samedi 29 septembre 2012

Πινακιον 080308



080308

Η οικονομικη καταστροφη. Σε ολη τη γη, εξ αιτιας της ελλειψης καυσιμων, τα πτωματα των αυτοκινητων σαπιζουν στους δρομους των πολεων, στις αυλες των αγροτοσπιτων, μεσα στα γκαραζ. Πολλα ειναι παρατημενα στα χωραφια να τα τρωει η σκουρια, αργα αλλα σταθερα.
Το κοκκινο DATSUN, το δικο μας, σαπιζει μπροστα στο σπιτι μας. Δεν θελουμε να το πεταξουμε στο ρεμα, εχουμε τοσες καλες αναμνησεις. Ευτυχως εχουμε ακομη το γαϊδαρο. Ταξιδευω μαζι με το γιο μου Αθανασιο, απο τη Λαμια προς Στυλιδα. Ο πατερας μου μας περιμενει στη λαϊκη αγορα, ειχε παει, νωρις το πρωι, να πουλησει ελιες και αρωματικα βοτανα. Εμεις, καβαλα στο γαϊδαρο, προχωρουμε μεσα απο δαιδαλωδη στενα. Αποφευγουμε τον δυνατο ηλιο. Ειναι καταμεσημερο οταν φθανουμε στη Στυλιδα. Εξακολουθουμε την πορεια μας με προφυλαξεις, ο ηλιος ειναι πολυ δυνατος. Περνουμε απο στενα σοκακια με προορισμο το σταθμο του τραινου. Μια γρια επιστρεφει απο τη λαϊκη αγορα. Καθως εμεις περναμε μπροστα στο σπιτι της δυο ασπρες χαρτινες σακκουλες πεφτουν στο δρομιδιο. Περιεχουν λαχανικα. Προλαβαινει να μαζεψει μια σακκουλα. Ο γαϊδαρος περναει πανω απο την αλλη χωρις να την αγγιξει. 
Η ηλικιωμενη γυναικα μιλαει με θυμο εναντιον μου : ο γαϊδαρος μολυνε το μαρουλι της, ηταν μεσα στη σακκουλα.
Προκειται για προληπτικη δοξασια. Της δινω ενα ευρω ως αποζημιωση. Λεω να δωσει το μαρουλι στην πρωτη γιδα που θα βρεθει μπροστα της.

vendredi 14 septembre 2012

ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ



ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ


Καθοταν στην ακρη στο ρυακι και κοιταγε τις μελισσες που μαζευαν τη γυρι απ΄ τα λουλουδια. Παραμερα στο χωμα δυο δρασκελιες διπλα του τα μυρμηγγια. Εκαναν συνεχεια μεταφορες. Αποθηκευαν τροφες για το χειμωνα. Ακουραστοι δουλευταραδες, σκεφτεται. Πανω στα δενδρα ακουγεται το μονοτονο τραγουδι του τζιτζικα. Εκανε πολλη ζεστη. Πηρε νερο με τα χερια του, μουσκεψε το κεφαλι του να δροσιστει. Τωρα παρατηρουσε ενα μεγαλο μερμηγγα. Κραταγε φορτιο διπλασιο απο το σωμα του, προχωραγε ισα στη φωλια του. Τα πουλια που αποφασιζαν να πεταξουν εκαναν θορυβο με τα φτερα τους. Ενα ζευγαρι χελιδονια προσγειωνονταν και απογειωνονταν κοντα στο ρυακι. Επαιρναν λασπη να διορθωσουν τη φωλια τους. Αυτος δεν πηγε σημερα στο εργοστασιο. Ειχε ρεπο. Ετσι βρηκε την ευκαιρια να χαζεψει λιγο παρατηρωντας τη φυση. Ειχε αφαιρεθει κοιταζωντας τα χελιδονια κι εχασε το μεγαλο μυρμηγγι. Μολις ανασηκωθηκε αθελα του κλωτσησε μια πετρα. Η πετρα κυλησε μεσα στο δρομο που ειχαν ανοιξει τα μυρμηγγια. Επεσε πανω στο μεγαλο και το σκοτωσε. Τ΄αλλα μυρμηγγια συνεχισαν ασταματητα το δρομο τους. Η πετρα τα δυσκολευε. Απλωσε το χερι του. Την πηρε και την πεταξε μακρια. Τωρα περναγαν ελευθερα. Παραμερισαν μονα τους τον σκοτωμενο συντροφο τους. Τον τραβηξαν στην ακρη του δρομου να μην δυσκολευει την κυκλοφορια. Μετα πηραν το φορτιο που μετεφερε, το πηγαν στη φωλια.
Σηκωθηκε ορθιος. Ανατολικα ηταν το βιομηχανικο χωριο, στο βαθος τα εργοστασια. Ξεκινησε να γυρισει πισω. Ενας τζιτζικας φοβηθηκε απο το περασμα του, πεταξε τσιριζοντας. Ενας κοτσυφας τον αρπαξε με την κεχριμπαρενια μυτη του. Ο τραγουδιστης του καλοκαιριου αλλαξε ξαφνικα το τραγουδι του απο χαρουμενο σε θλιβερο. Ηταν το τελευταιο τραγουδι που ελεγε στον κοσμο αυτον. Τραγουδωντας ηρθε στη ζωη, τραγουδωντας εφυγε για τον αλλο κοσμο. Πολλες σκεψεις παλευαν στο μυαλο του. Εφτασε στο χωριο. Κλαματα ακουγονταν απο τα πρωτα σπιτια. Κοσμος ηταν μαζεμενος. Κταλαβε τι εγινε, δεν χρειαστηκε να ρωτησει. Ο Θοδωρος ηταν αρρωστος εδω και τρεις μηνες. Ο καλυτερος οργανοπαιχτης της περιοχης. Στους γαμους, στα βαφτισια, στα πανηγυρια και στις αλλες χαρες παντα πρωτος, με την ωραια φωνη του. Σημερα λευτερωθηκε. Εστριψε στο δρομο που πηγαινε στο σπιτι του. Ηταν κουρασμενος και αυριο ειχε δουλεια. Ξαπλωσε να κοιμηθει, επρεπε να σηκωθει νωρις το πρωι. Μα οσο κι αν προσπαθησε, δεν μπορεσε να κοιμηθει. Εμεινε ξαγρυπνος μεχρι το πρωι.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Μαϊου 1980


vendredi 7 septembre 2012

Περιοδικο (δε)κατα τευχος 30


ΔΕΚΑΤΑ, Τ.30, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2012 // ΦΑΚΕΛΟΣ: ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΓΙΟΙ 

Κυκλοφορησε το τευχος 30 του περιοδικου (δε)κατα οπου συμμετεχω με πεντε ανεκδοτα πινακια.

Κωστας Αβρααμ. Πινακιον 211291

Ο Φωσκαρινης κι εγω ειμαστε στο δωματιο με τη βιβλιοθηκη, μιλαμε για τον Κωστα Αβρααμ : Ειναι εξοχος ποιητης και πεζογραφος. 
Ο Φωσκαρινης ειχε διαβασει τα τευχη του περιοδικου, του οποιου ο Αβρααμ ηταν εκδοτης διευθυντης, οταν εργαζοταν στο βιβλιοπωλειο στην Αθηνα. Του δειχνω τα βιβλια, ο Αβρααμ μου τα χαρισε το 1978. 
Τα ΕΠΙΜΥΘΙΑ εχουν επιδρασεις απο τον Καβαφη. Μιλαμε για τη σπουδαιοτητα του συγγραφεως. 
Πηγαινουμε στο ανατολικο δωματιο. Συζηταμε γυρω απο το τραπεζι. Ο Φωσκαρινης αναφερει το περιοδικο του Αβρααμ, ο τιτλος ηταν : Ο, τι εστι το ανημερον.
Ειναι πρωτοτυπος τιτλος.
Αιφνης βλεπω τον πατερα μου, κοιμοταν και ξυπνησε.
Πηγαινουμε στη Λαμια. Σε ενα ξενοδοχειο πολυτελειας ο Αβρααμ περιμενει τους συνταξιδιωτες του, να φυγει προς Αθηνα.
Θελω να του παρουσιασω το νεο μου μυθιστορημα, ζητω απο τους συμμαθητες μου του Λυκειου να μου δανεισουν μια ηλεκτρικη σκουπα, να καθαρισω την ομπρελλα του ποιητη.
Μετα επιστρεφω στο ξενοδοχειο με ενα αρματιδιο για την μεταφορα βαλιτσας ή φιαλης υγραεριου.