mercredi 18 décembre 2013

Ερπωντας*

Ερπωντας θα φθάσουμε στους τάφους, 
μόνοι μας θα πεθάνουμε, 
τα παιδιά μας θα λείπουν μετανάστες 
στην Κίνα, στην Αμερική, στην Αφρική.

*Πρώτη δημοσίευση : ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ http://bibliotheque.gr/?p=31924

vendredi 13 décembre 2013

Πέτρος Γλέζος


060904

Συναντιόμαστε στην Αθήνα με τον Πέτρο Γλέζο, έρχεται προς τον Λυκαβηττό, σαν να είναι εκεί η πλατεία Κολωνακίου ή μιά πλατεία στο Παρίσι βορειοδυτικά του νεκροταφείου Père Lachaise. Πηγαίνουμε σε μιά καφετέρια. Ο αδερφός μου κάθεται αριστερά, ο Πέτρος Γλέζος δεξιά. Ο αδερφός  μου ανυπομονεί να φύγουμε. Του λέω : 
ο Πέτρος είναι ο μόνος που γνωρίζουμε κι έχει ακόμη επιρροή.
Τότε πες του κάτι, λέει ο αδερφός μου. 
Το γκαρσόνι δεν έρχεται να πάρει παραγγελία. Το μαγαζί λειτουργεί μόνο ως μπαρ τη νύχτα. Ρωτάω τον Γλέζο εάν διάβασε νέα βιβλία. Αναφέρει ορισμένα μυθιστορήματα, κυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο, λέει τον τίτλο Les Voisins. (Οι γείτονες). Μιλάει για γαλλικά βιβλία. Βγαίνουμε στο δρόμο, είμαστε κοντά στη μάντρα του πάρκου. Ο Γλέζος παίρνει το λάστιχο ποτίσματος, αστειευόμενος βρέχει τα περιστέρια. Βρέχεται ο ίδιος στο ύψος των ώμων και του δεξιού στήθους. Φοράει πουκάμισο μπλε σιέλ και σακκάκι χωρίς πουλόβερ. Κινδυνεύει να αρρωστήσει, τώρα είναι φθινόπωρο. Παίρνει ακόμα φάρμακα για την προηγούμενη πνευμονία. Ερχεται ο διευθυντής της εταιρείας μεταφορών DANZAS. Είναι σε νεαρή ηλικία με μουστάκι. Στέκεται μπροστά μας χωρίς να μιλά με αινιγματικό χαμόγελο.
Λέω : ο Πέτρος δεν φοράει πουλόβερ.
Ο Γλέζος τον χαιρετά, του παίρνει, αστειευόμενος, απο την εσωτερική τσέπη του σακκακιού του ένα πορτοφόλι χαρτονομισμάτων.
Λέει : πάρτε χρήματα έλληνες!
Το πορτοφόλι πέφτει καταγής. Είναι ψεύτικα χαρτονομίσματα συλλογής.

mercredi 4 décembre 2013

Γιάννης Θράπας. Αυλός Διθυράμβων.

Πίσω από μιά χαραμάδα της θύμισης
κυττούσα τον χρόνο που δραπέτευε
νιώθοντας τον μόχθο του θεού μου
να μπογιατίζει τις νύχτες μου
με τον ασβέστη του φεγγαριού
Μιά πεταλούδα στεκόταν
στο δεξιό σου βραχίονα
κι έγινε μητέρα ερπετών...
Μ΄αυτό το χέρι μες το πλήθος
σε φωνές κρατούσε λάβαρα
ή έκρυβε το ματωμένο στόμα;
Το στόμα έφτυνε κόκκινα γαρύφαλλα
σφράγιζε τις αμπάρες
τις σιδερόπορτες με μιά λέξη
γραμμένη "περιθώριο"
Το σβύσιμο των συνόρων
απ΄τον βυθό του κορμού
ως τους ανεξερεύνητους ωκεανούς
ήταν χάρτες αμίλητοι και γνωστικοί οφθαλμοί
ως καθρέπτες με καρφιτσωμένες μορφές
των κροταφικών αυλακώσεων
ήταν πυξίδα που όριζε το στίγμα σου
με απόκλιση απ΄τις ανάσες του σκοταδιού
θα μετρούσε τις περίσιες γκριμάτσες του
                                                 τιμονιού.

                                          Νοέμβριος 1989

vendredi 22 novembre 2013

Θάνος Φωσκαρίνης. Ρήξη.

αγώνας εντοσθίων κανόνων
μανίες φοβερές
αχ, βάρος χάμω και πολλά γύρω που θανατώνουν
διάτρητη εποχή και πίσω της τρέχει μπέρδεμα λαχα-
         νιάζοντας
η αντίδικη επανάληψη της βούλησης και της εικόνας
πλέον άδειασα κι ο χρόνος αρχίζει να μ΄αφανίζει
αγάπη μου εσύ του πετσιού
καθώς γδέρνεσαι το μέσα-έξω μέχρι που να χωρέσεις
         φωνή
μην αρνείσαι, μη φεύγεις
κι αν ο κόσμος ξεπέφτει πολύ
κι ο λυγμός γύρω αφόρητη στάχτη
απομένει ό,τι πεθύμησες κι έτυχε κάπως να ζήσει εδώ 
που μόχθησε μέσα μου όλος ο χώρος
πάσχοντας ουκ ολίγο δαρμός μέχρι πέρα και σάλιο
Αυτόν λέω τώρα να πούμε ουρανό
επειδή μ΄έφερε στων ανθρώπων μέσα τη μόνιμη δίνη
κι επειδή ακόμη, θε μου, άλλο πόσο διψώ
θαύμα

mercredi 6 novembre 2013

Πατρικές συμβουλές


300613

Νωρίς το πρωί, ακόμη νύχτα, βλέπω τον πατέρα μου όρθιο μέσα στην κουζίνα στο διαμέρισμά μου στο Παρίσι. 
Θέλω να τον ασπαστώ, αλλά μου κάνει νόημα να μήν πλησιάσω.
Τότε τον βλέπω καθαρά, είναι ίσκιος χωρίς σκιά. 
Φοράει μαύρα παπούτσια, μαύρο κουστούμι και λευκό υποκάμισο χωρίς γραβάτα.
Οντως είναι θυμωμένος μαζί μου, λέει :
-Πότε θα σταματήσεις αυτή τη συμπεριφορά; Θα σε βρουν μεγάλες συμφορές άμα δεν αλλάξεις μυαλά. Που είναι ο αδερφός σου;
-Σήμερα Κυριακή, σίγουρα θα πήγε στο χωριό.
-Να μην πουλήσετε τα κτήματα, προσέξτε καλά, οι κινέζοι καραδοκούν.
-Δεν θα τα πουλήσουμε πατέρα, τα είπαμε αυτά.
-Ανοιξε το παράθυρο να φύγω, μου λέει μετά καθώς κοιτάζει το ρολόι του.
Ανοίγω και πριν σαλτάρει με κοιτάζει κατάματα : να μου φιλήσεις τα παιδιά!
Πηδάει στο κενό, τον βλέπω να γλιστράει στον ουρανό επιταχύνοντας, σαν διαβατάρικο πουλί.

mardi 29 octobre 2013

Γιάννης Θράπας. Ουρανού Ρύακες.

Σμήνος άγρυπνων πουλιών
λευκές αμοιβές - 
πεταγμένων κι άλματα, ακίνητων φρουρών
Μειδίαμα έγινε, το κάλος του κήπου
του ευωδιάζοντος
κι άνθιζαν τα ρόδα, σιωπηλά
- στους θιάσους των ηχηρών ρυακιών
Η άνοιξη διάχυτο φως σκορπούσε τ΄ουρανού
σ΄ένα όχλο, φωτεινών αστεριών
πλέκοντας τις χρυσοκέντητες γήινες κλωστές
μετρώντας τον φόβο της νυκτός
                                         ως το λυκαυγές


Το κατευόδιο δεν ονομάσθη
όραση του μέλλοντος - στην τέχνη
- ήτο όνυξ λέοντος
και ράμφος αρπακτικού πτηνού.

vendredi 18 octobre 2013

Θάνος Φωσκαρίνης. Φευγαλέο.

πώς να μας βλέπουν τ΄άστρα έτσι μικρούς κι ελάχιστους
από το χάος  της τροχιάς τους;
έκαστος ίχνος μια υποψία κίνησης
αόρατης στην άκρη του πλανήτη σχεδόν έξω του
μήπως και κάποια οδύνη τον βαφτίσει ρήμα

Από τη συλλογή ΧΟΥΣ, Εκδόσεις Οδός Πανός. 


dimanche 29 septembre 2013

Εξομολόγηση


260709

Ο συνταγματάρχης Γαβρής φοράει την επίσημη στολή του Νο 8. Μετά τα γεγονότα του Ιουλίου έχει μια έντονη επιθυμία να εξομολογηθεί. Πηγαίνει να βρει τον παπά-Κώστα. Οι δύο άνδρες είναι μόνοι στην άδεια εκκλησία. Τα καντήλια είναι αναμμένα. Κάθονται μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Ο συνταγματάρχης με δακρυσμένα μάτια, μιλάει με ειλικρίνεια, η φωνή του είναι σαν ψίθυρος, μόλις που ακούγεται : ...παρά λίγο να οδηγήσουμε τη χώρα σε ανεπανόρθωτη καταστροφή... δεν είναι δουλειά των στρατιωτικών η διαχείρηση των κοινών...  έπρεπε να παταχθεί το μικρόβιο του κομμουνισμού...  πολιτική και διπλωματία δεν είναι να κρατάς το βούρδουλα, να διώκεις τους κομμουνιστάς και τους συμπαθούντας...
Ο παπάς τον συνοδεύει μέχρι την έξοδο, τον παρηγορεί με την ήρεμη φωνή του : ...μην στενοχωριέσαι γι΄αυτό, ο Θεός είναι μεγάλος.
Του δίνει μια φιλική καρπαζιά στον ώμο. Τον κοιτάζει καθώς κατεβαίνει τη σκάλα, είναι η τελευταία φορά που τον βλέπει ζωντανό.

jeudi 12 septembre 2013

Γιάννης Θράπας. Σαν όνειρο από συνήθεια.

Οταν σου χάριζα τη ζωή
στολισμένη γύρω με φώς,
ανάμεσα σε δυό χούφτες
νωπό χώμα.
Εσύ σκύβοντας άγγιξες
το στέμμα της νυχτιάς
φωτισμένο από την αυγή.
Μέσ΄απ΄την πυργαγιά
της θύμησης
του δικού σου πόνου
χωρίς μιλιά
χωρίς βροχή
σκαρφάλωνε
σ΄ένα κίτρινο μπαλκόνι,
για να δει αχόρταγα τα μάτια σου.
Τώρα γίνεται στάχτη
κι απλώνεται στα δικά μου χέρια.
Κάποτε τα είχα δει
είχαν υπομονή
και κάποια αρμονία.
Κάποτε όταν κρεμούσαν τις κουρτίνες
στην πόρτα μου
και έκρυβαν τον ήλιο
που εσύ έστελνες στην αυλή μου.
Σε ποιά σύνορα
τώρα θα ψάχνεις
και σε κόσμους δίχως κραυγή
να βρεις ότι απλά
σε κυττούσε μονάχο.
Είδα και κάτι σαν από χρώμα
να τρέχει να προφτάσει
τις κόρες των ματιών σου
           τα υγρά μονοπάτια.
Κι΄όμορφα που κυλούσαν 
                            τα χρόνια.

                      Οκτώβριος 1990


dimanche 25 août 2013

22 Αυγούστου

Παρίσι. Πέμπτη απόγευμα στο πάρκο, πίσω από την εκκλησία της Παναγίας, τα δυό μου αγοράκια τρέχουν χαρούμενα τρώγοντας παγωτά.
Ο καθεδρικός ναός γιορτάζει τα 850 χρόνια από τη δομησή του. Πλήθος τουρίστες έρχονται να τον δούν, ανακαινισμένο, μεγαλοπρεπή.
Κάθομαι στο πράσινο παγκάκι, κάτω από τον παχύν ίσκιο.
Τα παιδιά μου παίζουν ανακατεμένα με άλλα παιδιά, έχουν έρθει απο τα τέσσερα σημεία του κόσμου.
Τα βλέπω να ξεκαρδίζονται στις κούνιες.
Τότε, στην ξεχασμένη εφημερίδα Le Monde ("Ο Κόσμος"), βλέπω τον τίτλο στην πρώτη σελίδα.
Νευροτοξικό αέριο. Από κάτω η φωτογραφία με τα κεφάλια των παιδιών παραταγμένα στο δάπεδο σαν να ατενίζουν το μέλλον ν΄απομακρύνεται ακάθεκτο.
Παναγιά μου. Οι ψυχούλες. Τα καϋμένα, τα γκάζωσαν στη Δαμασκό.

samedi 17 août 2013

Θάνος Φωσκαρίνης. Ο τρόμος της διάρκειας.

πνιγόσουνα λέει
και πάλευα μικρό παιδι να σε κρατήσω
μη μου γλιστρήσεις και χαθείς
πνιγόσουν στ΄αρμυρά νερά μιας θάλασσας τόσο ρηχής
                                    κι αθώας που
γρήγορα αφανίζονταν οι φλίσβοι
(κανείς δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε)
μας αγκάλιαζε μειλίχια κι όμως αυτή ήταν το έγκλημα
ήθελα να σε βγάλω από κει
φώναζα
κι όλο σε τραβούσα
αγωνιζόμουν να σε σώσω
σε τραβούσα
όμως καθώς το κεφάλι σου έβγαινε πάνω από το νερό
κάποιος ψηλά - δεν βλέπω - αμέσως πάλι βίαια το ΄ριχνε
                                   μέσα
κρατώντας σε πισθάγνωνα ανίσχυρη
πιέζοντας με δύναμη την πλάτη σου πονώντας
να πνιγείς χωρίς καθόλου να φωνάξεις
αγωνιζόμουν με θυμό
φώναζα
σε τραβούσα
δεν μ΄άφηναν
πάλευα με μανία
κι όμως πάντα μάταια
με παρακλήσεις και απειλές με εκτροπές διαφυγές παρεμβολές
συγχύσεις πλάνες
κι όμως πάντα μάταια
για δεκαπέντε τόσα χρόνια, μάνα

Από τη συλλογή ΧΟΥΣ.



lundi 22 juillet 2013

Γιάννης Θράπας. Κίτρινος ήχος των κίβδηλων μετάλων.

Εχει μεγάλο κουράγιο η σιωπή
κυττάζοντας τις πληγές των αναίσθητων
σωμάτων
και τα φεγγάρια - γυμνά και στέρφα.
Ακούγοντας μονάχα βήματα
σε μεθυσμένα κι αδειανά σοκάκια,
ωδές μυστηρίων,
φωνές αλιευμένων καιρών.
Αγρια τα μεσάνυχτα - που καίνε - 
του στήθους τα καταφύγια.
Εραστές λιωμένοι με τα κοχύλια
βουλιάζουν - ενώ νοσταλγούν - στην
θερινών αμμουδιών - τα πάθη
που θα τους φυλακίζουν, στους αιθέρες.
Μονολογούν τα τραίνα στους ανήμερους
σταθμούς.
Απ΄το κάλεσμα των ατόφιων οιωνών
στο καρτερικό τους αγκάλιασμα.
Μεσ΄από κύκλους και πύρινες κορδέλες
που με το νυστέρι μιάς φυγής απρόσωπης,
χαρίζει τη γονατισμένη μορφή
στην προτομή της ή του μεγαλείου της.

                           Νοέμβριος 1990

vendredi 12 juillet 2013

blue seven


Image of blue seven: Kurosounds
  • Image of blue seven: Kurosounds
  •  
  • Image of blue seven: Kurosounds

blue seven: Kurosounds

£4.99



blue seven 
Kurosounds 
C25+C25+download code
That awful cliche about musicians not being able to choose between their songs (even the bad ones!) because the songs are like their children - and picking a favourite would not just be wrong, it would be impossible - is proved scarily true once you start running a tape label.
Not that we can claim any ownership over the craftmanship in the seven releases so far, but we’re equally protective of each installment in the series.
That said...
Kurosounds’ release - two tapes, one featuring the tape-length composition Bleu Nuit - is all kinds of special for us. It inhabits the strange dreamy place where not-quite music and diegetic daysound blur into sound as pure as paintings.
This is the closest to the sound we heard in our heads when we started Blue Tapes as an endeavour, so Kurosounds to us sounds like home.
There are instruments here - acoustic guitar that sounds like it’s been deconstructed atom by atom (and then sewn back together), something that might be a kalimba or mbira, distant percussion and sounds that could be synths were it not for the fact that they seem to be breathing. But these manmade contraptions never dominate - they drift in and out with as much agency or urgency as any of the found sound snatches of conversation or other noise that populate this world.
Each element goes about its business, seemingly aware of the other shapes in the space it inhabits, but blissfully relieved of any pressure to interact with them.

jeudi 4 juillet 2013

Ταυτότητα


Πηγαίνουμε στο αεροδρόμιο, πρόκειται να φύγουμε μετανάστες στην Αμερική, στο Σαν Φρανσίσκο. Σπρώχνω το καροτσάκι με την Ελαία μωρό, ενώ η Λίζα προηγείται με τα άλλα παιδιά.
Σαν να έχουμε πρόβλημα με τα εισιτήρια, είναι καρτέλες ασπροκίτρινες, τις κρατώ εγώ, αλλά μόλις φθάνουμε στον έλεγχο η αστυνομία αναγκάζει όλους τους ταξιδιώτες να ξαπλώσουν στο δάπεδο. Μετά ένας-ένας σηκώνονται και παίρνουν μαζί τους μια ειδική βαλίτσα με τα οστά των προγόνων τους. Όταν εγείρομαι δεν βρίσκω τη βαλίτσα που μου ανήκει και όταν ψάχνω επιστρέφοντας σε άλλες αίθουσες χάνω τη Λίζα και τα παιδιά.
Προχωρώ με την Ελαία στο καροτσάκι έξω από τις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου, αλλά το αεροπλάνο δεν φαίνεται πουθενά, ούτε το πλήθος των ταξιδιωτών. Το έχασα. Το αεροδρόμιο είναι έρημο, δεν υπάρχει άνθρωπος να μου δώσει εξηγήσεις και οδηγίες.
Βγαίνοντας στον δρόμο είμαστε σε μια γερμανική πόλη, είναι χτισμένη εξ ολοκλήρου με κόκκινα τούβλα, μοιάζει πολύ με το Στρασβούργο. Φθάνω σε μια ελληνική υπηρεσία, σαν να είναι καφενείο ελληνικού χωριού. Ηλικιωμένοι μετανάστες παίζουν χαρτιά και τάβλι.
Στην υποδοχή με δέχονται εγκάρδια. Κι ενώ σκέφτομαι να ζητήσω βοήθεια να επιστρέψουμε στην Αθήνα, τελικά ζητώ να με οδηγήσουν στο γαλλικό προξενείο γιατί δεν έχω ελληνικά χαρτιά.
Πρώτη δημοσίευση :  WWW.protagon.gr 4 Ιουλίου 2013 στη στήλη Αναγνώστες. 

mercredi 26 juin 2013

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ. ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

οι δρόμοι όλοι αποσύρονται ρουφιούνται
τα σπίτια κλείνονται στους τοίχους που φοράνε
υπάρχουν δωμάτια τσέπες του χρόνου που φουσκώνουν
υπάρχουν δωμάτια τσέπες του χρόνου άδεια ή τρύπια τώρα
σαλεύει ένα ψαράκι στο φωτεινό ενυδρείο της η σκεφτική ματιά

Από τη συλλογή ΧΟΥΣ, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2011


samedi 8 juin 2013

Στη λαϊκή αγορά


Θα μας θερίσει η πείνα άμα δεν δράσουμε εγκαίρως. Δεν έμεινε τίποτα για πούλημα. Εχουμε ακόμη λίγα βλίτα στον κήπο, μέχρι την Κυριακή φτάνουν να φάμε. Τότε μου έρχεται η ιδέα να πουλήσω τον σκύλο μου. Με το που το σκέφτηκα με πήραν τα δάκρυα.
-Ποιός θ΄αγοράσει τώρα σκύλο, λέει ο αδερφός μου.
-Δεν κατάλαβες, θα τον πουλήσω ψητό, σαν ερίφιο, αύριο στη λαϊκή.
Ο φουκαράκος δεν ξέρει τι τον περιμένει. Ερχεται παιχνιδιάρης με τη ρόδινη γλώσσα του εξέχουσα, μου γλείφει τα χέρια.
Τον πηγαίνω δήθεν παιγνιδίζοντας στην ανατολική άκρη του κήπου. Εχω το μαυρομάνικο μαχαίρι, καλά ακονισμένο, κρυμμένο στην τσέπη του παντελονιού. Ξαπλώνει μόνος του κάτω απο τις αμυγδαλιές, πιστεύει ακόμα στα παιγνίδια όπως παλιά. Κοιτάζει με απορία τα δακρυσμένα μάτια μου. Αποφάσισα να τον σφάξω όπως ο πατέρας μου τα κατσίκια. Στρέφω το κεφάλι του προς την ανατολή. Λέω το "Βασιλεύ ουράνιε", με το μαχαίρι κάνω το σημείο του σταυρού στο λαιμό του και με μια σταθερή κίνηση του κόβω το λαρύγγι. Το χώμα πίνει το αίμα με λαιμαργία...

Την Παρασκευή το πρωί φορτώνω τη γκρίζα ψησταριά στο κόκκινο Datsun. Πηγαίνω στη λαϊκή και ψήνω-δήθεν-το γδαρμένο κατσικάκι γάλακτος. Πετάγομαι δύο λεπτά στο αρτοποιείο να πάρω πέντε φραντζόλες ψωμί, ο φούρναρης δέχεται να μου τις πουλήσει με πίστωση. Επιστρέφοντας βλέπω δυο νεαρούς με μοτοσικλέτα. Εχουν πάρει τη σούβλα με το ψητό και φεύγουν επιταχυνοντας προς το Κοκκινόχωμα.
Βοήθεια, βοήθεια, κλέφτες! Φωνάζω απελπισμένος. Τρεις μπάτσοι φτάνουν τρέχοντας, τους βλέπω μπροστά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Ομως οι κλέφτες απομακρύνονται συνέχεια, από μακριά βλέπω τη σούβλα μου με το ψητό σαν να είναι το δόρυ αρχαίου πολεμιστή καβάλα σε άλογο που καλπάζει.


Πρώτη δημοσίευση :
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstes&id=24926

vendredi 7 juin 2013

Γιαννης Θραπας. Ακολουθια εν πλω.

Προσπαθησα να μετρησω
το κλαμμα των περιστεριων
που τριγυρνουσαν σκορπισμενα
στην αυλη μου.
Ομως γυμνο το σκοταδι
κερνουσε τους ποιητες
ακομη ενα ποτηρι
κρυας βροχης του φεγγαριου.
Οταν κυττιοταν ο θεος μου
στα αδεια ματια
των σπασμενων γυαλιων
αρχιζε να ζει
το διωγμενο αισθημα
της αντιρησης
του συλλογισμου
της υποταγης.
Ερχονται τα χρονια
και φευγουν
πονανε οι μανες
χωρις πια να το φωναζουν.
Γεραζουν τα παιδια
και οι φωνες τους
δεν φτανουν,
την ραγισμενη μητρικη καρδια
κι΄ετσι δεν παιρνουν
καμμια απαντηση. 

                 Μαρτιος 1991

mercredi 5 juin 2013

Θανος Φωσκαρινης. Μια καποια αχνα.

εισαι η καρδια καθε αγαπης μου
πουλακι βιβλικης στοργης ρυακι επιθυμιας
σ΄αναζητω σε καθε ανθρωπο ζωακι ή λουλουδι
εισ΄η φωλια κι ο δρομος μου
ενα ημερολογιο αρχαιων εποχων
που ξεφυλλιζει ο ανεμος, το φως, η νυχτα
χρωματα, ηχοι, ευωδιες
ρουχα του χθες που ξερω θα μου εχουν πια στενεψει
πραγματα μικρα που χαθηκαν αποτομα
πριν να πεινασει και για σενα ο Κρονος

εισαι το αισθημα μου που ριγει στο διαστημα ρωτωντας
κι ομως κανεις κανεις δεν του απαντα

samedi 1 juin 2013

Πρωτη φορα


080413 

Η ζωη της ειναι δυσκολη, την αισθανεται σαν ενα μεγαλο βαριδι απο ατσαλι. Η οικογεννειακη της  ιστορια τη βυθισε στην τρελλα απο τη γεννηση της. Ο πατερας της ειναι ο παπους της. Αναζητει την τρυφεροτητα στη βιαιοτητα των ανδρων. Οσους γνωριζει θελουν να παιζουν μαζι της σαν σε βιντεο πορνο. Φοβαται μην τους χασει γι΄αυτο ενδιδει σε ολες τις στασεις του Καμα-Σουτρα.
Αγορασε σημερα μια κοκκινη στολη απο λατεξ. Θελει να ικανοποιησει την επιθυμια του τελευταιου εραστη της. Την φοραει μπροστα στον καθρεφτη, σπρωχνει για να χωρεσει μεσα της με τους θροφαντους γλουτους και τα μεγαλα της βυζια. Η στολη σχιζεται, γλιστραει στο πατωμα σαν να ειναι πουκαμισο φιδιου. Πρωτη φορα αισθανεται τετοια ελευθερια. Βγαινει γυμνη στο δρομο, τρεχει προς το ποταμι. Πεταει σαν πεταλουδα πανω απο τα αυτοκινητα και μολις φθανει στη γεφυρα την προλαβαινει το ασθενοφορο.

Πρωτη δημοσιευση : microstory.gr
 https://www.facebook.com/microstory.gr?fref=ts





vendredi 24 mai 2013

Θανος Φωσκαρινης. Η ζωη σε μια καψουλα.

μεγαλωνω
τι γρηγορα μεγαλωνω εδω που βρισκομαι κι αρνουμαι
αρνουμαι καθολου δεν το θελω
παλευω να σταματησω τον καιρο
που οσες αληθειες κληρονομησα τις βρηκα ολες τους ψεμα
δυο, τρια, τεσσερα ψηγματα ζωης
κρατω κι αργοκυλαει το ρευμα
κι ομως βλεπω μαζι μου παρασυρομαι και τρεχω
μι΄ασπιδα ο ηλιος γκριζα κι αλλοτε καφε-
ντρεπομαι, παραξενο ντρεπομαι που τον βλεπω
αργησα και πρεπει παλι να στησω εξαρχης ενα "πιστευω"
με βασανιζει διαρκως η εγνοια για την αρμονια
η καθαρση
το περιβολι με τις ριζες

δυο, τρια, τεσσερα ψηγματα ζωης
κρατω κι αργοκυλαει το ρευμα
απο μονος πιο μονος πηγαινω σε ολοενα καινουργιες ορφανιες
προσεχω τα ποδια να χαραζουν συνεχεια τη γη
δυναμωνω τα ματια να μη ραγισει η εικονα
γυμναζω τα χερια για μια μεταξυ τους αγκαλια
που να τα μεθα χωρις να μου τα ξεριζωνει

mercredi 22 mai 2013

Γιαννης Θραππας. Ο αριστερος χρονος των ρολογιων

Ετσι χρωματιζω την Ανοιξη
κρατωντας τον μαστο της γυναικος
πανω απ΄το λευκο της πουκαμισο.

Βλεπω την φαλαγγα της
να με γυρναει πισω
κι απ΄το βλεμμα της το γαλαζιο
και ζω να βουλιαζω στη θαλασσα της
                                          σαν αιμα.

Ετσι γοργα λατρευεται το σουρουπο
Δεν ξερω που να κρυφτω 
τα δενδρα, στο δασος της, θροϊζουν
σαν με κρατουνε μακρια απ΄το ονειρο
οσο ενα κελλι το φως απ΄το σκοταδι.

Εσεις που κρεματε στα μαλλια σας
                                        τα χρονια μας
σ΄ενα λουσμενο απογευμα αλαργινο
θε να μας πατε ταξιδι μεχρι το πουθενα.

Δεν ειναι τα συννεφα που κρυβουν  
της αγαπης ουρανους
ουτε τα ονειρα μας μοιαζουν με πουλια

samedi 18 mai 2013

Στον ελαιωνα Στυλιδος


170513

Ο Αλεκος Μακαρενκο κι εγω, ακομη μαθητες Γυμνασιου, κατεβαινουμε απο το λεωφορειο στη σταση Αγιος Νικολαος Στυλιδος. Πρεπει να βαδισουμε τεσσερα χιλιομετρα μεχρι το χωριο. Προχωρωντας μεσα στα ελαιοπεριβολα βλεπουμε μπροστα μας πολλες λευκες τεντες, παραπηγματα, για δεξιωση.
Εχουν ερθει οι Κινεζοι με τον προεδρο τους αυτοπροσωπως. Προκειται ν΄αγορασουν τον ελαιωνα Στυλιδος. Αυτοι θα μας σωσουν απο τα χρεη.
Κι ενω ακουγεται μουσικη υποκρουση απο μπουζουκια το αγημα των τσολιαδων χορευει συρτακι. Ενας-ενας οι ιδιοκτητες, με δακρυσμενα ματια και ευγνωμοσυνη, υπογραφουν τα συμβολαια, χαιρετουν εγκαρδια τον Κινεζο ηγεμονα πριν κατευθυνθουν στα στρωμενα τραπεζια για το ποτηρι της φιλιας. Αναπολουν με συγκινηση τα χρονια της παρ΄αυτικα ηδονης, τα γλεντια, στα σκυλαδικα με μπαγλαμαδες και κλαρινα, στις υπαιθριες ντισκοτεκ φατσα στη θαλασσα.
Αιφνης τα μεγαφωνα αναγγελουν πως το μεταγωγικο διοροφο αεροπλανο που εφερνε τα δωρα των Κινεζων για τα παιδια των αγροτων δεν μπορει να προσγειωθει λογω τεχνικης βλαβης. Οι πιλοτοι εγκαταλειπουν το σκαφος στο τσακ πριν γκρεμοτσακιστουν. Δεν φορουν αλεξιπτωτα αλλα τους βλεπουμε να πεφτουν μαλακα στο εδαφος σαν ορνια που μυριστηκαν ψοφιμι.
Το αεροπλανο πεφτει με παταγο. Ο φιλος μου κι εγω τρεχουμε να κρυφτουμε. 
-Οχι πισω απο τους κορμους των γερικων ελαιων, λεει ο Αλεκος. Με παρασυρει γρηγορα στη ριζα ενος βραχου, διπλα στο ποταμι. 

vendredi 17 mai 2013

Γιαννης Θραπας. Διατριβη

Αυτή η κάμαρη
είναι που τρέχει
με τον εφιάλτη της νυχτιάς
σχεδόν μονάχη
και ελαφρώς κρύα
εκτός απ΄τις ανάσες
κουρτίνες κλειστές,
και το φώς να καίει ώρες
κυττούσα τα απλωμένα φύλλα
τις σκόρπιες σελίδες
ανοιχτών βιβλίων,
να μου φωνάζουν
"θα νικήσουμε".
Ψάχνωντας μιας άλλης πατρίδας
την πλάση.
Σαν προχωράς
πάνω στην επιφάνεια της χιονισμένης λίμνης
με τις παγωμένες ουλές,
το πιο επικίνδυνο σημείο
είναι τα τέλματά σου.
Το βήμα τώρα αργό
και κάπως ακέραιο
ώσπου να δείς την άσβυστη φλόγα
                                                  να καίει,
σ΄ένα τοπίο
που ολοένα σε προσκαλεί.
Χωρίς πλέον να σταματήσεις
σε δρόμους με σιωπή
τι άλλο απόμεινε να περιμένεις.

              Σεπτέμβρης 1990

Θανος Φωσκαρινης. Υπο την σκεπην σου

ζητάω μια καμπύλη
ανάμεσα λαιμού και ώμου
ν΄αφήσω το κεφάλι μου
φιλώντας
κι εσύ ν΄ανατριχιάζεις
να σκιρτάς μόλις


Απο την ποιητικη συλλογη ΧΟΥΣ. Εκδοσεις Οδος Πανος. Αθηνα 2011

samedi 11 mai 2013

Πρωινη εκδρομη


051286

Στο ξυπνημα βαζουμε πλωρη προς το βορια. Ειναι ακομη νυχτα. Σε αυτο το χωριο με τα πολλα μανδρια, μεσα σε πουρναρια, σε σχοινα, σε αγριελιες και σε πλατανια, λεμε να στριψουμε ανατολικα για να δουμε καλυτερα το τοπιο κατω απο το φως της σεληνης. Στην κορυφη του λοφου, ενας βοσκος, μαζευει βοτανα και μανηταρια, μας παρακολουθει.
Αιφνης η πλαγια μεταμορφωνεται σε τεραστια κατηφορικη σκεπη με γαλλικα κεραμιδια, μπροστα μας ορθωνεται ενα καθετο, γιγαντιαιο και ογκωδες τειχος στρατοπεδου, μοιαζει με εργοστασιο παραγωγης ηλεκτρισμου. Η Ηβη ανεβαινει με ευλυγισια κινησεων, με αφηνει πισω της, δυσκολευομαι, ιδρωνω, μολις φθανω στην κορυφη του τειχους δεν την βλεπω, στην εσωτερικη πλευρα δεν διακρινω τιποτα.
Αποπειρωμαι να περασω στο εσωτερικο, μια ανεξηγητη δυναμη με τραβαει προς τα πισω, κινδυνευω να πεσω. Καθως κρατιεμαι απο τα αναριχωμενα φυτα, αυτα ξεκολλουν και κοβονται, πεφτω συνεχεια, εχω χασει τα παπουτσια μου, ενω η αγωνια μου διαρκως πολλαπλασιαζεται. Τοτε αναβουν οι προβολεις, ακουω τα ουρλιαχτα των σειρηνων, βλεπω κοκκινα, κιτρινα και ασπρα κρανη εργατων, προσπαθουν να με βοηθησουν ριχνοντας τριχιες και ανεμοσκαλες.
Οταν κατεβαινω στο εδαφος, προσπαθω να δικαιολογηθω, λεω : ηρθα να αγορασω ξυριστικα. Ο αρχηγος των πυροσβεστων ερχεται προς το μερος μου με ουδετερη διαθεση. Ειναι αψογα ξυρισμενος, φερει αγιστροειδην μυστακα σε στυλ του δεκατου ενατου αιωνος. Φοραει μαυρο σακκακι υπηρεσιας απο σκληρο δερμα, εχει υπο μαλης το απαστραπτον κρανος του. Μου δειχνει ενα κουτι με μωβ περιβλημα απο υφασμα πολυτελειας. Βρισκεται τοποθετημενο στη βαση των τειχων, μολις το ανοιγω βλεπω τα εργαλεια, μοιαζουν με ειδικα μαχαιρια τυροκομειου.

Στην πλατεια δυο λεωφορεια περιμενουν στην αφετηρια, δεν ξερω σε ποιο ν΄ανεβω. Δεν ειναι της γραμμης, προκειται για τουριστικα πουλμαν, εχουν ερθει με την ευκαιρια ενος γαμου, δεν με ειχαν καλεσει, ελειπα χρονια, δεν ηξεραν τη νεα μου διευθυνση. Ειμαι σιγουρος, εαν παρω το λεωφορειο υπαρχει πιθανοτητα να προλαβω την Ηβη. Κατα τη γνωμη μου εχει φυγει προς αυτη την κατευθυνση.

samedi 4 mai 2013

Μέρα Λαμπρής


Πάσχα. Ο αδερφός μου ετοιμάζει τον οβελία μπροστά στο φούρνο, απέναντι από τον αχυρώνα, φάτσα στη θάλασσα. Εγώ τον βοηθώ. 
Δώδεκα καλόγεροι, συνοδευόμενοι από ομάδα χωριανών, μεταξύ τους είναι ο Νητσάκος, ανεβαίνουν από τη σκάλα του ξύλινου μπαλκονιού. Κρατούν τη θαυματουργή εικόνα του Αγίου του μοναστηριού. Κάνουν έρανο για την αποπεράτωση του ιερού ναού. Ψάλλουν με δυνατές φωνές : 
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού…
Διασχίζουν το διάδρομο, ψάλλοντες έρχονται στο πέτρινο μπαλκόνι. 
Ευλογητός ει Κύριε…
Η ψαλμωδία σταματά. Περιμένουν πληρωμή. 
Ο Νητσάκος προτείνει ένα ανοιχτό μεταλλικό κουτί και λέει ότι το λιγώτερο που πρέπει να δώσουμε είναι πενήντα ευρώ, ο αδερφός μου πρέπει να δώσει πενήντα ευρώ. 
Λέω : «΄Ο Αλέκος θα δώσει δέκα ευρώ γιατί ο μισθός του δεν του επιτρέπει να δώσει περισσότερα.» 
Ο Νητσάκος διαμαρτύρεται. 
Συμπληρώνω : «Θα δώσουμε και οι άλλοι ο πατέρας μου, η μητέρα μου κι εγώ.» 
Ο Νητσάκος ξεφυσά ανακουφισμένος. 
Πηγαίνουμε ο αδερφός μου κι εγώ προς το σπίτι της ΒΤ, τώρα είναι δικό μας, το αγοράσαμε από τον Μπίλικο, θέλουμε να πάρουμε χρήματα να πληρώσουμε τους ιερομόναχους, όταν κύματα θυμού με πλημμυρίζουν εναντίον του Νητσάκου, δεν έχει αυτός να μας λέει τι θα κάνουμε και τι ποσό θα δώσουμε για το μοναστήρι. 
Επιστρέφω τρέχοντας, ωρυόμενος αρπάζω το Νητσάκο από τους γιακάδες και τραντάζοντας τον του λέω ότι  δεν είναι δική του δουλειά να βάλει ταρίφα για τις προσφορές των πιστών.
Οι ιερομόναχοι με τους χωρικούς φεύγουν προς την πλατεία ψάλλοντες :
Δόξα τω πατρί και τω υιώ και τω αγίω πνεύματι. Αινεί η ψυχή μου τον Κύριον…
Το τραγούδι τους σβήνει στη στροφή του δρόμου.

Βρίσκομαι νότια του αχυρώνος συντροφιά με την μεγαλύτερη κόρη του Νητσάκου. Αγκαλιαζώμαστε τρυφερά, φιλιώμαστε στο στόμα, έχω ένα συναίσθημα ενοχής. 
Ο ήλιος δύει και καθώς κοιτάζω το ρολόϊ μου βλέπω τα χελιδόνια να επιστρέφουν στις φωλιές τους. 
Στο σούρουπο βλέπω μιά νεαρή φοιτήτρια, πλησιάζει με προφυλάξεις τη βόρεια πόρτα του αχυρώνα. Μιά άλλη φοιτήτρια μπαίνει από το ισόγειο. 
Η σκεπή του αχυρώνα είναι ταράτσα. Οι φοιτήτριες έχουν εγκατασταθεί εκεί, επιδίδονται σε πρωκτολειχία. 
Ανεβαίνω στην ταράτσα, τους λέω ότι δεν μπορούν να μείνουν εκεί, οι κανόνες ασφαλείας δεν ισχύουν.
Πράγματι νοτιοδυτικά και βόρεια είναι γκρεμός, μόνο ανατολικά βλέπουμε τον κήπο του σπιτιού με το ποτισμένο χώμα. 
Αίφνης γλιστράμε στον γκρεμό, σαν να είμαστε ξαπλωμένοι η κόρη του Νητσάκου κι εγώ σε κρεβάτι που έγειρε, προλάβαμε να αρπάξουμε ένα ροζ σεντόνι, το κρατάμε με δύναμη, το σεντόνι καθυστερεί την πτώση μας σαν αλεξίπτωτο. Κατεβαίνουμε την απότομη κατηφορική πλαγιά στον Τρύπιο Βράχο, στο Βριζοχώραφο. Πριν φθάσουμε στο ρέμα ένας θάμνος μας συγκρατεί ώστε πέφτουμε μαλακά στην άμμο του ποταμού.

Εισέρχομαι σε ένα διαμέρισμα, το έχουν ενοικιάσει οι φοιτήτριες. Στο τραπέζι βλέπω ένα βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα φέρει τον τίτλο : Τα εννέα στάδια των φιλμ πορνό.
Δίπλα είναι ένα φορητό κομπιούτερ. Μέσα στην απόλυτη ησυχία στέλνω ηλεκτρονικό μήνυμα στον αδερφό μου, να ξέρει που βρίσκομαι.
Νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ. Οι φοιτήτριες έχουν βάλει πάνω στα κρεβάτια διάφορα αξεσουάρ, κούκλες, αναπτήρες, μπιμπελώ, δονητές, αποξηραμένα κόκκινα τριαντάφυλλα…
Το έχουν κάνει επίτηδες, να επιβεβαιώσουν εάν κάποιος κοιμήθηκε εκεί.
Ανοίγω το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας. Μετά πηγαίνω στην κουζίνα να πιώ φρέσκο γάλα.






jeudi 25 avril 2013

Δωρο του Πασχα


To Microstory.gr ανακοινώνει με χαρά την κυκλοφορία του πρώτου ebook

33 - Τριαντατρία (συλλογή διηγημάτων microstory)
33 διηγήματα, 33 ιστορίες ανθρώπων που στάθηκαν κάτω από την ίδια ομπρέλα για να προστατευθούν από το ψιλόβροχο της πεζής καθημερινότητας που μουλιάζει τα όνειρά μας.
Η ζωή, ο έρωτας και ο θάνατος συνυπάρχουν αρμονικά στις σελίδες αυτού του βιβλίου, διαπλέκονται και εναλλάσσονται για να μας υπενθυμίσουν ότι υπάρχουμε γιατί υπάρχουν και το αντίθετο...

* Το microstory εκφράζει τις πιο θερμές ευχαριστίες του σε όλους τους συγγραφείς που με τα κείμενα τους έκαναν την καθημερινότητα μας πιο όμορφη. Σας υποσχόμαστε (ή σας απειλούμε) ότι θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Καλή ανάγνωση...

 

mercredi 17 avril 2013

Το περασμα


Πινακιον 061091

Πολλοί συγχωριανοί μας έχουν συγκεντρωθεί στον αγναντερό λόφο της Αγίας Παρασκευής. Ο αδερφός μου κι εγώ είμαστε εκεί. Ο λόφος είναι υπερυψωμένος, ανάμεσα στις θεόρατες βασιλικές δρυς είναι χτισμένη μία άλλη εκκλησία με καφέ πελεκητές πέτρες. 
Από τα μεγάφωνα ακούμε : η εκκλησία είναι δωρεά του αδερφού του Νητσάκου, κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος της κοινότητος Ανύδρου.
Είναι απόγευμα, ξαφνικά βλέπουμε αεροπλάνα Στούκας, έρχονται προς το μέρος μας. 
Λέμε : κάνουν ασκήσεις, είναι για το γύρισμα κινηματογραφικής ταινίας. 
Ομως οι άνθρωποι τρέχουν δεξιά και αριστερά. Μένω ξαπλωμένος, δεν πιστέυω να έχουν εχθρικές διαθέσεις. Ομως ο αδερφός μου φωνάζει : τρέξε! 
Είμαι βραδυκίνητος, τραυματίζομαι, αλλά δεν νοιώθω πόνο. 
Εγκαταλείπουμε το λόφο, κατεβαίνουμε στο ρέμα, στο μύλο. Πρέπει να βρούμε μέσον να φύγουμε, όμως τα λεωφορεία και τα φορτηγά είναι γερμανικά, όποιος ανεβαίνει τον συλλαμβάνουν. Από ένα σημείο για να περάσουμε πρέπει να διαλέξουμε κάρτες, να τις δώσουμε στον πωλητή, λέω : δεν είναι έτσι, αλλά το μήνυμα είναι συμβολικό. Ο αδερφός μου έχει αποροφηθεί να κοιτάζει τις κάρτες, τραβάω δύο, η μία είναι αντίγραφο του Toulouse Lautrec, η άλλη από το Κάμα-Σούτρα. Τις δίνω στον πωλητή, υπνωτίζεται να τις κοιτάζει, φωνάζω τον αδερφό μου να με ακολουθήσει, αλλά αυτός δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τις κάρτες, τράβα εσύ, μου λέει, φύγε.
Στα βόρεια προάστεια, στη Στυλίδα, τρέχω στο Κοκκινόχωμα, ανάμεσα στα δρομάκια να βρω μέρος να κρυφτώ, ακούω τους Γερμανούς, ψάχνουν παντού. 
Φτάνω στο Ανυδρο, στο σπίτι του Δήμου, ο Βαγγέλης είναι μόνος του στη σκάλα, μαστορέυει.
-Μπορείς να με κρύψεις; τον ρωτώ.
-Εχω μια κρυψώνα, μου λέει, πίσω από το τζάκι.
Το πέρασμα είναι στενό, καθώς βάζω το αριστερό πόδι, σκέφτομαι πως είναι καλά για το χειμώνα, βλέπω το κρεβάτι, τα μάλλινα σκεπάσματα και πολλά βιβλία, αλλά δεν μπορώ να περάσω, σπρώχνω ενώ ακούω τα σκυλιά των Ναζί.

Πρωτη δημοσιευση στο Λογοτεχνικο Μπιστρο της Στελλας, Φθινοπωρο 2012.
stellasliterarybistro.com/ 

vendredi 12 avril 2013

Θανος Φωσκαρινης. Ιχνος

η επιθυμία
η ζωή μου σαν ιστορία μιας επιθυμίας
η έλξη για το ωραίο και το απίθανο
αγώνας κάθε μέρα κάθε στιγμή προς το ΄Αγνωστο αυτό
με άσκηση κανόνες πίστη και πράξη
με τιμωρίες ομολογίες σισύφιες πεζοπορίες
ο έλικας δυναμικός κι επίμονος
τι αγωνία, τι φόβος, η βούληση ιερομόναχου για το λόγο
τι μαρτύριο
αλήθεια, με πόση αγάπη για την αβεβαιότητα
των ανθρώπων και του βάσανου χρόνου της


η επιθυμία λοιπόν.

lundi 8 avril 2013

Γιαννης Θραπας. Καποιος που ειχε το ονειρο για ξυπνητηρι.

Στρατιωτες βουβοι,
γδαρμενοι στα μετωπα
                  χτυπημενοι
γυρνουσαν απ΄τη μαχη.
Τα ματια τους εδειχναν
πως επεστρεψαν νικημενοι.
Μα του αξιωματικου
η καθαρη φωνη αντηχουσε
πανω στους λοφους
εδινε θαρρος - υποσχεσεις με ορμη
πως την αυγη
θα στειλουνε ενισχυσεις
εμοιαζε μ΄ενα φιλι
τοσο κρυφο που δεν φυτρωνει
                               στα χειλη
ή ανυπαρκτο, που η ζεστη του
δεν φανηκε ακομη.
Ενα κουμπι πεφτει κατω, 
στο γυαλισμενο ξυλινο πατωμα.
Εσυ σκυβεις, το παιρνεις
και το αφηνεις ησυχα
στο πανω συρταρι του κομοδινου σου.

                                   26/09/1990

jeudi 14 février 2013

Η ΄Ολγα από τη Θεσσαλονίκη




Κρατώ τη λίστα με τα ονόματα των ασθενών καθώς εισέρχομαι στο θάλαμο των επειγόντων του ορθοπεδικού τμήματος.
Η ΄Ολγα, ογδοηκοντούτις, με γαλανά μάτια και ολόλευκα μαλλιά, με  κοιτάζει με αισιόδοξο χαμόγελο. Μιλάει γαλλικά με έντονη προφορά όπως κι εγώ. Την ρωτώ εάν είναι ρώσσικης καταγωγής.
-΄Οχι Κύριε, μου απαντά, είμαι Ελληνίδα από τη Θεσσαλονίκη.
Πόσο χαίρεται που μιλά μαζί μου ελληνικά! Μου αφηγείται τη ζωή της :
Τη βλέπω μαθήτρια να παίζει στην αυλή του σχολείου και να τραγουδά : ...και σε περιβόλι μπαίνει Βαγγελιώ μου παινεμένη...
Μαθαίνει ξένες γλώσσες με την αδερφή της. Οι γονείς της έχουν κατάστημα ραφτάδικο. Θέλουν να μορφωθούν τα παιδιά τους, ν΄αλλάξουν ζωή.
Το 1943 θα υπακούσουν στις προτροπές του διορισμένου ραβίνου Τσβι Κορετς. Μετά θα τους μαζέψουν με υποσχέσεις για μιά καλύτερη ζωή σε ένα χωριό της Κρακοβίας. Θα ζούσαν εκεί χωρίς απειλές, χωρίς μίσος, χωρίς διωγμούς.
Τους φορτώνουν σαν τα ζώα στα βαγόνια του τραίνου. Οι οιμωγές του πλήθους, η πείνα, η δείψα, οι οσμές : ξυνισμένος ιδρώτας, ούρα, κόπρανα κι εμετός.
Στο στρατόπεδο τους συγκεντρώνουν νωρίς το πρωί. Προορισμός τους : Οι θάλαμοι των αερίων.
Η ΄Ολγα καταφέρνει να γλιστρήσει πίσω δεξιά. Πέφτει πάνω σ΄έναν μεγαλόσωμο φρουρό.
-Που πας εσύ; Τη ρωτάει βλοσυρός.
-Δεν είμαι σε αυτή την ομάδα, βγήκα να πάω στην τουαλέττα, εργάζομαι στο ατελιέ ραπτικής.
-Καλά, της λέει ο Γερμανός και την αφήνει να περάσει.
-Σώθηκα γιατί μιλούσα καλά γερμανικά, δηλώνει καθώς οι νοσοκόμες την ετοιμάζουν για το χειρουργείο.
Την οδηγούν στο μπλοκ. Στο διάδρομο με χαιρετά υψώνοντας το χέρι. Βλέπω τον αριθμό μητρώου χαραγμένο στον πήχυ του βραχίονα.


samedi 19 janvier 2013

ΠΑΡΑΠΟΝΟ. Διηγημα απο τη συλλογη Ειδη Προικος.


ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Ξημερωνε. Την ξυπνησαν τα λαληματα του κοκορα. Αυτο το λαλημα εμοιαζε με σαλπιγγα στρατοπεδου. Οι στρατιωτες, ολοι οι χωριανοι. Οι περισσοτεροι γεροι και γριες, ξυπναγαν απο τον ησυχο υπνο τους, πεταγονταν απανω κι εδιναν ζωη στο χωριο.
Σηκωθηκε, φορεσε τα παπουτσια της και βγηκε εξω απο το χαμοσπιτο. Πηγε διπλα στο καλυβι, το ειχε για αποθηκη, πηρε ενα κιουπι καλαμποκι και το εριξε κραζοντας τις κοτες. Υστερα πηγε στον αχυρωνα οπου ηταν ο σταυλος. Εκει κοιμοταν ο γαϊδαρος της. Εκανε ν΄ανοιξει την πορτα αλλα σταματησε. Θυμηθηκε πως ο γαϊδαρος ψοφησε πριν απο δυο μερες. Δεν μπορουσε να συνηθισει χωρις το γαϊδαρο. Ηταν το δεξι της χερι. Αλλα μοναχος του το εφαγε το κεφαλι του. Ο κτηνιατρος ειπε πως πεθανε απο ερωτικη καταχρηση. Τι αρρωστια ηταν αυτη; Πρωτη φορα την ακουγε. Να πως ειχε συμβει το μοιραιο : Ειχε γυρισει απο τα χωραφια, εδεσε το γαϊδαρο και μπηκε στο σπιτι να ξαποστασει. Ηταν κουρασμενη, την πηρε ο υπνος. Ο γαϊδαρος τραβηξε με δυναμη. Το σχοινι εσπασε κι αποχτησε τη λευτερια του. Ετρεξε με χαρουμενο γκαρισμα στον κατηφορο, καλπαζοντας πηδησε το αυλακι κι εφτασε στις δυο γαϊδουριτσες της γειτονισσας. Ειναι αληθεια πως οι γαϊδουριτσες ηταν ερωτιαρες, μασουσαν ασταματητα και κουνουσαν τις ουριτσες τους. Ο γαϊδαρος αρχισε αμεσως τα πειραγματα, δεν ντρεπονταν τον κοσμο που μαζευτηκε γυρω τους. Μερικοι γεροντες τον ενθαρρυναν με κολακευτικα λογια. Τρεις αλλοι προσπαθησαν να τον τραβηξουν. Ενας επιασε το καπιστρι, αλλα ματαια. Ενας αλλος τον επιασε απο την ουρα και τραβαγε με δυναμη. Ο γαϊδαρος αμολησε δυο-τρεις κλωτσιες. Ο γερος αναγκαστηκε να τον αφησει, παραπατησε, επεσε και κυλιστηκε στο χωμα. Τα παιδια γελαγαν με ορεξη.
Ξυπνησε απο τα γκαρισματα και τις φωνες. Ο γαιδαρος ειχε χαλαρωσει πλεον. Οι χωριανοι τον ειχαν συλλαβει και τον κρατουσαν σταθερα. Τον πηρε και τον εδεσε στο παχνι του. Ομως ταγη δεν του εδωσε, ουτε νερο. Θα ηταν αυτη η τιμωρια του. Ο γαϊδαρος ξαπλωσε εξαντλημενος. Την αλλη μερα το πρωι τον βρηκε τεζα. Με τη βοηθεια των χωριανων τον πηγε εξω απο το χωριο, στη ρεματια, στο νεκροταφειο των ζωων. Εκει τα σκυλια και τα ορνια ετρωγαν τις σαρκες κι απομεναν τα κοκαλα ν΄ασπριζουν.
Σημερα ο ουρανος δεν εχει συννεφα. Μερες εχει να βρεξει. Πηρε ενα σχοινι κι ενα κλαδευτηρι. Ξεκινησε να παει να φερει χλωρο κλαρι για τις γιδες της. Θα το εφερνε στους ωμους της. Περασε αναμεσα στα λιγοστα σπιτια της γειτονιας και πηρε το δρομο για το λογγο. Σ΄ολο το δρομο σκεφτοταν τη ζωη της. Τοσα χρονια δεν καταλαβε τιποτα. Σαν να ηταν χθες που ηταν παιδακι, σαν χθες που εγινε ο γαμος της, η ολη προετοιμασια, τα προικια, τα σφαχτα, το γλεντι και τα τραγουδια ανακατεμενα με τις ευχες, στην εκκλησια μπροστα στον παπα και στον κουμπαρο.
Το βραδυ επεσαν για υπνο, ειχαν εξαντληθει απο το φαγοποτι και το χορο. Η χαρα της ηταν μεγαλη, πρωτη φορα ξαπλωνε με αντρα. Ο αντρας της ροχαλιζε για τα καλα σε λιγο.
Το πρωι οι καμπανες χτυπαγαν επιστρατευση. Ειχε κηρυχτει πολεμος. Ακομα νοιωθει στα χειλη της το τελευταιο φιλι του. Σκοτωθηκε στο Αλβανικο μετωπο. Και τωρα πως να κανει παιδια;
Ετσι απομεινε μονη στον κοσμο. Αλλες γυναικες στην ηλικια της ειχαν παιδια κι αγγονια.
Γι΄αυτο αγαπουσε τα παιδια του γειτονα, ηταν ορφανα. Τα ειχε μεγαλωσει και τ΄αγαπουσε σαν δικα της. Τωρα τα παιδια ειχαν φυγει στην πρωτευουσα, το ενα σπουδαζε, το αλλο δουλευε στα εργοστασια. Το σπιτι τους ειχε μινει ερημο.
Σταματησε διπλα σε τουφωτα πουρναρια και κουμαριες. Εκοβε με το κλαδευτηρι. Ηταν ανοιξη, η φυση ειχε ξυπνησει. Μυρουδιες απο αγριολουλουδα εφταναν στη μυτη της. Στ΄αυτια της εφτανε το λαλημα του κουκου και των αλλων πουλιων. Ηταν ετοιμη να κοψει ενα τουφωτο κλαδι. Ειδε αναμεσα στα κλαδια μια φωλια με τεσσερα αυγα. Απ΄τα αυγα θα βγουν νεα πουλακια, σκεφτεται. Σταματησε να κοβει. Μαζεψε τα κλαρια και τα εκανε δεματι. Τα εδεσε με το σχοινι. Επειτα το ανεβασε σε μια μεγαλη πετρα και το φορτωθηκε. Πηρε το δρομο του γυρισμου. Εφτασε μεσημερι στο χωριο. Ο δασκαλος ειχε σχολασει τα παιδια. Συνεχισε το δρομο για το σπιτι της. Ενα μεγαλο φορτηγο εκλεινε το δρομο μπροστα στο ερημο σπιτι του γειτονα. Ειχε κουραστει δεν μπορουσε να προχωρησει αλλο. Καθησε στο πλατυσκαλο της αυλοπορτας να ξαποστασει. Επρεπε να παρει αλλο ζωο, αυτη τη φορα θ΄αγοραζε θυλικο. Τα θυλικα ισως δεν πεθαινουν απο ερωτικη καταχρηση, σκεφθηκε. Τα βαρβατα πεθαινουν. Ετσι ειχε πει ο κτηνιατρος. Αυτο, λοιπον, ηταν η ερωτικη καταχρηση που δεν μπορεσε να νοιωσει;
Τρεις ανθρωποι βγηκαν απο το σπιτι του γειτονα. Οι δυο ηταν νεωτεροι. Τα παιδια ειναι σιγουρα, σκεφτεται και χαρα πλημμυριζει τα στηθη της. Περασαν διπλα της και δεν την προσεξαν. Εκανε να φωναξει, αλλα δεν μπορεσε να βγαλει λεξη. Οι τρεις ανδρες μπηκαν στο φορτηγο. Το οχημα ξεκινησε κι εστριψε στη γωνια γεμιζωντας το δρομο με μυρουδια καμμενου πετρελαιου.
Σηκωθηκε να παει στο σπιτι της. Τα ματια της ηταν υγρα. Δε ειπε τιποτα. Σκουπησε τα δακρυα της. Βιαζοταν να φτασει στο σπιτι να κλαψει στα κρυφα.

Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Nοεμβριου 1978.