dimanche 30 octobre 2016

Το μουσικό πριόνι (La scie musicale)

Όσοι ζήσατε στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄80 θα θυμάστε έναν άνδρα μεταξύ σαράντα και πενήντα ετών, στους σταθμούς Gare du Nord και Les Halles του RER B, να παίζει την Sarabande του Haëndel σε μουσικό πριόνι. Στηνόταν πάντοτε δίπλα στις κυλιόμενες μεταλικές σκάλες έτσι ώστε, παράλληλα με τη μουσική που έβγαινε από το πριόνι του, ακουγόταν ο μονότονος ρυθμός από τις σκάλες που ανεβοκατέβαιναν με τους επιβάτες του Μετρό. 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ντυμένος πάντοτε με μαύρα ενδύματα, το προσωπό του χλωμό, σχεδόν λευκό και το βλέμμα του, προσηλωμένο στο κενό, σαν να κοίταγε τις σκοτεινές σήραγγες απ΄όπου πήγαιναν κι έρχονταν τα τραίνα. Δεν είχε μπροστά του ούτε δοχείο, ούτε καπέλο, ούτε ανοικτή θήκη μουσικού οργάνου, δεν ζητιάνευε.
Τω καιρώ εκείνω, ως φοιτητής, έκανα αυτή τη διαδρομή μέχρι τη φοιτική εστία του Antony σχεδόν κάθε μέρα. Έβλεπα τον άνθρωπο με το μουσικό πριόνι, μου προκαλούσε φόβο, τον θεωρούσα ως εκπρόσωπο του ΄Αδη και η μουσική, όπως την έπαιζε, έκφραζε την ακραία μοναξιά του νεκρού μέσα στο φέρετρο, τη μοναξιά του θανάτου.








lundi 17 octobre 2016

Παλιά Κοστούμια

Παλιά κοστούμια. Τα έχω μέσα στη ντουλάπα παραταγμένα όλα μαζί. Θα έπρεπε να τα είχα πετάξει πριν από καιρό αλλά δεν το αποφασίζω. Πως να τα πετάξω, έχω τόσες αναμνήσεις όταν με συντρόφευσαν στις δυσκολίες της ζωής μου, όταν με προστάτευαν από το κρύο και τον καύσωνα, σε τόσες τελετές και εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσια, κηδείες, μνημόσυνα, απονομές πτυχίων και λογοτεχνικών βραβείων, επαγγελματικές συγκεντρώσεις, δικαστήρια, βραδειές στην Όπερα, στα παρτάκια για τη σύνταξη των συναδέλφων, σε μυστικά ραντεβού...
Έχουν φθαρεί και δεν φοριούνται πλέον. Είναι σαν γέροι που δεν τους κοιτάει πιά κανείς. 
Τα βλέπω το πρωί τα παλιά μου κοστουμάκια όταν διαλέγω ένα από τα καινούργια, τα καλοραμμένα από υφάσματα Σκωτίας. Κοιτάζω τα παλιά με λύπη, σκέφτομαι ότι μιά μέρα πρεπει να τα πετάξω, αργότερα όταν τα καινούργια θα παλιώσουν. Τα θωπεύω μ΄ένα χάδι τρυφερό και τα ξανακλείνω στην ντουλάπα, μέσα στο σκότος του παρελθόντος.


samedi 15 octobre 2016

Γιάννης ΘΡΑΠΑΣ Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ


Το "ΧΑΙΡΕ" ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΩΝ(*)

Α

Χρώμα βαθύ της μέρας γαλάζιο.
Γίνεται μάρτυρας - θηριώδους δαμασμού -
σ΄αδειανά δωμάτια !
Έρχεται σαν αστραπή η χαρά σου
στο κάλεσμα του αφέγγαρου ορίζοντα

Ένας φόβος λουσμένος
απ΄την πύρινη οπτασία μιας αυγής
ή πρωινού αμίλητου,
στα όρια της γραμμής του πυρός,
πριν τα δάκτυλα ακουμπήσουν την σκανδάλη
Έτσι τα χέρια αγκαλιάζουν
το λυκαυγές σαν νοσταλγοί
της δικής σου άπτερης νίκης...
Βλέφαρα ανοίγουν απ΄του ήλιου τη ζεστασιά
στης προβλήτας δεμένων πλοιαρίων
τον βρεγμένο ήχο.
Αγγίζεις την αλήθεια - με τα χέρια σου -
είσαι εκεί!!!
Όταν το θάρρος γιγαντώνεται
πίσω απ΄την κραιπάλη του μυαλού
και της παραζάλης,
ορμητικά ρίχνοντας το σώμα
μ΄ένα μικρό σταυρό στο λαιμό
σ΄αβυσσαλέα κύματα -ακτής απόκρημνης-
μια ανάσα μακριά.
Το βουητό του πελάγους
γίνονταν οργασμός προσγείωσης αεροπλάνων
με χαμένους οδηγούς
σ΄ενοχές και λησμονημένες θύμησες...
Όταν τα λόγια μένουνε μουδιασμένα
από παγερούς διαδρόμους
και αόρατους συντρόφους!!!
Σ΄αφύλαχτα λημέρια σιωπής
αληθινά δικά σου, τότε ένα χαμόγελο
ή ένα μειδίαμα στα χείλη
γίνεται ουρλιαχτό και αντίλαλος
μέσα στη ψυχή.
Κρατώντας στη μασχάλη ένα περιστέρι
έτσι ώστε να γίνει δικό σου
το χτυποκάρδι του
πριν το ελευθερώσουν οι τύψεις -στα cocktails-
και έξω χαράματα
στο βυθό ονείρων παιδικών...


Β

Που ναναι η θάλασσα
των δικών σου ματιών!!!
Ζωγράφοι μιλούν για μια πυρκαγιά
ή για τα πορφυρένια
του ορίζοντα μονοπάτια.
Ο μικρός - χωρίς αστέρια- ουρανός
μου ΄χει κρύψει το μυστικό...
Κι αυτή η δικαίωση!
να παζαρεύεται σε στέρφες νύχτες
σαν μια γριά πόρνη σε σοκάκια
ξεχασμένα.
Λαχτάρισαν τα πουλιά από προσμονή,
άλλα βαπτίστηκαν αποδημητικά!
Το ξεχασμένο βλέμμα
απελπιστικά μακρινό.
Οι μητρικές των βράχων αγκαλιές
σ΄αβέβαιη καρτερία
όπως το σιγανό θρόισμα των δένδρων
σε συντροφεύει τα υγρά μεσάνυχτα
όταν ο ουρανός κερνάει βροχή!
Εσύ μεσ΄το ονειρό μου τόσο Αληθινή
σύννεφο πριν την καταιγίδα...

***

Κι έρχονατι οι μνήμες!
Κι έρχονται τα χρόνια!
Έρχονται ιαχές, τα δώρα
και τα φεγγάρια περνούνε
-σαν σε παρέλαση-
με περηφάνια.

(*) Πρώτη δημοσίευση

lundi 10 octobre 2016

Επαγγελματική εμπειρία

Το απόγευμα εργάζομαι στα εξωτερικά ιατρεία στο κέντρο της πόλεως. Βγαίνοντας στο δρόμο, μπροστα στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς τη στάση. Στο στέγαστρο κοιτάζω τον πίνακα με το ωράριο διέλευσης του λεωφορείου και με μιά πλάγια ματιά μιά κομψή κυρία ντυμένη με ταγιέρ Channel, τα μαλιά της κότσο, εβδονηκοντούτις, κρατάει ένα κολονάτο ποτήρι γεμάτο κατά το ήμισι ενώ δίπλα της πάνω σε μιά μεγάλη βαλίτσα Louis Vuitton βλέπω μιά ανοιγμένη φιάλη καμπανίτου όπου σε μια πορτοκαλί ετικέτα διαβάζω Veuve Clicquot Ponsardin.
«Τι κοιτάς ρε μαλακοκαύλη, ο πούτσος σου βρωμάει σαν μπράσκα!», λέει η κομψή γραία μιλώντας σ΄εμένα.
Έκπληκτος από τη βιαιότητα των λόγων της, μένω άφωνος. Τότε έρχεται δίπλα μου η κοινωνική λειτουργός του ψυχιατρικού τμήματος και μου λέει εμπιστευτικά.
«Πρόκειται για μιά πρώην Τσατσά, επί σειράν ετών διατηρούσε μυστικό οίκο ανοχής όπου σύχναζαν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, είχε πελάτες υπουργούς, ανώτατα στελέχη του δημοσίου, δικαστές, διπλωμάτες, υψηλόβαθμους ιερωμένους, προέδρους και γενικούς διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων... Η αστυνομία την εντόπισε στην πόλη να περιφέρεται με δύο μεγάλες βαλίτσες πολυτελείας γεμάτες με χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ.»

samedi 1 octobre 2016

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Φθάνω στο νοσοκομείο, κατευθύνομαι προς το γραφείο μου, σε ένα μοντέρνο κτίριο, μοιάζει με το Λύκειο Στυλίδος. Οι φύλακες μου λένε να μην προχωρήσω, ένας ψυχασθενής έχει οχυρωθεί στον τελευταίο όροφο. Μένω στην αυλή με μιά ομάδα χωροφυλάκων, προθυμοποιούνται να κρατήσουν τα πράγματα μου μέσα σε ένα πηγάδι. Τους τα δίνω να τα φυλάξουν αλλά δεν φεύγω. Μου μιλούν για τον άρρωστο, είναι τρόφιμος του ψυχιατρείου. Τον βλέπουμε, είναι ψηλά, μας κοιτάει με τηλεσκόπιο. Μας κυριεύει πανικός, είναι οπλισμένος. Κρυβόμαστε στην πίσω μεριά του κτιρίου. Η λεωφόρος οδηγεί στην πόλη. Είμαστε στην καρότσα ενός ημιφορτηγού. Βλέπουμε τον ψυχοπαθή χωρίς να μας βλέπει. Δέχεται τις διαπραγματεύσεις. Κατεβαίνει στο δρόμο. Τον δέχομαι με έναν αντιπρόσωπο πωλητή όπλων. Το όπλο είναι ψεύτικο, αλλά λειτουργεί σαν αληθινό, όμως με ένα κουμπί, ο πωλητής μπορεί να ακυρώσει τις ενέργειες. Ο ασθενής ενθουσιάζεται, μόλις αρχίζει να αμφιβάλει, μιλάει για τη γυναίκα του, τον είχε εγκαταλείψει, γι΄αυτό έκανε αυτό το επεισόδιο. Φθάνουν δύο χεροδύναμοι νοσοκόμοι, συνοδεύουν τη γυναίκα του. Αυτός έκπληκτος δεν μπορεί να αντιδράσει. Η γυναίκα με φωνές, «αγάπη μου, αγάπη μου», ρίχνεται στην αγκαλιά του, ενώ οι νοσοκόμοι την σπρώχνουν προς αυτόν. Ταχύτατα τους δένουν κολλητά με λουρίδες σεντονιών σαν να είναι μούμιες, εξέχουν μόνο τα κεφάλια τους. Είναι και οι δύο χαμογελαστοί. Ενώ το μακιγιάζ στα προσωπά τους πέφτει, το πλήθος όρθιο, χειροκροτεί μέσα στο θέατρο, ομοθυμαδόν.