vendredi 23 novembre 2012

Πεντε πινακια


280200

Ειμαι με τα παιδια στην οδο Βουργουνδιας, θελουμε να παμε βολτα στο δασος του Φονταινεμπλω, βαδιζουμε βορειοδυτικα οταν ενας γερος απο την αλλη πλευρα του δρομου λεει : που πατε με τετοιον καιρο δεν βλεπετε, ερχεται καταιγιδα.
Οντως νοτιοανατολικα μεγαλα συννεφα παρουσιαζονται, γκριζα και μαυρα, στροβιλιζονται, ενας γιγαντιαιος κυκλωνας πλησιαζει. Επιστρεφουμε στο σπιτι, ειμαστε σε ενα μερος σαν το Βριζοχωραφο, αλλα η καλυβα ειναι η παλια στη Λουτσα. Βαζω τα παιδια μεσα στην καλυβα ενω σκεφτομαι πως θα επιστρεψει η γυναικα μου με  τετοιον καιρο.
Παρατηρω την καταιγιδα.Στροβιλιζεται μερικα μετρα μακρια απο την καλυβα μεσα στο δασος. Σιγα-σιγα απομακρυνεται προς δυσμας, τεραστια, θηριωδης, μεγαλοπρεπης, γιγαντιαια, γκριζο θεορατο τερας, αφηνει πισω της το πανυψηλο βουνο με τις αποτομες πρασινες πλαγιες και γκριζα βραχια λαμπυριζουν στις ακτινες του ηλιου.

300600

Πηγαινω στο σπιτι του γιατρου Λαζενες, παρολο που ξερω, υπαρχουν απαγορευτικα μετρα εναντιον του, του εχω εμπιστοσυνη. Μου γραφει μια συνταγη στο περιθωριο ενος χειρογραφου, μετα η γυναικα του, ειναι η ιδια ιατρος, με εξεταζει, μου γραφει μια συνταγη παρομοια με τον συζυγο της. Βαδιζω προς την εξοδο, το ασθενοφορο ερχεται να παραλαβει τον γιατρο, να τον οδηγησει στο ψυχιατρικο νοσοκομειο για εγκλεισμο. Βγαινω στο δρομο, βλεπω ενα φερετρο, μεσα ειναι ξαπλωμενη η κυρια Καγιε. Πρεπει να παρω αντικειμενα που βρισκονται μεσα στο φερετρο. Ανοιγοντας το, η κυρια Καγιε ξυπναει, μου δινει οδηγιες.


240301

Πρωι στο Ανυδρο, ακομη νυχτα, ο πατερας μου ετοιμαζει τα πραγματα μου να φυγω. Διαπραγματευεται με τους εργατες, εχουν ενα στρατιωτικο τζιπ, εαν μπορουν να με παρουν μαζι τους, δεν ειναι σιγουρο εαν θα ερθει το λεωφορειο. Φθανουμε στην πλατεια, μπροστα το μαγαζι του Πολυμερου, εχει ερθει το λεωφορειο. Πολυς κοσμος προσπαθει ν΄ανεβει. Δεν θα βρω θεση. Οι επιβατες βαζουν μεσα στο λεωφορειο καρεκλες καφενειου, πιανουν πολυ χωρο. Αποφασιζω ν΄αφησω μια σιδερενια καρεκλα κηπου, την ειχα παρει απο το καφενειο του Πανοπουλου. Πριν ανεβω στο λεωφορειο ο πατερας μου λεει : εαν η αστυνομια με ρωτησει σχετικα με τον τυπο που εξαφανιστηκε να πω: ειχε ερθει να ρωτησει κατι και μετα εφυγε. 
Ο πατερας μου εχει μια παλια ουλη στο προσωπο, ειναι πληγωμενος στο αριστερο χερι.
Ειμαι στο λεωφορειο, καθομαι διπλα στον Αλεκο Μακαρενκο. Το λεωφορειο απογειωνεται, βλεπουμε ενα αλλο αεροπλανο με πολλους οροφους, παει προς ανατολας. Οι επιβατες βγαινουν στα παραθυρα, μας χαιρετουν.

030401

Το μαγαζι του Δημου ειναι εκκλησια. Ο παπα-Κωστας λειτουργει :
Τον επινικιον υμνον αδοντα, βοωντα, κεκραγοτα και λεγοντα.
Ο Συνταγματαρχης Γαβρης ειναι επιτροπος, πηγαινει, ερχεται, σβηνει και μαζευει τα καμμενα κερια. Καθομαι σε ενα στασιδι νοτιοδυτικα προς τη δυτικη εξοδο. Ο παπας ερχεται μπροστα μου, φαινεται ικανοποιημενος απο την παρουσια μου. Φοραει λευκα αμφια, ετοιμαζει τη θεια κοινωνια. Σκεφτομαι, θα μου δωσει να μεταλαβω στο ιδιο κουταλι με τους αλλους. Ο παπας επιστρεφει στο ιερο. Φωναζει οργισμενος : ορισμενοι καθηγητες δεν ειναι παροντες στην εκκλησια.
Διχνει ενα λευκο ρασο, ειναι για τον  καθηγητη Καραθεοδωρου, αλλα αυτος δεν εχει ερθει, την επομενη κυριακη θα τον αναφερει.



141101

Βλεπω ενα ρεπορταζ για την Ελλαδα, δειχνουν τη Λαμια. Πρωτα το καστρο, μετα τον Αγιο Λουκα και μετα τη λαϊκη αγορα. Η καμερα σταματαει μπροστα σε εναν ζητιανο, ειναι γερος, τραγουδαει ρεμπετικα παιζοντας εναν μικρο μπαγλαμα. Κουναει το κεφαλι του σαν να ειναι κλοουν. Αναγνωριζω τον πατερα μου : …Μαριγω θα σε τρελλανει ν΄ακουσεις τον Τσιτσανη, να σου παιξω φινο μπαγλαμα.

Πρωτη δημοσιευση περιοδικο (δε)κατα, τευχος 30, καλοκαιρι 2012.

vendredi 16 novembre 2012

Ποιηση στην Πελασγια. Πινακιον 220812


220812

Ποιηση στην Πελασγια. Η απονομη των βραβειων του διαγωνισμου. Τα ρεπορταζ αναφερουν πως η αιθουσα του πνευματικου κεντρου ηταν καταμεστη. Στις φωτογραφιες και στα βιντεο βλεπουμε ασημενια κεφαλια και λιγους νεους, καθονται σε καρεκλες μουδιασμενοι, σαν κλοουν ξεκουρδισμενοι  κουνουν τα χερακια τους, χειροκροτουν τους βραβευθεντες.
Εκτος απο τον εκπροσωπο του ιερατειου, δεν λειπει ο Μαρτης απο την σαρακοστη, και τρεις τεσσερεις τοπικους παραγοντες, οι διασημοι αρχοντες της περιοχης ειναι αποντες : Δημαρχοι, βουλευτες, δημοτικοι συμβουλοι, επιδοξοι πολιτευτες.
Δεν τους τραβαει ουτε η ποιηση, ουτε οι τιμες υπερ των αρχαιων ημων προγονων. Δεν φερνουν ψηφους αυτες οι εκδηλωσεις.
Ενω οταν ειναι αθλητικη συναντηση της ποδοσφαιρικης αγελης ή μια λαϊκη συναυλια με σκυλαδικα μπουζουκοτραγουδα ή εστω νοθα δημοτικα με κλαρινα, κοκορετσια, σπληναντερα και ικανη ποσοτητα τοπικου οινου, ζυθου και τσιπουρου, οι συμμετεχοντες ειναι εκατο φορες περισσοτεροι, τους βλεπουμε στα βιντεο να χοροπηδουν σε λαϊκους ρυθμους καθως βρεχει κατοσταρικα σαν τα κιτρινα πλατανοφυλλα του φθινοπωρου.



vendredi 9 novembre 2012

Κ. ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

Δεν ξέρω τι να κάνω με τα γραπτά των μαθητων μου.
 Χρόνια δάσκαλος, βουνά γραπτά έχω διορθώσει και τώρα κόλλησα. Και τι θαρρείτε δα πως γράφουνε; Οι πιο πολλοί μονάχα δυο γραμμούλες με τέτοιες σαχλμάρες που σου ΄ρχεται να τους πνίξεις. Και τους το λέω καμιά φορά :
 -Ρε, θα σας βάλω σ΄ένα σαπιοκάραβο, να σας βουλιάξω μεσοπέλαγα.
Τα πιτσιρίκια όμως γελάνε :
-Θα είσαστε κι εσείς μες το καράβι, κύριε;
 Μου κάνουν πλάκα. Με βρίσκουνε αστείο, φαίνεται.
Ναί, αλλά όταν ουρλιάζω, τρέμουνε. Μπα, όχι όλα.
Κάποιοι μπόμπιρες κρυφογελούν και κοροϊδεύουνε. Μα κάποια άλλα με λατρεύουν όπως, παλιά, το Κατερινάκι. Μικρούλα, κάποτε, με ζύγωσε στην έδρα και κατακόκκινη από ενθουσιασμό, μου είπε :
-Κύριε, σας είδα χτες στο φουρνο!
 Τι σπουδαίο γεγονός! Το χρυσό μου. Ειχε πει και στη μητέρα της : "Μαμά πολύ στενοχωριέμαι που τα παιδιά βασανίζουνε τον κύριο και τον λένε ¨παλαβό¨"... Αλλά τι κρίμα. Πέρσι, δεκαοκτώ χρόνων κοπέλα πια, λίγο έλειψε να πάει σαν το σκυλί στ΄αμπέλι, όταν τράκαραν με τη μηχανή του φιλαράκου της. Τρελαίνομαι, όταν σκέφτομαι ότι ο δρόμος ήταν δίχως σήμανση, το αγροτικό δεν είχε φρένα και δεν φορούσαν κράνος τα παιδιά. Την είδα σήμερα που κούτσαινε και... Αχ! Εχει χτυπήσει στη σπονδυλική στήλη της. Αφήστε τα...
 Τι λέγαμε;... Με συγχωρείτε, γιατί εχω πιει και κάμποσα ουζάκια. Ολα γυρίζουνε.
 Α, ναι. Πρέπει οπωσδήποτε να διορθωσω πάλι τα γραπτά. Τρίτη φορά, παρακαλώ.
 Στο τελευταίο μάθημα, πώς μου κατέβηκε και προσπαθούσα να τους εξηγήσω το πόσο μεγάλη αξία έχει η ακρίβεια. Τους έλεγα, λοιπόν, πως τα λαμπρότερα μυαλά της ανθρωπότητας μοχθήσανε επί αιώνες για να ορίσουνε επακριβώς το καθετί στα μαθηματικά. Με την παραμικρή ανακρίβεια, το οικοδόμημα γκρεμιζεται, παιδιά, τους τόνισα. Μετά τους ζήτησα να φανταστούν τον κόσμο δίχως μαθηματικά. Θα υπήρχαν κτίρια, μηχανές, γέφυρες;
 -Ούτε τσίχλες, ρε, απ΄τον περιπτερά δεν θα μπορείτε να αγοράσετε, τους φώναξα. Πώς θα του πείτε πόσες τσίχλες θέλετε; Και πώς εκείνος θα σας δώσει τα ρέστα; Κι όταν μαλώνετε, συνήθως φταίει που με τις ασάφειες που λέτε δεν καταλαβαίνετε τι λέει ο ένας στον άλλονα.
 Αυτά όμως αδιαφορούσαν και τότε τα απείλησα.
 -Ρε, θα σας κόψω όλους. Μαύρο καλοκαίρι θα περάσετε. Σ΄ένα δωμάτιο θα ιδρώνετε, μέχρι να μάθετε να είστε ακριβείς. Τελείωσε.
 Εκείνα αρχίσανε να κλαψουρίζουνε πως δεν μπορούνε με τα μαθηματικά κι εγώ εκνευρίστηκα γιατί γνωρίζω από την καλή κι εκείνα και τον εαυτό μου.
 -Μπα, τα μαθηματικά σάς φταίνε; Σας βλέπω κι όταν συζητάτε μεταξύ σας. Ολο ψευτιές και σάλτσες βάζετε πιστεύοντας πως έτσι θα εντυπωσιάσετε.
 Εκεί τους ούρλιαξα :
 -Χωνεύτε το, μια και καλή. Τίποτα δεν εντυπωσιάζει τόσο όσο η ακριβεια.
 Τα πιτσιρίκια τσόμαξαν κι εγώ μαλάκωσα :
 -Θα σας φέρω ένα παράδειγμα, τους είπα. Ας υποθέσουμε πως κάποιος σας ρωτάει στο δρόμο πού βρίσκεται η στάση του λεωφορείου. Εσείς, αφού συγκεντρωθείτε, του απαντάτε σοβαροί : "Πηγαίνοντας ευθεία, στα ενενήντα μέτρα, θα συναντήσετε ένα χασάπικο με μια αγελάδα ζωγραφισμενη στην ταμπέλα. Εκεί θα στρίψετε δεξιά και στα πενήντα μέτρα θα δείτε ένα περίπτερο με ρίγες κόκκινες στην τέντα. Απέναντι ακριβώς αρχίζει ένας πεζόδρομος με ακακίες. Στην τέταρτη ακακία θα δείτε το φαγάδικο "Στοπ. Καβουράκια ο Μπάμπης". Αριστερά, στα δεκαπέντε μέτρα, υπάρχει μια πλατεία με τρεις μεγάλες λεύκες. Πίσω απο το τέταρτο παγκάκι, που ειναι και σπασμένο, υπάρχει μια σωλήνα μπλε, δυο μέτρα ύψος. Αυτή είναι η στάση του λεωφορείου, αλλά της έχουν σπάσει την ταμπέλα, γιατί εδώ στο Νότο, εμείς τα σπάμε όλα. Και τώρα φανταστείτε τον τουρίστα να συναντά μια αγελάδα, να βλέπει το περίπτερο, την τέταρτη ακακία, τα "Καβουράκια ο Μπάμπης", να η πλατεία, τα παγκάκια, να κι η σωλήνα η μπλε, δύο μέτρα και μάλιστα χωρίς ταμπέλα, γιατι εμείς, εδώ στο Νότο, γουστάρουμε να σπάμε". Κι ολα ακριβώς στις αποστάσεις που του είπατε. Θα πάθει πλάκα! Θα μείνει έκθαμβος και θα το διηγείται : " Συνάντησα, θα λέει, ένα πιτσιρίκι τρομερό". Και τώρα φανταστείτε το αντίθετο. Αντί για χασάπικο, να δει ένα βενζινάδικο και στρίβοντας δεξιά, αντί για περίπτερο, να δει μια λεωφόρο με φανάρια. Θα θέλει να γυρίσει πίσω και να σας βγάλει τα αυτιά. Καταλάβατε, ρέ:
 Ενώ τους έλεγα αυτά, θυμόμουν μια ταλαίπωρη γριούλα με μια μεγάλη τσάντα, που κάποτε, παιδί, με είχε ρωτήσει, η καημένη, που βρίσκεται η οδός Ανθέων. Ταράχτηκα και συγκεντρώθηκα. Στο τέλος την ξαπόστειλα στου διάολου τον πατέρα και, όταν πια είχε φύγει, η άμοιρη, υψώνοντας το βλέμμα διάβασα στον τοίχο, στην ταμπέλα : "Οδός Ανθέων". Ετρεξα, έψαξα, μα δεν τη βρήκα. Επειτα απ΄αυτό, το αποφάσισα και δεν ξανάδωσα ποτέ πληροφορίες σε κανέναν : "Ρωτήστε κάποιον άλλον", λέω.
 Αφού τα πιτσιρίκια συγκεντρώθηκαν για λίγο, μετά χαλάρωσαν, θαρρείς κι ο οργανισμός μας δεν αντέχει την ακρίβεια.
  -Ρε, θέλετε, τους φώναξα, να βάζω βαθμούς κι εγώ στην τύχη; Να μη μετράω τα σωστά, τα λάθη;
 Κάποιοι τεμπέληδες το βρήκανε καλή ιδέα, μα οι καλοί ανατριχιάσανε, γινότανε χαμός και ούρλιαξα.
 - Εμπρός βγάλτε χαρτιά να γράψετε τεστ.
 Αφού τελειώσανε, κουνώντας τα γραπτά τους δήλωσα :
 -Τωρα θα δείτε τι θα πει ακρίβεια.
 Τι  το ΄θελα;
 Το απόγευμα στο σπιτι μου, σε απόλυτη σιγή, διόρθωνα προσεχτικά υπολογίζοντας τα πάντα με το σταγονόμετρο. Συν, πλην, συν, πλην, ζαλούρα, ξέρετε. Στο τελευταίο γραπτό κάποιος τεμπέλης έγραφε πως "υψος του τριγώνου λέμε μια γραμμή που πέφτει". Μωρ΄τι μας λες; Να πάρε τώρα μια κουλούρα, γιατί , μαγκιά μου, και τα μήλα πέφτουνε, γιατι γραμμές είναι, επίσης, και του τραίνου οι γραμμές που όμως στρίβουνε, ανηφορίζουν κι άμα λάχει γράφουνε και κύκλους.
 Τελειώνοντας, λοιπόν, με το κεφάλι μου καζάνι, στο νου μου ήρθε ένα πλήθος σιδηροδρομικών γραμμών. Θυμήθηκα που, κάποτε, σε μια πολύ οργανωμένη χώρα του Βορρά, ανέμενα το τραίνο, σε κάποιον κόμβο-σταθμό, που πάθαινες την πλάκα σου από τις πολλές πλατφόρμες και γραμμές. Εκεί, όπως περίμενα, τσεκάριζα περίεργος τον πίνακα δρομολογίων με τις αφίξεις των συρμών:
 "Ταχεία Β6, άφιξη 7 και 15, στην πλατφόρμα 4".
  Και πράγματι, 7 και 15 στην πλατφόρμα 4, να η ταχεία Β6.
 "Εξπρές Σ8, άφιξη 7 και 21 στην πλατφόρμα 3".
 Ρε, ακριβώς 7 και 21, στην πλατφόρμα 3, να η Σ8.
 Πιο κει ένα μπουλούκι εργάτες, μετανάστες, φουκαράδες στεκόντουσαν και περιμένανε. Οπότε στις 8 και 1 από το βάθος φάνηκε σφυρίζοντας το τραίνο. Τότε οι εργάτες δακρυσμένοι αγκάλιαζαν και φιλούσαν μια κοπέλα κι ένα μωράκι, που έκλαιγε, καθώς περνούσε με λαχτάρα από αγκαλιά σε αγκαλιά. Φαινόταν καθαρά πως το μωράκι κι η κοπέλα αναχωρούσαν κι οι υπόλοιποι τους κατευόδωναν με σπαραγμό. Το τραίνο, όμως, μπαίνοντας δεν πήγε στη δικιά τους πλατφόρμα, αλλα στη διπλανή. Και τότε εργάτες και κοπέλα ξέσπασαν στα γέλια. Γελούσαν με το πάθημά τους, αφού δεν ήτανε αυτό το τραίνο τους. Και το μωράκι ακόμη φάνηκε σαν να κουνούσε ζωηρό χεράκια, ποδαράκια κοιτάζοντας τους άλλους. αλλά σε δευτερόλεπτα μουδιάσανε καθώς από το ίδιο βάθος, σφύριξε το τραίνο που πράγματι σταμάτησε μπροστά τους. Αφού ανέβασαν μερικά μπαγκάζια, κοιτούσαν την κοπέλα αμίλητοι, όπως τους κοιτούσε κι εκείνη απο το παράθυρο του τραίνου, με το μωράκι αγκαλιά. Το τραίνο αναχώρησε σε μια αμήχανη σιωπή και λίγα χέρια μόνο υψώθηκαν σαν έκφραση βουβή πόνου ανθρώπινου. Ενιωσα μπερδεμένος. Τι έγινε; Πού ήταν το λάθος; Το λάθος, λογικά, ήτανε δικό τους, εφόσον όφειλαν να είχαν δει τι ώρα έπρεπε να κλάψουν. Το έγραφε στον πίνακα αναχωρήσεων. Αλλο 8 και 1, φιλοι μου, κι αλλο 8 και 2. Οι σιδηροδρομικοί, εξάλλου, κατέβαλλαν τεράστιες προσπαθειες, ώστε να καταφτάνουν οι συρμοί στην ώρα τους. Σέβονται τους επιβάτες. Τι, δηλαδή; Ειναι καλύτερα στον Νότο, που η ταχεία της Τετάρτης έρχεται την Πέμπτη; Παρ΄όλα αυτά, χωρίς να ξέρω πως, οργίστηκα με αυτο το 8 και 1 ή το 8 και 2. Ισως γιατί εκείνοι οι εργάτες, από τις φάτσες και τη γλώσσα, ηταν δικοί μου άνθρωποι. Κάπου απο τη Μεσόγειο! Εδώ όπου θάλασσα, ουρανός απλώνονται, θαρρείς απεριόριστα, στις αμμουδιές, στον ήλιο, χαλαρώνουμε, τα τζιτζικάκια ανέμελα και τα φραγκόσυκα φυτρώνουνε όπου γουστάρουνε. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα, κι ο Ερμής του Πραξιτέλη, λένε, δεν έχει ίδιο προφίλ από δεξιά κι αριστερά. Γιατί οι καλλιτέχνες ξέρουνε ότι μια σύσπαση ανεπαίσθητη στο ένα μάγουλο, από τη μια, και μια ελαφριά ανύψωση στο φρύδι, από την άλλη, σ΄αυτές τις ανακρίβειες ακριβώς παίρνει πνοή και πάλλεται με χάρη η ζωή. Τώρα τι ήθελαν αυτοί οι Βόρειοι να πουν σ΄εμάς τους Νότιους;
 Τι, δηλαδη; Πότε θα κλάψουμε; Οχι στις 8 και 1, αλλά στις 8 και 2; Ρε, α σιχτίρ, κι εσείς και τα χρονόμετρα και τα υποδεκάμετρα. Ρε πάλλεται η ζωή, δεν φυλακίζεται, έχει πνοή ο άνθρωπος, κουλτούρα, φύση ολοζώντανη, που τον καθόρισαν. Κοιτάτε, ρε, τους νέους σας που αυτοκτονούν. Διαβάστε τις στατιστικές. Οι νέοι στις οργανωμένες χώρες αυτοκτονούν συχνότερα. Μπας και κάτω απο τη δικιά σας οργάνωση πνίγονται πιο πολύ οι ψυχές των νέων;
 Οπως που λέτε, τα θυμήθηκα αυτά, γεμάτος φούρκα πήρα τα γραπτά από το κλειστό δωμάτιο και πήγα να τα διορθώσω κάπου  "ζωντανά", όπως το συνηθίζω, εξάλλου, πότε πότε. Πήγα, λοιπόν, σε κάποιο καφενείο φίσκα Νότιους που χαρτοπαίζανε, βροντάγανε τα τάβλια, γονείς με κέρναγαν ουζάκια, μου λέγανε τα βάσανα τους κι εγώ, διορθώνοντας κει μέσα, με κάποιον τρόπο εμπνεόμουν το βαθμό που έπρεπε να βάλω. Δεν γίνεται να αγνοείς το περιβαλλον, τη ζωή και μες στην ψύχρα να διορθώνεις. Ετσι τελείωσε η διόρθωση περίπου ως εξής : "Το υψος είναι μια γραμμή που πέφτει..." όπως, ας πούμε, οι σφαλιάρες, τα πούλια και τα ζάρια. Και εφόσον "πέφτει", θα πέφτει από κάπου, προφανώς, ψηλότερα και συνεπώς, από την υπερκείμενη κορυφή. Αρα, το παιδί το ξέρει. δεν διερεύνησε, βεβαιως, αν πέφτει κάθετα, γιατί συχνά τα πούλια εκτοξεύονται κι αντί καθέτως πέφτουνε πλαγίως και θα του κόψω μερικές μονάδες.
 Μα όταν έφυγα από το καφενείο, έτσι σουρωμένος, κάτι με έτρωγε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Βούιζε και το κεφάλι μου από το ούζο που πρέπει να ήταν νοθευμένο, γιατί ποτέ δεν γίνεται έλεγχος τι διάολο μπόμπες μάς σερβίρουνε. Και ξάφνου άκουσα στο δρόμο:
 -Χαιρετε, κύριε.
 Το Κατερινάκι ήταν. Μου χαμογέλασε και, σκύβοντας το προσωπάκι της, προσπέρασε. Την κοιτούσα. Αδύνατη, μ΄ένα στενό μπλουτζήν κι ένα καπέλο κόκκινο περπατούσε και κούτσαινε.
 Α, ήταν φριχτό!
Μια όποια διαφορά δεξιά αριστερά καθόλου δεν σημαίνει πως πάλλεται με χάρη η ζωή. Οι καλλιτέχνες, προφανώς, υπολογίζουνε με ακρίβεια τις διαφορές. Μου ΄ρθε το αίμα στο κεφάλι : "Ο δρόμος δίχως σήμανση, το αγροτικό δεν είχε φρένα, ε; Α, ρε, Νότιοι, απείθαρχοι, που πάνε οι νέοι σας σαν το σκυλί στ΄αμπέλι. Από μικροί κακομαθαίνετε έτσι, ε; Θα σας τσακίσω. Κουλούρα με το πρώτο λάθος".
 Μα τώρα σπίτι έχω ηρεμήσει κάπως και σκέφτομαι ξανά το θέμα.
Θα διορθώσω τα γραπτά με σοβαρότητα.
 Βεβαίως και οφείλω να είμαι ακριβής.
 Μα όχι τόσο ακριβής που να πνίγεται η ζωή.
 Αρα, οφείλω να ΄μαι και ανακριβής.
Μα όχι τόσο ανακριβής που να τρεκλίζει η ζωή.
 Αρα, οφειλω να είμαι ακριβής, αλλά ταυτόχρονα κι ανακριβής, μα επακριβώς το πόσο ανακριβής, ώστε να πάλλεται η ζωή με χάρη!
 Τι λέμε τώρα;
 Και δεν υπολογίζω, λέω μέσα μου, καλύτερα, τον π=3,141592658979... αμέτρητα δεκαδικά ψηφία σαν μια κορδέλα που χάνεται στο άπειρο; Τι το ΄θελε ο Θεός αυτο, που είναι και παντοδύναμος;
 Α κατάλαβα. Εννοεί κατά προσέγγιση, π =3,14 μόνο.
Θα βγάλω, επομένως, τσάκα τσάκα τον μέσο όρο των δύο βαθμολογιών. Εξάλλου οι μπόμπιρες ό,τι βαθμό και να τους βάλω, πάντοτε διαμαρτύρονται πως αδικήθηκαν. Οπως, λοιπόν, θα αρχίζουν να φωνάζουν, θα ουρλιάξω.
 -Σιωπή.  Το θέμα είναι αλλού. Να μην αυτοκτονήσετε, μα ούτε και να πάτε σαν το σκυλι στ΄αμπέλι...
 Ναι, αλλά πώς; Ετσι ξεκάρφωτα; Θα με περάσουνε για παλαβό.
 Αφήστε, έχω θολούρα τώρα. Θα λογαριάσω τον μέσο όρο αύριο... Το πρωί. Να ΄χω ξελαμπικάρει κι απο τα ούζα. Πρέπει οπωσδήποτε να τα πείσω τα μικρά για το καλό τους. Το έχω πάρει προσωπικά. Αλλιώς θα υποβάλλω παραίτηση, γιατί δίκαια, τότε, με λένε παλαβό κι ας ενθουσιάστηκε παλιά το Κατερινάκι μέ μένα. Αφού το τρακάρισμα με τη μοτοσυκλέτα του φιλαράκου της από τον πολύ ενθουσιασμό τους το πάθανε.


Ο Κ. ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ γεννήθηκε το 1947 στον Πειραιά και σπούδασε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1985 και το 1986 το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανέβασε το θεατρικό του έργο "Τα ξαδέρφια".
Το 2001 από τος εκδόσεις ύψιλον βιβλία εκδόθηκαν έντεκα πεζογραφήματά του με τον τίτλο "Η γιαγιά μου τα Βαλκάνια". Το παρόν πεζογράφημα ειναι απο τη συλλογή  "μου ΄πε ο ποιητής να σου τηλεφωνήσω", εκδόσεις ύψιλον βιβλία Αθήνα 2009.