Κυριε...
Μετα τον αγιασμο των υδατων τρωμε κοτοπουλο με ρυζι αυγολεμονο. Ο πατερας μου κοβει τη βασιλοπιτα. Ευλογει το πρωτο κομματι, μου το δινει. Βρισκω το φλουρι. 
Μου βαζει στο κεφαλι τη χρυση κορωνα.
Ο πατερας ανεβαινει στο ξυλινο μπαλκονι. Λεει : ενα σμηνος απο κορακια μαζευτηκε στον ελαιωνα. Θα μας φανε τις ελιες.
Με στελνει να δω τι γινεται. Απορει, πως μαζευτηκαν τοσα πολλα ιερα πτηνα του Απολλωνος;

Εχω ακομη την κορωνα στο κεφαλι οταν φθανω στο κτημα μας στα Σχοινα. Πενηντα γυναικες, ντυμενες σαν ορθοδοξες καλογριες, καθονται κατω απο τις ελιες, τρωγουν ροδινες μπανανες. Αρχηγος τους ειναι μια σαρανταρα με ωραιο προσωπο, μοιαζει με τη Σαλωμη, τη μοδιστρα. 
Δηλωνει : ειμαστε νομαδικος λαος γυναικων, λατρευουμε την αιωνια επιστροφη. Ηρθες μονος σου. Ηταν γραφτο. Ετσι ειναι το εθιμο.

Δωδεκα γυναικες με συλλαμβανουν. Δεν αντιστεκομαι. Τρυφερα με οδηγουν μπροστα στην ιερεια αρχηγο. Διπλα της βραζει μια χυτρα. Περιεχει οινον, υδωρ, αρτον και αμανιτες panaeoleus papilionaceus. Μου δινει να μεταλαβω. Ολες οι γυναικες μεταλαμβανουν. Το βασιλειο των γυναικων. Οι δωδεκα γυναικες γυμνες χορευουν γυρω μου. Μου αφαιρουν τα ενδυματα, με δενουν σε πασσαλο, στο κεντρο του καταυλισμου. Ερχονται μια-μια και θετουν τα κοχλαζοντα αιδοια τους στο προσωπο μου. Η οσμη του Βακαλαου μου προκαλη στυση. 
Ακουω την ιερεια αρχηγο : πρεπει να παραγω σπερμα για τις δωδεκα γυναικες.
Ολες μαζι κανουν προσευχη :

Βασιλευ ουρανιε, παρακλητε, το πνευμα της αληθειας, ο πανταχου παρων και τα παντα πληρων, ο θησαυρος των αγαθων και ζωης χορηγος, ελθε και σκηνωσον εν ημιν και καθαρισον ημας απο πασης κηλιδος και σωσον αγαθε τας ψυχας ημων.

Η μουσικη των κυμβαλων δυναμωνει. Οι γυναικες σε κατασταση ιερης μεθης γυριζουν γυρω μου. Θα με θυσιασουν, θα φανε το σωμα μου, θα πιουν το αιμα μου. 
Λεω : πατερα γιατι μ΄εστειλες εδω;
Οι γυναικες με φλογισμενα ματια χορευουν τελετουργικα και ρυθμικα κοαζουν : θ΄αναστηθεις..., θ΄αναστηθεις...










lundi 24 décembre 2012

Προμηθεια χοιρου. Πινακιον 210199


210199

Το υψωμα μοιαζει με τον Γελαδογροικο αλλα στο βαθος αντι για το χωριο βλεπω τα χωραφια μας στην Παλιονικοβα στο Λιοτριβι. Βρεχει δυνατα χωρις συννεφα, ο ηλιος λαμπει, κατακαλοκαιρο, βλεπω τα ωριμα σταχια. Το νερο της βροχης μαζευεται, γινεται θαλασσα διαφανης. Πολλοι νεοι με καροτσια καταφθανουν, σαν να κανουν σερφιγκ πανω στο νερο, αλλα το νερο φευγει προς τον Αγιο Κωνσταντινο.
Λεω : πρεπει να χτισουμε φραγμα, να συγκρατησουμε το νερο.
Βαδιζουμε ανατολικα, η μανα μου και ο αδερφος μου προηγουνται. Πηγαινουμε στο σπιτι του Αναγνου. Ειναι εκει το σπιτι μιας γιαγιας απο το σοϊ της μητερας μου. Μπροστα μας ειναι ο Νητσακος, κοντοστεκεται σαν να θελει να μας μιλησει. Καθυστερω, ο αδερφος μου διαμαρτυρεται. Δεν θελω να χαιρετησω τον Νητσακο, ο αδερφος μου συμφωνει, αργοπορουμε, ο Νητσακος βαδιζει προς το σπιτι του, ειναι σε νεαρη ηλικια, περιπου τριαντα ετων. Φθανουμε στο σπιτι της γιαγιας, οταν ειμαστε μεσα ερχεται απ΄εξω ο Νητσακος, ρωταει εαν η γιαγια μας θελει να αγορασει γουρουνι, μπορουσε να το παραγγειλει με τον αδερφο του, θα πηγαινε το απογευμα στη Στυλιδα, το ιδιο λεει στη μητερα μου για την προμηθεια χοιρου, επι τη ευκαιρια των Χριστουγεννων.

vendredi 14 décembre 2012

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ. ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

ζηλεύω τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια στα μπαλκόνια
                                          των σπιτιών
στους τελευταίους ορόφους των πολυκατοικιών
στα πανύψηλα δένδρα των στολισμένων πλατειών της πόλης
παραμονές των Χριστουγέννων και ανήμερα
και μεθεόρτιες βραδιές καθώς ξεχνούν
οι άνθρωποι βαριούνται (ή αρνούνται) να ξεστήσουν
μπορεί σ΄αυτή την εποχή της ιντιφάντα
να σημαίνουν των άστρων ανταλλακτικά
να είναι υπολείμματα του πρώτου εκείνου χτυπημένου
                                        εν Βηθλεέμ
για όποιον θέλει να τ΄αγγίξει
κυρίως για όποιον όπως εγώ ταλαντεύεται
ανάμεσα φωτιά και πάγο
αφού έπαψαν δεν του αφήνουν θέση επί γης
μα ούτε στα ουράνια θέλουν να τριγυρίζει

Απο τη συλλογη ΧΟΥΣ, Εκδόσεις Οδός Πανός.

jeudi 6 décembre 2012

Γιαννης Θραπας. Προσκλητηριον ερωτικης φυγης,


Το ονειρο που μας τυλιγει
τοσοδα μικρο,

τα κλαδια των ανεμων λυγιζουν
μα κυττουνε - παντα τον ουρανο
                      που μας τρομαζει



Εχεις πολλους ηρωες να κουβαλησεις
                                    μαζι σου
θυμαμαι την υγρη φωλια
                                   της εγκαταλειψης
-ειπες - στον διπλανο συντροφο
την ωρα που


 πεθανε κυτταζοντας τ΄αστερια.

Εμεινε και ο νους, ο ανθρωπινος να συλλογαται
πως γεννιεται, ζει και πεθαινει
με τα δυο του χερια αδειανα
και στοιβαγμενα στους δικους του διαδρομους

Κι επειτα χαιρετας - τα αδιαφορα σημεια
- της δικης μας πορειας.



vendredi 23 novembre 2012

Πεντε πινακια


280200

Ειμαι με τα παιδια στην οδο Βουργουνδιας, θελουμε να παμε βολτα στο δασος του Φονταινεμπλω, βαδιζουμε βορειοδυτικα οταν ενας γερος απο την αλλη πλευρα του δρομου λεει : που πατε με τετοιον καιρο δεν βλεπετε, ερχεται καταιγιδα.
Οντως νοτιοανατολικα μεγαλα συννεφα παρουσιαζονται, γκριζα και μαυρα, στροβιλιζονται, ενας γιγαντιαιος κυκλωνας πλησιαζει. Επιστρεφουμε στο σπιτι, ειμαστε σε ενα μερος σαν το Βριζοχωραφο, αλλα η καλυβα ειναι η παλια στη Λουτσα. Βαζω τα παιδια μεσα στην καλυβα ενω σκεφτομαι πως θα επιστρεψει η γυναικα μου με  τετοιον καιρο.
Παρατηρω την καταιγιδα.Στροβιλιζεται μερικα μετρα μακρια απο την καλυβα μεσα στο δασος. Σιγα-σιγα απομακρυνεται προς δυσμας, τεραστια, θηριωδης, μεγαλοπρεπης, γιγαντιαια, γκριζο θεορατο τερας, αφηνει πισω της το πανυψηλο βουνο με τις αποτομες πρασινες πλαγιες και γκριζα βραχια λαμπυριζουν στις ακτινες του ηλιου.

300600

Πηγαινω στο σπιτι του γιατρου Λαζενες, παρολο που ξερω, υπαρχουν απαγορευτικα μετρα εναντιον του, του εχω εμπιστοσυνη. Μου γραφει μια συνταγη στο περιθωριο ενος χειρογραφου, μετα η γυναικα του, ειναι η ιδια ιατρος, με εξεταζει, μου γραφει μια συνταγη παρομοια με τον συζυγο της. Βαδιζω προς την εξοδο, το ασθενοφορο ερχεται να παραλαβει τον γιατρο, να τον οδηγησει στο ψυχιατρικο νοσοκομειο για εγκλεισμο. Βγαινω στο δρομο, βλεπω ενα φερετρο, μεσα ειναι ξαπλωμενη η κυρια Καγιε. Πρεπει να παρω αντικειμενα που βρισκονται μεσα στο φερετρο. Ανοιγοντας το, η κυρια Καγιε ξυπναει, μου δινει οδηγιες.


240301

Πρωι στο Ανυδρο, ακομη νυχτα, ο πατερας μου ετοιμαζει τα πραγματα μου να φυγω. Διαπραγματευεται με τους εργατες, εχουν ενα στρατιωτικο τζιπ, εαν μπορουν να με παρουν μαζι τους, δεν ειναι σιγουρο εαν θα ερθει το λεωφορειο. Φθανουμε στην πλατεια, μπροστα το μαγαζι του Πολυμερου, εχει ερθει το λεωφορειο. Πολυς κοσμος προσπαθει ν΄ανεβει. Δεν θα βρω θεση. Οι επιβατες βαζουν μεσα στο λεωφορειο καρεκλες καφενειου, πιανουν πολυ χωρο. Αποφασιζω ν΄αφησω μια σιδερενια καρεκλα κηπου, την ειχα παρει απο το καφενειο του Πανοπουλου. Πριν ανεβω στο λεωφορειο ο πατερας μου λεει : εαν η αστυνομια με ρωτησει σχετικα με τον τυπο που εξαφανιστηκε να πω: ειχε ερθει να ρωτησει κατι και μετα εφυγε. 
Ο πατερας μου εχει μια παλια ουλη στο προσωπο, ειναι πληγωμενος στο αριστερο χερι.
Ειμαι στο λεωφορειο, καθομαι διπλα στον Αλεκο Μακαρενκο. Το λεωφορειο απογειωνεται, βλεπουμε ενα αλλο αεροπλανο με πολλους οροφους, παει προς ανατολας. Οι επιβατες βγαινουν στα παραθυρα, μας χαιρετουν.

030401

Το μαγαζι του Δημου ειναι εκκλησια. Ο παπα-Κωστας λειτουργει :
Τον επινικιον υμνον αδοντα, βοωντα, κεκραγοτα και λεγοντα.
Ο Συνταγματαρχης Γαβρης ειναι επιτροπος, πηγαινει, ερχεται, σβηνει και μαζευει τα καμμενα κερια. Καθομαι σε ενα στασιδι νοτιοδυτικα προς τη δυτικη εξοδο. Ο παπας ερχεται μπροστα μου, φαινεται ικανοποιημενος απο την παρουσια μου. Φοραει λευκα αμφια, ετοιμαζει τη θεια κοινωνια. Σκεφτομαι, θα μου δωσει να μεταλαβω στο ιδιο κουταλι με τους αλλους. Ο παπας επιστρεφει στο ιερο. Φωναζει οργισμενος : ορισμενοι καθηγητες δεν ειναι παροντες στην εκκλησια.
Διχνει ενα λευκο ρασο, ειναι για τον  καθηγητη Καραθεοδωρου, αλλα αυτος δεν εχει ερθει, την επομενη κυριακη θα τον αναφερει.



141101

Βλεπω ενα ρεπορταζ για την Ελλαδα, δειχνουν τη Λαμια. Πρωτα το καστρο, μετα τον Αγιο Λουκα και μετα τη λαϊκη αγορα. Η καμερα σταματαει μπροστα σε εναν ζητιανο, ειναι γερος, τραγουδαει ρεμπετικα παιζοντας εναν μικρο μπαγλαμα. Κουναει το κεφαλι του σαν να ειναι κλοουν. Αναγνωριζω τον πατερα μου : …Μαριγω θα σε τρελλανει ν΄ακουσεις τον Τσιτσανη, να σου παιξω φινο μπαγλαμα.

Πρωτη δημοσιευση περιοδικο (δε)κατα, τευχος 30, καλοκαιρι 2012.

vendredi 16 novembre 2012

Ποιηση στην Πελασγια. Πινακιον 220812


220812

Ποιηση στην Πελασγια. Η απονομη των βραβειων του διαγωνισμου. Τα ρεπορταζ αναφερουν πως η αιθουσα του πνευματικου κεντρου ηταν καταμεστη. Στις φωτογραφιες και στα βιντεο βλεπουμε ασημενια κεφαλια και λιγους νεους, καθονται σε καρεκλες μουδιασμενοι, σαν κλοουν ξεκουρδισμενοι  κουνουν τα χερακια τους, χειροκροτουν τους βραβευθεντες.
Εκτος απο τον εκπροσωπο του ιερατειου, δεν λειπει ο Μαρτης απο την σαρακοστη, και τρεις τεσσερεις τοπικους παραγοντες, οι διασημοι αρχοντες της περιοχης ειναι αποντες : Δημαρχοι, βουλευτες, δημοτικοι συμβουλοι, επιδοξοι πολιτευτες.
Δεν τους τραβαει ουτε η ποιηση, ουτε οι τιμες υπερ των αρχαιων ημων προγονων. Δεν φερνουν ψηφους αυτες οι εκδηλωσεις.
Ενω οταν ειναι αθλητικη συναντηση της ποδοσφαιρικης αγελης ή μια λαϊκη συναυλια με σκυλαδικα μπουζουκοτραγουδα ή εστω νοθα δημοτικα με κλαρινα, κοκορετσια, σπληναντερα και ικανη ποσοτητα τοπικου οινου, ζυθου και τσιπουρου, οι συμμετεχοντες ειναι εκατο φορες περισσοτεροι, τους βλεπουμε στα βιντεο να χοροπηδουν σε λαϊκους ρυθμους καθως βρεχει κατοσταρικα σαν τα κιτρινα πλατανοφυλλα του φθινοπωρου.



vendredi 9 novembre 2012

Κ. ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

Δεν ξέρω τι να κάνω με τα γραπτά των μαθητων μου.
 Χρόνια δάσκαλος, βουνά γραπτά έχω διορθώσει και τώρα κόλλησα. Και τι θαρρείτε δα πως γράφουνε; Οι πιο πολλοί μονάχα δυο γραμμούλες με τέτοιες σαχλμάρες που σου ΄ρχεται να τους πνίξεις. Και τους το λέω καμιά φορά :
 -Ρε, θα σας βάλω σ΄ένα σαπιοκάραβο, να σας βουλιάξω μεσοπέλαγα.
Τα πιτσιρίκια όμως γελάνε :
-Θα είσαστε κι εσείς μες το καράβι, κύριε;
 Μου κάνουν πλάκα. Με βρίσκουνε αστείο, φαίνεται.
Ναί, αλλά όταν ουρλιάζω, τρέμουνε. Μπα, όχι όλα.
Κάποιοι μπόμπιρες κρυφογελούν και κοροϊδεύουνε. Μα κάποια άλλα με λατρεύουν όπως, παλιά, το Κατερινάκι. Μικρούλα, κάποτε, με ζύγωσε στην έδρα και κατακόκκινη από ενθουσιασμό, μου είπε :
-Κύριε, σας είδα χτες στο φουρνο!
 Τι σπουδαίο γεγονός! Το χρυσό μου. Ειχε πει και στη μητέρα της : "Μαμά πολύ στενοχωριέμαι που τα παιδιά βασανίζουνε τον κύριο και τον λένε ¨παλαβό¨"... Αλλά τι κρίμα. Πέρσι, δεκαοκτώ χρόνων κοπέλα πια, λίγο έλειψε να πάει σαν το σκυλί στ΄αμπέλι, όταν τράκαραν με τη μηχανή του φιλαράκου της. Τρελαίνομαι, όταν σκέφτομαι ότι ο δρόμος ήταν δίχως σήμανση, το αγροτικό δεν είχε φρένα και δεν φορούσαν κράνος τα παιδιά. Την είδα σήμερα που κούτσαινε και... Αχ! Εχει χτυπήσει στη σπονδυλική στήλη της. Αφήστε τα...
 Τι λέγαμε;... Με συγχωρείτε, γιατί εχω πιει και κάμποσα ουζάκια. Ολα γυρίζουνε.
 Α, ναι. Πρέπει οπωσδήποτε να διορθωσω πάλι τα γραπτά. Τρίτη φορά, παρακαλώ.
 Στο τελευταίο μάθημα, πώς μου κατέβηκε και προσπαθούσα να τους εξηγήσω το πόσο μεγάλη αξία έχει η ακρίβεια. Τους έλεγα, λοιπόν, πως τα λαμπρότερα μυαλά της ανθρωπότητας μοχθήσανε επί αιώνες για να ορίσουνε επακριβώς το καθετί στα μαθηματικά. Με την παραμικρή ανακρίβεια, το οικοδόμημα γκρεμιζεται, παιδιά, τους τόνισα. Μετά τους ζήτησα να φανταστούν τον κόσμο δίχως μαθηματικά. Θα υπήρχαν κτίρια, μηχανές, γέφυρες;
 -Ούτε τσίχλες, ρε, απ΄τον περιπτερά δεν θα μπορείτε να αγοράσετε, τους φώναξα. Πώς θα του πείτε πόσες τσίχλες θέλετε; Και πώς εκείνος θα σας δώσει τα ρέστα; Κι όταν μαλώνετε, συνήθως φταίει που με τις ασάφειες που λέτε δεν καταλαβαίνετε τι λέει ο ένας στον άλλονα.
 Αυτά όμως αδιαφορούσαν και τότε τα απείλησα.
 -Ρε, θα σας κόψω όλους. Μαύρο καλοκαίρι θα περάσετε. Σ΄ένα δωμάτιο θα ιδρώνετε, μέχρι να μάθετε να είστε ακριβείς. Τελείωσε.
 Εκείνα αρχίσανε να κλαψουρίζουνε πως δεν μπορούνε με τα μαθηματικά κι εγώ εκνευρίστηκα γιατί γνωρίζω από την καλή κι εκείνα και τον εαυτό μου.
 -Μπα, τα μαθηματικά σάς φταίνε; Σας βλέπω κι όταν συζητάτε μεταξύ σας. Ολο ψευτιές και σάλτσες βάζετε πιστεύοντας πως έτσι θα εντυπωσιάσετε.
 Εκεί τους ούρλιαξα :
 -Χωνεύτε το, μια και καλή. Τίποτα δεν εντυπωσιάζει τόσο όσο η ακριβεια.
 Τα πιτσιρίκια τσόμαξαν κι εγώ μαλάκωσα :
 -Θα σας φέρω ένα παράδειγμα, τους είπα. Ας υποθέσουμε πως κάποιος σας ρωτάει στο δρόμο πού βρίσκεται η στάση του λεωφορείου. Εσείς, αφού συγκεντρωθείτε, του απαντάτε σοβαροί : "Πηγαίνοντας ευθεία, στα ενενήντα μέτρα, θα συναντήσετε ένα χασάπικο με μια αγελάδα ζωγραφισμενη στην ταμπέλα. Εκεί θα στρίψετε δεξιά και στα πενήντα μέτρα θα δείτε ένα περίπτερο με ρίγες κόκκινες στην τέντα. Απέναντι ακριβώς αρχίζει ένας πεζόδρομος με ακακίες. Στην τέταρτη ακακία θα δείτε το φαγάδικο "Στοπ. Καβουράκια ο Μπάμπης". Αριστερά, στα δεκαπέντε μέτρα, υπάρχει μια πλατεία με τρεις μεγάλες λεύκες. Πίσω απο το τέταρτο παγκάκι, που ειναι και σπασμένο, υπάρχει μια σωλήνα μπλε, δυο μέτρα ύψος. Αυτή είναι η στάση του λεωφορείου, αλλά της έχουν σπάσει την ταμπέλα, γιατί εδώ στο Νότο, εμείς τα σπάμε όλα. Και τώρα φανταστείτε τον τουρίστα να συναντά μια αγελάδα, να βλέπει το περίπτερο, την τέταρτη ακακία, τα "Καβουράκια ο Μπάμπης", να η πλατεία, τα παγκάκια, να κι η σωλήνα η μπλε, δύο μέτρα και μάλιστα χωρίς ταμπέλα, γιατι εμείς, εδώ στο Νότο, γουστάρουμε να σπάμε". Κι ολα ακριβώς στις αποστάσεις που του είπατε. Θα πάθει πλάκα! Θα μείνει έκθαμβος και θα το διηγείται : " Συνάντησα, θα λέει, ένα πιτσιρίκι τρομερό". Και τώρα φανταστείτε το αντίθετο. Αντί για χασάπικο, να δει ένα βενζινάδικο και στρίβοντας δεξιά, αντί για περίπτερο, να δει μια λεωφόρο με φανάρια. Θα θέλει να γυρίσει πίσω και να σας βγάλει τα αυτιά. Καταλάβατε, ρέ:
 Ενώ τους έλεγα αυτά, θυμόμουν μια ταλαίπωρη γριούλα με μια μεγάλη τσάντα, που κάποτε, παιδί, με είχε ρωτήσει, η καημένη, που βρίσκεται η οδός Ανθέων. Ταράχτηκα και συγκεντρώθηκα. Στο τέλος την ξαπόστειλα στου διάολου τον πατέρα και, όταν πια είχε φύγει, η άμοιρη, υψώνοντας το βλέμμα διάβασα στον τοίχο, στην ταμπέλα : "Οδός Ανθέων". Ετρεξα, έψαξα, μα δεν τη βρήκα. Επειτα απ΄αυτό, το αποφάσισα και δεν ξανάδωσα ποτέ πληροφορίες σε κανέναν : "Ρωτήστε κάποιον άλλον", λέω.
 Αφού τα πιτσιρίκια συγκεντρώθηκαν για λίγο, μετά χαλάρωσαν, θαρρείς κι ο οργανισμός μας δεν αντέχει την ακρίβεια.
  -Ρε, θέλετε, τους φώναξα, να βάζω βαθμούς κι εγώ στην τύχη; Να μη μετράω τα σωστά, τα λάθη;
 Κάποιοι τεμπέληδες το βρήκανε καλή ιδέα, μα οι καλοί ανατριχιάσανε, γινότανε χαμός και ούρλιαξα.
 - Εμπρός βγάλτε χαρτιά να γράψετε τεστ.
 Αφού τελειώσανε, κουνώντας τα γραπτά τους δήλωσα :
 -Τωρα θα δείτε τι θα πει ακρίβεια.
 Τι  το ΄θελα;
 Το απόγευμα στο σπιτι μου, σε απόλυτη σιγή, διόρθωνα προσεχτικά υπολογίζοντας τα πάντα με το σταγονόμετρο. Συν, πλην, συν, πλην, ζαλούρα, ξέρετε. Στο τελευταίο γραπτό κάποιος τεμπέλης έγραφε πως "υψος του τριγώνου λέμε μια γραμμή που πέφτει". Μωρ΄τι μας λες; Να πάρε τώρα μια κουλούρα, γιατί , μαγκιά μου, και τα μήλα πέφτουνε, γιατι γραμμές είναι, επίσης, και του τραίνου οι γραμμές που όμως στρίβουνε, ανηφορίζουν κι άμα λάχει γράφουνε και κύκλους.
 Τελειώνοντας, λοιπόν, με το κεφάλι μου καζάνι, στο νου μου ήρθε ένα πλήθος σιδηροδρομικών γραμμών. Θυμήθηκα που, κάποτε, σε μια πολύ οργανωμένη χώρα του Βορρά, ανέμενα το τραίνο, σε κάποιον κόμβο-σταθμό, που πάθαινες την πλάκα σου από τις πολλές πλατφόρμες και γραμμές. Εκεί, όπως περίμενα, τσεκάριζα περίεργος τον πίνακα δρομολογίων με τις αφίξεις των συρμών:
 "Ταχεία Β6, άφιξη 7 και 15, στην πλατφόρμα 4".
  Και πράγματι, 7 και 15 στην πλατφόρμα 4, να η ταχεία Β6.
 "Εξπρές Σ8, άφιξη 7 και 21 στην πλατφόρμα 3".
 Ρε, ακριβώς 7 και 21, στην πλατφόρμα 3, να η Σ8.
 Πιο κει ένα μπουλούκι εργάτες, μετανάστες, φουκαράδες στεκόντουσαν και περιμένανε. Οπότε στις 8 και 1 από το βάθος φάνηκε σφυρίζοντας το τραίνο. Τότε οι εργάτες δακρυσμένοι αγκάλιαζαν και φιλούσαν μια κοπέλα κι ένα μωράκι, που έκλαιγε, καθώς περνούσε με λαχτάρα από αγκαλιά σε αγκαλιά. Φαινόταν καθαρά πως το μωράκι κι η κοπέλα αναχωρούσαν κι οι υπόλοιποι τους κατευόδωναν με σπαραγμό. Το τραίνο, όμως, μπαίνοντας δεν πήγε στη δικιά τους πλατφόρμα, αλλα στη διπλανή. Και τότε εργάτες και κοπέλα ξέσπασαν στα γέλια. Γελούσαν με το πάθημά τους, αφού δεν ήτανε αυτό το τραίνο τους. Και το μωράκι ακόμη φάνηκε σαν να κουνούσε ζωηρό χεράκια, ποδαράκια κοιτάζοντας τους άλλους. αλλά σε δευτερόλεπτα μουδιάσανε καθώς από το ίδιο βάθος, σφύριξε το τραίνο που πράγματι σταμάτησε μπροστά τους. Αφού ανέβασαν μερικά μπαγκάζια, κοιτούσαν την κοπέλα αμίλητοι, όπως τους κοιτούσε κι εκείνη απο το παράθυρο του τραίνου, με το μωράκι αγκαλιά. Το τραίνο αναχώρησε σε μια αμήχανη σιωπή και λίγα χέρια μόνο υψώθηκαν σαν έκφραση βουβή πόνου ανθρώπινου. Ενιωσα μπερδεμένος. Τι έγινε; Πού ήταν το λάθος; Το λάθος, λογικά, ήτανε δικό τους, εφόσον όφειλαν να είχαν δει τι ώρα έπρεπε να κλάψουν. Το έγραφε στον πίνακα αναχωρήσεων. Αλλο 8 και 1, φιλοι μου, κι αλλο 8 και 2. Οι σιδηροδρομικοί, εξάλλου, κατέβαλλαν τεράστιες προσπαθειες, ώστε να καταφτάνουν οι συρμοί στην ώρα τους. Σέβονται τους επιβάτες. Τι, δηλαδή; Ειναι καλύτερα στον Νότο, που η ταχεία της Τετάρτης έρχεται την Πέμπτη; Παρ΄όλα αυτά, χωρίς να ξέρω πως, οργίστηκα με αυτο το 8 και 1 ή το 8 και 2. Ισως γιατί εκείνοι οι εργάτες, από τις φάτσες και τη γλώσσα, ηταν δικοί μου άνθρωποι. Κάπου απο τη Μεσόγειο! Εδώ όπου θάλασσα, ουρανός απλώνονται, θαρρείς απεριόριστα, στις αμμουδιές, στον ήλιο, χαλαρώνουμε, τα τζιτζικάκια ανέμελα και τα φραγκόσυκα φυτρώνουνε όπου γουστάρουνε. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα, κι ο Ερμής του Πραξιτέλη, λένε, δεν έχει ίδιο προφίλ από δεξιά κι αριστερά. Γιατί οι καλλιτέχνες ξέρουνε ότι μια σύσπαση ανεπαίσθητη στο ένα μάγουλο, από τη μια, και μια ελαφριά ανύψωση στο φρύδι, από την άλλη, σ΄αυτές τις ανακρίβειες ακριβώς παίρνει πνοή και πάλλεται με χάρη η ζωή. Τώρα τι ήθελαν αυτοί οι Βόρειοι να πουν σ΄εμάς τους Νότιους;
 Τι, δηλαδη; Πότε θα κλάψουμε; Οχι στις 8 και 1, αλλά στις 8 και 2; Ρε, α σιχτίρ, κι εσείς και τα χρονόμετρα και τα υποδεκάμετρα. Ρε πάλλεται η ζωή, δεν φυλακίζεται, έχει πνοή ο άνθρωπος, κουλτούρα, φύση ολοζώντανη, που τον καθόρισαν. Κοιτάτε, ρε, τους νέους σας που αυτοκτονούν. Διαβάστε τις στατιστικές. Οι νέοι στις οργανωμένες χώρες αυτοκτονούν συχνότερα. Μπας και κάτω απο τη δικιά σας οργάνωση πνίγονται πιο πολύ οι ψυχές των νέων;
 Οπως που λέτε, τα θυμήθηκα αυτά, γεμάτος φούρκα πήρα τα γραπτά από το κλειστό δωμάτιο και πήγα να τα διορθώσω κάπου  "ζωντανά", όπως το συνηθίζω, εξάλλου, πότε πότε. Πήγα, λοιπόν, σε κάποιο καφενείο φίσκα Νότιους που χαρτοπαίζανε, βροντάγανε τα τάβλια, γονείς με κέρναγαν ουζάκια, μου λέγανε τα βάσανα τους κι εγώ, διορθώνοντας κει μέσα, με κάποιον τρόπο εμπνεόμουν το βαθμό που έπρεπε να βάλω. Δεν γίνεται να αγνοείς το περιβαλλον, τη ζωή και μες στην ψύχρα να διορθώνεις. Ετσι τελείωσε η διόρθωση περίπου ως εξής : "Το υψος είναι μια γραμμή που πέφτει..." όπως, ας πούμε, οι σφαλιάρες, τα πούλια και τα ζάρια. Και εφόσον "πέφτει", θα πέφτει από κάπου, προφανώς, ψηλότερα και συνεπώς, από την υπερκείμενη κορυφή. Αρα, το παιδί το ξέρει. δεν διερεύνησε, βεβαιως, αν πέφτει κάθετα, γιατί συχνά τα πούλια εκτοξεύονται κι αντί καθέτως πέφτουνε πλαγίως και θα του κόψω μερικές μονάδες.
 Μα όταν έφυγα από το καφενείο, έτσι σουρωμένος, κάτι με έτρωγε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Βούιζε και το κεφάλι μου από το ούζο που πρέπει να ήταν νοθευμένο, γιατί ποτέ δεν γίνεται έλεγχος τι διάολο μπόμπες μάς σερβίρουνε. Και ξάφνου άκουσα στο δρόμο:
 -Χαιρετε, κύριε.
 Το Κατερινάκι ήταν. Μου χαμογέλασε και, σκύβοντας το προσωπάκι της, προσπέρασε. Την κοιτούσα. Αδύνατη, μ΄ένα στενό μπλουτζήν κι ένα καπέλο κόκκινο περπατούσε και κούτσαινε.
 Α, ήταν φριχτό!
Μια όποια διαφορά δεξιά αριστερά καθόλου δεν σημαίνει πως πάλλεται με χάρη η ζωή. Οι καλλιτέχνες, προφανώς, υπολογίζουνε με ακρίβεια τις διαφορές. Μου ΄ρθε το αίμα στο κεφάλι : "Ο δρόμος δίχως σήμανση, το αγροτικό δεν είχε φρένα, ε; Α, ρε, Νότιοι, απείθαρχοι, που πάνε οι νέοι σας σαν το σκυλί στ΄αμπέλι. Από μικροί κακομαθαίνετε έτσι, ε; Θα σας τσακίσω. Κουλούρα με το πρώτο λάθος".
 Μα τώρα σπίτι έχω ηρεμήσει κάπως και σκέφτομαι ξανά το θέμα.
Θα διορθώσω τα γραπτά με σοβαρότητα.
 Βεβαίως και οφείλω να είμαι ακριβής.
 Μα όχι τόσο ακριβής που να πνίγεται η ζωή.
 Αρα, οφείλω να ΄μαι και ανακριβής.
Μα όχι τόσο ανακριβής που να τρεκλίζει η ζωή.
 Αρα, οφειλω να είμαι ακριβής, αλλά ταυτόχρονα κι ανακριβής, μα επακριβώς το πόσο ανακριβής, ώστε να πάλλεται η ζωή με χάρη!
 Τι λέμε τώρα;
 Και δεν υπολογίζω, λέω μέσα μου, καλύτερα, τον π=3,141592658979... αμέτρητα δεκαδικά ψηφία σαν μια κορδέλα που χάνεται στο άπειρο; Τι το ΄θελε ο Θεός αυτο, που είναι και παντοδύναμος;
 Α κατάλαβα. Εννοεί κατά προσέγγιση, π =3,14 μόνο.
Θα βγάλω, επομένως, τσάκα τσάκα τον μέσο όρο των δύο βαθμολογιών. Εξάλλου οι μπόμπιρες ό,τι βαθμό και να τους βάλω, πάντοτε διαμαρτύρονται πως αδικήθηκαν. Οπως, λοιπόν, θα αρχίζουν να φωνάζουν, θα ουρλιάξω.
 -Σιωπή.  Το θέμα είναι αλλού. Να μην αυτοκτονήσετε, μα ούτε και να πάτε σαν το σκυλι στ΄αμπέλι...
 Ναι, αλλά πώς; Ετσι ξεκάρφωτα; Θα με περάσουνε για παλαβό.
 Αφήστε, έχω θολούρα τώρα. Θα λογαριάσω τον μέσο όρο αύριο... Το πρωί. Να ΄χω ξελαμπικάρει κι απο τα ούζα. Πρέπει οπωσδήποτε να τα πείσω τα μικρά για το καλό τους. Το έχω πάρει προσωπικά. Αλλιώς θα υποβάλλω παραίτηση, γιατί δίκαια, τότε, με λένε παλαβό κι ας ενθουσιάστηκε παλιά το Κατερινάκι μέ μένα. Αφού το τρακάρισμα με τη μοτοσυκλέτα του φιλαράκου της από τον πολύ ενθουσιασμό τους το πάθανε.


Ο Κ. ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ γεννήθηκε το 1947 στον Πειραιά και σπούδασε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1985 και το 1986 το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβασε το θεατρικό του έργο "Τα ξαδέρφια".
Το 2001 από τος εκδόσεις ύψιλον βιβλία εκδόθηκαν έντεκα πεζογραφήματά του με τον τίτλο "Η γιαγιά μου τα Βαλκάνια". Το παρόν πεζογράφημα ειναι απο τη συλλογή  "μου ΄πε ο ποιητής να σου τηλεφωνήσω", εκδόσεις ύψιλον βιβλία Αθήνα 2009.

samedi 20 octobre 2012

ΑΝΤΙΓΟΝΗ. Πινακιον 170397


 170397

Το υπαιθριο θεατρο απεναντι απο το Λυκειο Στυλιδος. Οι μαθητες θα δωσουν παρασταση, την Αντιγονη του Σοφοκλη. Τον χορο αποτελουν δωδεκα μαθητες μεταμφιεσμενοι σε γεροντες, με λευκα μαλλια και γενια.
Κι ενω η Αντιγονη οδευει ζωντανη προς τον ταφο, ο χορος των γεροντων ψαλλει με καθαρες φωνες εφηβων :
Ερως ανικατε μαχαν, Ερως, ος εν κτημασι πιπτεις, ος εν μαλακαις παρειαις νεανιδος εννυχευεις, φοιτας, δ΄υπερποντιος εν τ΄αγρονομοις αυλαις. και σ΄ουτ΄αθανατων φυξιμος ουδεις ουθ΄αμεριων επ΄ανθρωπων, οδ΄εχων μεμηνεν.
Συ και δικαιων αδικους φρενας παρασπας επι λωβα. συ και τοδε νεικος ανδρων ξυναιμον εχεις ταραξας. νικα δ΄εναργως βλεφαρων ιμερος ευλεκτρου νυμφας, των μεγαλων παρεδρος εν αρχαις θεσμων. αμαχος γαρ εμπαιζει θεος Αφροδιτα.
Μετα το περας του θεαματος ο καθηγητης Καραθεοδωρου ερχεται να με χαιρετησει. Φοραει το σακκακι του αναποδα, τα κουμπια κουμπωνουν στην πλατη. Μου δινει το τελευταιο τευχος του περιοδικου Σκαλακι.

samedi 29 septembre 2012

Πινακιον 080308



080308

Η οικονομικη καταστροφη. Σε ολη τη γη, εξ αιτιας της ελλειψης καυσιμων, τα πτωματα των αυτοκινητων σαπιζουν στους δρομους των πολεων, στις αυλες των αγροτοσπιτων, μεσα στα γκαραζ. Πολλα ειναι παρατημενα στα χωραφια να τα τρωει η σκουρια, αργα αλλα σταθερα.
Το κοκκινο DATSUN, το δικο μας, σαπιζει μπροστα στο σπιτι μας. Δεν θελουμε να το πεταξουμε στο ρεμα, εχουμε τοσες καλες αναμνησεις. Ευτυχως εχουμε ακομη το γαϊδαρο. Ταξιδευω μαζι με το γιο μου Αθανασιο, απο τη Λαμια προς Στυλιδα. Ο πατερας μου μας περιμενει στη λαϊκη αγορα, ειχε παει, νωρις το πρωι, να πουλησει ελιες και αρωματικα βοτανα. Εμεις, καβαλα στο γαϊδαρο, προχωρουμε μεσα απο δαιδαλωδη στενα. Αποφευγουμε τον δυνατο ηλιο. Ειναι καταμεσημερο οταν φθανουμε στη Στυλιδα. Εξακολουθουμε την πορεια μας με προφυλαξεις, ο ηλιος ειναι πολυ δυνατος. Περνουμε απο στενα σοκακια με προορισμο το σταθμο του τραινου. Μια γρια επιστρεφει απο τη λαϊκη αγορα. Καθως εμεις περναμε μπροστα στο σπιτι της δυο ασπρες χαρτινες σακκουλες πεφτουν στο δρομιδιο. Περιεχουν λαχανικα. Προλαβαινει να μαζεψει μια σακκουλα. Ο γαϊδαρος περναει πανω απο την αλλη χωρις να την αγγιξει. 
Η ηλικιωμενη γυναικα μιλαει με θυμο εναντιον μου : ο γαϊδαρος μολυνε το μαρουλι της, ηταν μεσα στη σακκουλα.
Προκειται για προληπτικη δοξασια. Της δινω ενα ευρω ως αποζημιωση. Λεω να δωσει το μαρουλι στην πρωτη γιδα που θα βρεθει μπροστα της.

vendredi 14 septembre 2012

ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ



ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ


Καθοταν στην ακρη στο ρυακι και κοιταγε τις μελισσες που μαζευαν τη γυρι απ΄ τα λουλουδια. Παραμερα στο χωμα δυο δρασκελιες διπλα του τα μυρμηγγια. Εκαναν συνεχεια μεταφορες. Αποθηκευαν τροφες για το χειμωνα. Ακουραστοι δουλευταραδες, σκεφτεται. Πανω στα δενδρα ακουγεται το μονοτονο τραγουδι του τζιτζικα. Εκανε πολλη ζεστη. Πηρε νερο με τα χερια του, μουσκεψε το κεφαλι του να δροσιστει. Τωρα παρατηρουσε ενα μεγαλο μερμηγγα. Κραταγε φορτιο διπλασιο απο το σωμα του, προχωραγε ισα στη φωλια του. Τα πουλια που αποφασιζαν να πεταξουν εκαναν θορυβο με τα φτερα τους. Ενα ζευγαρι χελιδονια προσγειωνονταν και απογειωνονταν κοντα στο ρυακι. Επαιρναν λασπη να διορθωσουν τη φωλια τους. Αυτος δεν πηγε σημερα στο εργοστασιο. Ειχε ρεπο. Ετσι βρηκε την ευκαιρια να χαζεψει λιγο παρατηρωντας τη φυση. Ειχε αφαιρεθει κοιταζωντας τα χελιδονια κι εχασε το μεγαλο μυρμηγγι. Μολις ανασηκωθηκε αθελα του κλωτσησε μια πετρα. Η πετρα κυλησε μεσα στο δρομο που ειχαν ανοιξει τα μυρμηγγια. Επεσε πανω στο μεγαλο και το σκοτωσε. Τ΄αλλα μυρμηγγια συνεχισαν ασταματητα το δρομο τους. Η πετρα τα δυσκολευε. Απλωσε το χερι του. Την πηρε και την πεταξε μακρια. Τωρα περναγαν ελευθερα. Παραμερισαν μονα τους τον σκοτωμενο συντροφο τους. Τον τραβηξαν στην ακρη του δρομου να μην δυσκολευει την κυκλοφορια. Μετα πηραν το φορτιο που μετεφερε, το πηγαν στη φωλια.
Σηκωθηκε ορθιος. Ανατολικα ηταν το βιομηχανικο χωριο, στο βαθος τα εργοστασια. Ξεκινησε να γυρισει πισω. Ενας τζιτζικας φοβηθηκε απο το περασμα του, πεταξε τσιριζοντας. Ενας κοτσυφας τον αρπαξε με την κεχριμπαρενια μυτη του. Ο τραγουδιστης του καλοκαιριου αλλαξε ξαφνικα το τραγουδι του απο χαρουμενο σε θλιβερο. Ηταν το τελευταιο τραγουδι που ελεγε στον κοσμο αυτον. Τραγουδωντας ηρθε στη ζωη, τραγουδωντας εφυγε για τον αλλο κοσμο. Πολλες σκεψεις παλευαν στο μυαλο του. Εφτασε στο χωριο. Κλαματα ακουγονταν απο τα πρωτα σπιτια. Κοσμος ηταν μαζεμενος. Κταλαβε τι εγινε, δεν χρειαστηκε να ρωτησει. Ο Θοδωρος ηταν αρρωστος εδω και τρεις μηνες. Ο καλυτερος οργανοπαιχτης της περιοχης. Στους γαμους, στα βαφτισια, στα πανηγυρια και στις αλλες χαρες παντα πρωτος, με την ωραια φωνη του. Σημερα λευτερωθηκε. Εστριψε στο δρομο που πηγαινε στο σπιτι του. Ηταν κουρασμενος και αυριο ειχε δουλεια. Ξαπλωσε να κοιμηθει, επρεπε να σηκωθει νωρις το πρωι. Μα οσο κι αν προσπαθησε, δεν μπορεσε να κοιμηθει. Εμεινε ξαγρυπνος μεχρι το πρωι.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Μαϊου 1980


vendredi 7 septembre 2012

Περιοδικο (δε)κατα τευχος 30


ΔΕΚΑΤΑ, Τ.30, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2012 // ΦΑΚΕΛΟΣ: ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΙΟΙ 

Κυκλοφορησε το τευχος 30 του περιοδικου (δε)κατα οπου συμμετεχω με πεντε ανεκδοτα πινακια.

Κωστας Αβρααμ. Πινακιον 211291

Ο Φωσκαρινης κι εγω ειμαστε στο δωματιο με τη βιβλιοθηκη, μιλαμε για τον Κωστα Αβρααμ : Ειναι εξοχος ποιητης και πεζογραφος. 
Ο Φωσκαρινης ειχε διαβασει τα τευχη του περιοδικου, του οποιου ο Αβρααμ ηταν εκδοτης διευθυντης, οταν εργαζοταν στο βιβλιοπωλειο στην Αθηνα. Του δειχνω τα βιβλια, ο Αβρααμ μου τα χαρισε το 1978. 
Τα ΕΠΙΜΥΘΙΑ εχουν επιδρασεις απο τον Καβαφη. Μιλαμε για τη σπουδαιοτητα του συγγραφεως. 
Πηγαινουμε στο ανατολικο δωματιο. Συζηταμε γυρω απο το τραπεζι. Ο Φωσκαρινης αναφερει το περιοδικο του Αβρααμ, ο τιτλος ηταν : Ο, τι εστι το ανημερον.
Ειναι πρωτοτυπος τιτλος.
Αιφνης βλεπω τον πατερα μου, κοιμοταν και ξυπνησε.
Πηγαινουμε στη Λαμια. Σε ενα ξενοδοχειο πολυτελειας ο Αβρααμ περιμενει τους συνταξιδιωτες του, να φυγει προς Αθηνα.
Θελω να του παρουσιασω το νεο μου μυθιστορημα, ζητω απο τους συμμαθητες μου του Λυκειου να μου δανεισουν μια ηλεκτρικη σκουπα, να καθαρισω την ομπρελλα του ποιητη.
Μετα επιστρεφω στο ξενοδοχειο με ενα αρματιδιο για την μεταφορα βαλιτσας ή φιαλης υγραεριου. 

vendredi 31 août 2012

Στρατοπεδο Γκιαλα. Πινακιον 230596


Στο στρατοπεδο Γκιαλα, καθομαστε στην καφετερια οταν αρχιζει να βρεχει. Μπαινουμε μεσα στην αιθουσα, προκειται ν΄αρχισει το γλεντι. Τα τραπεζια ειναι ετοιμα. Εισερχονται πολλοι αξιωματικοι. Για να κανω πλακα φωναζω : Le colonel Aureliano Buendia, garde à vous! (Ο συνταγματαρχης Ωρελιανο Μπουενδια, προσοχη!).
Ολοι σηκωνονται, μετα βαζουν τα γελια.
Ενας με πολιτικα, κραταει μπλοκ σημειωσεων, πηγαινει στους θαλαμους, να ελεγξει τα κρεβατια.
Ειχα αφησει το κρεβατι μου ξεστρωτο.
Στ΄αρχιδια μου, απολυομαι.
Ειμαι με τον αδερφο μου στη Χιο σε ενα τουριστικο μοναστηρι, τρωμε στο εστιατοριο. Διπλα μας ειναι ο αδερφος του Μπιλ, λεει πως δεν μας ειδε.
Του υπενθυμιζω : φαγαμε μαζι σε ενα πικ-νικ σε ενα αλλο ονειρο, οταν ειμασταν στο σχολειο μικροι.
Πηγαινουμε στο ταμειο για πληρωμη. Ρωτω τον αδερφο μου : Qu' est-ce que t'a mangé? (Τι εφαγες;)
Βγαζει απο την τσεπη του δυο χαρτακια, εχει σημειωσει μεριδες φαγητου, αλλα δεν ειναι τα φαγητα που φαγαμε πριν. Προκειται για φαγητα σε πακετο, θα τα παρουμε μαζι μας. Μεταξυ αλλων ειναι πιπεριες τηγανητες διαφορων ποικιλιων. Ζητα να του δωσουν δυο αποδειξεις. Τις ζηταει στα γαλλικα λεγωντας : deux bons: (δυο δελτια). Στα χαρτια της παραγγελιας ειναι τυπωμενη η λεξη BON με μπλε σκουρα μελανη. Εκπληκτος προσπαθω να τραβηξω την προσοχη του στα φαγητα που ειχαμε καταναλωσει. Ο αδερφος μου πηγαινει αναμεσα στα τραπεζια, να συναντησει τον υπευθυνο του εστιατοριου, θελει να του πει, τον ακουω που λεει : οι συγγενεις του καλλιεργουν λαχανικα, εχουν ριγανη για πουλημα.

mercredi 22 août 2012

Αλωπηξ. Πινακιον 170512β

Μεταμφιεσμενοι σε ιερομοναχους φθανουν οι δεκατρεις αρχαιοκαπηλοι. Νοεμβριο μηνα με βροχη και κρυο. Εχουν τρια τζιπ ενοικιασμενα με ψευτικα χαρτια. Κατω απο τα ρασα τους κρυβουν οπλα Καλασνικοφ. Θελουν να κλεψουν τις εικονες στο μοναστηρι του Αγιου Κωνσταντινου.
Υπολογιζουν χωρις τον αναχωρητη. Οι χωρικοι τον λενε αλεπου γιατι ειναι κοκκινοτριχης. Ζει μονος του στο δασος. Εργαζεται για την ανακαινηση του οικισμου και του αρχαιου μεταλλειου μαγγανιτου.
Περιμενει τους αρχαιοκαπηλους. Ειχε δει την αφιξη τους σε ενα προφητικο ονειρο.
Εχει κρυμμενες παγιδες με βραχια μεσα σε θαμνους στην κατηφορικη πλαγια. 
Φθανουν βαθια χαραματα με σβησμενους τους φαρουν των οχηματων.
Ο αναχωρητης καταλαβε τους πονηρους σκοπους τους.
Αθορυβα ριχνει πετρες με σφεντονα. Το δεξι ματι του ψευτικου ηγουμενου χυθηκε πρωτο. Οι αλλοι προλαβαινουν μονο ν΄αδειασουν τους γεμιστηρες ριχνοντας ριπες στα τυφλα.
Η πονηρη αλωπηξ φευγει γρηγορα αναριχωμενη στα τοιχωματα του μεταλλειου. Οι καλογεροι δεν  προλαβαινουν να φυγουν. Η αλεπου μ΄ενα μικρο πριονι κοβει τα σχοινια που συγκρατουν τις πετρες των παγιδων. Πληθος λιθαριων, αμμου και κουρνιαχτου καλυπτει την κοιλαδα.
Η κατολισθηση καταπλακωνει τους κακοβουλους ιερομοναχους ενω η αλεπου προσευχεται γονυκλινης μπροστα στην εικονα του Αϊ-Γιαννη του Προδρομου μεσα σε μια βαθια σπηλια στο Κεφαλοβρυσο.

dimanche 29 juillet 2012

Ψαλμοι για φιδια. Πινακιον 150595


150595

Στην αυλη του Γυμνασιου Στυλιδος, πανω σε παγκους ειναι πολλα ενδυματα, σαν να τα εχει ο Ερυθρος Σταυρος για τους φτωχους. 
Περιμενω να ερθει ο αδερφος μου και σε μια στιγμη αποφασιζω να δοκιμασω ενα πουκαμισο. Μετα το αφηνω στον παγκο. 
Ερχεται ενας ανδρας, πεντηκοντουτις, γκρινιαζει, βωμολοχει, καταλαβε πως καποιος ειχε δοκιμασει το πουκαμισο, με ρωταει, αλλα εγω το παιζω κινεζος. Μετα ο καθηγητης Καραθεοδωρου και ο καθηγητης Σαμουηλ Λαζενες, τραγουδουν ειδικους ψαλμους μιας ιεροτελεστιας, να μαζεψουν τα φιδια, αλλα δεν υπαρχουν πολλα φιδια στην περιοχη, στην αρχη μαζευονται οι σαυρες, μετα μια οχια. 
Ο Καραθεοδωρου με ρωταει εαν αναγνωριζω το φιδι που κραταει. Μου λεει να παρω ενα αλλο αγνωστο και ακινδυνο φιδι, να το πεταξω στο βορειο προαυλιο. Σπρωχνω το φιδι, μοιαζει με μικρο ασπρομαυρο σκυλακι και οταν φθανουμε στο βορειο προαυλιο το φιδι μεγαλωνει, ενας σκυλος ερχεται χαρουμενος και του κανει μουρνταριες. 
Εκπληκτος σκεφτομαι τι ειδους μικρο θα γεννιοταν απο μια τετοια ενωση.

mercredi 25 juillet 2012

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ. Διά βίου μάθηση.

όλα είναι μνήμη όλα είναι λήθη
η γέννησή μου
οι άνθρωποι που αγάπησα
τα χρόνια σπίτια
η ζελατίνη του νερού που τρέχει από τη βρύση
ο πόλεμος της κάθε μέρας
το αίμα στα λόγια
τα πράγματα που με συντροφεύουν
η πόλη
ένα πρόσωπο που τ΄αγγίζω
το φιλάω τρυφερά και πέφτει αλίμονο κομμάτια
χωρίς ποτέ να μάθω πώς και γιατί
ούτε αν ανήκε σ΄ ένα σώμα
τα πράγματα που γεννήθηκαν μεγάλωσαν και πάνε
η έκπληξη να ζω
κι όμως να μην υπάρχω
αυτή η εκκωφαντική χλεύη η βουβαμάρα της γης


Απο τη συλλογη ΧΟΥΣ, εκδοσεις Οδος Πανος 2011

dimanche 22 juillet 2012

Πινακιον 180892


180892

Ειναι προεκλογικη περιοδος στο Ανυδρο για τις δημοτικες εκλογες. Ειμαστε στη Λουτσα και σαν να ειναι εκει πολλα πλατανια. Ειμαι υποψηφιος, μιλω στους συμπατριωτες μου. Οι ακροατες καθονται ωκλαδον στον ισκιο, εγω ορθιος αγορευω. Στο τελος πρεπει να φυγω, με ζητουν στην Αθηνα για μια σοβαρη υποθεση, εχει σχεση με τον πολεμο της Γιουγκοσλαβιας. Οι χωριανιοι ειναι χαμογελαστοι, διακρινω γυναικεια βλεμματα, γεματα αισιοδοξα συναισθηματα.
Πηγαινουμε στο κοινοτικο γραφειο, ο Μπιλ κι εγω, σκυμμενοι σε κατι χαρτια. Γυρω μας κυκλοφορουν ο αδερφος μου, οι αδελφοι Μακαρενκο και αλλοι που δεν εγνωριζα, αλλα λογω των εκλογων, ειχα εγκαρδια χαιρετησει και χτυπησει φιλικα στην πλατη. Ο αδερφος μου ανυπομονει με την αργοπορια μου, θελει να παμε σε μια καφετερια, με ολους τους αλλους, περιμενουν ειδικα για μενα, θελουν να συζητησουν μαζι μου, αλλα αργω με τα χαρτια σκορπισμενα στο γραφειο. Προτεινω να συναντηθουμε στο Comptoir στη γωνια των οδων Vauvilliers και  Berger. Συμφωνουμε και το γραφειο αδειαζει.
Πηγαινω στο καφενειο του Πολυμερου, κοιταζω εξω απο τη βορεια πορτα, βλεπω την περιοχη της Στυλιδος, το παλιο πρακτορειο λεωφορειων, στους δρομους γινεται η λαϊκη αγορα. Πολλοι νεοι κυκλοφορουν, κανουν εμποριο ναρκωτικων στα φανερα. 
Γυριζοντας προς το καφενειο βγαινω απο τη νοτια πορτα στην κεντρικη πλατεια Στυλιδος. Ειμαι διπλα σε μια καφετερια, εχει ιδια καθισματα με το ουζερι του Ορφανιδη. Ειναι συγκεντρωμενοι οι φιλοι του αδερφου μου, στο Comptoir ειχε μαζευτει ολη η σαρα και η μαρα, εκανε ζεστη, φουμαριζαν χασις, ετσι προτιμησαν να με περιμενουν εδω. Ειναι μια αιθουσα καφενειου με μπιλιαρδα. Κανεις δεν ασχολειται με τα σφαιριστηρια, το συγκεντρωμενο πληθος των νεαρων παρακολουθει τον αδερφο μου, μαχεται με εναν αγνωστο ανδρα, τριανταρη. Ανακατευομαι στον καυγα, ριχνω κλωτσιες και μπουνιες στον τριανταρη. Δεν προσπαθει να αμυνθει, αλλα δεν φαινεται να υποφερει απο τα χτυπηματα μου.

samedi 14 juillet 2012

Δεξιωση. Πινακιον 170706


170706

Οι καλεσμενοι στο παρτυ του προεδρου, με την ευκαιρια της εθνικης εορτης, εχουν συγκεντρωθει στον κηπο του μεγαρου. 
Παραταγμενοι ο καθενας συμφωνα με το βαθμο του. 
Στις πρωτες σειρες ο πρωθυπουργος, οι υπουργοι, οι βουλευτες, οι συγκλητικοι, ο εισαγγελεας και ο προεδρος του Αρειου Παγου. 
Ακολουθουν οι αρχηγοι του Στρατου, του Ναυτικου και της Αεροποριας. 
Στις επομενες σειρες ειναι επιφανεις πολιτες συν γυναιξι και τεκνοις. 
Οι δημοσιογραφοι ανυπομονουν με καμερες και μαγνητοφωνα.
Ο προεδρος ορθιος ομολογει τις ατασθαλιες του, επιβεβαιωνει τα δημοσιευματα της εσπερινης εφημεριδος : ειναι υποκριτης, απατεων, ψευτης, δολιοφθορευς, μοιχος κατ΄επαναληψιν, αυτος ηταν επι σειραν ετων ο μυστικος νονος της Μαφιας και του υποκοσμου.
Οι παρευρισκομενοι ακουν το λογο του προεδρου με θαυμασμο. Εγειρονται στον ηχο της στρατιωτικης ορχηστρας, παιζει τον Εθνικο Υμνο. Χειροκροτουν με δυναμη. Φωναζουν ζητω. Τρεχουν να φανε και να πιουν στα τραπεζια, ειναι παραταγμενα στον ισκιο, κατω απο τα θεορατα πλατανια που θροϊζουν στον ελαφρο ανεμο του Ιουλιου.


Απο το παραθυρο μου 2...



Η γαλλικη σημαια με καπνογονα  
απο τη στρατιωτικη παρελαση της 14ης Ιουλιου 2012 




vendredi 13 juillet 2012

tweet_stories λογοτεχνια σε 140 χαρακτηρες.


Κυκλοφορησε απο τις εκδοσεις OPENBOOK το ηλεκτρονικο βιβλιο tweet_stories οπου συμμετεχω με ενα μικροδιηγημα.
Το βιβλιο διατιθεται δωρεαν, καλη αναγνωση :


 http://www.openbook.gr/2012/03/tweet-stories.html

dimanche 8 juillet 2012

Νεοκλασσικα σπιτια. Πινακιον 070511


070511

Φευγουμε απο το Ανυδρο με αυτοκινητο. Σταματαμε στη Στυλιδα να κανουμε ψωνια για το πικ-νικ. Στην οδο Μητροπολεως, φατσα στην ερημη πλατεια, μπροστα στον Αγιο Αθανασιο, ο καθηγητης Καραθεοδωρου βγαζει λογο διαμαρτυριας. Οι αρχες αποφασισαν να κατεδαφιστουν ολα τα νεοκλασσικα σπιτια στη Στυλιδα. Μονο η προσοψη μιας ρωμαϊκης βιλας εχει σωθει. Τα αναγλυφα απεικονιζουν ερωτικες σκηνες. Αποφασισε ο ιδιοκτητης του οικηματος να μην χαλασει την προσοψη. Αλλα κανεις δεν φροντιζει για την συντηρηση της.
Οι γειτονες πετουν ξυλινες παλετες και καφασια, ειναι συσωρευμενα μπροστα στο μνημειο και απο κατω φυονται αγριοχορτα : Τσουκνιδες, παπαρουνες, μαργαριτες.
Ο θειος μου ο Φανης ερχεται, χαρουμενος που με βλεπει, λεει:
-Αυτα τα κανει αυτος μονο και μονο για να εμποδισει τον αλλον να πουλαει παγωτα.
Εμεις πρεπει να φυγουμε. Ο αδερφος μου ερχεται με δυο μπλε πλαστικες τσαντες γεματες ψωνια.
Νοτια βλεπω τη θαλασσα, ησυχη σαν λαδι, μοιαζει σαν μια μεγαλη πισινα. 

dimanche 1 juillet 2012

Λεωφορος Φαλαρων. Πινακιον 220894


220894

Περιμενουμε στη Στυλιδα. Η λεωφορος Φαλαρων μοιαζει με πιστα αεροδρομιου με δυο παραλληλους διαδρομους σαν αυτοκινητοδρομος ταχειας κυκλοφοριας. 
Ο πατερας μου, η μητερα μου, ο αδερφος μου κι εγω. 
Ειμαστε στην Τουλουζη, περιμενουμε να ερθει το αεροπλανο, να παμε στο Παρισι. 
Σκεφτομαι πως ενα αεροπλανο των τακτικων γραμμων δε θα μπορουσε να προσγειωθει σε αυτον το διαδρομο. 
Απο το βορρα ερχεται ενα κοκκινο, μικρο, ιδιωτικο αεροπλανο, πλησιαζει να προσγειωθει, πεταει ορθιο, με τη μυτη υψωμενη και κατακορυφη. Ανεβαινουμε στα φτερα. Το αεροπλανο ξεκιναει σαν λεωφορειο μεσα στον αυτοκινητοδρομο, σιγα-σιγα, μετα στριβει βορεια. Ανησυχω, κρυωνω. 
Ο αδερφος μου λεει : μολις φθασουμε στο πρακτορειο θα κατεβουμε απο μια σκαλα, να μπουμε στο εσωτερικο του αεροπλανου. 
Δεν ειναι αεροπλανο, αλλα ενα μεγαλο πλαστικο παιγνιδι. Ανεβαινει το υψωμα πανω απο τη Στυλιδα, στριβει ανατολικα, να πεταξει σαν πουλι πανω απο το δασος των ελαιων. Περιμενω ν΄ακουσω το θορυβο απο τις τουρμπινες, αλλα τιποτα δεν συμβαινει. Το αεροπλανο παραμενει ακινητο. Βλεπουμε τον ροδινο δισκο του ηλιου, ανατελει πανω απο τον ασημενιο ελαιωνα.

samedi 23 juin 2012

Τειρεσιας. Πινακιον 031109α



031109α

                                                                           Στον ποιητη Γιαννη Θραππα.

Σε λιγο θα γινεις Τειρεσιας, πληθη λαου θα ερθουν ν΄ακουσουν το χρησμο σου καθως θα βαδιζεις πανω στα κυματα φατσα στην προκυμαια της Στυλιδος. 
Εσυ θ΄αναπωλεις τα παιδικα σου χρονια, τους θλιμμενους γονεις στο χωριο, τα χρονια του στρατου, Μεσολογγι, Αθηνα, Θρακη, Κυπρος.
Τα κυμβαλα της ηδονης, με παλινδρομικο ρυθμο, αναγγελουν την τελετη της επιταφειας ζωης σου. 
Διψασμενος στα Ιλυσια Πεδια θα περιμενεις να ΄ρθει ο Οδυσσεας, να τον παρηγορησεις, να του δειξεις την οδο της σωτηριας, την δια του ονειρου επιστροφη στη μνημη, να τον βοηθησεις στον αγωνα του κατα της ληθης. 
Θα σου αφηγηθει τους θρηνους των επιζωντων φιλων σου.

dimanche 17 juin 2012

Στυλιδα. Καλοκαιρι 1972.


080612

Σαράντα χρόνια πριν, καλοκαίρι 1972. Ο πατέρας μου με οδηγεί με το ζόρι στη Στυλίδα να κάνω φροντιστήριο μαθηματικών στον Απόστολο Πολύμερο. Αμφιβάλλει για τις ικανοτητές μου να περάσω στις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου. Μένω στο θείο μου το Φάνη στον Συνοικισμό. Είναι μόνος του, εργάζεται στο ξυλουργείο του Κοντογιάννη. Η θεία μου, ο γιός τους και η μικρότερη αδερφή της έχουν πάει διακοπές στα  Τρίκαλα στη μεγαλύτερη αδερφή τους.
Εμένα μου λείπει η μάνα μου.
Το μεσημέρι τρώμε στο σπίτι, μαγειρεύει ο θείος μου. Το βράδυ στο εστιατόριο του Ζαχαρία Λογοθετίδη πριν ή μετά την κινηματογραφική ταινία στην υπαίθρια "Αίγλη", φάτσα στο λιμάνι. Θυμάμαι τον πρώτο μου Τζεϊμς Μποντ του οποίου είμαι ο σωσίας. Εξ ου κι ένα από τα παρατσούκλια μου : 007
Την τελευταία εβδομάδα πριν από τις εξετάσεις η θεία μου έρχεται με τις αδερφές της να κάνουν μπάνια στο Μαλιακό. Πηγαίνουμε το πρωί, όλοι μαζί, δέκα λεπτά ποδαρόδρομο μέχρι τη Βασιλική, περνάμε μέσα από τις ελιές και τις γραμμές του τραίνου.
Θα θυμάμαι το τελευταίο μπάνιο, την επομένη αρχίζουν οι εξετάσεις.
Η θεία μου με τις αδερφές της παιγνιδίζουν στην αμμουδιά, ώριμες σαρανταπεντάρες με πλαδαρούς μηρούς και κοιλιές αλλοιωμένες από καισαρικές τομές.
Δίπλα οι καλλονές της Στυλίδος με κίτρινο μπικίνι, σφαιροειδείς γλουτούς και ολοστρόγγυλα βυζιά σαν ώριμα πεπόνια.
Η θάλασσα πράσινη και μπλε, ήρεμη σαν λάδι.
Βυθίζομαι στην άλμη, ζώντας με την νοσταλγία του μελλοντός μου.






dimanche 10 juin 2012

Mozart. Πινακιον 030508


030508

Το λεωφορειο μας οδηγει στο δημοτικο θεατρο Λαμιας. Προκειται να δουμε μια οπερα του Μοτσαρτ. Μολις φθανουμε στη Στυλιδα ο πατερας μου κατεβαινει. 
Λεει : συνεχειστε εσεις, θα ερθω αργοτερα.
Καθως οι επιβατες ανεβαινουν, βλεπω τον πατερα μου να μπαινει στο εστιατοριο του Ζαχαρια Λογοθετιδη, φοραει ενα μαυρο ημιψηλο καπελο. Πηγαινει να κλεισει τραπεζι, θα ερθουμε να φαμε εδω μετα το θεαμα.
Το λεωφορειο ξεκινα και καθως προχωρει στην οδο Λαμιας αντιλαμβανομαι πως ο πατερας μας ξεχασε να μας δωσει τα εισητηρια για τη οπερα. 
Ο αδερφος μου λεει : δεν πειραζει, θα ερθει εγκαιρως.
Καθως βαζω το χερι μου στη δεξια τσεπη του σακκακιου μου βρισκω δυο εισητηρια. Τα ειχε βαλει ο πατερας μου πριν κατεβει χωρις να μου το πει. Τα δειχνω στον αδερφο μου. Ο τιτλος του εργου ειναι γραμμενος με μπλε μελανι : οι γαμοι του Φιγκαρο.







samedi 2 juin 2012

Πινακιον 120409


120409

Το ανακαινισμενο σπιτι των Μακαρενκο. Το ανακαινησαν με κρατικη βοηθεια μετα τους καταστροφικους σεισμους. Ειναι διαφορετικο απο το πρωτο σπιτι,  το παλιο, ηταν χτισμενο στην ιδια θεση. Το καινουργιο το εφτιαξαν διπατο με την ιδια παραδοσιακη αρχιτεκτονικη. Οι τοιχοι με λευκο χρωμα, τα παραθυροφυλλα και τα ξυλινα καγκελα του μπαλκονιου σε χρωμα λεβαντας, η σκεπη με μαυρα κεραμιδια.
Ο Αλεκος Μακαρενκο, πεντηκοντουτις, με ρυτιδιασμενο προσωπο, ξεδοντιασμενο στομα και κορακισια αχτενιστα μαλλια, κοιταει χαμογελαστος τους αλβανους εργατες. Εκτελουν τις τελευταιες λεπτομερειες. Καπνιζει Marlboro, πινει μπυρα Amstel απο το μπουκαλι. Ο πατερας του, πεθαμενος πριν απο χρονια, ερχεται τριβοντας μανιωδως τα χερια του. Θαυμαζει το σπιτι.
-Θα μεινεις εδω με τη γυναικα σου, μολις νυμφευθεις! προτρεπει τον Αλεκο.
-Ετσι θα γινει, λεει  ο Αλεκος.
Ο πατερας του προσθετει : τωρα αρχιζει η μνημη σε αυτο το σπιτι, μια νεα ζωη. Το παλιο ειχε κτιστει επι τουρκοκρατιας.
-Ο Αλεκος διορθωνει : ολο το χωριο χτιστηκε επι Καποδιστρια.
Το δικο μας σπιτι ειναι νοτιωτερα, δεν επαθε ζημια απο τους σεισμους. Μονο βορειοανατολικα εχει μικρες ρωγμες απο την παροδο του χρονου. Ο αδερφος μου οδηγει τον αρχιτεκτονα της νομαρχιας. Εχει ερθει για πραγματογνωμοσυνη. Θα μας δωσουν οικονομικη ενισχυση για τη συντηρηση του οικοδομηματος. Ο αρχιτεκτων συμβουλευει να κανουμε ενεσεις σκυροδεματος για να καλυψουμε τις ρωγμες.
Ο Γεωργατσελος, πρωην ιδιοκτητης του σπιτιου, ερχεται να το δει. Εχει πεθανει, αλλα οταν γινεται σεισμος ερχεται να δει το σπιτι. Το ξυλινο μπαλκονι δεν υπαρχει απο το 1978, αλλα αυτος βλεπει παντα το ξυλινο και οχι το τσιμεντενιο. Ψηλαφει με τα χερια του τα δοκαρια. Λεει να πουμε στον πατερα μας να αλλαξει το ακραιο πατερο, το ανατολικο, εχει ρωγμη, κινδυνευει να σπασει. Τον πληροφορω πως οι γονεις μας εχουν πεθανει, αλλα οταν γινεται σεισμος ερχονται κατω απο τη γερικη συκια στην αυλη. Καθισμενοι σε καρεκλες περιμενουν την αφιξη του ταχυδρομου. Παει και τους βρισκει. Οι σκιες μιλουν μεταξυ τους.
Ο Γεωργατσελος ειναι ενας αισιοδοξος γερος με ροδοκοκκινα μαγουλα και κατασπρα μαλλια. Μοιαζει με τον πατερα μας. Λεει : εχουμε μακρινη συγγενεια. Οι προγιαγιαδες μας ηταν αδερφες. Αλλοιως δεν θα δεχομουν να πουλησω το σπιτι στον πατερα σου το 1953. Επρεπε να υπαρχει συγγενεια αιματος.
Αφηγειται τη ζωη του σε αυτο το σπιτι. Τα ευτυχισμενα παιδικα του χρονια. Το αλωνισμα των σιτηρων στην αυλη, διπλα στη γερικη συκια. Το θανατο της πρωτης γυναικας του στη γεννα. Του ειχαν κανει μαγια. Να μην συναψει δευτερο γαμο. Γι΄αυτο οταν εγινε ο γαμος των γονεων μας, η μανα μας, ως νυφη, μπηκε στο σπιτι με ξυλινη σκαλα απο το παραθυρο του ανατολικου δωματιου.

Πρωτη δημοσιευση  www.onestory.gr 1 Ιουνιου 2012.



dimanche 27 mai 2012

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Πινακιον Νο 041229




Είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς… Τραγουδώ το εμβατήριο του Μίκυ Θεοδωράκη, βγαίνοντας από τον κινηματογράφο Αίγλη στην κεντρική πλατεία Στυλίδος. 
Λέω : θα ξαναγράψω το σενάριο της ταινίας.
Είμαστε δυό, είμαστε τρεις…, με γρήγορα πλάνα η πλατεία γεμίζει διαδηλωτές. Είμαστε χίλιοι δεκατρείς μαχητές στο δρόμο που χάραξε ο Οκτώβρης. 
Στην κεντρική πλατεία Στυλίδος ένας φοιτητής με γενειάδα, μακριά μαλλιά και χακί χιτώνιο σαν αυτό του Τσέ, δικάζει τους πολίτες, είναι εχθροί της επανάστασης. Τους συνέλαβαν στη διαδήλωση. Τους δικάζει και τους καταδικάζει σε θάνατο. ΄Ενας-΄ενας περνούν μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα, βόρεια από τη ροτόντα της Παναγίας. Τους στήνουν στον τοίχο δίπλα στον κινηματογράφο Αίγλη. Καθώς ο δήμιος ετοιμάζεται να καλύψει το προσωπό τους με μαύρη κουκούλα, οι μελοθάνατοι βλέπουν, στο βάθος νοτιοανατολικά, τη θάλασσα να κυματίζει και ένα χαμόγελο ελπίδας ζωγραφίζεται στα μάτια τους. LA REVOLUTION! (Λα ρεβολουθιόν. Η Επανάσταση.  Με την προφορά της Κούβας).
Ξυπνώ έχοντας στη σκέψη έναν σκοπό του Μάνου Χατζηδάκι : Τα παιδιά κάτω στον κάμπο…




samedi 12 mai 2012

Πινακιον 300495


300495

Εφηβος στο χωριο. Σε λιγες μερες ειναι το Πασχα. Επωφελουμαι απο τις διακοπες, παιζω φτιαχνοντας καροτσια απο ξυλο. Αντι για ροδες βαζω σανιδες, το καροτσι, γλιστραει σαν σκι, μπορω να ανεβαινω τις ανηφορες, προχωρω στο ισιωμα χαρη σε μικρες κινησεις των ποδιων, δεξια και αριστερα.
Η μανα μου ειναι στο σπιτι, ετοιμαζει κουλουρακια και κοκκινα αυγα.
Απεναντι βλεπω τον Φουντογιαννο, μπροστα στο σπιτι του εχει φτιαξει καροτσι με ξυλινες ροδες, το δοκιμαζει στην κατηφορα. 
Στο μπαλκονι του εχει το ηλεκτροφωνο : 
Ο,τι αρχιζει ωραιο τελειωνει με πονο, οι πληγωμενες καρδιες το ξερουνε μονο…
Ειμαι με το αδερφο μου στο ξυλινο μπαλκονι, βλεπουμε ενα τεραστιο μαυρο πλοιο, περναει στο δρομο μπροστα στο μαγαζι του Πανοπουλου. Ενα πυκνο συννεφο καπνου σχηματιζεται, κρυβει τον ηλιο. Απο το πλοιο βαζουν σε ενεργεια ενα κανονι, εκτοξευει αερα με δυναμη, διαλυουν το συννεφο. 
Το ηλεκτροφωνο συνεχιζει : 
Ειναι κακο στην αμμο να χτιζεις παλατια, ο βορριας θα τα κανει συντριμια κομματια…



vendredi 4 mai 2012

ΕΚΛΟΓΕΣ



Οι κομμουνιστές ονειρεύονται όρθιοι την εξουσία του προλεταριάτου. 
Οι δεξιοί με πονηρό μειδίαμα, κάτω από τα ξυρισμένα μουστάκια τους, ατενίζουν το μέλλον.
Οι σοσιαλιστές, με νοσταλγία για τη δεκαετία του ογδόντα, απαιτούν μερίδιο από τα κλοπιμαία 
Οι νέοι Έλληνες ψηφοφόροι,  ένα κοπάδι πρόβατα καθ΄οδόν προς το σφαγείο.

samedi 28 avril 2012

Δευκαλίων


090906β

Η θάλασσα θ΄ανέβει μέχρι εδώ, θα καλυφθούν τα σπίτια, η γέρικη συκιά σαν μέσα σε γυαλί. Σκέφτομαι ότι έχω τη βάρκα στην αποθήκη, θα βάλω μέσα τα παιδιά κι ένα ζευγάρι γίδια. Κωπηλατώντας, χωρίς πυξίδα, θ΄ανεβούμε στην κορυφή του όρους ΄Ορθρυς, όπως παλιά, ξανά εγώ, ο Δευκαλίων.

samedi 21 avril 2012

Πινακιον 181210


181210

Προκειται να γινει η κηδεια της μητερας του νονου μου. Ειναι αριστοκρατικης καταγωγης απο την Ισπανια. Το πληθος των συγγενων εχουμε συγκεντρωθει στο παλιο χωριο στο Τσερνοβιτι μπροστα στην εκκλησια του προφητη Ηλια. Κι ενω αρχιζει μουσικη με στρατιωτικες σαλπιγγες, η αμαξα που μεταφερει το φερετρο ανεβαινει απο τη χαραδρα της Καναλας, σαν να την εκτοξευσε καταπελτης. Τεσσερεις μαυροι ταυροι, με χρυσα κερατα, συρουν την μαυρη αμαξα. Τους ταυρους οδηγουν τρεις μαυροφορες γυναικες, μεταξυ αυτων ειναι η γιαγια η Σταμω. Οταν περναει μπροστα μου με κοιταζει με επιμονη, σαν να μου λεει : παρε μας φωτογραφια.
Δεν εχω φερει μαζι μου μηχανη. Εχω μονο το κινητο τηλεφωνο. Το ανασυρω και οπλιζω παραυτα. Παιρνω τεσσερα κλισσε καθως περνουν πολυ κοντα στο συμπαγες πληθος που χειροκροτει. Η αμαξα οδευει προς το παλιο νεκροταφειο. Κανεις δεν πρεπει να πλησιασει. Εκει θα γινει ειδικη τελετη.
Τοτε βλεπω τη νονα μου, λεει : Σε ψαχνει η Ιωαννα.
Βλεπω την Ιωαννα διπλα στην πορτα του σπιτιου τους. 
Λεει : Αν συναντιομασταν αλλου δεν θα σε γνωριζα, αλλα θα αναγνωριζα τον πατερα σου στο προσωπο σου
Ενομιζε πως ειχα παει να κανω αντιγραφα φωτογραφιων. Ανοιγει ενα κιβωτιο αρχειου, θελει να μου δωσει φωτογραφιες των παιδικων μας χρονων.





jeudi 12 avril 2012

ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΟΠΟΙ, (Ονειρο εαρινης μεσημβριας).

Η αποφαση του Δημοτικου συμβουλιου εξεπληξε ολους τους κατοικους στη Στυλιδα και σε ολα τα χωρια της Ανατολικης Φθιωτιδος. Η αποφαση ελεγε πως καθε κυριακη μετα τη θεια λειτουργια ομαδες εθελοντων θα εργαζονταν, με προσωπικη εργασια, οπως παλια, να καθαρισουν ολους τους παρανομους σκουπιδοτοπους. 

Το φαινομενο ηταν παλιο. Οι χωριανοι πεταγαν τα χονδρα σκουπιδια κακην κακως, ητοι : στρωματα, χαλασμενα επιπλα, αχρηστα οικιακα σκευη, ηλεκτρικες συσκευες, λαστιχα και μπαταριες αυτοκινητων, μεταχειρισμενες σερβιετες γυναικων με ξεραμενο αιμα περιοδου, πανες για μωρα και γερους γεματες γλοιωδη κοπρανα, φιαλες απο γυαλι, μπουκαλια πλαστικα, χαλιά, κονσερβοκουτια, τ΄αποβλητα των ελαιοτριβειων και καθε ειδους σαβουρα. Ειχαν γεμισει τα ρεματα, λιγο απομερα, εξω απο τις κατοικημενες περιοχες.
Οι διανοουμενοι και το επιστημονικο προσωπικο του κεντρου υγειας ειχαν κρουσει τον κωδωνα του κινδυνου για την επερχομενη καταστροφη απο τετοιου ειδους ενεργειες : Η μολυνση των υπογειων υδατων.
Την τελευταια φορα που πηγα στο Ανυδρο συζητουσα στο καφενειο με τους παιδικους μου φιλους γι΄αυτο το ζητημα.
-Ρε μαλακες θα μολυνθουν τα νερα, θ΄αρρωστησουμε ολοι!
-Δεν πινουμε νερο απο τη βρυση, μονο για πλυσιμο πλεον, ολοι πινουν εμφιαλωμενο : Ζαγορι, Βικου, Λουτρακιου, Διβρης, Evian, Vittel, Volvic, κλπ...

Ο Δημος Στυλιδας μισθωσε τα φορτηγα, αγορασε πλαστικες σακκουλες, γαντια, μασκες, σαντουιτς και ποτα για τους εθελοντες. Την επιχειρηση χρηματοδοτησε ενας πλουσιος γηγενης ο οποιος θελησε να μινει στην ανωνυμια.
Οι κατοικοι ενημερωθηκαν απο τους τοπικους ραδιοφωνικους σταθμους, τις εφημεριδες, τα Blog, το Facebook, τις αφισσες του Δημου και τα κηρυγματα των ιερεων οι οποιοι ελαβαν ενεργο μερος σ΄αυτη την ωφελιμη για τον τοπο εκστρατεια.
Ετσι ομαδες εθελοντων εδρασαν γι΄αυτο το κοινωφελες εργο, ιδιως οι νεοι επιδοθηκαν με ζηλο και ενθουσιασμο, πληθος μεταναστων συμμετειχε επισης, σ΄αυτη την ομαδικη προσπαθεια.

Τι χαρα, τι αγαλλιαση, να κανεις περιπατο στην εξοχη την ανοιξη, μεσα στον ασημενιο ελαιωνα, στις ωραιες πλαγιες τους ορους Ορθρυς, ν΄ανεβαινεις στο χωματοδρομο προς τον Αγιο Κωνσταντινο στην Παλιονικοβα, να θαυμαζεις τα ανθη, τις πολυχρωμες πεταλουδες, τα αηδονια να σε ξεκουφαινουν και να μην βλεπεις πλεον ουτε σκουπιδια, ουτε πεταμενα αυτοκινητα να σαπιζουν σκουριασμενα και να ευγνωμονεις τον Δημο Στυλιδος για την σοφη του αποφαση και να αναφωνεις: Ευγε! Ευγε! Μπραβισιμο!