jeudi 2 avril 2015

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΑΝΕΣΙΣ


Στο τέλος της σχολικής χρονιάς εκτός από τις γυμναστικές επιδείξεις και απαγγελίες ποιημάτων παίζαμε θεατρικά έργα, κωμωδίες που σκοπό είχαν να προκαλούν αυθόρμητο γέλιο στους θεατές. Στην πέμπτη τάξη παίξαμε ένα θεατρικό έργο με τίτλο "Ξενοδοχείον η Ανεσις". Ο δάσκαλος έκανε το κάστινγκ, έδωσε τους δυσκολώτερους ρόλους στον Αλέκο Μακαρένκο και σ΄εμένα. Ο Αλέκος ήταν λαϊκός τραγουδιστής, εγώ τενόρος, το ονομά μου στο έργο ήταν Καρακαξόφωνος. Τότε αισθάνθηκα άσχημα, στην αρχή δεν μου άρεσε να παίξω αυτόν τον ρόλο, τα πειραχτήρια του σχολείου έδραξαν την ευκαιρία για νέες κοροϊδίες. Καρακαξόφωνος έγινε το παρατσούκλι μου για λίγους μήνες. Αλλά όταν διάβασα το έργο και αρχίσαμε τις πρόβες συμπάθησα το πρόσωπο του τενόρου, έπαιζα δε σχεδόν σε όλες τις κωμικές σκηνές με τον καλύτερο φίλο μου τον Αλέκο Μακαρένκο, είχαμε περάσει μαζί όλα τα βάσανα του σχολείου. 
Το έργο είναι μιά κωμωδία με δομή και πλοκή έξυπνα διαρθρωμένη. Το ξενοδοχείο βρίσκεται σε πόλη με έντονη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Το σαβατοκύριακο, που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα, γίνονται τρεις σημαντικές εκδηλώσεις, το φεστιβάλ κλασσικού τραγουδιού, το φεστιβάλ λαϊκού τραγουδιού και ο τελικός ποδοσφαιρικός αγώνας πρωταθλήματος. Εννοείται πως η ανεύρεση δωματίου σε ξενοδοχείο την τελευταία στιγμή ήταν μεγάλο πρόβλημα. Η αυλαία ανοίγει στη ρεσεψιόν όπου ο πρώτος υπάλληλος αφηγείται τα γεγονότα που πρόκειται να συμβούν εξ αιτίας των σημαντικών εκδηλώσεων και τη μεγάλη κοσμοσυροή στην πόλη τους. Ο διαιτητής του ποδοσφαιρικού αγώνα έρχεται, ζητάει δωμάτιο, ο υπάλληλος δεν έχει δωμάτιο αφού το ξενοδοχείο είναι κομπλέ, αλλά επειδή τον συμπαθεί του προτείνει να κοιμηθεί στο ντιβάνι υπηρεσίας, βρίσκεται όπισθεν της υποδοχής, δεν το χρησιμοποιούν οι υπάλληλοι. Ο υπάλληλος τελειώνει τη βάρδια του και φεύγει. Ο διαιτητής πηγαίνει βόλτα στην πόλη. ΄Αλλος υπάλληλος λαμβάνει υπηρεσία όταν παρουσιάζεται ο λαϊκός τραγουδιστής να ενοικιάσει δωμάτιο, ο υπάλληλος του προτείνει το ντιβάνι, το ίδιο συμβαίνει με τον τρίτο υπάλληλο όταν έρχεται ο τενόρος για την αναζήτηση δωματίου. 
Τη νύχτα όταν έρχονται οι τρεις μαζί να κοιμηθούν ανακαλύπτουν την κωμική καταστασή τους αλλά βρίσκουν μιά συμβιβαστική λύση, να κοιμηθούν έκαστος με τη σειρά του στο διαθέσιμο κρεβάτι. Πρώτος κοιμάται ο διαιτητής ενώ ο τραγουδιστής με τον τενόρο κάνουν πρόβες για το αυριανό φεστιβάλ. Σ΄αυτό το σημείο ήταν η πιο σημαντική δυσκολία των ρόλων μας, έπρεπε να τραγουδήσουμε, ο Αλέκος ένα λαϊκό τραγούδι και μιά ψαλμωδία, γιατί συμμετείχε επίσης σε διαγωνισμό ιεροψαλτών, εγώ δύο άριες από το λυρικό θέατρο. Στην ουσία τραγουδούσαμε μαζί γιατί όταν ο Αλέκος τραγουδούσε εγώ έκανα το μπουζούκι με το στόμα και με ανάλογες κινήσεις των χεριών, ενώ όταν τραγουδούσα εγώ αυτός έκανε το βιολί. Ο συγγραφέας του έργου δεν έδινε καμμιά οδηγία, ούτε ένδειξη για τις μελωδίες, ο δάσκαλος πρότεινε μιά άχαρη σκηνοθεσία. Για τα τραγούδια, μας έβαλε να λέμε κάτι ανόητα λαλαλαλά!
Οι θεατές βέβαια γέλασαν με όρεξη πιο πολύ από την αμηχανία των ηθοποιών. Πάντως το έργο ήταν δυναμικό, άξιζε να παιχθεί καλύτερα. Αυτό αποφασίσαμε ο Αλέκος κι εγώ.

Την επόμενη χρονιά όλοι ζητούσαν να το ξαναπαίξουμε. Μόνο ο Αλέκος κι εγώ παίξαμε τους ίδιους ρόλους, οι άλλοι ηθοποιοί είχαν απολυθεί από το σχολείο όντας στην έκτη Δημοτικού την περασμένη χρονιά. 
΄Ολο το καλοκαίρι με απασχολούσε το τμήμα με τα τραγούδια. Για τον Αλέκο ήταν εύκολο βρήκαμε αμέσως ένα ωραίο λαϊκό τραγούδι και ανάλογο ψαλμό. Εψαχνα τη νύχτα αργά στο ραδιόφωνο να βρω σταθμό να εκπέμπει κλασσική μουσική, τελικά τα κατάφερα ν΄αποστηθίσω δύο άριες απο όπερες του Βέρντι, εκείνη τη χρονιά το ραδιόφωνο έκανε αφιέρωμα στο λυρικό θέατρο του μεγάλου συνθέτη. Είχαμε ένα ραδιόφωνο Philips, το πρώτο που αγόρασαν οι γονείς μου, πριν έρθει ο ηλεκτρισμός στο ΄Ανυδρο. Δούλευε με μπαταρίες, ήταν μαύρο, λευκό και μπλε, παρ΄όλο που ζύγηζε τρία κιλά περίπου, το κουβάλαγα παντού μαζί μου όλο το καλοκαίρι, μέσα σ΄ έναν τροβά, κοντά στα γίδια, άκουγα τραγούδια και άλλες εκπομπές αλλά κυρίως έψαχνα για όπερες σε ελληνικούς και ξένους σταθμούς.
Με τον Αλέκο είχαμε κάνει μυστική συμφωνία, στις πρόβες του σχολείου παρουσία του δάσκαλου τραγουδούσαμε τα ανόητα τραλαλαλαλά με αινιγματικό μειδίαμα, ενώ τα απογεύματα και τις Κυριακές κάναμε μυστικές πρόβες, οι δυό μας μόνο, κάτω από την γιγαντιαία αμυγδαλιά μπροστά στο σπίτι τους.

΄Ηταν μιά μορφή ρεβάνς, ο δάσκαλος μας είχε προετοιμάσει για το βαθμό του απολυτηρίου, θα μας έβαζε επτά στα δέκα. Απο ΄δω είχε απο ΄κει το έφερε βαθμολόγησε τα γραπτά τα δικά μας έτσι ώστε να μας μειώσει όσο γινόταν περισσότερο ενώ ήταν φανερό είχαμε το ίδιο επίπεδο με τους άλλους μαθητές που ο καλός δάσκαλος τους βαθμολόγησε με εννέα στα δέκα. Η διαφορά ήταν μεγάλη. Το είπα στον πατέρα μου να ξέρει, να μην στενοχωρηθεί απότομα, αλλά αυτός δεν δεχόταν τις εξηγήσεις μου πως ο δάσκαλος δεν με χώνευε εξ αιτίας του επειδή ήρθε να του κάνει προτάσεις για προξενιά και συνοικέσια. Ο δάσκαλος είχε ακόμη έναν λόγο αντιπάθειας. Στο σχολείο ήταν ένας μαθητής υπερβολικά κοντός, ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος της πλειοψηφίας των μαθητών. Είχα επέμβει πολλές φορές στα διαλείμματα εναντίον των Λιακαμπάδων, αυτοί τον κυνηγούσαν, τον βασάνιζαν συστηματικά. Αλλά ο δάσκαλος δεν έκανε τίποτα, όταν έβρισκε ευκαιρία να τιμωρήσει τον μαθητή που έπασχε από νανισμό το έκανε με ζήλο και σαδισμό. Μιά χειμωνιάτικη μέρα τον απειλούσε να κάψει την σχολική του τσάντα με τα βιβλία του μέσα στη σόμπα. Ο καϋμένος ο μαθητής έκλαιγε γοερά, όρμησε να πάρει την τσάντα του. Ο δάσκαλος τον έδειρε με τη βέργα. Τότε εγώ έκανα ένα σχόλιο πως ήταν άδικο να φέρεται έτσι σ΄αυτόν ειδικά το μαθητή. Ο δάσκαλος με κοίταξε βλοσυρός και άναψε τσιγάρο.
Την επόμενη χρονιά έμαθα πως ο πατέρας του μαθητή έκανε μήνυση εναντίον του, το δικαστήριο τιμώρησε το δάσκαλο με την ανώτερη ποινή που προέβλεπε ο νόμος.

΄Ομως την τελευταία μέρα της σχολικής χρονιάς η θεατρική παράσταση προχωρούσε, της είχαμε δώσει από την αρχή την πιο κωμική χροιά. Οι θεατές γέλαγαν με την κωμικοτραγική εξέλιξη των γεγονότων, αλλά μόλις φθάσαμε στις πρόβες των δύο τραγουδιστών, ενώ ο διαιτητής κοιμόταν, πήρε άλλη τροπή λόγω ποιοτικής εξελίξεως. 
Εγώ κάνω την εισαγωγή παίζοντας το μπουζούκι ενώ ο Αλέκος αρχίζει το τραγούδι : 

΄Ημουνα μοναχοπαίδι, ήμουνα μοναχογιός
κι έχω γίνει ψυχοπαίδι κι έχω γίνει παραγιός.
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς, αφιλότιμη...

Το τραγουδάκι το είχε απαγορεύσει η Χούντα. Σε μιά στιγμή βλέπω τον συνταγματάρχη Γαβρή να σηκώνεται αλλά ο παπά-Κώστας του κάνει νόημα να καθήσει αμέσως ενώ μας κοιτάζει με πονηρό χαμόγελο. Ο δάσκαλος, ο Νητσάκος, οι αδερφοί και ο πατήρ αυτού, χουντικός πρόεδρος της κοινότητος Ανύδρου, μας κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια, τα κόκκινα μάγουλα του πατέρα μου έχασαν απότομα το χρώμα τους, τότε αρχίζω αμέσως με την Τραβιάτα του Βέρντι, το τραγούδι του Αλφρέντο, δυνατά :

Libiamo, ne' lieti calici
che la bellezza infiora,
e la fuggevol ora
s'inebrii a voluttà.
Libiam ne' dolci fremiti
che suscita l'amore,
poinché quell'occhio al core
onnipotente va.
Libiamo amore, amor fra i calici
più caldi baci avrà.

(Ας πιούμε με χαρά αυτό το λαμπρό και ωραίο ποτήρι
και η εφήμερη ώρα να μεθύσει ηδονικά.
Ας πιούμε μέσα σ΄αυτό το γλυκό ανατρίχιασμα 
που ο έρωτας αφυπνίζει γιατί αυτά τα ωραία μάτια 
μας σχίζουν την καρδιά.
Ας πιούμε, γιατί το κρασί θερμαίνει τα ερωτικά φιλιά.)

Μετά από τέτοια έκπληξη επικρατούσε απόλυτη ησυχία, οι θεατές κοίταγαν με γουρλωμένα μάτια και ανοιχτά στόματα.
Δεν τους αφήνω να πάρουν ανάσα και συνεχίζω με το Ριγκολέτο, το τραγούδι του Δούκα :

Bella figlia dell' amore,
Schiavo son de' vezzi tuoi;
Con un detto sol tu puoi
Le mie pene consolar.
Vieni e senti del mio core
Il frequente palpitar.

(Ωραία κόρη του έρωτα
είμαι σκλάβος της ομορφιάς σου
αλλά μόνο μιά λέξη δική σου 
μπορεί να παρηγορήσει τον πόνο μου.
΄Ελα άγγιξε την καρδιά μου,
δες πόσο γρήγορα χτυπάει.)

Ο παπά-Κώστας, πρώτος, αρχίζει τα χειροκροτήματα, φωνάζει μπράβο! μπράβο! ο συνταγματάρχης τον ακολουθεί, μετά ολόκληρο το πολύχρωμο πλήθος εκτός από τον κάθιδρο δάσκαλο, ο φουκαράς δεν πίστευε στα μάτια του, ούτε στ΄αυτιά του.
΄Ομως η παράσταση δεν είχε τελειώσει. Ανάβουμε δύο κεριά και παίρνοντας ως νεκρό τον κοιμώμενο διαιτητή, φέρνουμε κύκλους γύρω του, ψάλλοντες :

Ευλογητός ει Κύριε, διδαξόν με τα δικαιωματά σου.
Των Αγίων ο χορός, εύρε πηγήν ζωής και θύραν παραδείσου, εύρω καγώ, την οδόν διά της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί, ανακαλεσαί με, Σωτήρ, και σώσον με.

΄Ηταν η πιο κωμική σκηνή της παράστασης. Οι θεατές χειροκροτούσαν, σφύριζαν, γελούσαν. Εμείς μετά τις υποκλίσεις γλιστρήσαμε από τη σκηνή, πήγαμε μέσα στο πλήθος, δίπλα στους γονείς μας. Η σχολική χρονιά είχε τελειώσει. Ο δάσκαλος ξαναβρήκε τον εαυτό του, όρθιος πάνω στη σκηνή μοίραζε τα ενδεικτικά και τα απολυτήρια. Ο πατέρας μου πήρε το δικό μου με κατεβασμένα μούτρα, ήθελε να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά εγώ με τη βοήθεια της μάνας μου τον απέτρεψα, φύγαμε γιατί τέτοιον δάσκαλο δεν ήθελα να τον βλέπω.

Ο πατέρας μου ενοχλημένος από τη χαμηλή βαθμολογία, αμφέβαλε για τις ικανοτητές μου, φοβόταν πως δεν θα τα καταφέρω να περάσω τις εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί τη Δευτέρα με πήγε στη Στυλίδα στον θείο μου τον Φάνη, να μένω εκεί, να κάνω φροντιστήριο, να ετοιμαστώ για τις εισαγωγικές. ΄Ετσι πέρασα τρεις εβδομάδες εντατικής προετοιμασίας ενώ δεν ήταν ανάγκη. Μόλις βγήκαν τ΄αποτελέσματα, είχα περάσει, ανέβηκα στο θερινό μας μαντροστάσι στην Παλιονίκοβα, βόσκαγα τα γίδια μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου.

Τώρα όταν συναντώ στο χωριό τους συμμαθητές μου του Δημοτικού όλοι αναφέρουν με νοσταλγία την παράσταση του "Ξενοδοχείου η Ανεσις". Θέλουν να συνεννοηθούμε, να μαζευτούμε να παίξουμε το έργο τώρα περασμένα τα πενήντα. 
Τους λέω πως η νοσταλγία δεν έχει σχέση με την καθημερινή ζωή, η πραγματοποίηση μιάς τέτοιας επιθυμίας οδηγεί σε απογοήτευση. Μου απαντούν πως εξακολουθώ να μιλώ με αινίγματα.










Aucun commentaire: