vendredi 30 décembre 2016

ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ

Τα σχολεία είχαν σταματήσει τα μαθήματα για τις γιορτές του τέλους της χρονιάς. Οι μαθητές ξέφυγαν από την ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Οι μικρότεροι με τις σφεντόνες στα χέρια κυνηγούσαν πουλιά. Οι μεγαλύτεροι, όσοι πήγαιναν στο Γυμνάσιο, διάβαζαν εξωσχολικά βιβλία ή έπαιζαν μπάλα στην πλατεία.

Ο Γρηγόρης ξύπνησε από χαρούμενες παιδικές φωνές που τραγουδούσαν : 
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...
Χτυπούσαν κιόλας την πόρτα του σπιτιού.
«Να τα πούμι θείτσα;»
«Πέστι τα.»
«Δυνατά ρε, αλλοιώς δεν σας δίνου ούτι φράγκου», είπε ο αδερφός του Γρηγόρη. Σαμάρωνε τα μουλάρια, θα πήγαινε να φέρει ξύλα.
Τα παιδιά τραγουδούσαν δυνατά : 
...χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παληκάρι, 
το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα του την έλεγε και το, και το χαρτί ομίλει...
΄Ανοιγαν τα στοματάκια τους όσο μπορούσαν, σε λίγο λαχάνιασαν, σταμάτησαν να πάρουν ανάσα.
«Εντάξει φθάνει, και του χρόνου νάσαστι καλά να τα ξαναπείτι.»

Ο Γρηγόρης άνοιξε το ραδιόφωνο, αυτές τις μέρες το τρίτο πρόγραμμα έβαζε μουσική μπαρόκ. Από τη βιβλιοθήκη πήρε το μπλοκ ζωγραφικής. Το άνοιξε σε μια αρχινισμένη σελίδα. Το ραδιόφωνο έπαιζε τη σονάτα νούμερο ένα για βιολί του Μπαχ όταν ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα. ΄Ηταν ο Γιάννης και ο Γιώργος, τα παλιά τους γειτονόπουλα. ΄Ετριβαν και χουχούλιζαν τα χέρια τους, έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν τι ζωγράφιζε ο Γρηγόρης. Το βρήκαν εύκολα.
« Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος! φώναξε ο Γιώργος θριαμβευτικά.»
Συζητούσαν για πολλά θέματα. Ο Γιάννης δεν είχε όρεξη, σαν να ήταν άρρωστος. 
Ο Γιώργος έδινε κι έπαιρνε στη συζήτηση. Σε μιά φάση έφερε το θέμα στο που κοιμούνται οι γονείς του Γρηγόρη, χαμογελούσε πονηρά, έλεγε πως κάνουν δουλειές τη νύχτα.
Ο Γρηγόρης θυμήθηκε πως ο Γιάννης και ιδιαίτερα ο Γιώργος δεν άφηναν με κανέναν τρόπο τους γονείς του να κοιμηθούν μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουν μετά από πολλαπλά επεισόδια με βρισιές και ξυλοδαρμούς. Η μάνα με τα παιδιά μετακόμισαν σε άλλο σπίτι στον κεντρικό μαχαλά. Ο πατέρας με τη μάνα του, γριά εβδομηκοντούτις, έμειναν στο παλιό σπίτι, ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Στην αυλή ακούστηκε θόρυβος. Είχε έρθει ο αδερφός του Γρηγόρη με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα. ΄Εξω έκανε τσουχτερό κρύο. Φόρεσαν τα σακκάκια τους και βγήκαν. Ξεφόρτωναν τα μουλάρια. Ο Γιάννης είπε πως είχαν μαζέψει κλάρες. Περίμεναν τη γιαγιά τους να φέρει το γάϊδαρο να τις μεταφέρουν. Η μάννα τους έπρεπε να ψήσει ψωμί.

Το δειλινό ο Γρηγόρης διάβαζε μπροστά στο τζάκι όταν άκουσε ακατανόητες φωνές. Κατάλαβε πως γινόταν καυγάς. Βγήκε στο μπαλκόνι. ΄Εβλεπε το Γιώργο και το Γιάννη να μάχωνται εναντίον του πατέρα τους. Από αυτά που έλεγαν κατάλαβε τι είχε συμβεί : Τα παιδιά πήγαν να φορτώσουν τις κλάρες, τις είχαν μαζέψει με κόπο το πρωί, τις είχαν κάνει δεμάτια. Οι κλάρες ήταν τα αποφαΐδια από τα κλαριά που έτρωγαν τα πρόβατα. Ο πατέρας τους μόλις τους είδε όρμησε καταπάνω τους. Φώναζε άγρια, έβριζε. Η γιαγιά μπήκε στη μέση. Ο γιός της τη χτύπησε. Τότε ο Γιάννης αρπάζει τον πατέρα του από το λαιμό και τον γονατίζει κάτω. Ο Γιώργος παίρνει ένα ραβδί αγριελιάς, ρίχνει δυνατές ροπαλιές στην πλάτη του πατέρα του. Η γριά έκλαιγε κι έλεγε : «Τούπι κι ου Χριστός : Μάχιρα έδουσεις, μάχιρα θα λαβς! Καλά σι κάνουν.»
Το ξύλο που κρατούσε ο Γιώργος έσπασε, αυτός τράπηκε σε φυγή, ο Γιάννης τον ακολούθησε. Πήδησαν τον μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου και ταμπουρώθηκαν πίσω από την εξώπορτα. Ο πατέρας σηκώθηκε κι έριχνε πέτρες στα παιδιά του. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί. Τα παιδιά ήταν οχυρωμένα πίσω από τον μαντρότοιχο. Πέταγαν πέτρες στον πατέρα τους. Τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν με αυτοσχέδια παρατσούκλια. Τον απειλούσαν πως θα του κόψουν τ΄αρχίδια.
Συνέχισαν να ρίχνουν πέτρες κάνοντας μικρές εφόδους. Ο πατέρας ήταν σε πλεονεκτική θέση. Οπισθοχωρούσε λίγο να πάρει φόρα, έπειτα πέταγε μεγάλες πέτρες καταπάνω στα παιδιά του βλαστημώντας τα θεία και τους δαίμονες. 
Η μάχη κράτησε περίπου είκοσι λεπτά. Τα παιδιά οπισθοχώρησαν, έφυγαν με φωνές, έλεγαν ότι θα φέρουν την αστυνομία.

Σουρούπωσε για τα καλά, ο αέρας σταμάτησε να φυσάει, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι σπίθες από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι. ΄Εξω χιόνιζε. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές : 
­­­­«΄Οχι από ΄κει σ΄λέου απου ΄δω δεν ακούς;»
Και συνοδεία από βρισιές. Ακούγονταν και οι απελπισμένες φωνές της γριάς. Αυτή την ώρα έβαζαν τα πρόβατα στο μαντρί. Ο γιός συνέχισε το μονόλογο σαν να μην άκουγε καθόλου τις φωνές της μάνας του, τα πρόβατα την πήραν σβάρνα και την έριξαν κάτω.
«΄Οχι ρε δεν τσ΄ θέλου, άκου ΄κει να δώσου κλάρεις, ούτι τσάκνου δε δίνου.»




samedi 17 décembre 2016

Ο πραγματογνώμων

Μετά την πρωινή συνεδρίαση του ιατρικού συμβουλίου, ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές με προσκαλεί στο γραφείο του και σαν να βλέπω στο προσωπό του μια διάθεση κατηγορίας εναντίον μου, σαν να αφήνει να εννοηθεί πως έχω διαπράξει αδίκημα και ο ίδιος είναι εντεταλμένος από τις αρχές να διεξάγει ένορκη διοικητική εξέταση.
Έχει αφήσει την πόρτα του γραφείου ανοιχτή και καθώς μιλάει για τις δραστηριότητες ενός νοσοκόμου, ονόματι Γιάννης, η καθαρίστρια μπαινοβγαίνει, αδειάζει το καλάθι των αχρήστων, σφουγγαρίζει και μετά ξεσκονίζει το καλοριφέρ. Ο Λαζενές μου λέει καθαρά ότι θεωρεί τον νοσοκόμο μεγάλο μαλάκα εξαιτίας της συμπεριφοράς του: Είχε οδηγήσει ομάδα ασθενών για πολιτιστική δραστηριότητα στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλεως κι εκεί επιδόθηκε σε καμάκι με τουρίστριες και άφησε τους ασθενείς να περιμένουν άπραγοι όλο το απόγευμα στο καφενείο της πλατείας, πίνοντας μπύρες και φραπέ, ενώ αυτός συμμετείχε σε παρτούζα με τρεις ευτραφείς ξανθές Γερμανίδες. Επειδή κανείς δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τον λογαριασμό, είχαν παραγγείλει δώδεκα φιάλες καμπανίτου, ο ξενοδόχος αναγκάστηκε να καλέσει τις πρώτες βοήθειες. Τους βρήκαν σε κωματώδη κατάσταση και ο Γιάννης με το πέος σε απόλυτη στύση, ώστε είχε αρχίσει να μελανιάζει, σαν να έπασχε από πριαπισμό. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι είχε πάρει ικανή ποσότητα viagra.
Δεν καταλαβαίνω γιατί ο Λαζενές μού αφηγείται αυτά τα γεγονότα αφού δεν με αφορούν άμεσα. Λέω ότι ο εν λόγω νοσοκόμος, τον οποίον γνωρίζω καλά (εργαζόμαστε μαζί στην ίδια θεραπευτική ενότητα δέκα συναπτά έτη), έχει μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία, αλλά πιθανόν η συμπεριφορά του να ήταν το αποτέλεσμα αυτού που ο λαός λέει ότι «το μουνί τραβάει καράβι». Υποθέτω πως οι νεαρές Γερμανίδες θα τον βομβάρδισαν με φερομόνες έτσι όπως τον είδαν μελαχρινό, στιβαρό και μυώδη, με τον αγγιστροειδή του μύστακα.
Αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω στον Λαζενές τη δική μου επαγγελματική εμπειρία και εκθέτω, σαν να κάνω απαγγελία ποιήματος, όλο το curriculum vitae. Τότε η καθαρίστρια κάνει σχόλιο, ρωτάει τον γιατρό μήπως μας ενοχλεί η παρουσία της ένεκα του ότι μιλάμε για εμπιστευτικά και απόρρητα ζητήματα.
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα», απαντάει ο Λαζενές, «είναι πολύ ευχάριστη η παρουσία του», εννοώντας εμένα κι εκείνη τη στιγμή, από το παράθυρο του γραφείου, βλέπω τις φλόγες να υψώνονται μέσα στους κάδους των σκουπιδιών στην αυλή του ιδρύματος. Βγαίνω τροχάδην στο διάδρομο όπου αρπάζω έναν κόκκινο πυροσβεστήρα ενώ με την άκρη του ματιού μου εντοπίζω τον Λαζενές να τρέχει πίσω μου καθώς μιλάει στο κινητό του.
Ευτυχώς η φωτιά δεν έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τραβάω την ασφάλεια και κατευθύνω το λάστιχο καταπάνω στις φλόγες ενώ ακούγονται οι σειρήνες των πυροσβεστικών οχημάτων που πλησιάζουν.
Ο γιατρός Λαζενές έρχεται δίπλα μου και μου λέει χαμηλόφωνα: «Δεν πρόλαβα να σου πω ότι ο εισαγγελέας σε διόρισε πραγματογνώμονα για την υπόθεση του Γιάννη».

Πρώτη δημοσίευση : diastixo.gr
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/6129-o-pragmatognwmwn

samedi 3 décembre 2016

ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ

Μετά τις προεδρικές εκλογές η νέα κυβέρνηση λαμβάνει δρακόντεια μέτρα για τους ενοικιαστές των κοινωνικών κατοικιών. Οι οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους με όλα τα μέσα, διοικητικά και δικαστικά.
Στο κέντρο ημέρας του Στρατού Σωτηρίας οι ένοικοι έρχονται να προπονηθούν για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της μελλοντικής τους ζωής. Μαθαίνουν να κοιμούνται μέσα σε σκηνές, στα πάρκα, κάτω από τις γέφυρες, σε εγκαταλελλημένα υπόγεια, σε squat. Θα τρώγουν σε ομαδικά συσίτια και θα νοσηλεύονται σε ιατρικά κέντρα ειδικά διαμορφωμένα για τις δικές τους ανάγκες.

dimanche 30 octobre 2016

Το μουσικό πριόνι (La scie musicale)

Όσοι ζήσατε στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄80 θα θυμάστε έναν άνδρα μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών, στους σταθμούς Gare du Nord και Les Halles του RER B, να παίζει την Sarabande του Haëndel σε μουσικό πριόνι. Στηνόταν πάντοτε δίπλα στις κυλιόμενες μεταλικές σκάλες έτσι ώστε, παράλληλα με τη μουσική που έβγαινε από το πριόνι του, ακουγόταν ο μονότονος ρυθμός από τις σκάλες που ανεβοκατέβαιναν με τους επιβάτες του Μετρό. 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ντυμένος πάντοτε με μαύρα ενδύματα, το προσωπό του χλωμό, σχεδόν λευκό και το βλέμμα του, προσηλωμένο στο κενό, σαν να κοίταγε τις σκοτεινές σήραγγες απ΄όπου πήγαιναν κι έρχονταν τα τραίνα. Δεν είχε μπροστά του ούτε δοχείο, ούτε καπέλο, ούτε ανοικτή θήκη μουσικού οργάνου, δεν ζητιάνευε.
Τω καιρώ εκείνω, ως φοιτητής, έκανα αυτή τη διαδρομή μέχρι τη φοιτική εστία του Antony σχεδόν κάθε μέρα. Έβλεπα τον άνθρωπο με το μουσικό πριόνι, μου προκαλούσε φόβο, τον θεωρούσα ως εκπρόσωπο του ΄Αδη και η μουσική, όπως την έπαιζε, έκφραζε την ακραία μοναξιά του νεκρού μέσα στο φέρετρο, τη μοναξιά του θανάτου.








lundi 17 octobre 2016

Παλιά Κοστούμια

Παλιά κοστούμια. Τα έχω μέσα στη ντουλάπα παραταγμένα όλα μαζί. Θα έπρεπε να τα είχα πετάξει πριν από καιρό αλλά δεν το αποφασίζω. Πως να τα πετάξω, έχω τόσες αναμνήσεις όταν με συντρόφευσαν στις δυσκολίες της ζωής μου, όταν με προστάτευαν από το κρύο και τον καύσωνα, σε τόσες τελετές και εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, απονομές πτυχίων και λογοτεχνικών βραβείων, επαγγελματικές συγκεντρώσεις, δικαστήρια, βραδειές στην Όπερα, στα παρτάκια για τη σύνταξη των συναδέλφων, σε μυστικά ραντεβού...
Έχουν φθαρεί και δεν φοριούνται πλέον. Είναι σαν γέροι που δεν τους κοιτάει πιά κανείς. 
Τα βλέπω το πρωί τα παλιά μου κοστουμάκια όταν διαλέγω ένα από τα καινούργια, τα καλοραμμένα από υφάσματα Σκωτίας. Κοιτάζω τα παλιά με λύπη, σκέφτομαι ότι μιά μέρα πρεπει να τα πετάξω, αργότερα όταν τα καινούργια θα παλιώσουν. Τα θωπεύω μ΄ένα χάδι τρυφερό και τα ξανακλείνω στην ντουλάπα, μέσα στο σκότος του παρελθόντος.


samedi 15 octobre 2016

Γιάννης ΘΡΑΠΑΣ Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ


Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ(*)

Α

Χρώμα βαθύ της μέρας γαλάζιο.
Γίνεται μάρτυρας - θηριώδους δαμασμού -
σ΄αδειανά δωμάτια !
Έρχεται σαν αστραπή η χαρά σου
στο κάλεσμα του αφέγγαρου ορίζοντα

Ένας φόβος λουσμένος
απ΄την πύρινη οπτασία μιας αυγής
ή πρωινού αμίλητου,
στα όρια της γραμμής του πυρός,
πριν τα δάκτυλα ακουμπήσουν την σκανδάλη
Έτσι τα χέρια αγκαλιάζουν
το λυκαυγές σαν νοσταλγοί
της δικής σου άπτερης νίκης...
Βλέφαρα ανοίγουν απ΄του ήλιου τη ζεστασιά
στης προβλήτας δεμένων πλοιαρίων
τον βρεγμένο ήχο.
Αγγίζεις την αλήθεια - με τα χέρια σου -
είσαι εκεί!!!
Όταν το θάρρος γιγαντώνεται
πίσω απ΄την κραιπάλη του μυαλού
και της παραζάλης,
ορμητικά ρίχνοντας το σώμα
μ΄ένα μικρό σταυρό στο λαιμό
σ΄αβυσσαλέα κύματα -ακτής απόκρημνης-
μια ανάσα μακριά.
Το βουητό του πελάγους
γίνονταν οργασμός προσγείωσης αεροπλάνων
με χαμένους οδηγούς
σ΄ενοχές και λησμονημένες θύμησες...
Όταν τα λόγια μένουνε μουδιασμένα
από παγερούς διαδρόμους
και αόρατους συντρόφους!!!
Σ΄αφύλαχτα λημέρια σιωπής
αληθινά δικά σου, τότε ένα χαμόγελο
ή ένα μειδίαμα στα χείλη
γίνεται ουρλιαχτό και αντίλαλος
μέσα στη ψυχή.
Κρατώντας στη μασχάλη ένα περιστέρι
έτσι ώστε να γίνει δικό σου
το χτυποκάρδι του
πριν το ελευθερώσουν οι τύψεις -στα cocktails-
και έξω χαράματα
στο βυθό ονείρων παιδικών...


Β

Που ναναι η θάλασσα
των δικών σου ματιών!!!
Ζωγράφοι μιλούν για μια πυρκαγιά
ή για τα πορφυρένια
του ορίζοντα μονοπάτια.
Ο μικρός - χωρίς αστέρια- ουρανός
μου ΄χει κρύψει το μυστικό...
Κι αυτή η δικαίωση!
να παζαρεύεται σε στέρφες νύχτες
σαν μια γριά πόρνη σε σοκάκια
ξεχασμένα.
Λαχτάρισαν τα πουλιά από προσμονή,
άλλα βαπτίστηκαν αποδημητικά!
Το ξεχασμένο βλέμμα
απελπιστικά μακρινό.
Οι μητρικές των βράχων αγκαλιές
σ΄αβέβαιη καρτερία
όπως το σιγανό θρόισμα των δένδρων
σε συντροφεύει τα υγρά μεσάνυχτα
όταν ο ουρανός κερνάει βροχή!
Εσύ μεσ΄το ονειρό μου τόσο Αληθινή
σύννεφο πριν την καταιγίδα...

***

Κι έρχονατι οι μνήμες!
Κι έρχονται τα χρόνια!
Έρχονται ιαχές, τα δώρα
και τα φεγγάρια περνούνε
-σαν σε παρέλαση-
με περηφάνια.

(*) Πρώτη δημοσίευση

lundi 10 octobre 2016

Επαγγελματική εμπειρία

Το απόγευμα εργάζομαι στα εξωτερικά ιατρεία στο κέντρο της πόλεως. Βγαίνοντας στο δρόμο, μπροστα στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς τη στάση. Στο στέγαστρο κοιτάζω τον πίνακα με το ωράριο διέλευσης του λεωφορείου και με μιά πλάγια ματιά μιά κομψή κυρία ντυμένη με ταγιέρ Channel, τα μαλιά της κότσο, εβδονηκοντούτις, κρατάει ένα κολονάτο ποτήρι γεμάτο κατά το ήμισι ενώ δίπλα της πάνω σε μιά μεγάλη βαλίτσα Louis Vuitton βλέπω μιά ανοιγμένη φιάλη καμπανίτου όπου σε μια πορτοκαλί ετικέτα διαβάζω Veuve Clicquot Ponsardin.
«Τι κοιτάς ρε μαλακοκαύλη, ο πούτσος σου βρωμάει σαν μπράσκα!», λέει η κομψή γραία μιλώντας σ΄εμένα.
Έκπληκτος από τη βιαιότητα των λόγων της, μένω άφωνος. Τότε έρχεται δίπλα μου η κοινωνική λειτουργός του ψυχιατρικού τμήματος και μου λέει εμπιστευτικά.
«Πρόκειται για μιά πρώην Τσατσά, επί σειράν ετών διατηρούσε μυστικό οίκο ανοχής όπου σύχναζαν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, είχε πελάτες υπουργούς, ανώτατα στελέχη του δημοσίου, δικαστές, διπλωμάτες, υψηλόβαθμους ιερωμένους, προέδρους και γενικούς διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων... Η αστυνομία την εντόπισε στην πόλη να περιφέρεται με δύο μεγάλες βαλίτσες πολυτελείας γεμάτες με χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ.»

samedi 1 octobre 2016

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Φθάνω στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς το γραφείο μου, σε ένα μοντέρνο κτίριο, μοιάζει με το Λύκειο Στυλίδος. Οι φύλακες μου λένε να μην προχωρήσω, ένας ψυχασθενής έχει οχυρωθεί στον τελευταίο όροφο. Μένω στην αυλή με μιά ομάδα χωροφυλάκων, προθυμοποιούνται να κρατήσουν τα πράγματα μου μέσα σε ένα πηγάδι. Τους τα δίνω να τα φυλάξουν αλλά δεν φεύγω. Μου μιλούν για τον άρρωστο, είναι τρόφιμος του ψυχιατρείου. Τον βλέπουμε, είναι ψηλά, μας κοιτάει με τηλεσκόπιο. Μας κυριεύει πανικός, είναι οπλισμένος. Κρυβόμαστε στην πίσω μεριά του κτιρίου. Η λεωφόρος οδηγεί στην πόλη. Είμαστε στην καρότσα ενός ημιφορτηγού. Βλέπουμε τον ψυχοπαθή χωρίς να μας βλέπει. Δέχεται τις διαπραγματεύσεις. Κατεβαίνει στο δρόμο. Τον δέχομαι με έναν αντιπρόσωπο πωλητή όπλων. Το όπλο είναι ψεύτικο, αλλά λειτουργεί σαν αληθινό, όμως με ένα κουμπί, ο πωλητής μπορεί να ακυρώσει τις ενέργειες. Ο ασθενής ενθουσιάζεται, μόλις αρχίζει να αμφιβάλει, μιλάει για τη γυναίκα του, τον είχε εγκαταλείψει, γι΄αυτό έκανε αυτό το επεισόδιο. Φθάνουν δύο χεροδύναμοι νοσοκόμοι, συνοδεύουν τη γυναίκα του. Αυτός έκπληκτος δεν μπορεί να αντιδράσει. Η γυναίκα με φωνές, «αγάπη μου, αγάπη μου», ρίχνεται στην αγκαλιά του, ενώ οι νοσοκόμοι την σπρώχνουν προς αυτόν. Ταχύτατα τους δένουν κολλητά με λουρίδες σεντονιών σαν να είναι μούμιες, εξέχουν μόνο τα κεφάλια τους. Είναι και οι δύο χαμογελαστοί. Ενώ το μακιγιάζ στα προσωπά τους πέφτει, το πλήθος όρθιο, χειροκροτεί μέσα στο θέατρο, ομοθυμαδόν.



samedi 24 septembre 2016

MONTPARNASSE

Παρίσι. Βόλτα στη γειτονιά του Montparnasse. Τίποτα δεν ζηλεύω. Θέλω να ζήσω άγρια ο,τι έζησα : Ωραίες γυναίκες, αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, ενδύματα πολυτελείας, βραδειές στην Όπερα, γαστρονομικά εστιατόρια...

vendredi 2 septembre 2016

ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Άνυδρο. Νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα με ξυπνάει ο θόρυβος του ανέμου. Μαίνεται δυνατή καταιγίδα. Από το παράθυρο της κουζίνας βλέπω το γιατρό Σαμουήλ Λαζενές να φθάνει με το κόκκινο Datsun του πατέρα μου. Του το είχα δανείσει γιατί ήταν εφημερεύων ιατρός στο νοσοκομείο σε νυχτερινή βάρδια. Δυσκολεύεται να κουμαντάρει το όχημα γιατί στην καρότσα σαν να είναι φορτωμένος ένας ελέφαντας τσουρουφλισμένος και υποθέτω ότι τον χτύπησε κεραυνός καθ΄οδόν, αλλά είναι ακόμη ζωντανός, σκέφτομαι ότι μπορεί να ζήσει με την ανάλογη φροντίδα. ΄Ομως το φορτηγό είναι σε άθλια χάλια, στραπατσαρίστηκε από τον κεραυνό αλλά και από την βιαιότητα της καταιγίδας. Τελικά ο Λαζενές καταφέρνει να ακινητοποιήσει το όχημα μέσα στον κήπο, νότια του σπιτιού, κάτω από τη γέρικη μουριά αφού τράκαρε στον δυτικό κίονα του εξώστη. Κατεβαίνει σώος χωρίς γραντζουνιά.
Ξημερώνει. Βγαίνω με τα παιδιά μου στην αυλή. Αναρωτιέμαι πως θα βγάλω τώρα το φορτηγό από τον κήπο. Η κόρη μου Ελένη μου δείχνει το φράχτη όπου υπάρχει αυτοσχέδια πόρτα. Την είχε προβλέψει ο πατέρας μου. Λέει ότι μπορώ να το βγάλω εύκολα μόνος μου, οδηγώντας προσεκτικά. Το κόκκινο Datsun είναι ολοκαίνουργο και αστραφτερό όπως το είχαμε αγοράσει το 1979.
Τότε σκοτεινιάζει απότομα, ο ήλιος σαν να είναι η σελήνη που βρίσκεται στη Δύση και σαν να είναι δυό μεγάλα φεγγάρια που το ένα έλκει το άλλο με δύναμη. Συγκρούονται σαν μεγάλες μπάλες μπιλιάρδου κι ενώ ο ήλιος μένει ακίνητος, η σελήνη έρχεται ταχύτατα προς τη γη αλλά αμέσως ένα άλλο ουράνιο σώμα εμφανίζεται με μέγεθος μπάλας ποδοσφαίρου και σαν να είναι από καιόμενη λάβα ηφαιστείου, κατευθύνεται γρήγορα προς τον ήλιο και συγκρούεται μαζί του. Επανέρχεται προς τη γη, ενώ εγώ σκέφτομαι ότι πρόκειται για την ημέρα της Αποκαλύψεως, είναι το τέλος του κόσμου αλλά δεν αισθάνομαι φόβο, λέω στα παιδιά μου να μην φοβούνται και ότι είναι να γίνει θα γίνει τώρα. Παρακολουθούμε την πορεία της καιόμενης σφαίρας, την βλέπουμε να πέφτει βόρεια του χωριού, δίπλα στα μαντριά, να ζνταΐζεται και να φεύγει πάλι προς τον ουρανό βορειοανατολικά. Μια ιδέα ελπίδας σχηματίζεται στη σκέψη μου. Θα ζήσουμε με νέες συνθήκες τώρα που ο ήλιος έχασε τη δυναμή του, η μέρα θα είναι ένα διαρκές λυκόφως.

vendredi 19 août 2016

ΟΦΙΣ

Βγαίνω από το γκαράζ του νοσοκομείου. Πολλά αυτοκίνητα με προσπερνούν. Τελευταίο είναι το αυτοκίνητο του φίλου μου ψυχίατρου Σαμουήλ Λαζενές. Παθαίνει βλάβη στη μέση του δρόμου. Ξαπλώνει κάτωθεν του οχήματος σαν να θέλει να το επισκευάσει. Είναι διπλωμένος στα δύο όταν τον ρωτώ πως πέρασε το ταξίδι του στην Ελλάδα. Μου δείχνει δίπλα του ένα πολύχρωμο κουτί, σαν να είναι από παιδικά υποδήματα, έχει χρώματα πράσινο, κίτρινο ανοιχτό, καφέ, άσπρο και πορτοκαλί. Από το κουτί βγαίνει ένα πράσινο φίδι χωρίς εχθρικές διαθέσεις. Οπισθοχωρώ καλού-κακού. Ο γιατρός Λαζενές λέει να μη φοβάμαι, έφερε το φίδι από την Ελλάδα, τώρα τον ακολουθεί παντού.



samedi 30 juillet 2016

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Ο πατέρας μου είχε το δαιμόνιο του εμπορίου. Πούλαγε ξερά ξύλα, τα μάζευε στις καψάλες, είχαν μείνει από τις πυρκαγιές του τελευταίου πολέμου. ΄Ηταν ξύλα κέδρου, είχαν γκρίζο χρώμα στάχτης. Κουβάλαγε τα ξύλα, με τρία μουλάρια, στα αρτοποιεία της Στυλίδος και στον Καραβόμυλο. Εργαζόταν νύχτα, φόρτωνε τα μουλάρια μόλις σουρούπωνε, έφτανε νύχτα στη Στυλίδα, ξεφόρτωνε, αγόραζε ψωμί, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής και πριν ξημερώσει ήταν στο χωριό ή στα μαντριά να αρμέξει τις γίδες.
΄Αλλοτε φόρτωνε τα μουλάρια, τα ΄στελνε μόνα τους να έρθουν στο χωριό, όπου τα περίμενε η μάνα μου να τα ξεφορτώσει. Σε πέτρινες πλάκες έγραφε οδηγίες για τα ζητήματα που αφορούσαν την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πρώτο μουλάρι ήταν πάντοτε η Ρούσα, υπάκουο ζώο, χωρίς πείσματα, δεν είχε χούγια, ερχόταν κατ΄ευθείαν στο  σπίτι, ακολουθούσαν η Μαρίκα και η Μάρσα, σταμάταγαν δίπλα στη γέρικη συκιά, αφού έπιναν νερό στο καρδάρι, δίπλα στη βρύση. Ορισμένοι χωριανοί, περίεργοι, πονηροβλακωδώς σκεπτόμενοι, σταμάταγαν τα ζώα, διάβαζαν τα μηνύματα στα πέτρινα πινάκια, τα έλεγαν μετά στα καφενεία και στις γειτονιές, γέλαγαν με αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο επικοινωνίας.
Μετά συμφώνησε με τον γαλατά, τον Μπακογιάννη, να του πουλάει ξύλα. Ο γαλατάς ήθελε μεγάλη ποσότητα για το τυροκομείο. Ο πατέρας μου με τη μάνα μου μάζευαν τα καψάλια, τα συγκέντρωναν δίπλα στον αχυρώνα του Πανόπουλου και άλλοτε στ΄ αλώνια. Ο γαλατάς φόρτωνε τα ξύλα στο φορτηγό. ΄Ηταν οχτώ με δέκα τόνοι ξερά ξύλα κέδρου. Τα μάζευε σε ειδικό μέρος, σε σημείο όπου είχε πρόσβαση το αυτοκίνητο. Αυτά τα φόρτωναν τη νύχτα με απόλυτη μυστικότητα.
Ο πατέρας μου μόλις έφθανε το βράδυ μας καλούσε με χαρούμενη φωνή : Ελάτε ΄δω ρε πουτσαράδες!
Μας γέμιζε φιλιά και χάδια. Από τις τσέπες του έβγαζε παιγνίδια και χασμίσια, (καραμέλες, σοκολάτες, μπισκότα, γλυκίσματα...)

Το ονειρό του ήταν να ανοίξει μαγαζί, χασαποταβέρνα, στη Στυλίδα, να σερβίρει ψητά αρνιά και κατσίκια, κοκορέτσια και σπληνάντερα.
Δεν κατάφερε να βάλει σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο.

Μια χρονιά, είχαμε άφθονη παραγωγή ελαιών, αποφάσισε να κάνει εμπόριο, ως πλανόδιος πωλητής, σε ορεινά χωριά του Δομοκού. ΄Εφυγε ένα πρωί με τα μουλάρια φορτωμένα ελιές μέσα σε τενεκέδες. ΄Ελειψε δυό βδομάδες. Εμείς με τη μάνα μας λυπημένοι, φυλάγαμε τα γίδια, ανησυχούσαμε.
΄Ενα απόγευμα εμφανίστηκε από τη δύση. Τα χαρούμενα γαυγίσματα των σκυλιών μας ειδοποίησαν για την άφιξη του. ΄Ηταν αλλαγμένος, ομορφότερος, ελαφρά ηλιοψημένος, με τα γκρίζα μαλλιά του και τα γαλαζοπράσινα μάτια του, φρεσκοξυρισμένος, μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. ΄Εφθασε χαμογελαστός, καβάλα στο μουλάρι μας τη Ρούσα, κρατούσε δώρα για μας και τη μητέρα.
΄Ετσι όπως τον είδα αλλαγμένο σκέφθηκα πως δεν ήταν αυτός ο πατέρας μας αλλά ένα ομοίωμα που μας έστειλαν οι νεράϊδες του δάσους. Τον αληθινό τον κράτησαν για πάντα μαζί τους. Τον είχαν σαγηνεύσει με ερωτικά τερτίπια και τα γλυκά τραγούδια τους.

vendredi 22 juillet 2016

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Εκείνο το καλοκαίρι, ήμουν στη Β΄ Γυμνασίου, ανεβήκαμε όπως κάθε χρόνο στη θερινή μας στρούγγα. Τα σπαρτά ήταν δικά μας, στα Βάτα, στο Λιοτρύβι, στη Στενόλακα, στη Λεύκα. Οι γονείς μου με τον αδερφό μου θέριζαν. Εγώ φύλαγα τα γίδια. Κάθε πρωί, μετά το άρμεγμα, αφού έτρωγα γάλα με ψωμί, έπερνα τον τροβά, έβαζα μέσα το παραδοσιακό γεύμα των αγροτοποιμένων, ψωμί, τυρί, ελιές, μιά ντομάτα, ένα κρεμμύδι, ένα παγούρι με νερό, μετά τα περιοδικά, Καζανόβα, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Μικρός ήρως. Ανηφόριζα την πλαγιά της Αμυγδαλιάς, τα γίδια προηγούνταν, γύριζαν ήδη προς την νότια πλαγιά, πήγαιναν μόνα τους, τα ακολουθούσα από μακριά. 
Καθόμουν σε έναν θάμνο, ήταν σαν φυσική πολυθρόνα. ΄Εβλεπα όλον τον Μαλιακό, ανατολικά την Εύβοια, στη μέση τη Στυλίδα και τα Καμμένα Βούρλα, δυτικά στο βάθος την πόλη της Λαμίας. Κοίταγα το περιοδικό με τις ημίγυμνες γυναίκες και αφοσιωνόμουν σε μοναχικές ηδονές.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν είχαν ανακοινωθεί. Ανησυχούσα, ήμουν στο μεταίχμιο. 
Την ημέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, ο πατέρας μου ήρθε αργά το απόγευμα, είπε απογοητευμένος πως είχα αποτύχει, θα έπρεπε να ξαναπάω στην ίδια τάξη την επόμενη σχολική χρονιά.
Μου είπε να πάω να μαζέψω τα γίδια να τ΄αρμέξουμε, ήταν προς το ύψωμα της Παδίτσας.
Περπατούσα κι έκλαιγα σιωπηλά, ενώ άκουγα τον αδερφό μου να με κοροϊδεύει.
Βάδιζα σκυφτός στο μονοπάτι, έβλεπα τα μυρμήγκια, πρόσεχα να μην τα πατήσω, εγώ που άλλοτε τα τυραννούσα, τα έβαζα να αλληλοσκοτώνονται, τώρα τα μακάριζα για την ήσυχη και ασάλευτη ζωή τους.
Αφού αρμέξαμε τα γίδια, μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από το φώς του λύχνου.
Είπα στον πατέρα μου πως δεν περίμενα να είχα κοπεί στον τόπο, υπολόγιζα το πολύ να είχα μίνει σε δυό μαθήματα. Του ζήτησα να πάει να ρωτήσει τους καθηγητές, να του δώσουν αναλυτικά τη βαθμολογία, εν ανάγκη να ζητήσει την αναβαθμολόγηση των γραπτών. Η μάνα μου ήταν σύμφωνη.
Την επομένη σταμάτησα τις συνεδρίες αυνανισμού. Στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου άναβα τα καντήλια και προσευχόμουν γονυκλινής μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Η εικόνα του είχε κάτι το σουρεαλιστικό, τον συμπαθούσα πολύ. Ο ΄Αγιος Ιωάννης παρουσιάζεται όρθιος, έχει ήδη φτερά, είναι άγγελος Κυρίου, κοιτάζει με ειλικρίνεια ευτυχισμένου ανθρώπου που εκτέλεσε με επιτυχία την αποστολή του, έρχεται τώρα να προσφέρει δώρο στην πριγκίπισσα, πρόκειται για την, επί πίνακι, κομμένη κεφαλή του.
Ο πατέρας μου ήρθε χαμογελαστός το απόγευμα. ΄Ημασταν στο Λιοτρίβι, κάναμε δεμάτια το θερισμένο σιτάρι. Μαζί μας ήταν ο Βαγγελούλης, βόσκαγε τα γίδια του.
-Ησουν κομμένος, είπε ο πατέρας μου, αλλά είπα στον αγροτικό γιατρό να επέμβει, έτσι σε πέρασαν.
Η μάνα μου χοροπηδούσε χαρούμενη, με αγκάλιασε και πέσαμε πάνω στις καλαμιές.
΄Ημουν κακόκεφος, τέτοια επιτυχία δεν την ήθελα, καλύτερα να είχα κοπεί.
Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Βαγγελούλης έφυγε, εμείς μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από την αιωνόβια αγκορτσιά του Λιακαμπά. Τότε ο πατέρας μου είπε την αλήθεια. Είχα περάσει κανονικά, οι καθηγητές είχαν κάνει λάθος, δεν έγραψαν το ονομά μου στον πίνακα ανακοινώσεων. Είπε πως επενέβει ο γιατρός όταν ο Βαγγελούλης ήταν παρών, ήθελε να τον εντυπωσιάσει, να διαδίδει δεξιά-αριστερά πως είχαμε μέσον και υποστήριξη από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

vendredi 24 juin 2016

Η ΑΜΑΞΑ

Μόλις φθάνω στην υποδοχή του νοσοκομείου ο φίλος μου Αλέκος Μακαρένκο με πληροφορεί πως η προγραμματισμένη συνεδρίαση αναβλήθηκε εκτάκτως και πριν προλάβει να μου εξηγήσει για ποιό λόγο ακούμε τη Δημοτική ορχήστρα να παίζει το εμβατήριο : 
«Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός...»
Πηγαίνουμε προς την έξοδο όπου βλέπουμε στο ελικοδρόμιο να φθάνει η βασίλισσα μέσα σε μια ολόχρυση άμαξα συρόμενη από τέσσερα λευκά άλογα. Σχεδόν ενενηκοντούτις αλλά ζωηρή σαν έφηβος εισέρχεται στην υποδοχή ακολουθούμενη από δύο σωματοφύλακες. Χαρούμενη και χαμογελαστή έρχεται προς εμένα, με χαιρετάει εγκάρδια λες και γνωριζόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Μου λέει ψυθιριστά στο αυτί πως ήρθε να μιλήσει στη σχολή νοσοκόμων του ιδρύματος για την εμπειρία της ως οδηγός ασθενοφόρου στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
«Και τώρα τι κάνουμε;» λέω στον Αλέκο, «γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς, δεν έχουμε προβλέψει ούτε καφέ να της προσφέρουμε.»
Τότε έρχεται ο γιατρός Λαζενές, ασθμαίνων και αγχώδης. Μας πληροφορεί πως τον ειδοποίησαν από το Υπουργείο Υγείας, μόλις πριν από μιά ώρα, πως η βασίλισσα έρχεται incognito, έτσι πρόλαβε να παραγγείλει στα γρήγορα, με διανομή κατ΄ οίκον, από τον καλύτερο Έλληνα traiteur των Παρισίων. Τα φαγητά είναι στη διπλανή αίθουσα, αλλά οι μαλάκες ξέχασαν να φέρουν ποτήρια.
«Μήπως ξέρεις που μπορούμε να βρούμε πλαστικά κύπελλα πριν αρχίσει η δεξίωση;» Με ρωτάει ο Λαζενές.
«Τρέχω στην κουζίνα του νοσοκομείου», του απαντώ και κάνω νόημα στον Αλέκο να με ακολουθήσει.
Διασχίζουμε τον κήπο με τα θεόρατα πλατάνια ενώ ο ήλιος δύει και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στον ουρανό με αστραπές και βροντές.
«΄Ερχεται καταιγίδα», λέει ο Αλέκος, «ελπίζω να προλάβουμε.»
Φθάνουμε στην κουζίνα και στα ράφια βρίσκουμε λευκά πλαστικά κύπελλα. Παίρνουμε καμμιά πενηνταριά ο καθένας αλλά μόλις σπρώχνουμε την πόρτα της εξόδου βρέχει καταρακτωδώς. Μας είναι αδύνατον να βγούμε έξω με τέτοιον καιρό.
«Γαμώτο και ήθελα να δοκιμάσω χαβιάρι με βότκα», λέω στον Αλέκο.
Τότε χτυπάει το κινητό του τηλέφωνο.
Ο Αλέκος χαμογελαστός δηλώνει : «Η βασίλισσα μας στέλνει τη χρυσή καρότσα!»

lundi 6 juin 2016

1948

Δεν πρόκειται για λεωφορείο αλλά για αίθουσα θεάτρου. 
Ο εισπράκτορας έχει έναν φορητό κομπιούτερ, τον βοηθώ πηγαίνοντας ανάμεσα στα καθίσματα. Κατεβαίνω σε μιά στάση στο κέντρο των Παρισίων, κοντά στην πλατεία Νίκης. Δίπλα στα δοχεία απορριμάτων είναι ξαπλωμένος ένας κλοσάρ, αναίσθητος. Με το κινητό μου τηλέφωνο προσπαθώ να καλέσω την ειδική υπηρεσία να έρθουν να τον πάρουν. Συνέρχεται. Είναι γεμάτος κόπρανα, στο πρόσωπο και στα ρούχα του. Τον βοηθώ να πλυθεί στην υπαίθρια βρύση. Τα χέρια μου γεμίζουν σκατά. Τα σκουπίζω με χαρτομάνδηλα. Ο κλοσάρ με ρωτάει να του πω το ονομά μου. Είμαι από το ΄Ανυδρο και η καταγωγή μου από το χωριό Παλαιοκερασιά. Κατάγεται από το ίδιο χωριό. Φωνάζει τους πελάτες ενός γειτονικού καφενείου, να έρθουν, να με δουν. Είμαι ο εγγονός του δολοφονηθέντος παπού μου, τον γνώριζε. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή. Οι άτακτοι δεξιοί μαυροσκούφηδες των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου τον σκότωσαν σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι.

samedi 28 mai 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ

Σε κυνήγι πήγε
στην Πόλη γύρισε πληγωμένος.
Ένα ελάφι τον κεράτισε
κι έσβησε σ΄εννιά μέρες
ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών.
Και οι δεισιδαίμονες Βυζαντινοί
σχολίασαν χαιρέκακα :
-Τον Μέθυσο τον σκότωσε
σαν ένα αδύνατο και δειλό ζώο,
σκοτώθηκε τώρα κι αυτός
από ΄να αδύνατο και δειλό ζώο.

Πρώτη δημοσίεση ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1496, 1 Νοεμβρίου 1989


ΚΑΚΟΝΟΙΕΣ

Για να μπορέσει ο Νικηφόρος
ο αυτοκράτορας
τάξη να βάλει στα οικονομικά
του κράτους
αναθεώρησε τους φορολογικούς του καταλόγους
κι αύξησε τα φορολογικά τέλη,
κατάργησε τους κουφισμούς των φόρων
της Ειρήνης
και φορολόγησε τους ευαγείς οίκους
κι αυτούς που βρήκαν θησαυρό
και πλούτησαν αιφνίδια ή κληρονόμησαν
και τους εμπόρους δούλων
και διακήρυξε πώς στο εξής
ο μόνος δανειστής χρημάτων
θά΄ναι το κράτος.
Τα μέτρα σκληρά και αναπόφευκτα
ενόχλησαν πολύ τους δυνατούς
και πιο πολύ τον χρονογράφο Θεοφάνη
που αποκάλεσε κακόνοιες τα μέτρα
και το συντάκτη τους φυλάργυρο
και λάγνο.
Φανατισμένος μοναχός ο Θεοφάνης
μπορεί να λέει ό,τι θέλει.
Τα μέτρα σοφά κι επιτυχή
πλουτίσαν τα ταμεία του κράτους
κι ενίσχυσαν τις ένοπλες δυνάμεις.
Η αυτοκρατορία ξαναστηρίχτηκε
στα δυό στηρίγματά της
κι ο Θεοφάνης αποδείχτηκε
αυτός κακόνους
με κακονούστατες κακόνοιες
τις εμπαθείς του γνώμες.

Πρώτη δημοσίεση ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1511, 15 Ιουνίου 1990 

samedi 7 mai 2016

Αναμνηστικό

Στυλίδα. Λεωφόρος Φαλάρων. Συναντώ τον Χρήστο Κ. συμμαθητή μου στο Λύκειο. Συνταξιούχος των Σωμάτων Ασφαλείας ήρθε να ζήσει τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του στην πόλη των παιδικών του χρόνων.
Τον χαιρετώ εγκάρδια αλλά αυτός αντιδρά σαν να μήν με θυμάται ενώ χαμογελάει σαν να με γνωρίζει. Του μιλώ για την παλιά Στυλίδα, το γυμνάσιο στην οδό Θερμοπυλών, τον θεολόγο Βασίλειο Καμνή, τη διδασκαλία του καθηγητή Καραθεοδώρου : Την Αντιγόνη του Σοφοκλή και τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
«Έτσι είμαστε και τώρα», μου απαντά ο Χρήστος : «Ελεύθεροι πολιορκημένοι.»

samedi 9 avril 2016

Το φυλαχτό

΄Εφηβος στο Γυμνάσιο. Είμαι στα αποδυτήρια και η καθηγήτρια μαθηματικών, κάνει τώρα χρέη γυμνάστριας, μας μοιράζει τις στολές του ειδικού τμήματος αλεξιπτωτιστών. Θα συμμετάσχουμε σε μιά αποστολή υψηλού κινδύνου σε εχθρικό έδαφος για την απελευθέρωση των ομήρων. Ρωτώ την καθηγήτρια που είναι οι άλλες στολές για τη δική μας διμοιρία; Νευριασμένη μου πετά ένα σάκκο που περιέχει πτερύγια, πρέπει να τα φορέσουμε στα κάτω και στα άνω άκρα.
Τότε μπαίνει στα αποδυτήρια ο πατέρας μου, φανερά συγκινημένος με ασπάζεται και μου δίνει μιά μικρή δερμάτινη θήκη. Περιέχει ένα οικογενειακό φυλαχτό. Του το είχε δώσει ο πατέρας του όταν  το 1948 έφυγε κληρωτός στις τάξεις του Εθνικού Στρατού. Ο παπούς το είχε λάβει από τον πατέρα του προτού φύγει στην Μικρασιατική εκστρατεία.
Το βάζω στην αριστερή τσέπη της στολής, στο μέρος της καρδιάς.
Η καθηγήτρια δίνει το παράγγελμα και καθώς μιά κίτρινη λάμπα αναβοσβήνει, ανοίγει την πόρτα του αεροπλάνου. ΄Ενας-ένας οι μαχητές σαλτάρουμε στο κενό, πετάμε, σε ελεύθερη πτήση, σαν αετοί.


mercredi 9 mars 2016

FRACTAL


Διήγημα: «Η πρόσβαση»


Του Κώστα Αλεξόπουλου // * 

f1

Παρίσι. Φθάνω νωρίς το πρωί ακόμη νύχτα στην αίθουσα ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στην δεξιά όχθη του Σηκουάνα. Είμαι καλεσμένος σε μιά στρογγυλή τράπεζα, πρόκειται για ημερίδα της ελληνικής πρεσβείας με θέμα: «Η πρόσβαση στην ηδονή».
Αποφασίζω να πάω βόλτα στις όχθες του ποταμού περιμένοντας την ανατολή του ηλίου.
Είμαι απέναντι από τη νήσο του Άστεως και καθώς οι ακτίνες του ηλίου φωτίζουν τα γύρω κτίρια τα ποταμόπλοια γεμάτα τουρίστες περνούν με χαρούμενα σφυρίγματα.
Το ποτάμι μοιάζει με θάλασσα όταν βλέπω την κόρη του παπά στην εφηβεία της, στρουμπουλή αλλά σβέλτη, ανεβαίνει τα σκαλιά προς το Τροκαντερό και χαρούμενη που με συναντά μου λέει πως ήρθε για το συμπόσιο της πρεσβείας αλλά τώρα θέλει κάτι να φάει, ξύπνησε αργά και δεν πρόλαβε να πάρει το πρωινό της στο ξενοδοχείο. Αναφέρει ένα αραβικό μπακάλικο δίπλα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, εκεί μπορούμε ν’ αγοράσουμε ξηρούς καρπούς.
«Αυτά παχαίνουν, είναι πολύ αλμυρά», της λέω εγώ, «πρέπει ν’ αδυνατήσω, ζυγίζω ενενήντα δύο κιλά, δεν πάει άλλο».
Απέναντι μπροστά στο παλάτι του Τόκυο βλέπουμε δύο τσιγγάνες, καθισμένες οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, ζητιανεύουν με τα μωρά στην αγκαλιά. Η μία είναι η κόρη του παπά, τώρα ώριμη σαραντάρα με τα μεγάλα, σαν καρπούζια του καλοκαιριού, βυζιά της εκτεθειμένα σε κοινή θέα, οι θηλές ερεθισμένες, σε απόλυτη στύση, από το βύζαγμα του μωρού που αφήνει ηδονικές κραυγές ικανοποιημένο και κουνώντας τα χεράκια του δίνει χαϊδευτικές γροθιές στο πρόσωπο της μάνας του.
Όταν φθάνω στην αίθουσα του ξενοδοχείου σαν να είναι θάλαμος νοσοκομείου σε γενική επιστράτευση. Υπάρχει κίνδυνος βομβαρδισμού. Το προσωπικό σπρώχνει τους ασθενείς στις σκάλες, στους ανελκυστήρες, στις εξόδους κινδύνου.
Προχωρώ αντίθετα στο ρεύμα των εξερχομένων. Πρέπει να φτάσω στο γραφείο μου να πάρω ένα μεταλλικό κουτί μικροσκοπικών διαστάσεων. Περιέχει ένα μυστικό για την εθνική μας ασφάλεια.

* Ο Κώστας Αλεξόπουλος (Λαμία 1961) είναι  κλινικός ψυχολόγος, ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Τελευταίο βιβλίο, «Τα Πινάκια της Επιδαύρου», Εκδόσεις Τόπος 2014.

vendredi 4 mars 2016

ΣΜΟΚΙΝ

Είκοσι-εννέα χρονών λαμβάνω το πτυχίο μου από τα χέρια του Πρύτανη ενώ τον ακούω που με συγχαίρει για τη μεθοδολογία της έρευνας. Τα λόγια του καλύπτονται από τα χειροκροτήματα των συγγενών και των φίλων.
Επιστρέφω στο σπίτι μου κατάκοπος.
Έρχεται ο παιδικός μου φίλος Θάνος Φωσκαρίνης. Χαρούμενος και με συγκίνηση λέει ότι είναι ιδιαίτερα ευτυχής που βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να μου προσφέρει, πρώτος αυτός, τη στολή του διευθυντή ορχήστρας. Είναι βέβαιος πως θα μου πηγαίνει πολύ τώρα που κούρεψα τα μαλλιά μου πολύ κοντά σαν βούρτσα. 
Πρόκειται για ένα μαύρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο και λευκό μεταξωτό παπιγιόν.
Το πρωί ξυπνώ και καθώς ξυρίζομαι αναρωτιέμαι τι να σημαίνει αυτό το παράξενο όνειρο.
Πηγαίνω στο δωματιό μου να ντυθώ και βλέπω στην κρεμάστρα το μαύρο σμόκιν. Το φορώ και σκέφτομαι με ενοχές ότι ενώ κατάγομαι από οικογένεια μουσικών δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω μουσική αλλά σπούδασα τις συγκινήσεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων.
Στην έξοδο της πολυκατοικίας με περιμένει μια μαύρη Μερσεντές. Ο οδηγός ανοίγει την πόρτα του οχήματος.
«Κατ΄ευθείαν στην Όπερα Bastille κύριε;» Με ρωτάει.
«Έτσι ακριβώς», του απαντώ και κάθομαι πίσω δεξιά.


samedi 13 février 2016

Γέννηση

Το κέντρο διακοπών σαν να είναι στην παραλία της ιταλικής πόλεως Ortona. Η μάνα μου έγκυος και την πιάνουν οι πόνοι. Αλλά δεν μπορεί να γεννήσει κανονικά, πρέπει να γίνει καισαρική τομή. Αναλαμβάνω καθήκοντα χειρούργου μαιευτήρα ενώ δεν έχω ιδέα πως γίνονται αυτά. ΄Ομως με βλέπω, ψύχραιμος σαν χασάπης, να κλείνω με ένα συρραπτικό μηχάνημα, που έχει χάλκινες αγγράφες, την τομή στην κοιλιά της μάνας μου απ΄όπου δεν τρέχει αίμα και σαν να είναι το δέρμα της ευλύγιστο πλαστικό, συγχρόνως αναρωτιέμαι εάν οι αγγράφες είναι αποστειρωμένες και πως ένας κανονικός χειρούργος θα χρησιμοποιούσε αντισηπτικό ιοδιούχο υγρό τύπου Betadine.
Μετά παίρνω στα  χέρια μου το μωρό να πάω να το πλύνω. Είναι ένα στρουμπουλό χαμογελαστό μωρό που μου κλείνει το αριστερό του ματάκι με πονηριά. Και τότε αντιλαμβάνομαι πως είμαι εγώ ο ίδιος, μόλις γεννήθηκα στη Λαμία, ημέρα Δευτέρα, πέντε η ώρα το πρωί, ενώ τώρα ανατέλλει ο ήλιος και βλέπω τις ακτίνες του να ζεσταίνουν γύρω τριγύρω τα κτίρια της γειτονιάς.

mercredi 13 janvier 2016

Πρωτελευταίος σταθμός

Επειδή βήχω εδώ και δυό μέρες ασταμάτητα πίνω μια κουταλιά σούπας από το σιρόπι που έχω εντός του ψυγείου. Πότε ακριβώς το αγόρασα δεν θυμάμαι, το είχα πάρει για τα παιδιά στη αρχή του Χειμώνα.
΄Ολη νύχτα κοιμήθηκα σαν βόΐδι και το πρωί είδα κι έπαθα να σηκωθώ και να έχω συνέχεια μια αίσθηση πως κοιμάμαι ακόμη ενώ είμαι ξυπνητός, σαν να κοιμάται ο μισός εγκεφαλός μου και ο άλλος μισός σαν να είναι ξύπνιος, σαν μεθυσμένος, και που και που μια όρεξη για ύπνο, μια ακατανίκητη νύστα. 
Κι αντί να πάρω το τραμ όπως κάνω κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά, προχωρώ μέσα στο τούνελ του Μετρό. «Συγγνώμη», λέω δυνατά, «έκανα λάθος», αλλά το συμπαγές πλήθος με σπρώχνει σιωπηλό στην αποβάθρα όπου περιμένει ο συρμός με τις πόρτες ανοιχτές, μοιάζει με το Μετρό αλλά μπορεί να είναι τρένο, πρώτη φορά το βλέπω. Γεμίζει τίγκα και ξεκινάει ταχύτατα. Κοιτάω να δω τον πίνακα με τους σταθμούς, να υπολογίσω που θα κατέβω, πουθενά πίνακας.
«Που πάμε;» Ρωτώ τους διπλανούς μου.
«Στο λιμάνι!» Μου απαντά ένας κοντός με στολή αγροφύλακα που κάπου τον είχα ξαναδεί.
«Θα πάρουμε το πλοίο για την απέναντι όχθη, έχεις τα ναύλα;»
Εγώ να μην έχω δεκάρα μαζί μου ενώ όλοι γύρω μου κρατούν ένα κέρμα των δύο ευρώ ανάμεσα στα δάκτυλα του δεξιού χεριού σαν να πρόκειται να ρίξουν κορώνα-γράμματα.
Τότε ο συρμός σταματάει. Πρωτελευταίος σταθμός, αναγγέλουν τα μεγάφωνα, για κατούρημα και πόσιμον ύδωρ.
Οι ταξιδιώτες, διψασμένοι, τρέχουν να πιούν νερό στον ποταμό που περνάει κάθετα στις γραμμές του τρένου. Δεν υπάρχουν αγγεία, μόνο καμμιά πενηνταριά κόσκινα είναι παρατημένα κατά μήκος της όχθης. Πως να πιεις νερό με κόσκινο. Το πλήθος τρέχει σαν κοπάδι αιγοπροβάτων και όλοι πέφτουν με τα τέσσερα να πιούν νερό όπως τα ζώα. Μετά έρχονται σαν ζαλισμένοι, πέφτουν σε βαθύ ύπνο σαν λήθαργος.
«Με αυτές τις συνθήκες δεν θα πιώ», λέω στον αγροφύλακα, «μπήκα κατά λάθος στο συρμό, δεν έχω εισητήριο, ούτε λεφτά για τα ναύλα.»
«Για να πας στην άλλη αποβάθρα», μου απαντά, «πρέπει να περάσεις μέσα από τα χωράφια με τη σίκαλη. Θέλει πολύ προσοχή, παραμονεύει ένα Πιτ-μπουλ με τρία κεφάλια.»
Μου δίνει μιά σακκούλα με γλυκά.
«Δώστου να φάει κι αν ζυγώσει κοντά ρίζε στο ψαχνό», προσθέτει και μου δίνει ένα προπολεμικό Μπερέτα.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό!»
«Το είχε μαζί του ο συνταγματάρχης Γαβρής όταν πέρασε από ΄δω πριν τριάντα έξι χρόνια., πάρτο και τράβα», επιμένει.
«Δεν έχω να σου δώσω κάτι, ως αμοιβή για τον κόπο σου», δηλώνω, αλλά αυτός σαν να περίμενε την αντιδρασή μου λέει : « Έχει πληρώσει ο πατέρας σου για σένα, φύγε τώρα.»
Και τρέχωντας μέσα στη σίκαλη ακούω τα γαυγίσματα που πλησιάζουν, πετάω τα γλυκά, τρέχω και τρέχω και ξυπνώ στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο ΄Ανυδρο όπου οι συγγενείς μου είναι συγγεντρωμένοι, δακρυσμένοι, γύρω μου κι ακούω τον παπά να ψέλνει : .. Εύρω καγώ την οδόν δια της μετανοίας, το απολωλός πρόβατον εγώ ειμί...

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43, φθινόπωρο 2015