vendredi 24 octobre 2014

Το τελευταίο καλοκαίρι. (Απόσπασμα)


Στο πανηγύρι πηγαίνουμε οικογενειακώς, κάθε χρόνο καθόμαστε στο καφενείο της πλατείας. Το γλέντι γίνεται το βράδυ της παραμονής. Τα όργανα έρχονται νωρίς το απόγευμα φορτωμένα σε ταξί. Οι μαγαζάτορες πάνω σε πλαστικά τελάρα στρώνουν μιά κουρελού, έτσι γίνεται η πρόχειρη εξέδρα για τους οργανοπαίκτες και την τραγουδίστρια. Μέχρι να ψηθούν τα σφαχτά κουρδίζουν τα όργανα, στήνουν την ηχητική εγκατάσταση, ένα, δύο, φωνάζει ο ειδικός ρυθμίζοντας τα κατάλληλα κουμπιά, ενώ συγχρόνως ακούγονται οι νότες της κιθάρας, του κλαρίνου και του ακορντεόν.
Μόλις νυχτώνει, έρχονται οι πρώτες παρέες. Την αρχή κάνει το κλαρίνο, ακολουθούν τα άλλα όργανα. Δημοτικά τραγούδια ανακατεμένα με ψευτορεμπέτικα της παρακμής : 

Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη... 
Παντρεμένοι κι οι δυό... 
Της νυχτερίδας το φτερό εσύ το έχεις φυλαχτό...
Τάμπα τούμπα τάμπα τούμπα η γυναίκα μου ζηλεύει...
Ταμ, ταμ, κούπα, ταμ, ταμ...

Η παρέα μας συγκεντρωμένη σε τρία τραπέζια περιμένει τη σειρά της για χορό. Εκτός από τις αδερφές του πατέρα μας μαζί μας είναι άλλοι συγγενείς  και οικογενειακοί φίλοι.
Οι σερβιτόροι πηγαινοέρχονται, μεταφέρουν τα φαγητά και τα ποτά, τα ψητά σε λαδόκολλα, τις μπύρες σε μεταλλικό κουτί, να μην μπορούν οι μερακλωμένοι πελάτες να σπάζουν μπουκάλια και ποτήρια. Η παρουσία της αστυνομίας διακριτική για την τάξη και την ασφάλεια. Τα όργανα της τάξεως πηγαινοέρχονται στην κουζίνα, βουτούν μεζεδάκια, στο ένα χέρι το κουτί της μπύρας, στο άλλο το τσιγάρο.
Οι παρέες κατά συγγενείς, αδέρφια, ξαδέρφια, γαμπροί, νύφες, εγγόνια, κουμπάροι, γλεντούν ήσυχα. Δίνουν παραγγελίες στα όργανα για χορό. Τα χαρτονομίσματα πέφτουν σαν πλατανόφυλλα, το κλαρίνο ζωηρεύει. Οι χορευτές φέρνουν γύρους πηδώντας και σφυρίζοντας. Οι συγγενείς τους θαυμάζουν χτυπώντας παλαμάκια. Οι γέροι θυμούνται τα νειάτα τους, σκουπίζουν κρυφά τα δακρυά τους. Είναι πρώην αριστεροί αντάρτες, πρώην ακροδεξιοί μαυροσκούφηδες, διώκτες των κομμουνιστών και άλλοι ουδέτεροι πολίτες. Τώρα γλεντούν όλοι μαζί, αρμονικά και μονιασμένα.

Οταν επιτέλους ήρθε η σειρά της παρέας μας για χορό πρώτος σηκώθηκε ο αδερφός μου. Αφού χόρεψε την Ιτιά και τον Αϊτό, παραχώρησε τη θέση του  κορυφαίου σε άλλον. Σε λίγο ήρθε να με σηκώσει με το ζόρι να χορέψω, κάτι το γρήγορο, για το καλό. Ομως εγώ ήμουν ανένδοτος, δεν υπέκυψα ούτε στις προτροπές του πατέρα μου. Δεν είχα κέφι, άλλοτε θα αρκούσε η θέα των δροσερών κοριτσιών για να στροβιλιστώ σε παραδοσιακούς ρυθμούς, όμως εκείνο το βράδυ μόνο μιά σκέψη με εμπόδιζε να διασκεδάσω αυθόρμητα : η έκβαση των εξετάσεων.
Δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα οι περισσότερες παρέες είχαν φύγει. Εμειναν λίγοι δεινοί γλεντζέδες, το έχουν τάμα, κάθε χρόνο να γλεντούν μέχρι πρωΐας.




Aucun commentaire: