dimanche 23 février 2014

Προσφορά οίνου


160607

Το λεωφορείο με οδηγεί στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία των Παρισίων. Μόλις φθάνω η εκκλησία είναι γεμάτη κόσμο. Η λειτουργία έχει αρχίσει. Λειτουργούν καθολικοί παπάδες με λευκά άμφια ορθόδοξων ιερέων. 
Ενας γέρος Αρμένιος εισέρχεται εντός του ναού, φορτωμένος με δρύινο βαρέλι οίνου. 
Λέει  : Είναι παλαιός οίνος, προπολεμική παραγωγή! Τον προσφέρει στην εκκλησία για την παρασκευή της θείας κοινωνίας. 
Αφήνει το βαρέλι, αριστερά της εισόδου, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Ανυδρο. Κατευθύνεται στο δεξιό ψαλτήρι, ψάλλει με κατάνυξη : Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ ημών και πολλών εκχυνόμενον, εις άφεσιν αμαρτιών.
-Τι λέει αυτός; απορούν οι καθολικοί ιερείς, είναι αιρετικός, ήρθε να διαταράξει την Θείαν ημών Λειτουργίαν.
Γίνεται σούσουρο και διακοπή της λειτουργίας. Ο πάπα-Κώστας είναι μεταξύ των ιερέων, αναρωτιέμαι γιατί δεν επεμβαίνει.
Φωνάζω δυνατά : Είναι Αρμένιος, ομιλεί ελληνικά, ψάλλει την αγίαν αναφοράν!
Από μια διαφανή πόρτα εισέρχεται ομάδα ιατροδικαστών. Φορούν πράσινες μπλούζες και μάσκες χειρουργίου. Αποθέτουν το βαρέλι του Αρμένιου σε χειρουργικό τραπέζι, το εξετάζουν με προσοχή, αφαιρούν τον φελό του πόματος. Το νέκταρ ρέει ερυθρόν σαν αίμα. Ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές δοκιμάζει πρώτος : 
-Πίετε εξ αυτού πάντες! αναγγέλει ο ιατροδικαστής.




mercredi 12 février 2014

Γιάννης Θράπας. Περιμένοντας τα περιστέρια.

Μην κυττάξεις απ΄το παράθυρό σου
που σε προσκαλεί η μέρα
Δες πως τ΄αστέρια δεν κυλλιούνται
                                        στους δρόμους
Υστερα, οι αδελφές του χαμού
πόσο αγκαλιαστά, βιαστικά κι αδιάφορα
-κρατώντας στεφάνια εγκωμίων-
περπατούνε μοναχές.
Μάζεψε όλες τις απλωμένες σελίδες σου
τις δικές σου γιορτές που φτιάχτηκαν με όνειρα
Δίπλα στη μάνα να κάθονται τα παιδιά
κι ο αδερφός να μιλά στο τηλέφωνο.
Πάρε χαρτί λευκό και κάνε το ν΄αλλάξει
                                                            χρώμα
Μην δώσεις το χρώμα που ήθελε να κάνει
φόρεμα η κοπέλα με το αργό της κλάμα
ούτε να σκεφτείς τ΄άνθη του μπαλκονιού
της παρθενικής κορασίδος της γειτονιάς,
Αυτή - δεν θυμάται πόσες φορές άσκοπα-
κυνηγούσες το πρώτο λεωφορείο.
Εσύ πρέπει να μείνεις εδώ
χωρίς πλέον να το διαλαλείς.
Αρχίζεις,
             θυμάσαι,
                          πονάς,
                                   βρίζεις.


Κάπου - κάπου ξεχνάς
                                     πετιέσαι απ΄τον ύπνο σου
λαχταράς να χαρίσεις αγάπη
σ΄ένα δρόμο που κανείς δεν περπατά
κι εσύ φοβάσαι μήπως δεν προφτάσεις.
Δεν είσαι έτοιμος, μονάχα αν οι σελίδες σου
μείναν καθαρές και μονάχες.
Με ποιό νόμισμα πουλήθηκες που να θυμάσαι
Ξυπνόντας σε κάποιο βαγόνι με κατεύθυνση
                                                         το βορρά.
Μήπως ταξιδεύεις, ως τώρα και κανείς
δεν σου είπε που πας, και μόνο που τρέχεις
σημαίνει πως ζεις - έχεις δύναμη
Μάθε πως την πιό βουβή διαδρομή
μες στο σκοτάδι, είναι σε μια απόσταση
μεταξύ των άκρων και του μυαλού.
Κι ο μεγαλύτερος γδούπος της δεν ξεπερνάει 
τις φλέβες σου που ξαγρυπνούν.
Καθώς ξεφωνίζεις "Σήμερα ακόμη μία λιγότερη
σελίδα λευκή" δίχως να κυττάζεις
τις ώρες που μείναν να κοιμηθείς...