samedi 30 juillet 2016

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Ο πατέρας μου είχε το δαιμόνιο του εμπορίου. Πούλαγε ξερά ξύλα, τα μάζευε στις καψάλες, είχαν μείνει από τις πυρκαγιές του τελευταίου πολέμου. ΄Ηταν ξύλα κέδρου, είχαν γκρίζο χρώμα στάχτης. Κουβάλαγε τα ξύλα, με τρία μουλάρια, στα αρτοποιεία της Στυλίδος και στον Καραβόμυλο. Εργαζόταν νύχτα, φόρτωνε τα μουλάρια μόλις σουρούπωνε, έφτανε νύχτα στη Στυλίδα, ξεφόρτωνε, αγόραζε ψωμί, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής και πριν ξημερώσει ήταν στο χωριό ή στα μαντριά να αρμέξει τις γίδες.
΄Αλλοτε φόρτωνε τα μουλάρια, τα ΄στελνε μόνα τους να έρθουν στο χωριό, όπου τα περίμενε η μάνα μου να τα ξεφορτώσει. Σε πέτρινες πλάκες έγραφε οδηγίες για τα ζητήματα που αφορούσαν την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πρώτο μουλάρι ήταν πάντοτε η Ρούσα, υπάκουο ζώο, χωρίς πείσματα, δεν είχε χούγια, ερχόταν κατ΄ευθείαν στο  σπίτι, ακολουθούσαν η Μαρίκα και η Μάρσα, σταμάταγαν δίπλα στη γέρικη συκιά, αφού έπιναν νερό στο καρδάρι, δίπλα στη βρύση. Ορισμένοι χωριανοί, περίεργοι, πονηροβλακωδώς σκεπτόμενοι, σταμάταγαν τα ζώα, διάβαζαν τα μηνύματα στα πέτρινα πινάκια, τα έλεγαν μετά στα καφενεία και στις γειτονιές, γέλαγαν με αυτόν τον πρωτόγονο τρόπο επικοινωνίας.
Μετά συμφώνησε με τον γαλατά, τον Μπακογιάννη, να του πουλάει ξύλα. Ο γαλατάς ήθελε μεγάλη ποσότητα για το τυροκομείο. Ο πατέρας μου με τη μάνα μου μάζευαν τα καψάλια, τα συγκέντρωναν δίπλα στον αχυρώνα του Πανόπουλου και άλλοτε στ΄ αλώνια. Ο γαλατάς φόρτωνε τα ξύλα στο φορτηγό. ΄Ηταν οχτώ με δέκα τόνοι ξερά ξύλα κέδρου. Τα μάζευε σε ειδικό μέρος, σε σημείο όπου είχε πρόσβαση το αυτοκίνητο. Αυτά τα φόρτωναν τη νύχτα με απόλυτη μυστικότητα.
Ο πατέρας μου μόλις έφθανε το βράδυ μας καλούσε με χαρούμενη φωνή : Ελάτε ΄δω ρε πουτσαράδες!
Μας γέμιζε φιλιά και χάδια. Από τις τσέπες του έβγαζε παιγνίδια και χασμίσια, (καραμέλες, σοκολάτες, μπισκότα, γλυκίσματα...)

Το ονειρό του ήταν να ανοίξει μαγαζί, χασαποταβέρνα, στη Στυλίδα, να σερβίρει ψητά αρνιά και κατσίκια, κοκορέτσια και σπληνάντερα.
Δεν κατάφερε να βάλει σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο.

Μια χρονιά, είχαμε άφθονη παραγωγή ελαιών, αποφάσισε να κάνει εμπόριο, ως πλανόδιος πωλητής, σε ορεινά χωριά του Δομοκού. ΄Εφυγε ένα πρωί με τα μουλάρια φορτωμένα ελιές μέσα σε τενεκέδες. ΄Ελειψε δυό βδομάδες. Εμείς με τη μάνα μας λυπημένοι, φυλάγαμε τα γίδια, ανησυχούσαμε.
΄Ενα απόγευμα εμφανίστηκε από τη δύση. Τα χαρούμενα γαυγίσματα των σκυλιών μας ειδοποίησαν για την άφιξη του. ΄Ηταν αλλαγμένος, ομορφότερος, ελαφρά ηλιοψημένος, με τα γκρίζα μαλλιά του και τα γαλαζοπράσινα μάτια του, φρεσκοξυρισμένος, μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. ΄Εφθασε χαμογελαστός, καβάλα στο μουλάρι μας τη Ρούσα, κρατούσε δώρα για μας και τη μητέρα.
΄Ετσι όπως τον είδα αλλαγμένο σκέφθηκα πως δεν ήταν αυτός ο πατέρας μας αλλά ένα ομοίωμα που μας έστειλαν οι νεράϊδες του δάσους. Τον αληθινό τον κράτησαν για πάντα μαζί τους. Τον είχαν σαγηνεύσει με ερωτικά τερτίπια και τα γλυκά τραγούδια τους.

vendredi 22 juillet 2016

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Εκείνο το καλοκαίρι, ήμουν στη Β΄ Γυμνασίου, ανεβήκαμε όπως κάθε χρόνο στη θερινή μας στρούγγα. Τα σπαρτά ήταν δικά μας, στα Βάτα, στο Λιοτρύβι, στη Στενόλακα, στη Λεύκα. Οι γονείς μου με τον αδερφό μου θέριζαν. Εγώ φύλαγα τα γίδια. Κάθε πρωί, μετά το άρμεγμα, αφού έτρωγα γάλα με ψωμί, έπερνα τον τροβά, έβαζα μέσα το παραδοσιακό γεύμα των αγροτοποιμένων, ψωμί, τυρί, ελιές, μιά ντομάτα, ένα κρεμμύδι, ένα παγούρι με νερό, μετά τα περιοδικά, Καζανόβα, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Μικρός ήρως. Ανηφόριζα την πλαγιά της Αμυγδαλιάς, τα γίδια προηγούνταν, γύριζαν ήδη προς την νότια πλαγιά, πήγαιναν μόνα τους, τα ακολουθούσα από μακριά. 
Καθόμουν σε έναν θάμνο, ήταν σαν φυσική πολυθρόνα. ΄Εβλεπα όλον τον Μαλιακό, ανατολικά την Εύβοια, στη μέση τη Στυλίδα και τα Καμμένα Βούρλα, δυτικά στο βάθος την πόλη της Λαμίας. Κοίταγα το περιοδικό με τις ημίγυμνες γυναίκες και αφοσιωνόμουν σε μοναχικές ηδονές.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν είχαν ανακοινωθεί. Ανησυχούσα, ήμουν στο μεταίχμιο. 
Την ημέρα που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, ο πατέρας μου ήρθε αργά το απόγευμα, είπε απογοητευμένος πως είχα αποτύχει, θα έπρεπε να ξαναπάω στην ίδια τάξη την επόμενη σχολική χρονιά.
Μου είπε να πάω να μαζέψω τα γίδια να τ΄αρμέξουμε, ήταν προς το ύψωμα της Παδίτσας.
Περπατούσα κι έκλαιγα σιωπηλά, ενώ άκουγα τον αδερφό μου να με κοροϊδεύει.
Βάδιζα σκυφτός στο μονοπάτι, έβλεπα τα μυρμήγκια, πρόσεχα να μην τα πατήσω, εγώ που άλλοτε τα τυραννούσα, τα έβαζα να αλληλοσκοτώνονται, τώρα τα μακάριζα για την ήσυχη και ασάλευτη ζωή τους.
Αφού αρμέξαμε τα γίδια, μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από το φώς του λύχνου.
Είπα στον πατέρα μου πως δεν περίμενα να είχα κοπεί στον τόπο, υπολόγιζα το πολύ να είχα μίνει σε δυό μαθήματα. Του ζήτησα να πάει να ρωτήσει τους καθηγητές, να του δώσουν αναλυτικά τη βαθμολογία, εν ανάγκη να ζητήσει την αναβαθμολόγηση των γραπτών. Η μάνα μου ήταν σύμφωνη.
Την επομένη σταμάτησα τις συνεδρίες αυνανισμού. Στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου άναβα τα καντήλια και προσευχόμουν γονυκλινής μπροστά στην εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Η εικόνα του είχε κάτι το σουρεαλιστικό, τον συμπαθούσα πολύ. Ο ΄Αγιος Ιωάννης παρουσιάζεται όρθιος, έχει ήδη φτερά, είναι άγγελος Κυρίου, κοιτάζει με ειλικρίνεια ευτυχισμένου ανθρώπου που εκτέλεσε με επιτυχία την αποστολή του, έρχεται τώρα να προσφέρει δώρο στην πριγκίπισσα, πρόκειται για την, επί πίνακι, κομμένη κεφαλή του.
Ο πατέρας μου ήρθε χαμογελαστός το απόγευμα. ΄Ημασταν στο Λιοτρίβι, κάναμε δεμάτια το θερισμένο σιτάρι. Μαζί μας ήταν ο Βαγγελούλης, βόσκαγε τα γίδια του.
-Ησουν κομμένος, είπε ο πατέρας μου, αλλά είπα στον αγροτικό γιατρό να επέμβει, έτσι σε πέρασαν.
Η μάνα μου χοροπηδούσε χαρούμενη, με αγκάλιασε και πέσαμε πάνω στις καλαμιές.
΄Ημουν κακόκεφος, τέτοια επιτυχία δεν την ήθελα, καλύτερα να είχα κοπεί.
Μόλις έδυσε ο ήλιος ο Βαγγελούλης έφυγε, εμείς μαζευτήκαμε να δειπνήσουμε κάτω από την αιωνόβια αγκορτσιά του Λιακαμπά. Τότε ο πατέρας μου είπε την αλήθεια. Είχα περάσει κανονικά, οι καθηγητές είχαν κάνει λάθος, δεν έγραψαν το ονομά μου στον πίνακα ανακοινώσεων. Είπε πως επενέβει ο γιατρός όταν ο Βαγγελούλης ήταν παρών, ήθελε να τον εντυπωσιάσει, να διαδίδει δεξιά-αριστερά πως είχαμε μέσον και υποστήριξη από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.