samedi 28 avril 2012

Δευκαλίων


090906β

Η θάλασσα θ΄ανέβει μέχρι εδώ, θα καλυφθούν τα σπίτια, η γέρικη συκιά σαν μέσα σε γυαλί. Σκέφτομαι ότι έχω τη βάρκα στην αποθήκη, θα βάλω μέσα τα παιδιά κι ένα ζευγάρι γίδια. Κωπηλατώντας, χωρίς πυξίδα, θ΄ανεβούμε στην κορυφή του όρους ΄Ορθρυς, όπως παλιά, ξανά εγώ, ο Δευκαλίων.

samedi 21 avril 2012

Πινακιον 181210


181210

Προκειται να γινει η κηδεια της μητερας του νονου μου. Ειναι αριστοκρατικης καταγωγης απο την Ισπανια. Το πληθος των συγγενων εχουμε συγκεντρωθει στο παλιο χωριο στο Τσερνοβιτι μπροστα στην εκκλησια του προφητη Ηλια. Κι ενω αρχιζει μουσικη με στρατιωτικες σαλπιγγες, η αμαξα που μεταφερει το φερετρο ανεβαινει απο τη χαραδρα της Καναλας, σαν να την εκτοξευσε καταπελτης. Τεσσερεις μαυροι ταυροι, με χρυσα κερατα, συρουν την μαυρη αμαξα. Τους ταυρους οδηγουν τρεις μαυροφορες γυναικες, μεταξυ αυτων ειναι η γιαγια η Σταμω. Οταν περναει μπροστα μου με κοιταζει με επιμονη, σαν να μου λεει : παρε μας φωτογραφια.
Δεν εχω φερει μαζι μου μηχανη. Εχω μονο το κινητο τηλεφωνο. Το ανασυρω και οπλιζω παραυτα. Παιρνω τεσσερα κλισσε καθως περνουν πολυ κοντα στο συμπαγες πληθος που χειροκροτει. Η αμαξα οδευει προς το παλιο νεκροταφειο. Κανεις δεν πρεπει να πλησιασει. Εκει θα γινει ειδικη τελετη.
Τοτε βλεπω τη νονα μου, λεει : Σε ψαχνει η Ιωαννα.
Βλεπω την Ιωαννα διπλα στην πορτα του σπιτιου τους. 
Λεει : Αν συναντιομασταν αλλου δεν θα σε γνωριζα, αλλα θα αναγνωριζα τον πατερα σου στο προσωπο σου
Ενομιζε πως ειχα παει να κανω αντιγραφα φωτογραφιων. Ανοιγει ενα κιβωτιο αρχειου, θελει να μου δωσει φωτογραφιες των παιδικων μας χρονων.





jeudi 12 avril 2012

ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΟΠΟΙ, (Ονειρο εαρινης μεσημβριας).

Η αποφαση του Δημοτικου συμβουλιου εξεπληξε ολους τους κατοικους στη Στυλιδα και σε ολα τα χωρια της Ανατολικης Φθιωτιδος. Η αποφαση ελεγε πως καθε κυριακη μετα τη θεια λειτουργια ομαδες εθελοντων θα εργαζονταν, με προσωπικη εργασια, οπως παλια, να καθαρισουν ολους τους παρανομους σκουπιδοτοπους. 

Το φαινομενο ηταν παλιο. Οι χωριανοι πεταγαν τα χονδρα σκουπιδια κακην κακως, ητοι : στρωματα, χαλασμενα επιπλα, αχρηστα οικιακα σκευη, ηλεκτρικες συσκευες, λαστιχα και μπαταριες αυτοκινητων, μεταχειρισμενες σερβιετες γυναικων με ξεραμενο αιμα περιοδου, πανες για μωρα και γερους γεματες γλοιωδη κοπρανα, φιαλες απο γυαλι, μπουκαλια πλαστικα, χαλιά, κονσερβοκουτια, τ΄αποβλητα των ελαιοτριβειων και καθε ειδους σαβουρα. Ειχαν γεμισει τα ρεματα, λιγο απομερα, εξω απο τις κατοικημενες περιοχες.
Οι διανοουμενοι και το επιστημονικο προσωπικο του κεντρου υγειας ειχαν κρουσει τον κωδωνα του κινδυνου για την επερχομενη καταστροφη απο τετοιου ειδους ενεργειες : Η μολυνση των υπογειων υδατων.
Την τελευταια φορα που πηγα στο Ανυδρο συζητουσα στο καφενειο με τους παιδικους μου φιλους γι΄αυτο το ζητημα.
-Ρε μαλακες θα μολυνθουν τα νερα, θ΄αρρωστησουμε ολοι!
-Δεν πινουμε νερο απο τη βρυση, μονο για πλυσιμο πλεον, ολοι πινουν εμφιαλωμενο : Ζαγορι, Βικου, Λουτρακιου, Διβρης, Evian, Vittel, Volvic, κλπ...

Ο Δημος Στυλιδας μισθωσε τα φορτηγα, αγορασε πλαστικες σακκουλες, γαντια, μασκες, σαντουιτς και ποτα για τους εθελοντες. Την επιχειρηση χρηματοδοτησε ενας πλουσιος γηγενης ο οποιος θελησε να μινει στην ανωνυμια.
Οι κατοικοι ενημερωθηκαν απο τους τοπικους ραδιοφωνικους σταθμους, τις εφημεριδες, τα Blog, το Facebook, τις αφισσες του Δημου και τα κηρυγματα των ιερεων οι οποιοι ελαβαν ενεργο μερος σ΄αυτη την ωφελιμη για τον τοπο εκστρατεια.
Ετσι ομαδες εθελοντων εδρασαν γι΄αυτο το κοινωφελες εργο, ιδιως οι νεοι επιδοθηκαν με ζηλο και ενθουσιασμο, πληθος μεταναστων συμμετειχε επισης, σ΄αυτη την ομαδικη προσπαθεια.

Τι χαρα, τι αγαλλιαση, να κανεις περιπατο στην εξοχη την ανοιξη, μεσα στον ασημενιο ελαιωνα, στις ωραιες πλαγιες τους ορους Ορθρυς, ν΄ανεβαινεις στο χωματοδρομο προς τον Αγιο Κωνσταντινο στην Παλιονικοβα, να θαυμαζεις τα ανθη, τις πολυχρωμες πεταλουδες, τα αηδονια να σε ξεκουφαινουν και να μην βλεπεις πλεον ουτε σκουπιδια, ουτε πεταμενα αυτοκινητα να σαπιζουν σκουριασμενα και να ευγνωμονεις τον Δημο Στυλιδος για την σοφη του αποφαση και να αναφωνεις: Ευγε! Ευγε! Μπραβισιμο!



samedi 7 avril 2012

Το εμβόλιο.


΄Ολα τα μέσα ενημέρωσης μιλούν για το νέο εμβόλιο. Πρέπει να το κάνουμε να σωθούμε από τη φοβερή αρρώστια. Ο Αλέκος Μακαρένκο με πείθει να πάμε στο παράρτημα του νοσοκομείου, είναι στην κορυφή του Γελαδόγροικου και σαν να είναι καφενείο καθώς περιμένουμε στη σειρά.
«Γιατί να μην πάμε στο νοσοκομείο που είναι πάνω από τα σπίτια μας;» Ρωτώ τον Αλέκο.
«Εδώ εμβολιάζει ένας μεγάλος καθηγητής, έχει το ερευνητικό του κέντρο.»
Σε λίγο ο Αλέκος φεύγει.
«Που πας ρε μεγάλε;»
«Δίψασα, πάω να φέρω μπύρες, κράτα σειρά,» λέει ο Αλέκος.
Μόλις φθάνει η σειρά μου ο γέρο καθηγητής λέει : «Δεν έχει άλλες δόσεις για σήμερα.»
Σαν να τον έχω ξαναδεί κάπου, σαν να τον έχω γνωρίσει πριν από χρόνια.
«Δεν έχετε ψυγείο, διαμαρτύρομαι, αύριο έχω δουλειές με φούντες.»
«Ψυγεία όσα θες», λέει ο καθηγητής, «αλλά είναι στο μεγάλο νοσοκομείο απέναντι. Εδώ είναι το παράρτημα, το ερευνητικό κέντρο.» Μετά προσθέτει, «πρέπει να πάω να δω τα μωρά μου.»
Εννοεί πως κάνει καλλιέργεια βλαστοκυττάρων, πρέπει να πάει να τα ταΐσει.
Ο Αλέκος έχει γίνει άφαντος.
Γυρίζω πίσω στο μεγάλο νοσοκομείο. ΄Ενας νεότερος γιατρός εμβολιάζει τον πληθυσμό. Κάπου τον ξέρω αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ που και πότε είχαμε συναντηθεί στο παρελθόν.
Εμβολιασμένος επιστρέφω στο Γελαδόγροικο αναζητώντας τον Αλέκο Μακαρένκο, να του πω να πάει να εμβολιαστεί απέναντι.
Συναντώ το γέρο καθηγητή στην αυλή του καφενείου όπου είναι το εργαστηριό του. Τότε τον αναγνωρίζω, είναι ο καθηγητής Σαμουήλ Λαζενές, τώρα έχει μουστάκι, διπλό σαγόνι με φαλάκρα και λίγα λευκά μαλλιά.
«Κι εγώ σε θυμάμαι νεαρό φοιτητή στο Παρίσι», λέει ο Λαζενές, «με είχε εντυπωσιάσει η μνήμη σου, δεν κρατούσες ποτέ σημειώσεις και είχες τους καλύτερους βαθμούς στην ανατομία, κανένα λάθος.»
«΄Ομως τώρα δεν θυμάμαι το όνομα του γιατρού που μου έκανε το εμβόλιο, ούτε που τον συνάντησα για πρώτη φορά, ήταν πριν από τριάντα χρόνια.»
«Είναι στρατιωτικός γιατρός», απαντά ο Λαζενές, «τον επιστρατεύσαμε για την περίσταση του εμβολίου.»
Τότε τον θυμήθηκα στο στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στο Μεσολόγγι και μετά στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών.
«Δεν τον έχει αγγίξει ο χρόνος», λέω εγώ.
«Είδες βρε παιδί μου πως γεράσαμε, διπλά σαγόνια, φαλάκρα και λευκά μαλλιά», λέει ο Λαζενές καθώς με κοιτάει κατάματα σαν να βλέπει τον εαυτό του σε καθρέφτη.
«Ήρθες να περάσεις τη συνταξή σου στο χωριό σου;» με ρωτάει μετά.
«΄Ηρθα για το μνημόσυνο της μάνας μου. Θα φτάσω στο χείλος του τάφου και δεν θα πάρω σύνταξη», αποκρίνομαι.
«Κι εγώ το ίδιο», λέει ο καθηγητής, «δεν έχω συμπληρώσει ακόμη τα απαραίτητα τρίμηνα.»