samedi 19 janvier 2013

ΠΑΡΑΠΟΝΟ. Διηγημα απο τη συλλογη Ειδη Προικος.


ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Ξημερωνε. Την ξυπνησαν τα λαληματα του κοκορα. Αυτο το λαλημα εμοιαζε με σαλπιγγα στρατοπεδου. Οι στρατιωτες, ολοι οι χωριανοι. Οι περισσοτεροι γεροι και γριες, ξυπναγαν απο τον ησυχο υπνο τους, πεταγονταν απανω κι εδιναν ζωη στο χωριο.
Σηκωθηκε, φορεσε τα παπουτσια της και βγηκε εξω απο το χαμοσπιτο. Πηγε διπλα στο καλυβι, το ειχε για αποθηκη, πηρε ενα κιουπι καλαμποκι και το εριξε κραζοντας τις κοτες. Υστερα πηγε στον αχυρωνα οπου ηταν ο σταυλος. Εκει κοιμοταν ο γαϊδαρος της. Εκανε ν΄ανοιξει την πορτα αλλα σταματησε. Θυμηθηκε πως ο γαϊδαρος ψοφησε πριν απο δυο μερες. Δεν μπορουσε να συνηθισει χωρις το γαϊδαρο. Ηταν το δεξι της χερι. Αλλα μοναχος του το εφαγε το κεφαλι του. Ο κτηνιατρος ειπε πως πεθανε απο ερωτικη καταχρηση. Τι αρρωστια ηταν αυτη; Πρωτη φορα την ακουγε. Να πως ειχε συμβει το μοιραιο : Ειχε γυρισει απο τα χωραφια, εδεσε το γαϊδαρο και μπηκε στο σπιτι να ξαποστασει. Ηταν κουρασμενη, την πηρε ο υπνος. Ο γαϊδαρος τραβηξε με δυναμη. Το σχοινι εσπασε κι αποχτησε τη λευτερια του. Ετρεξε με χαρουμενο γκαρισμα στον κατηφορο, καλπαζοντας πηδησε το αυλακι κι εφτασε στις δυο γαϊδουριτσες της γειτονισσας. Ειναι αληθεια πως οι γαϊδουριτσες ηταν ερωτιαρες, μασουσαν ασταματητα και κουνουσαν τις ουριτσες τους. Ο γαϊδαρος αρχισε αμεσως τα πειραγματα, δεν ντρεπονταν τον κοσμο που μαζευτηκε γυρω τους. Μερικοι γεροντες τον ενθαρρυναν με κολακευτικα λογια. Τρεις αλλοι προσπαθησαν να τον τραβηξουν. Ενας επιασε το καπιστρι, αλλα ματαια. Ενας αλλος τον επιασε απο την ουρα και τραβαγε με δυναμη. Ο γαϊδαρος αμολησε δυο-τρεις κλωτσιες. Ο γερος αναγκαστηκε να τον αφησει, παραπατησε, επεσε και κυλιστηκε στο χωμα. Τα παιδια γελαγαν με ορεξη.
Ξυπνησε απο τα γκαρισματα και τις φωνες. Ο γαιδαρος ειχε χαλαρωσει πλεον. Οι χωριανοι τον ειχαν συλλαβει και τον κρατουσαν σταθερα. Τον πηρε και τον εδεσε στο παχνι του. Ομως ταγη δεν του εδωσε, ουτε νερο. Θα ηταν αυτη η τιμωρια του. Ο γαϊδαρος ξαπλωσε εξαντλημενος. Την αλλη μερα το πρωι τον βρηκε τεζα. Με τη βοηθεια των χωριανων τον πηγε εξω απο το χωριο, στη ρεματια, στο νεκροταφειο των ζωων. Εκει τα σκυλια και τα ορνια ετρωγαν τις σαρκες κι απομεναν τα κοκαλα ν΄ασπριζουν.
Σημερα ο ουρανος δεν εχει συννεφα. Μερες εχει να βρεξει. Πηρε ενα σχοινι κι ενα κλαδευτηρι. Ξεκινησε να παει να φερει χλωρο κλαρι για τις γιδες της. Θα το εφερνε στους ωμους της. Περασε αναμεσα στα λιγοστα σπιτια της γειτονιας και πηρε το δρομο για το λογγο. Σ΄ολο το δρομο σκεφτοταν τη ζωη της. Τοσα χρονια δεν καταλαβε τιποτα. Σαν να ηταν χθες που ηταν παιδακι, σαν χθες που εγινε ο γαμος της, η ολη προετοιμασια, τα προικια, τα σφαχτα, το γλεντι και τα τραγουδια ανακατεμενα με τις ευχες, στην εκκλησια μπροστα στον παπα και στον κουμπαρο.
Το βραδυ επεσαν για υπνο, ειχαν εξαντληθει απο το φαγοποτι και το χορο. Η χαρα της ηταν μεγαλη, πρωτη φορα ξαπλωνε με αντρα. Ο αντρας της ροχαλιζε για τα καλα σε λιγο.
Το πρωι οι καμπανες χτυπαγαν επιστρατευση. Ειχε κηρυχτει πολεμος. Ακομα νοιωθει στα χειλη της το τελευταιο φιλι του. Σκοτωθηκε στο Αλβανικο μετωπο. Και τωρα πως να κανει παιδια;
Ετσι απομεινε μονη στον κοσμο. Αλλες γυναικες στην ηλικια της ειχαν παιδια κι αγγονια.
Γι΄αυτο αγαπουσε τα παιδια του γειτονα, ηταν ορφανα. Τα ειχε μεγαλωσει και τ΄αγαπουσε σαν δικα της. Τωρα τα παιδια ειχαν φυγει στην πρωτευουσα, το ενα σπουδαζε, το αλλο δουλευε στα εργοστασια. Το σπιτι τους ειχε μινει ερημο.
Σταματησε διπλα σε τουφωτα πουρναρια και κουμαριες. Εκοβε με το κλαδευτηρι. Ηταν ανοιξη, η φυση ειχε ξυπνησει. Μυρουδιες απο αγριολουλουδα εφταναν στη μυτη της. Στ΄αυτια της εφτανε το λαλημα του κουκου και των αλλων πουλιων. Ηταν ετοιμη να κοψει ενα τουφωτο κλαδι. Ειδε αναμεσα στα κλαδια μια φωλια με τεσσερα αυγα. Απ΄τα αυγα θα βγουν νεα πουλακια, σκεφτεται. Σταματησε να κοβει. Μαζεψε τα κλαρια και τα εκανε δεματι. Τα εδεσε με το σχοινι. Επειτα το ανεβασε σε μια μεγαλη πετρα και το φορτωθηκε. Πηρε το δρομο του γυρισμου. Εφτασε μεσημερι στο χωριο. Ο δασκαλος ειχε σχολασει τα παιδια. Συνεχισε το δρομο για το σπιτι της. Ενα μεγαλο φορτηγο εκλεινε το δρομο μπροστα στο ερημο σπιτι του γειτονα. Ειχε κουραστει δεν μπορουσε να προχωρησει αλλο. Καθησε στο πλατυσκαλο της αυλοπορτας να ξαποστασει. Επρεπε να παρει αλλο ζωο, αυτη τη φορα θ΄αγοραζε θυλικο. Τα θυλικα ισως δεν πεθαινουν απο ερωτικη καταχρηση, σκεφθηκε. Τα βαρβατα πεθαινουν. Ετσι ειχε πει ο κτηνιατρος. Αυτο, λοιπον, ηταν η ερωτικη καταχρηση που δεν μπορεσε να νοιωσει;
Τρεις ανθρωποι βγηκαν απο το σπιτι του γειτονα. Οι δυο ηταν νεωτεροι. Τα παιδια ειναι σιγουρα, σκεφτεται και χαρα πλημμυριζει τα στηθη της. Περασαν διπλα της και δεν την προσεξαν. Εκανε να φωναξει, αλλα δεν μπορεσε να βγαλει λεξη. Οι τρεις ανδρες μπηκαν στο φορτηγο. Το οχημα ξεκινησε κι εστριψε στη γωνια γεμιζωντας το δρομο με μυρουδια καμμενου πετρελαιου.
Σηκωθηκε να παει στο σπιτι της. Τα ματια της ηταν υγρα. Δε ειπε τιποτα. Σκουπησε τα δακρυα της. Βιαζοταν να φτασει στο σπιτι να κλαψει στα κρυφα.

Πρωτη δημοσιευση, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 15 Nοεμβριου 1978.


Aucun commentaire: