vendredi 14 septembre 2012

ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ



ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ


Καθοταν στην ακρη στο ρυακι και κοιταγε τις μελισσες που μαζευαν τη γυρι απ΄ τα λουλουδια. Παραμερα στο χωμα δυο δρασκελιες διπλα του τα μυρμηγγια. Εκαναν συνεχεια μεταφορες. Αποθηκευαν τροφες για το χειμωνα. Ακουραστοι δουλευταραδες, σκεφτεται. Πανω στα δενδρα ακουγεται το μονοτονο τραγουδι του τζιτζικα. Εκανε πολλη ζεστη. Πηρε νερο με τα χερια του, μουσκεψε το κεφαλι του να δροσιστει. Τωρα παρατηρουσε ενα μεγαλο μερμηγγα. Κραταγε φορτιο διπλασιο απο το σωμα του, προχωραγε ισα στη φωλια του. Τα πουλια που αποφασιζαν να πεταξουν εκαναν θορυβο με τα φτερα τους. Ενα ζευγαρι χελιδονια προσγειωνονταν και απογειωνονταν κοντα στο ρυακι. Επαιρναν λασπη να διορθωσουν τη φωλια τους. Αυτος δεν πηγε σημερα στο εργοστασιο. Ειχε ρεπο. Ετσι βρηκε την ευκαιρια να χαζεψει λιγο παρατηρωντας τη φυση. Ειχε αφαιρεθει κοιταζωντας τα χελιδονια κι εχασε το μεγαλο μυρμηγγι. Μολις ανασηκωθηκε αθελα του κλωτσησε μια πετρα. Η πετρα κυλησε μεσα στο δρομο που ειχαν ανοιξει τα μυρμηγγια. Επεσε πανω στο μεγαλο και το σκοτωσε. Τ΄αλλα μυρμηγγια συνεχισαν ασταματητα το δρομο τους. Η πετρα τα δυσκολευε. Απλωσε το χερι του. Την πηρε και την πεταξε μακρια. Τωρα περναγαν ελευθερα. Παραμερισαν μονα τους τον σκοτωμενο συντροφο τους. Τον τραβηξαν στην ακρη του δρομου να μην δυσκολευει την κυκλοφορια. Μετα πηραν το φορτιο που μετεφερε, το πηγαν στη φωλια.
Σηκωθηκε ορθιος. Ανατολικα ηταν το βιομηχανικο χωριο, στο βαθος τα εργοστασια. Ξεκινησε να γυρισει πισω. Ενας τζιτζικας φοβηθηκε απο το περασμα του, πεταξε τσιριζοντας. Ενας κοτσυφας τον αρπαξε με την κεχριμπαρενια μυτη του. Ο τραγουδιστης του καλοκαιριου αλλαξε ξαφνικα το τραγουδι του απο χαρουμενο σε θλιβερο. Ηταν το τελευταιο τραγουδι που ελεγε στον κοσμο αυτον. Τραγουδωντας ηρθε στη ζωη, τραγουδωντας εφυγε για τον αλλο κοσμο. Πολλες σκεψεις παλευαν στο μυαλο του. Εφτασε στο χωριο. Κλαματα ακουγονταν απο τα πρωτα σπιτια. Κοσμος ηταν μαζεμενος. Κταλαβε τι εγινε, δεν χρειαστηκε να ρωτησει. Ο Θοδωρος ηταν αρρωστος εδω και τρεις μηνες. Ο καλυτερος οργανοπαιχτης της περιοχης. Στους γαμους, στα βαφτισια, στα πανηγυρια και στις αλλες χαρες παντα πρωτος, με την ωραια φωνη του. Σημερα λευτερωθηκε. Εστριψε στο δρομο που πηγαινε στο σπιτι του. Ηταν κουρασμενος και αυριο ειχε δουλεια. Ξαπλωσε να κοιμηθει, επρεπε να σηκωθει νωρις το πρωι. Μα οσο κι αν προσπαθησε, δεν μπορεσε να κοιμηθει. Εμεινε ξαγρυπνος μεχρι το πρωι.


Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Μαϊου 1980


Aucun commentaire: