mercredi 11 juin 2014

Και πάλιν ερχόμενος.



Πεντηκοντούτις και λίγο φαλακρός, υδραυλικός το επάγγελμα, είχε έρθει με την κυρά πριν είκοσι χρόνια. Εφυγαν από την νότια Μεσόγειο κι έφθασαν εδώ όπου έχει λιγώτερο ήλιο αλλά περισσότερες θέσεις εργασίας. Οι βαλίτσες εν αναμονή στη ντουλάπα για την επιστροφή που μήνα με το μήνα έπαιρνε αναβολή.
Οταν κιτρίνισαν τα μάτια του, το προσωπό του και το δέρμα του όλο έγειρε προς το πορτοκαλί, τον έπιασε τρεμούλα σαν να κρύωνε, έφτυνε αίμα κι έκανε εμετό, σκέφτηκε πως ήρθαν τα τελευταία του και δεν πρόλαβε να φιλήσει τα παιδιά του.
Το ασθενοφόρο των επειγόντων τον πήγε στο νοσοκομείο και μετά σαν να ήταν σε σκοτεινό ψυγείο, σαν μιά ατέλειωτη νύχτα, πίστεψε πως ήταν νεκρός στον Αδη. Εψαχνε να βρεί τα πύρινα καζάνια και μετά τα λιβάδεια με τους ασφόδελους την Ανοιξη. Ούτε κοιμόταν αλλά ούτε ήταν ξυπνητός, άκουγε φωνές σαν υδάτινος ψίθυρος και σφυρίγματα φιδιών από ρομπότ.
Ηταν τυχερός, βρέθηκε συμβατό μόσχευμα στο τσακ και όταν είδε τον ήλιο έπρεπε να παίρνει πολλά φάρμακα, να προσέχει τι τρώει και τι πίνει, όσο για  δουλειά γιόκ του είπε ο γιατρός, τώρα θα παίρνεις επίδομα ασθενείας.
Γύρισε σπίτι του. Ολοι τον υποδέχθηκαν χαρούμενοι αλλά και με καχυποψία. Τον ψηλαφούσαν στα χέρια, στους ώμους, στο μέρος της καρδιάς, να βεβαιωθούν αν ήταν όντως ζωντανός.
Η σύζυγος δεν τον άγγιζε πλέον κι όλο πικρά λόγια. Είχε αναλάβει τώρα αυτή πολλές ευθύνες, εργαζόταν, γύριζε αργά τα βράδια. Μετά ερχόταν το πρωί αναμαλλιασμένη με άκυρες δικαιολογίες. Στο κινητό της πολλά ονόματα ανδρών. Καυγάδες κάθε μέρα κι ένα πρωί αυτός σήκωσε χέρι.
Ο πραγματογνώμων που όρισε ο εισαγγελέας τον έστειλε στην ψυχιατρική κλινική. 
Ο ψυχίατρος τον άκουσε με προσοχή και το συμπέρασμα του ήταν πως δεν υπήρχε λόγος να του δώσει φάρμακα. Το ίδιο πόρισμα έβγαλε ο ψυχολόγος. Τον άφησαν να φύγει τρεις μέρες αργότερα.
Συμφώνησε να χωρίσουν, να πάρουν διαζύγιο, όμως τα παιδιά και το σπίτι σ΄αυτόν.
Εξι μήνες μετά όταν ο δικηγόρος του εξήγησε την απόφαση του δικαστηρίου τον πλήρωσε ρευστό  χωρίς να πει τίποτα. Κοίταγε γύρω-τριγύρω και το βλέμμα του άδειο.
Μετά πήγε στη γειτονιά που ζούσαν μετανάστες. Από τους πακιστανούς αγόρασε μιά Καλασνίκοφ με δύο γεμιστήρες, τετρακόσσια ευρώ.
Τη συνέχεια τη διαβάσατε στις απογευματινές εφημερίδες.





Aucun commentaire: