vendredi 24 mai 2013

Θανος Φωσκαρινης. Η ζωη σε μια καψουλα.

μεγαλωνω
τι γρηγορα μεγαλωνω εδω που βρισκομαι κι αρνουμαι
αρνουμαι καθολου δεν το θελω
παλευω να σταματησω τον καιρο
που οσες αληθειες κληρονομησα τις βρηκα ολες τους ψεμα
δυο, τρια, τεσσερα ψηγματα ζωης
κρατω κι αργοκυλαει το ρευμα
κι ομως βλεπω μαζι μου παρασυρομαι και τρεχω
μι΄ασπιδα ο ηλιος γκριζα κι αλλοτε καφε-
ντρεπομαι, παραξενο ντρεπομαι που τον βλεπω
αργησα και πρεπει παλι να στησω εξαρχης ενα "πιστευω"
με βασανιζει διαρκως η εγνοια για την αρμονια
η καθαρση
το περιβολι με τις ριζες

δυο, τρια, τεσσερα ψηγματα ζωης
κρατω κι αργοκυλαει το ρευμα
απο μονος πιο μονος πηγαινω σε ολοενα καινουργιες ορφανιες
προσεχω τα ποδια να χαραζουν συνεχεια τη γη
δυναμωνω τα ματια να μη ραγισει η εικονα
γυμναζω τα χερια για μια μεταξυ τους αγκαλια
που να τα μεθα χωρις να μου τα ξεριζωνει

mercredi 22 mai 2013

Γιαννης Θραππας. Ο αριστερος χρονος των ρολογιων

Ετσι χρωματιζω την Ανοιξη
κρατωντας τον μαστο της γυναικος
πανω απ΄το λευκο της πουκαμισο.

Βλεπω την φαλαγγα της
να με γυρναει πισω
κι απ΄το βλεμμα της το γαλαζιο
και ζω να βουλιαζω στη θαλασσα της
                                          σαν αιμα.

Ετσι γοργα λατρευεται το σουρουπο
Δεν ξερω που να κρυφτω 
τα δενδρα, στο δασος της, θροϊζουν
σαν με κρατουνε μακρια απ΄το ονειρο
οσο ενα κελλι το φως απ΄το σκοταδι.

Εσεις που κρεματε στα μαλλια σας
                                        τα χρονια μας
σ΄ενα λουσμενο απογευμα αλαργινο
θε να μας πατε ταξιδι μεχρι το πουθενα.

Δεν ειναι τα συννεφα που κρυβουν  
της αγαπης ουρανους
ουτε τα ονειρα μας μοιαζουν με πουλια

samedi 18 mai 2013

Στον ελαιωνα Στυλιδος


170513

Ο Αλεκος Μακαρενκο κι εγω, ακομη μαθητες Γυμνασιου, κατεβαινουμε απο το λεωφορειο στη σταση Αγιος Νικολαος Στυλιδος. Πρεπει να βαδισουμε τεσσερα χιλιομετρα μεχρι το χωριο. Προχωρωντας μεσα στα ελαιοπεριβολα βλεπουμε μπροστα μας πολλες λευκες τεντες, παραπηγματα, για δεξιωση.
Εχουν ερθει οι Κινεζοι με τον προεδρο τους αυτοπροσωπως. Προκειται ν΄αγορασουν τον ελαιωνα Στυλιδος. Αυτοι θα μας σωσουν απο τα χρεη.
Κι ενω ακουγεται μουσικη υποκρουση απο μπουζουκια το αγημα των τσολιαδων χορευει συρτακι. Ενας-ενας οι ιδιοκτητες, με δακρυσμενα ματια και ευγνωμοσυνη, υπογραφουν τα συμβολαια, χαιρετουν εγκαρδια τον Κινεζο ηγεμονα πριν κατευθυνθουν στα στρωμενα τραπεζια για το ποτηρι της φιλιας. Αναπολουν με συγκινηση τα χρονια της παρ΄αυτικα ηδονης, τα γλεντια, στα σκυλαδικα με μπαγλαμαδες και κλαρινα, στις υπαιθριες ντισκοτεκ φατσα στη θαλασσα.
Αιφνης τα μεγαφωνα αναγγελουν πως το μεταγωγικο διοροφο αεροπλανο που εφερνε τα δωρα των Κινεζων για τα παιδια των αγροτων δεν μπορει να προσγειωθει λογω τεχνικης βλαβης. Οι πιλοτοι εγκαταλειπουν το σκαφος στο τσακ πριν γκρεμοτσακιστουν. Δεν φορουν αλεξιπτωτα αλλα τους βλεπουμε να πεφτουν μαλακα στο εδαφος σαν ορνια που μυριστηκαν ψοφιμι.
Το αεροπλανο πεφτει με παταγο. Ο φιλος μου κι εγω τρεχουμε να κρυφτουμε. 
-Οχι πισω απο τους κορμους των γερικων ελαιων, λεει ο Αλεκος. Με παρασυρει γρηγορα στη ριζα ενος βραχου, διπλα στο ποταμι. 

vendredi 17 mai 2013

Γιαννης Θραπας. Διατριβη

Αυτή η κάμαρη
είναι που τρέχει
με τον εφιάλτη της νυχτιάς
σχεδόν μονάχη
και ελαφρώς κρύα
εκτός απ΄τις ανάσες
κουρτίνες κλειστές,
και το φώς να καίει ώρες
κυττούσα τα απλωμένα φύλλα
τις σκόρπιες σελίδες
ανοιχτών βιβλίων,
να μου φωνάζουν
"θα νικήσουμε".
Ψάχνωντας μιας άλλης πατρίδας
την πλάση.
Σαν προχωράς
πάνω στην επιφάνεια της χιονισμένης λίμνης
με τις παγωμένες ουλές,
το πιο επικίνδυνο σημείο
είναι τα τέλματά σου.
Το βήμα τώρα αργό
και κάπως ακέραιο
ώσπου να δείς την άσβυστη φλόγα
                                                  να καίει,
σ΄ένα τοπίο
που ολοένα σε προσκαλεί.
Χωρίς πλέον να σταματήσεις
σε δρόμους με σιωπή
τι άλλο απόμεινε να περιμένεις.

              Σεπτέμβρης 1990

Θανος Φωσκαρινης. Υπο την σκεπην σου

ζητάω μια καμπύλη
ανάμεσα λαιμού και ώμου
ν΄αφήσω το κεφάλι μου
φιλώντας
κι εσύ ν΄ανατριχιάζεις
να σκιρτάς μόλις


Απο την ποιητικη συλλογη ΧΟΥΣ. Εκδοσεις Οδος Πανος. Αθηνα 2011

samedi 11 mai 2013

Πρωινη εκδρομη


051286

Στο ξυπνημα βαζουμε πλωρη προς το βορια. Ειναι ακομη νυχτα. Σε αυτο το χωριο με τα πολλα μανδρια, μεσα σε πουρναρια, σε σχοινα, σε αγριελιες και σε πλατανια, λεμε να στριψουμε ανατολικα για να δουμε καλυτερα το τοπιο κατω απο το φως της σεληνης. Στην κορυφη του λοφου, ενας βοσκος, μαζευει βοτανα και μανηταρια, μας παρακολουθει.
Αιφνης η πλαγια μεταμορφωνεται σε τεραστια κατηφορικη σκεπη με γαλλικα κεραμιδια, μπροστα μας ορθωνεται ενα καθετο, γιγαντιαιο και ογκωδες τειχος στρατοπεδου, μοιαζει με εργοστασιο παραγωγης ηλεκτρισμου. Η Ηβη ανεβαινει με ευλυγισια κινησεων, με αφηνει πισω της, δυσκολευομαι, ιδρωνω, μολις φθανω στην κορυφη του τειχους δεν την βλεπω, στην εσωτερικη πλευρα δεν διακρινω τιποτα.
Αποπειρωμαι να περασω στο εσωτερικο, μια ανεξηγητη δυναμη με τραβαει προς τα πισω, κινδυνευω να πεσω. Καθως κρατιεμαι απο τα αναριχωμενα φυτα, αυτα ξεκολλουν και κοβονται, πεφτω συνεχεια, εχω χασει τα παπουτσια μου, ενω η αγωνια μου διαρκως πολλαπλασιαζεται. Τοτε αναβουν οι προβολεις, ακουω τα ουρλιαχτα των σειρηνων, βλεπω κοκκινα, κιτρινα και ασπρα κρανη εργατων, προσπαθουν να με βοηθησουν ριχνοντας τριχιες και ανεμοσκαλες.
Οταν κατεβαινω στο εδαφος, προσπαθω να δικαιολογηθω, λεω : ηρθα να αγορασω ξυριστικα. Ο αρχηγος των πυροσβεστων ερχεται προς το μερος μου με ουδετερη διαθεση. Ειναι αψογα ξυρισμενος, φερει αγιστροειδην μυστακα σε στυλ του δεκατου ενατου αιωνος. Φοραει μαυρο σακκακι υπηρεσιας απο σκληρο δερμα, εχει υπο μαλης το απαστραπτον κρανος του. Μου δειχνει ενα κουτι με μωβ περιβλημα απο υφασμα πολυτελειας. Βρισκεται τοποθετημενο στη βαση των τειχων, μολις το ανοιγω βλεπω τα εργαλεια, μοιαζουν με ειδικα μαχαιρια τυροκομειου.

Στην πλατεια δυο λεωφορεια περιμενουν στην αφετηρια, δεν ξερω σε ποιο ν΄ανεβω. Δεν ειναι της γραμμης, προκειται για τουριστικα πουλμαν, εχουν ερθει με την ευκαιρια ενος γαμου, δεν με ειχαν καλεσει, ελειπα χρονια, δεν ηξεραν τη νεα μου διευθυνση. Ειμαι σιγουρος, εαν παρω το λεωφορειο υπαρχει πιθανοτητα να προλαβω την Ηβη. Κατα τη γνωμη μου εχει φυγει προς αυτη την κατευθυνση.

samedi 4 mai 2013

Μέρα Λαμπρής


Πάσχα. Ο αδερφός μου ετοιμάζει τον οβελία μπροστά στο φούρνο, απέναντι από τον αχυρώνα, φάτσα στη θάλασσα. Εγώ τον βοηθώ. 
Δώδεκα καλόγεροι, συνοδευόμενοι από ομάδα χωριανών, μεταξύ τους είναι ο Νητσάκος, ανεβαίνουν από τη σκάλα του ξύλινου μπαλκονιού. Κρατούν τη θαυματουργή εικόνα του Αγίου του μοναστηριού. Κάνουν έρανο για την αποπεράτωση του ιερού ναού. Ψάλλουν με δυνατές φωνές : 
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού…
Διασχίζουν το διάδρομο, ψάλλοντες έρχονται στο πέτρινο μπαλκόνι. 
Ευλογητός ει Κύριε…
Η ψαλμωδία σταματά. Περιμένουν πληρωμή. 
Ο Νητσάκος προτείνει ένα ανοιχτό μεταλλικό κουτί και λέει ότι το λιγώτερο που πρέπει να δώσουμε είναι πενήντα ευρώ, ο αδερφός μου πρέπει να δώσει πενήντα ευρώ. 
Λέω : «΄Ο Αλέκος θα δώσει δέκα ευρώ γιατί ο μισθός του δεν του επιτρέπει να δώσει περισσότερα.» 
Ο Νητσάκος διαμαρτύρεται. 
Συμπληρώνω : «Θα δώσουμε και οι άλλοι ο πατέρας μου, η μητέρα μου κι εγώ.» 
Ο Νητσάκος ξεφυσά ανακουφισμένος. 
Πηγαίνουμε ο αδερφός μου κι εγώ προς το σπίτι της ΒΤ, τώρα είναι δικό μας, το αγοράσαμε από τον Μπίλικο, θέλουμε να πάρουμε χρήματα να πληρώσουμε τους ιερομόναχους, όταν κύματα θυμού με πλημμυρίζουν εναντίον του Νητσάκου, δεν έχει αυτός να μας λέει τι θα κάνουμε και τι ποσό θα δώσουμε για το μοναστήρι. 
Επιστρέφω τρέχοντας, ωρυόμενος αρπάζω το Νητσάκο από τους γιακάδες και τραντάζοντας τον του λέω ότι  δεν είναι δική του δουλειά να βάλει ταρίφα για τις προσφορές των πιστών.
Οι ιερομόναχοι με τους χωρικούς φεύγουν προς την πλατεία ψάλλοντες :
Δόξα τω πατρί και τω υιώ και τω αγίω πνεύματι. Αινεί η ψυχή μου τον Κύριον…
Το τραγούδι τους σβήνει στη στροφή του δρόμου.

Βρίσκομαι νότια του αχυρώνος συντροφιά με την μεγαλύτερη κόρη του Νητσάκου. Αγκαλιαζώμαστε τρυφερά, φιλιώμαστε στο στόμα, έχω ένα συναίσθημα ενοχής. 
Ο ήλιος δύει και καθώς κοιτάζω το ρολόϊ μου βλέπω τα χελιδόνια να επιστρέφουν στις φωλιές τους. 
Στο σούρουπο βλέπω μιά νεαρή φοιτήτρια, πλησιάζει με προφυλάξεις τη βόρεια πόρτα του αχυρώνα. Μιά άλλη φοιτήτρια μπαίνει από το ισόγειο. 
Η σκεπή του αχυρώνα είναι ταράτσα. Οι φοιτήτριες έχουν εγκατασταθεί εκεί, επιδίδονται σε πρωκτολειχία. 
Ανεβαίνω στην ταράτσα, τους λέω ότι δεν μπορούν να μείνουν εκεί, οι κανόνες ασφαλείας δεν ισχύουν.
Πράγματι νοτιοδυτικά και βόρεια είναι γκρεμός, μόνο ανατολικά βλέπουμε τον κήπο του σπιτιού με το ποτισμένο χώμα. 
Αίφνης γλιστράμε στον γκρεμό, σαν να είμαστε ξαπλωμένοι η κόρη του Νητσάκου κι εγώ σε κρεβάτι που έγειρε, προλάβαμε να αρπάξουμε ένα ροζ σεντόνι, το κρατάμε με δύναμη, το σεντόνι καθυστερεί την πτώση μας σαν αλεξίπτωτο. Κατεβαίνουμε την απότομη κατηφορική πλαγιά στον Τρύπιο Βράχο, στο Βριζοχώραφο. Πριν φθάσουμε στο ρέμα ένας θάμνος μας συγκρατεί ώστε πέφτουμε μαλακά στην άμμο του ποταμού.

Εισέρχομαι σε ένα διαμέρισμα, το έχουν ενοικιάσει οι φοιτήτριες. Στο τραπέζι βλέπω ένα βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα φέρει τον τίτλο : Τα εννέα στάδια των φιλμ πορνό.
Δίπλα είναι ένα φορητό κομπιούτερ. Μέσα στην απόλυτη ησυχία στέλνω ηλεκτρονικό μήνυμα στον αδερφό μου, να ξέρει που βρίσκομαι.
Νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ. Οι φοιτήτριες έχουν βάλει πάνω στα κρεβάτια διάφορα αξεσουάρ, κούκλες, αναπτήρες, μπιμπελώ, δονητές, αποξηραμένα κόκκινα τριαντάφυλλα…
Το έχουν κάνει επίτηδες, να επιβεβαιώσουν εάν κάποιος κοιμήθηκε εκεί.
Ανοίγω το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας. Μετά πηγαίνω στην κουζίνα να πιώ φρέσκο γάλα.