vendredi 24 juin 2016

Η ΑΜΑΞΑ

Μόλις φθάνω στην υποδοχή του νοσοκομείου ο φίλος μου Αλέκος Μακαρένκο με πληροφορεί πως η προγραμματισμένη συνεδρίαση αναβλήθηκε εκτάκτως και πριν προλάβει να μου εξηγήσει για ποιό λόγο ακούμε τη Δημοτική ορχήστρα να παίζει το εμβατήριο : 
«Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός...»
Πηγαίνουμε προς την έξοδο όπου βλέπουμε στο ελικοδρόμιο να φθάνει η βασίλισσα μέσα σε μια ολόχρυση άμαξα συρόμενη από τέσσερα λευκά άλογα. Σχεδόν ενενηκοντούτις αλλά ζωηρή σαν έφηβος εισέρχεται στην υποδοχή ακολουθούμενη από δύο σωματοφύλακες. Χαρούμενη και χαμογελαστή έρχεται προς εμένα, με χαιρετάει εγκάρδια λες και γνωριζόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Μου λέει ψυθιριστά στο αυτί πως ήρθε να μιλήσει στη σχολή νοσοκόμων του ιδρύματος για την εμπειρία της ως οδηγός ασθενοφόρου στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
«Και τώρα τι κάνουμε;» λέω στον Αλέκο, «γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς, δεν έχουμε προβλέψει ούτε καφέ να της προσφέρουμε.»
Τότε έρχεται ο γιατρός Λαζενές, ασθμαίνων και αγχώδης. Μας πληροφορεί πως τον ειδοποίησαν από το Υπουργείο Υγείας, μόλις πριν από μιά ώρα, πως η βασίλισσα έρχεται incognito, έτσι πρόλαβε να παραγγείλει στα γρήγορα, με διανομή κατ΄ οίκον, από τον καλύτερο Έλληνα traiteur των Παρισίων. Τα φαγητά είναι στη διπλανή αίθουσα, αλλά οι μαλάκες ξέχασαν να φέρουν ποτήρια.
«Μήπως ξέρεις που μπορούμε να βρούμε πλαστικά κύπελλα πριν αρχίσει η δεξίωση;» Με ρωτάει ο Λαζενές.
«Τρέχω στην κουζίνα του νοσοκομείου», του απαντώ και κάνω νόημα στον Αλέκο να με ακολουθήσει.
Διασχίζουμε τον κήπο με τα θεόρατα πλατάνια ενώ ο ήλιος δύει και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στον ουρανό με αστραπές και βροντές.
«΄Ερχεται καταιγίδα», λέει ο Αλέκος, «ελπίζω να προλάβουμε.»
Φθάνουμε στην κουζίνα και στα ράφια βρίσκουμε λευκά πλαστικά κύπελλα. Παίρνουμε καμμιά πενηνταριά ο καθένας αλλά μόλις σπρώχνουμε την πόρτα της εξόδου βρέχει καταρακτωδώς. Μας είναι αδύνατον να βγούμε έξω με τέτοιον καιρό.
«Γαμώτο και ήθελα να δοκιμάσω χαβιάρι με βότκα», λέω στον Αλέκο.
Τότε χτυπάει το κινητό του τηλέφωνο.
Ο Αλέκος χαμογελαστός δηλώνει : «Η βασίλισσα μας στέλνει τη χρυσή καρότσα!»

lundi 6 juin 2016

1948

Δεν πρόκειται για λεωφορείο αλλά για αίθουσα θεάτρου. 
Ο εισπράκτορας έχει έναν φορητό κομπιούτερ, τον βοηθώ πηγαίνοντας ανάμεσα στα καθίσματα. Κατεβαίνω σε μιά στάση στο κέντρο των Παρισίων, κοντά στην πλατεία Νίκης. Δίπλα στα δοχεία απορριμάτων είναι ξαπλωμένος ένας κλοσάρ, αναίσθητος. Με το κινητό μου τηλέφωνο προσπαθώ να καλέσω την ειδική υπηρεσία να έρθουν να τον πάρουν. Συνέρχεται. Είναι γεμάτος κόπρανα, στο πρόσωπο και στα ρούχα του. Τον βοηθώ να πλυθεί στην υπαίθρια βρύση. Τα χέρια μου γεμίζουν σκατά. Τα σκουπίζω με χαρτομάνδηλα. Ο κλοσάρ με ρωτάει να του πω το ονομά μου. Είμαι από το ΄Ανυδρο και η καταγωγή μου από το χωριό Παλαιοκερασιά. Κατάγεται από το ίδιο χωριό. Φωνάζει τους πελάτες ενός γειτονικού καφενείου, να έρθουν, να με δουν. Είμαι ο εγγονός του δολοφονηθέντος παπού μου, τον γνώριζε. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή. Οι άτακτοι δεξιοί μαυροσκούφηδες των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου τον σκότωσαν σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι.