lundi 6 juin 2016

1948

Δεν πρόκειται για λεωφορείο αλλά για αίθουσα θεάτρου. 
Ο εισπράκτορας έχει έναν φορητό κομπιούτερ, τον βοηθώ πηγαίνοντας ανάμεσα στα καθίσματα. Κατεβαίνω σε μιά στάση στο κέντρο των Παρισίων, κοντά στην πλατεία Νίκης. Δίπλα στα δοχεία απορριμάτων είναι ξαπλωμένος ένας κλοσάρ, αναίσθητος. Με το κινητό μου τηλέφωνο προσπαθώ να καλέσω την ειδική υπηρεσία να έρθουν να τον πάρουν. Συνέρχεται. Είναι γεμάτος κόπρανα, στο πρόσωπο και στα ρούχα του. Τον βοηθώ να πλυθεί στην υπαίθρια βρύση. Τα χέρια μου γεμίζουν σκατά. Τα σκουπίζω με χαρτομάνδηλα. Ο κλοσάρ με ρωτάει να του πω το ονομά μου. Είμαι από το ΄Ανυδρο και η καταγωγή μου από το χωριό Παλαιοκερασιά. Κατάγεται από το ίδιο χωριό. Φωνάζει τους πελάτες ενός γειτονικού καφενείου, να έρθουν, να με δουν. Είμαι ο εγγονός του δολοφονηθέντος παπού μου, τον γνώριζε. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή. Οι άτακτοι δεξιοί μαυροσκούφηδες των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου τον σκότωσαν σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι.