samedi 4 mai 2013

Μέρα Λαμπρής


Πάσχα. Ο αδερφός μου ετοιμάζει τον οβελία μπροστά στο φούρνο, απέναντι από τον αχυρώνα, φάτσα στη θάλασσα. Εγώ τον βοηθώ. 
Δώδεκα καλόγεροι, συνοδευόμενοι από ομάδα χωριανών, μεταξύ τους είναι ο Νητσάκος, ανεβαίνουν από τη σκάλα του ξύλινου μπαλκονιού. Κρατούν τη θαυματουργή εικόνα του Αγίου του μοναστηριού. Κάνουν έρανο για την αποπεράτωση του ιερού ναού. Ψάλλουν με δυνατές φωνές : 
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού…
Διασχίζουν το διάδρομο, ψάλλοντες έρχονται στο πέτρινο μπαλκόνι. 
Ευλογητός ει Κύριε…
Η ψαλμωδία σταματά. Περιμένουν πληρωμή. 
Ο Νητσάκος προτείνει ένα ανοιχτό μεταλλικό κουτί και λέει ότι το λιγώτερο που πρέπει να δώσουμε είναι πενήντα ευρώ, ο αδερφός μου πρέπει να δώσει πενήντα ευρώ. 
Λέω : «΄Ο Αλέκος θα δώσει δέκα ευρώ γιατί ο μισθός του δεν του επιτρέπει να δώσει περισσότερα.» 
Ο Νητσάκος διαμαρτύρεται. 
Συμπληρώνω : «Θα δώσουμε και οι άλλοι ο πατέρας μου, η μητέρα μου κι εγώ.» 
Ο Νητσάκος ξεφυσά ανακουφισμένος. 
Πηγαίνουμε ο αδερφός μου κι εγώ προς το σπίτι της ΒΤ, τώρα είναι δικό μας, το αγοράσαμε από τον Μπίλικο, θέλουμε να πάρουμε χρήματα να πληρώσουμε τους ιερομόναχους, όταν κύματα θυμού με πλημμυρίζουν εναντίον του Νητσάκου, δεν έχει αυτός να μας λέει τι θα κάνουμε και τι ποσό θα δώσουμε για το μοναστήρι. 
Επιστρέφω τρέχοντας, ωρυόμενος αρπάζω το Νητσάκο από τους γιακάδες και τραντάζοντας τον του λέω ότι  δεν είναι δική του δουλειά να βάλει ταρίφα για τις προσφορές των πιστών.
Οι ιερομόναχοι με τους χωρικούς φεύγουν προς την πλατεία ψάλλοντες :
Δόξα τω πατρί και τω υιώ και τω αγίω πνεύματι. Αινεί η ψυχή μου τον Κύριον…
Το τραγούδι τους σβήνει στη στροφή του δρόμου.

Βρίσκομαι νότια του αχυρώνος συντροφιά με την μεγαλύτερη κόρη του Νητσάκου. Αγκαλιαζώμαστε τρυφερά, φιλιώμαστε στο στόμα, έχω ένα συναίσθημα ενοχής. 
Ο ήλιος δύει και καθώς κοιτάζω το ρολόϊ μου βλέπω τα χελιδόνια να επιστρέφουν στις φωλιές τους. 
Στο σούρουπο βλέπω μιά νεαρή φοιτήτρια, πλησιάζει με προφυλάξεις τη βόρεια πόρτα του αχυρώνα. Μιά άλλη φοιτήτρια μπαίνει από το ισόγειο. 
Η σκεπή του αχυρώνα είναι ταράτσα. Οι φοιτήτριες έχουν εγκατασταθεί εκεί, επιδίδονται σε πρωκτολειχία. 
Ανεβαίνω στην ταράτσα, τους λέω ότι δεν μπορούν να μείνουν εκεί, οι κανόνες ασφαλείας δεν ισχύουν.
Πράγματι νοτιοδυτικά και βόρεια είναι γκρεμός, μόνο ανατολικά βλέπουμε τον κήπο του σπιτιού με το ποτισμένο χώμα. 
Αίφνης γλιστράμε στον γκρεμό, σαν να είμαστε ξαπλωμένοι η κόρη του Νητσάκου κι εγώ σε κρεβάτι που έγειρε, προλάβαμε να αρπάξουμε ένα ροζ σεντόνι, το κρατάμε με δύναμη, το σεντόνι καθυστερεί την πτώση μας σαν αλεξίπτωτο. Κατεβαίνουμε την απότομη κατηφορική πλαγιά στον Τρύπιο Βράχο, στο Βριζοχώραφο. Πριν φθάσουμε στο ρέμα ένας θάμνος μας συγκρατεί ώστε πέφτουμε μαλακά στην άμμο του ποταμού.

Εισέρχομαι σε ένα διαμέρισμα, το έχουν ενοικιάσει οι φοιτήτριες. Στο τραπέζι βλέπω ένα βιβλίο. Στην πρώτη σελίδα φέρει τον τίτλο : Τα εννέα στάδια των φιλμ πορνό.
Δίπλα είναι ένα φορητό κομπιούτερ. Μέσα στην απόλυτη ησυχία στέλνω ηλεκτρονικό μήνυμα στον αδερφό μου, να ξέρει που βρίσκομαι.
Νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ. Οι φοιτήτριες έχουν βάλει πάνω στα κρεβάτια διάφορα αξεσουάρ, κούκλες, αναπτήρες, μπιμπελώ, δονητές, αποξηραμένα κόκκινα τριαντάφυλλα…
Το έχουν κάνει επίτηδες, να επιβεβαιώσουν εάν κάποιος κοιμήθηκε εκεί.
Ανοίγω το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας. Μετά πηγαίνω στην κουζίνα να πιώ φρέσκο γάλα.






Aucun commentaire: