vendredi 30 décembre 2016

ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ

Τα σχολεία είχαν σταματήσει τα μαθήματα για τις γιορτές του τέλους της χρονιάς. Οι μαθητές ξέφυγαν από την ρουτίνα και την μονοτονία της καθημερινής ζωής. Οι μικρότεροι με τις σφεντόνες στα χέρια κυνηγούσαν πουλιά. Οι μεγαλύτεροι, όσοι πήγαιναν στο Γυμνάσιο, διάβαζαν εξωσχολικά βιβλία ή έπαιζαν μπάλα στην πλατεία.

Ο Γρηγόρης ξύπνησε από χαρούμενες παιδικές φωνές που τραγουδούσαν : 
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά...
Χτυπούσαν κιόλας την πόρτα του σπιτιού.
«Να τα πούμι θείτσα;»
«Πέστι τα.»
«Δυνατά ρε, αλλοιώς δεν σας δίνου ούτι φράγκου», είπε ο αδερφός του Γρηγόρη. Σαμάρωνε τα μουλάρια, θα πήγαινε να φέρει ξύλα.
Τα παιδιά τραγουδούσαν δυνατά : 
...χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ, δες κι εμέ το παληκάρι, 
το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα του την έλεγε και το, και το χαρτί ομίλει...
΄Ανοιγαν τα στοματάκια τους όσο μπορούσαν, σε λίγο λαχάνιασαν, σταμάτησαν να πάρουν ανάσα.
«Εντάξει φθάνει, και του χρόνου νάσαστι καλά να τα ξαναπείτι.»

Ο Γρηγόρης άνοιξε το ραδιόφωνο, αυτές τις μέρες το τρίτο πρόγραμμα έβαζε μουσική μπαρόκ. Από τη βιβλιοθήκη πήρε το μπλοκ ζωγραφικής. Το άνοιξε σε μια αρχινισμένη σελίδα. Το ραδιόφωνο έπαιζε τη σονάτα νούμερο ένα για βιολί του Μπαχ όταν ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα. ΄Ηταν ο Γιάννης και ο Γιώργος, τα παλιά τους γειτονόπουλα. ΄Ετριβαν και χουχούλιζαν τα χέρια τους, έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν τι ζωγράφιζε ο Γρηγόρης. Το βρήκαν εύκολα.
« Ο ΄Αγιος Κωνσταντίνος! φώναξε ο Γιώργος θριαμβευτικά.»
Συζητούσαν για πολλά θέματα. Ο Γιάννης δεν είχε όρεξη, σαν να ήταν άρρωστος. 
Ο Γιώργος έδινε κι έπαιρνε στη συζήτηση. Σε μιά φάση έφερε το θέμα στο που κοιμούνται οι γονείς του Γρηγόρη, χαμογελούσε πονηρά, έλεγε πως κάνουν δουλειές τη νύχτα.
Ο Γρηγόρης θυμήθηκε πως ο Γιάννης και ιδιαίτερα ο Γιώργος δεν άφηναν με κανέναν τρόπο τους γονείς του να κοιμηθούν μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουν μετά από πολλαπλά επεισόδια με βρισιές και ξυλοδαρμούς. Η μάνα με τα παιδιά μετακόμισαν σε άλλο σπίτι στον κεντρικό μαχαλά. Ο πατέρας με τη μάνα του, γριά εβδομηκοντούτις, έμειναν στο παλιό σπίτι, ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Στην αυλή ακούστηκε θόρυβος. Είχε έρθει ο αδερφός του Γρηγόρη με τα μουλάρια φορτωμένα ξύλα. ΄Εξω έκανε τσουχτερό κρύο. Φόρεσαν τα σακκάκια τους και βγήκαν. Ξεφόρτωναν τα μουλάρια. Ο Γιάννης είπε πως είχαν μαζέψει κλάρες. Περίμεναν τη γιαγιά τους να φέρει το γάϊδαρο να τις μεταφέρουν. Η μάννα τους έπρεπε να ψήσει ψωμί.

Το δειλινό ο Γρηγόρης διάβαζε μπροστά στο τζάκι όταν άκουσε ακατανόητες φωνές. Κατάλαβε πως γινόταν καυγάς. Βγήκε στο μπαλκόνι. ΄Εβλεπε το Γιώργο και το Γιάννη να μάχωνται εναντίον του πατέρα τους. Από αυτά που έλεγαν κατάλαβε τι είχε συμβεί : Τα παιδιά πήγαν να φορτώσουν τις κλάρες, τις είχαν μαζέψει με κόπο το πρωί, τις είχαν κάνει δεμάτια. Οι κλάρες ήταν τα αποφαΐδια από τα κλαριά που έτρωγαν τα πρόβατα. Ο πατέρας τους μόλις τους είδε όρμησε καταπάνω τους. Φώναζε άγρια, έβριζε. Η γιαγιά μπήκε στη μέση. Ο γιός της τη χτύπησε. Τότε ο Γιάννης αρπάζει τον πατέρα του από το λαιμό και τον γονατίζει κάτω. Ο Γιώργος παίρνει ένα ραβδί αγριελιάς, ρίχνει δυνατές ροπαλιές στην πλάτη του πατέρα του. Η γριά έκλαιγε κι έλεγε : «Τούπι κι ου Χριστός : Μάχιρα έδουσεις, μάχιρα θα λαβς! Καλά σι κάνουν.»
Το ξύλο που κρατούσε ο Γιώργος έσπασε, αυτός τράπηκε σε φυγή, ο Γιάννης τον ακολούθησε. Πήδησαν τον μαντρότοιχο του Αγίου Γεωργίου και ταμπουρώθηκαν πίσω από την εξώπορτα. Ο πατέρας σηκώθηκε κι έριχνε πέτρες στα παιδιά του. Από το στόμα του έβγαιναν αφροί. Τα παιδιά ήταν οχυρωμένα πίσω από τον μαντρότοιχο. Πέταγαν πέτρες στον πατέρα τους. Τον έβριζαν και τον κορόϊδευαν με αυτοσχέδια παρατσούκλια. Τον απειλούσαν πως θα του κόψουν τ΄αρχίδια.
Συνέχισαν να ρίχνουν πέτρες κάνοντας μικρές εφόδους. Ο πατέρας ήταν σε πλεονεκτική θέση. Οπισθοχωρούσε λίγο να πάρει φόρα, έπειτα πέταγε μεγάλες πέτρες καταπάνω στα παιδιά του βλαστημώντας τα θεία και τους δαίμονες. 
Η μάχη κράτησε περίπου είκοσι λεπτά. Τα παιδιά οπισθοχώρησαν, έφυγαν με φωνές, έλεγαν ότι θα φέρουν την αστυνομία.

Σουρούπωσε για τα καλά, ο αέρας σταμάτησε να φυσάει, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο οι σπίθες από τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι. ΄Εξω χιόνιζε. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές : 
­­­­«΄Οχι από ΄κει σ΄λέου απου ΄δω δεν ακούς;»
Και συνοδεία από βρισιές. Ακούγονταν και οι απελπισμένες φωνές της γριάς. Αυτή την ώρα έβαζαν τα πρόβατα στο μαντρί. Ο γιός συνέχισε το μονόλογο σαν να μην άκουγε καθόλου τις φωνές της μάνας του, τα πρόβατα την πήραν σβάρνα και την έριξαν κάτω.
«΄Οχι ρε δεν τσ΄ θέλου, άκου ΄κει να δώσου κλάρεις, ούτι τσάκνου δε δίνου.»




samedi 17 décembre 2016

Ο πραγματογνώμων

Μετά την πρωινή συνεδρίαση του ιατρικού συμβουλίου, ο γιατρός Σαμουήλ Λαζενές με προσκαλεί στο γραφείο του και σαν να βλέπω στο προσωπό του μια διάθεση κατηγορίας εναντίον μου, σαν να αφήνει να εννοηθεί πως έχω διαπράξει αδίκημα και ο ίδιος είναι εντεταλμένος από τις αρχές να διεξάγει ένορκη διοικητική εξέταση.
Έχει αφήσει την πόρτα του γραφείου ανοιχτή και καθώς μιλάει για τις δραστηριότητες ενός νοσοκόμου, ονόματι Γιάννης, η καθαρίστρια μπαινοβγαίνει, αδειάζει το καλάθι των αχρήστων, σφουγγαρίζει και μετά ξεσκονίζει το καλοριφέρ. Ο Λαζενές μου λέει καθαρά ότι θεωρεί τον νοσοκόμο μεγάλο μαλάκα εξαιτίας της συμπεριφοράς του: Είχε οδηγήσει ομάδα ασθενών για πολιτιστική δραστηριότητα στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλεως κι εκεί επιδόθηκε σε καμάκι με τουρίστριες και άφησε τους ασθενείς να περιμένουν άπραγοι όλο το απόγευμα στο καφενείο της πλατείας, πίνοντας μπύρες και φραπέ, ενώ αυτός συμμετείχε σε παρτούζα με τρεις ευτραφείς ξανθές Γερμανίδες. Επειδή κανείς δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τον λογαριασμό, είχαν παραγγείλει δώδεκα φιάλες καμπανίτου, ο ξενοδόχος αναγκάστηκε να καλέσει τις πρώτες βοήθειες. Τους βρήκαν σε κωματώδη κατάσταση και ο Γιάννης με το πέος σε απόλυτη στύση, ώστε είχε αρχίσει να μελανιάζει, σαν να έπασχε από πριαπισμό. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι είχε πάρει ικανή ποσότητα viagra.
Δεν καταλαβαίνω γιατί ο Λαζενές μού αφηγείται αυτά τα γεγονότα αφού δεν με αφορούν άμεσα. Λέω ότι ο εν λόγω νοσοκόμος, τον οποίον γνωρίζω καλά (εργαζόμαστε μαζί στην ίδια θεραπευτική ενότητα δέκα συναπτά έτη), έχει μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία, αλλά πιθανόν η συμπεριφορά του να ήταν το αποτέλεσμα αυτού που ο λαός λέει ότι «το μουνί τραβάει καράβι». Υποθέτω πως οι νεαρές Γερμανίδες θα τον βομβάρδισαν με φερομόνες έτσι όπως τον είδαν μελαχρινό, στιβαρό και μυώδη, με τον αγγιστροειδή του μύστακα.
Αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω στον Λαζενές τη δική μου επαγγελματική εμπειρία και εκθέτω, σαν να κάνω απαγγελία ποιήματος, όλο το curriculum vitae. Τότε η καθαρίστρια κάνει σχόλιο, ρωτάει τον γιατρό μήπως μας ενοχλεί η παρουσία της ένεκα του ότι μιλάμε για εμπιστευτικά και απόρρητα ζητήματα.
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα», απαντάει ο Λαζενές, «είναι πολύ ευχάριστη η παρουσία του», εννοώντας εμένα κι εκείνη τη στιγμή, από το παράθυρο του γραφείου, βλέπω τις φλόγες να υψώνονται μέσα στους κάδους των σκουπιδιών στην αυλή του ιδρύματος. Βγαίνω τροχάδην στο διάδρομο όπου αρπάζω έναν κόκκινο πυροσβεστήρα ενώ με την άκρη του ματιού μου εντοπίζω τον Λαζενές να τρέχει πίσω μου καθώς μιλάει στο κινητό του.
Ευτυχώς η φωτιά δεν έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τραβάω την ασφάλεια και κατευθύνω το λάστιχο καταπάνω στις φλόγες ενώ ακούγονται οι σειρήνες των πυροσβεστικών οχημάτων που πλησιάζουν.
Ο γιατρός Λαζενές έρχεται δίπλα μου και μου λέει χαμηλόφωνα: «Δεν πρόλαβα να σου πω ότι ο εισαγγελέας σε διόρισε πραγματογνώμονα για την υπόθεση του Γιάννη».

Πρώτη δημοσίευση : diastixo.gr
http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/6129-o-pragmatognwmwn

samedi 3 décembre 2016

ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ

Μετά τις προεδρικές εκλογές η νέα κυβέρνηση λαμβάνει δρακόντεια μέτρα για τους ενοικιαστές των κοινωνικών κατοικιών. Οι οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους με όλα τα μέσα, διοικητικά και δικαστικά.
Στο κέντρο ημέρας του Στρατού Σωτηρίας οι ένοικοι έρχονται να προπονηθούν για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της μελλοντικής τους ζωής. Μαθαίνουν να κοιμούνται μέσα σε σκηνές, στα πάρκα, κάτω από τις γέφυρες, σε εγκαταλελλημένα υπόγεια, σε squat. Θα τρώγουν σε ομαδικά συσίτια και θα νοσηλεύονται σε ιατρικά κέντρα ειδικά διαμορφωμένα για τις δικές τους ανάγκες.