dimanche 22 mars 2015

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ


Τον Μάιο του 1948, την ημέρα που έγιναν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των κομμουνιστών στις πλαγιές του όρους Όρθρυς, ένα μικρό τμήμα ανταρτών, εννέα άτομα, δεν πρόλαβαν να σκαπετήσουν προς το ύψωμα της Αμυγδαλιάς, αποκλείστηκαν μέσα στον ελαιώνα. ΄Ηταν πέντε άνδρες, τρεις γυναίκες κι ένα αγοράκι πέντε μηνών. Το κουβάλαγε η μάνα του στον ώμο και δεν φαίνονταν να ταράζεται ο ύπνος του από τον θόρυβο της μάχης. 
Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν τα υψώματα, πρώτα τη Βίγλα, μετά του Καφέ τη ράχη, του Κώγια το βράχο και τελευταία την Αμυγδαλιά. ΄Οσοι αντάρτες επέζησαν, τραβήχτηκαν προς την Αγία Παρασκευή. Οι αντάρτες με τα πολυβόλα έριχναν εναντίον των ατάκτων που είχαν ξεχυθεί στις πλαγιές. 
Τρεις νέοι, ακόμη έφηβοι, από το χωριό μας σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα από τα πυρά των ανταρτών. ΄Ηταν άπειροι, δεν ήξεραν να προφυλαχθούν, προχωρούσαν ακάλυπτοι σαν να συμμετείχαν σε παιχνίδι.
Οι άτακτοι μαυροσκούφηδες πρόλαβαν έναν τραυματισμένο αντάρτη στο Κακόρεμα, λίγο παρακάτω από τη θέση Πουρνάρι, απέναντι από το εικόνισμα του Αγίου Κωνσταντίνου. Του έκοψαν το κεφάλι μ΄ένα σκουριασμένο σουγιά. Από τότε το μέρος εκείνο φέρει την ονομασία, του αντάρτη το μνήμα.
Το μικρό τμήμα των ανταρτών με το μωρό συσπειρώθηκε στην άκρη του ελαιώνα σύρριζα στο λόφο, εκεί που άρχιζε ο λόγγος. Κρύφτηκαν μέσα στα σχοίνα, περιμένοντας τη δύση του ηλίου.
Ομάδες ατάκτων πέρασαν σε κοντινή απόσταση, ανεβαίνοντας στο βουνό. Μετά η οχλαγωή μειώθηκε και ο κρότος των όπλων ακουγόταν όλο και πιο μακριά, βορειότερα στις πλαγιές, ώσπου εξασθένησε, βασιλεύοντος του ηλίου.
Μόλις φάνηκε το πρώτο αστέρι στον ουρανό το παιδί ξύπνησε. Η μάνα του έδωσε αμέσως το στήθος. Το παιδί βύζαινε με δύναμη. Οι αντάρτες μοιράστηκαν μισό καρβέλι ψωμί, δεν είχαν άλλο, ήπιαν νερό από το τελευταίο παγούρι και περίμεναν ακόμη με ανησυχία.
Ο πατέρας του παιδιού, τριαντάρης, είχε πολεμήσει τους Ιταλούς στα αλβανικά βουνά, ως ελασίτης τους Γερμανούς, και τώρα τους συμπατριώτες του. Δεν ήταν κιοτής, κοίταγε το βουνό και σκεφτόταν. ΄Ηταν έτοιμος για όλα. ΄Ηταν από το ΄Ανυδρο, ήξερε όλα τα κατατόπια και τα γιδόστρατα.
Η πιο σίγουρη διαδρομή θα ήταν να περπατήσουν προς δυσμάς, να φτάσουν στο Παλιούρι νύχτα και μέσα από τον Τρύπιο Βράχο να κατέβουν στη Σπλήτσα. ΄Υστερα ρέμα το ρέμα θ΄ανέβαιναν στη Μεχάλη Ράχη, οι δικοί τους θα κράταγαν ακόμα το ύψωμα, ήταν σίγουρος.
΄Ομως το μωρό ήταν πρόβλημα. Αν έκλαιγε ξαφνικά; Οι δεξιοί είχαν φυλάκια σε όλους τους λόφους, σε όλα τα περάσματα.
Οι άλλοι αντάρτες περίμεναν ν΄αποφασίσει αυτός να ξεκινήσουν.
Το παιδί αφού βύζαξε ξανακοιμήθηκε με χαμόγελο ικανοποίησης.
Ο πατέρας κοίταξε τη μάνα. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάτια της..
«Τραβάτε εσείς», είπε η μάνα, «θα έρθω εγώ μετά μόνη μου, αργότερα μέσα στη νύχτα.»
Ο πατέρας έβλεπε ήδη τα γεγονότα : Οι άτακτοι θα την έπιαναν με το παιδί, θα το ΄σφαζαν μπροστά της, θα τη βίαζαν πολλοί μαζί, μετά θα την έσφαζαν και θα πούλαγαν τα κεφάλια τους για δυό χρυσές λίρες.
«Δεν υπάρχει δεύτερη λύση, συναγωνίστρια», είπε ο πατέρας, «ο θεός θα μας συγχωρέσει.»
Της πήρε το παιδί απ’ τα χέρια και γλίστρησε μέσα στο ρέμα αθόρυβα σαν γάτα.
Το μωρό κράταγε σφιχτά στο χέρι του το μαντήλι της μάνας του. Δεν τόλμησαν να του το πάρουν, μην ξυπνήσει.
Η νύχτα έπεφτε γρήγορα.
Ο πατέρας προχώρησε νότια με σκοπό να σφάξει το παιδί και να το θάψει πρόχειρα. Στο φεγγαρόφωτο είδε το μικρό του πρόσωπο, μέσα στον ύπνο του χαμογελούσε.
Και τότε μιά άλλη ιδέα ήρθε στη σκέψη του πατέρα. Είχε φθάσει σχεδόν στο δυτικό πηγάδι. ΄Εσκυψε και μίλησε στο παιδί ψυθιριστά, σαν να του τραγουδούσε. Μόλις έφθασε στο πηγάδι, έβγαλε το μάλλινο χιτώνιο, το τύλιξε, το φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και το ακούμπησε στη βάση του φιλιατρού. ΄Ανθρωπος ή ζωντανό τριγύρω δεν υπήρχε. ΄Εφυγε γρήγορα χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Νωρίς το πρωί, πριν ακόμα χαράξει η αυγή, δύο ιερομόναχοι, τσοπάνηδες  στη μονή του Αγίου Γεωργίου, έφτασαν με βαρέλες φορτωμένες σε τέσσερα γαϊδούρια, να πάρουν νερό στο πηγάδι.
Το παιδί κοιμόταν ακόμα και έτσι το μετέφεραν στο μοναστήρι.

Χρόνια αργότερα, μετά την πτώση των συνταγματαρχών, οι πολιτικοί πρόσφυγες, πρώην μαχητές του λεγόμενου «Δημοκραυικού στρατού», επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Το μωρό που βρήκαν οι μοναχοί στο πηγάδι μεγάλωσε. Στο μαξιλάρι του είχε πάντοτε το μαντήλι της μάνας του. Σπούδασε θεολογία και οι καλόγεροι τον προόριζαν να γίνει ο αρχηγός τους, ο νέος ηγούμενος. 
΄Ηταν ψηλός και λυγερός με μαύρα μακριά μαλλιά και γένεια μέχρι τα μάτια. 
Τα έσοδα του μοναστηριού είχαν αυξηθεί. Κάθε Κυριακή πλήθος προσκυνητών συνέρεε με τάματα και δώρα, σε χρήμα και τιμαλφή.

΄Ηταν Μάΐος μήνας όταν ο ωραίος μοναχός, συμμετείχε στην ακολουθία του εσπερινού, έψελνε την επιλύχνιο ευχαριστία :

Φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί του ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν, και άγιον Πνεύμα, Θεόν. ΄Αξιον σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος σε δοξάζει.

Ξαφνικά αισθάνθηκε ένα παράδοξο συναίσθημα, ήταν μίγμα λύπης και χαράς, ελπίδας και απελπισίας, τον κυρίευσε όλον και παρά λίγο να βάλει τα κλάματα μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού.
Σαν να άκουγε μιά οικεία φωνή. Τον καλούσε και ήξερε πως δεν μπορούσε να αντισταθεί, έπρεπε να υπακούσει, να φύγει με τον ερχομό της νύχτας.
Περασμένα μεσάνυχτα, άφησε τα ράσα στο κελλί του. Ντύθηκε με ντρίλινο μπλέ παντελόνι και γκρίζο πουκάμισο, τα ρούχα της καθημερινής δουλειάς. Σάλταρε από τον μαντρότοιχο και κατηφόρισε προς το πηγάδι.
Στην τσέπη του είχε το μαντήλι της μάνας του. Μόλις έφτασε ακούμπησε με τα δυό του χέρια στο φιλιατρό, αφουγκράστηκε τον υπόγειο ρόχθο του ύδατος και δύο λεπτά αργότερα άκουσε τα λάστιχα οχήματος που πλησίαζε με σβηστή τη μηχανή. 
΄Ηταν μια μοτοσικλέτα, σαν αυτές που είχαν οι Ναζί χωρίς καλάθι. Την οδηγούσε ένας άνδρας, πενηντάρης, με γκρίζα μαλλιά που φαίνονταν σαν ασημένια στο φως της σελήνης. Πατέρας και γιός αγκαλιάστηκαν. Μετά καβάλα στη μοτοσικλέτα τράβηξαν προς το χωριό.

Την επομένη οι γείτονες ανακάλυψαν πως άγνωστοι είχαν σκάψει στη ρίζα μιάς αιωνόβιας αμυγδαλιάς, διακόσια μέτρα νοτιοανατολικά από το σπίτι του συνταγματάρχη Γαβρή.
Η πλαστάρα ήταν στη ρίζα του δένδρου με ανατολικό προσανατολισμό. 
Τα παιδιά κάθονταν εκεί να ξεκουραστούν όταν έπαιζαν μπάσκετ.
Στην εκκλησία, στα καφενεία, στο σχολείο, όλοι έλεγαν για τον θησαυρό. Τον είχαν κρύψει οι κομμουνιστές. ΄Ηρθαν τώρα κρυφά και τον ξέχωσαν.

Aucun commentaire: