vendredi 27 décembre 2013

ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ


Τα σχολεία είχαν σταματήσει τα μαθήματα για τις γιορτές του τέλους της χρονιάς. Οι μαθητές ξέφυγαν από την ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Οι μικρότεροι με τις σφεντόνες στα χέρια κυνηγούσαν πουλιά. Οι μεγαλύτεροι, όσοι πήγαιναν στο Γυμνάσιο, διάβαζαν εξωσχολικά βιβλία ή έπαιζαν μπάλα στην πλατεία.
Ο Γρηγόρης ξύπνησε από χαρούμενες παιδικές φωνές, τραγουδούσαν : 
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...
Χτυπούσαν κιόλας την πόρτα του σπιτιού.
-Να τα πούμι θείτσα;
-Πέστι τα.
-Δυνατά ρε, αλλοιώς δεν σας δίνου ούτι φράγκου, είπε ο αδερφός του Γρηγόρη, σαμάρωνε τα μουλάρια, θα πήγαινε να φέρει ξύλα.
Τα παιδιά τραγουδούσαν δυνατά : 
...χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παληκάρι, 
το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα του την έλεγε και το, και το χαρτί ομίλει...
Ανοιγαν τα στοματάκια τους όσο μπορούσαν, σε λίγο λαχάνιασαν, σταμάτησαν να πάρουν ανάσα.
-Εντάξει φθάνει, και του χρόνου νάσαστι καλά να τα ξαναπείτι.

Ο Γρηγόρης άνοιξε το ραδιόφωνο, αυτές τις μέρες το τρίτο πρόγραμμα έβαζε καλή μουσική. Από τη βιβλιοθήκη πήρε το μπλοκ ζωγραφικής. Το άνοιξε σε μια αρχινισμένη σελίδα. Είχε αρχίσει το σκίτσο μιας εκκλησίας.
Το ραδιόφωνο έπαιζε τη σονάτα νούμερο ένα για βιολί του Μπαχ όταν ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα. Ηταν ο Γιάννης και ο Γιώργος, τα παλιά τους γειτονόπουλα. Ετριβαν και χουχούλιζαν τα χέρια τους, έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν τι ζωγράφιζε ο Γρηγόρης. Το βρήκαν εύκολα.
- Ο Αγιος Κωνσταντίνος! φώναξε ο Γιώργος θριαμβευτικά.
Συζητούσαν για πολλά θέματα. Ο Γιάννης δεν έχει όρεξη, σαν άρρωστος φαίνεται. 
Ο Γιώργος δίνει και παίρνει στη συζήτηση. Σε μια φάση έφερε το θέμα στο που κοιμούνται οι γονείς του Γρηγόρη, χαμογελούσε πονηρά, έλεγε πως κάνουν δουλειές τη νύχτα.
Ο Γρηγόρης θυμήθηκε πως ο Γιάννης και ιδιαίτερα ο Γιώργος δεν άφηναν με κανέναν τρόπο τους γονείς του να κοιμηθούν μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουν μετά από πολλαπλά επεισόδια με βρισιές και ξυλοδαρμούς. Η μάνα με τα παιδιά μετακόμησαν σε άλλο σπίτι στον κεντρικό μαχαλά. Ο πατέρας με τη μάνα του, γριά εβδομηκοντούτις, έμειναν στο παλιό σπίτι, ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Στην αυλή ακούστηκε θόρυβος. Είχε έρθει ο αδερφός του Γρηγόρη με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα. Εξω έκανε τσουχτερό κρύο. Φόρεσαν τα σακκάκια τους και βγήκαν. Ξεφόρτωναν τα μουλάρια. Ο Γιάννης είπε πως είχαν μαζέψει κλάρες. Περίμεναν τη γιαγιά τους να φέρει το γάϊδαρο να τις μεταφέρουν. Η μάννα τους έπρεπε να ψήσει ψωμί.

Το δειλινό ο Γρηγόρης διάβαζε μπροστά στο τζάκι όταν άκουσε ακατανόητες φωνές. Κατάλαβε πως γινόταν καυγάς. Βγήκε στο μπαλκόνι. Εβλεπε το Γιώργο και το Γιάννη να μάχωνται εναντίον του πατέρα τους. Απο αυτά που έλεγαν κατάλαβε τι είχε συμβεί : Τα παιδιά πήγαν να φορτώσουν τις κλάρες, τις είχαν μαζέψει με κόπο το πρωί, τις είχαν κάνει δεμάτια. Οι κλάρες ήταν τα αποφαΐδια από τα κλαριά που έτρωγαν τα πρόβατα. Ο πατέρας τους μόλις τους είδε όρμησε καταπάνω τους. Φώναζε άγρια, έβριζε. Η γιαγιά μπήκε στη μέση. Ο γιός της τη χτύπησε. Τότε ο Γιάννης αρπάζει τον πατέρα του από το λαιμό και τον γονατίζει κάτω. Ο Γιώργος παίρνει ένα ραβδί αγριελιάς, ρίχνει δυνατές ροπαλιές στην πλάτη του πατέρα του. Η γριά έκλαιγε κι έλεγε : Τούπι κι ου Χριστός : Μάχιρα έδουσεις, μάχιρα θα λαβς! Καλά σι κάνουν.
Το ξύλο που κρατούσε ο Γιώργος έσπασε, αυτός τράπηκε σε φυγή, ο Γιάννης τον ακολούθησε. Πήδησαν τον μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου και ταμπουρώθηκαν πίσω από την εξώπορτα. Ο πατέρας σηκώθηκε, έριχνε πέτρες στα παιδιά του. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί. Τα παιδιά ήταν οχυρωμένα πίσω από τον μαντρότοιχο. Εριχναν πέτρες στον πατέρα τους. Τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν με αυτοσχέδια παρατσούκλια. Τον απειλούσαν πως θα του κόψουν τ΄αρχίδια.
Συνέχισαν να ρίχνουν πέτρες κάνοντας μικρές εφόδους. Ο πατέρας ήταν σε πλεονεκτική θέση. Οπισθοχωρούσε λίγο να πάρει φόρα, έπειτα πέταγε μεγάλες πέτρες καταπάνω στα παιδιά του βλαστημώντας τα θεία και τους δαίμονες. 
Η μάχη κράτησε περίπου είκοσι λεπτά. Τα παιδιά οπισθοχώρησαν, έφυγαν με φωνές, έλεγαν : θα φέρουν την αστυνομία.

Σουρούπωσε για τα καλά, ο αέρας σταμάτησε να φυσάει, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι σπίθες από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι. Εξω χιόνιζε. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές : 
-Οχι από ΄κει σ΄λέου απου ΄δω δεν ακούς;
Και συνοδεία από βρισιές. Ακούγονταν και οι απελπισμένες φωνές της γριάς. Αυτή την ώρα έβαζαν τα πρόβατα στο μαντρί. Ο γιος συνέχισε το μονόλογο σαν να μην άκουγε καθόλου τις φωνές της μάνας του, τα πρόβατα την πήραν σβάρνα και την έριξαν κάτω.
-Οχι ρε δεν τσ΄ θέλου, άκου ΄κει να δώσου κλάρεις, ούτι τσάκνου δε δίνου.




Aucun commentaire: