vendredi 24 mars 2017

ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ

Ανέβηκε στη θέση του οδηγού. ΄Υστερα έβαλε μπρος. Ξεκίνησε και σήμερα καμαρωτός σαν να είχε καταπιεί λοστό. Είχε δεν είχε ένα μήνα που το αγόρασε. Τον ειδοποίησαν από την αντιπροσωπεία, να πάει να το πάρει. Το πήρε και το έφερε στο χωριό. Μαζεύτηκαν πολλοί χωριανοί να το δουν. Το ΄βλεπαν και το θαύμαζαν. Βεβαίως και είχε κάτι το ξεχωριστό. Δεν ήταν σαν τ΄άλλα που είχαν αγοράσει άλλοι αγρότες πρωτύτερα. ΄Ηταν άλλη μάρκα. Επίτηδες το παράγγειλε να είναι τέτοιο, δεν ήθελε να μοιάζει με κανένα, έπρεπε να ξεχωρίζει. Μερικοί έπαιρναν μεταχειρισμένα.
-Δε βαριέσαι, έλεγαν, επαγγελματίες θα γίνουμε εμείς τώρα.
Αυτός δεν ήθελε τέτοια. ΄Ηθελε να είναι παρθένο, όπως η γυναίκα του, κατακαίνουργο. Σ΄αυτό δεν ήθελε καμμιά αντίρρηση. Δεν τον έννοιαζε καθόλου που πλήρωσε τόσα λεφτά. ΄Οπως είχε τα καλύτερα μουλάρια και το ΄λεγαν όλοι και τον παίνευαν, έτσι και τώρα ήθελε να τον θαυμάζουν. ΄Ηταν πολύ μερακλής, και όμορφος ήταν, και νοικοκύρης, και προίκα πήρε, και σύμβουλος βγήκε στην κοινότητα. Δεν είχε κανέναν ανάγκη. Γιατί να δειλιάσει. Τι να υπολογήσει; τα λεφτά; καθόλου δεν τον έννοιαζε. Αυτός να ΄ναι καλά και τα χωράφια του.
Τις πρώτες μέρες λοιπόν, μόλις έφερε το μηχάνημα στο χωριό, ανέβαινε απάνω με φόβο, θυμόταν τον ψαρή, το μουλάρι του, κλώτσαγε άγρια. Σε λίγες μέρες συνήθισε, του πήρε τον αέρα, έμαθε να το οδηγεί καλά. ΄Ετρεχε με ταχύτητα. Οι χωριανοί άμα τον άκουγαν να έρχεται ρίζωναν στους τοίχους και στις φράχτες. Γνώριζαν το θόρυβο της μηχανής του. Μέχρι που πέρναγε και συνέχιζαν το δρόμο τους. Οι γριές σταυροκοπιόνταν. Τα παιδιά έτρεχαν πίσω του να τον φθάσουν, αλλά ποτέ δεν τα κατάφεραν. Μερικές φορές πάταγε απότομα φρένο, το έκανε επίτηδες, ήθελε να δει αν υπακούει.Το μηχάνημα υπάκουε πάντοτε, δεν είχε καμμιά ιδιοτροπία. αυτό τον έκανε ακόμα πιο χαρούμενο.

Σήμερα ξεκίνησε για ένα μακρινό χωράφι δέκα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Είχε πολλές μέρες να πάει. Πήγαινε να το οργώσει, αυτό ήταν στο πρόγραμμα. Γείτονες γεωργοί του είπαν πως φύτρωσαν βάτα και άλλα πολλά χορτάρια. Δεν ωφελούσαν σε τίποτα, έπρεπε να τα εξαφανίσει. Γι΄αυτό έβαλε πίσω στα υδραυλικά  το απαραίτητο εργαλείο.
Σαν έφτασε κοίταξε το χωράφι. Πράγματι τα βάτα και τα αγριόχορτα είχαν μεγαλώσει πολύ. ΄Ομως καθόλου δεν κιότεψε, είχε εμπιστοσύνη. ΄Εβαλε πρώτη αργό και ξεκίνησε. Κατέβασε τον ειδικό μοχλό και τα υνιά άρχισαν να ανοίγουν γραμμές.
-Θα τελειώσω γρήγορα, σκέφθηκε, καλά έκανα και δεν πήρα τίποτα για φαΐ, το μεσημέρι θα είμαι σπίτι.
΄Οργωσε έτσι το μισό χωράφι. ΄Εφτασε τώρα εκεί όπου τα βάτα και τα χορτάρια ήταν πάρα πολλά. ΄Ηταν και ξύλα μέσα που δεν φαίνονταν. Στην αρχή το μηχάνημα δυσκολεύτηκε πολύ. ΄Υστερα σταμάτησε να προχωρεί. Η μηχανή του μούγκριζε. Κατέβηκε αυτός να δει τι έγινε. Είχαν μπλεχτεί τα υνιά στις ρίζες. Οι ρίζες άντεχαν, δεν ξεριζώνονταν, έπρεπε να τις ξεμπλέξει. Εκανε αυτή τη δουλειά και όπως ήταν επιδέξιος τα κατάφερνε καλά. Στο μεταξύ το μηχάνημα μούγκριζε συνέχεια κι όταν οι ρίζες λιγόστεψαν ξεκίνησε μόνο του.
Μόλις κατάλαβε τι συνέβει, έτρεχε πίσω του να το προλάβει, ιδρωμένος. Παραπάτησε, έπεσε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ξανασηκώθηκε κι έτρεχε πάλι. Το τρακτέρ βγήκε από το δικό του χωράφι, μπήκε στα γειτονικά. Χτύπησε πρώτα σε μιά ελιά, ύστερα σε δυό αμυγδαλιές και μετά κόλλησε μετωπικά σε έναν μαντρότοιχο. 
Κι έτρεχε αυτός τραβώντας τα μαλλιά του να το φτάσει.
                                                                                                               (1978)

vendredi 17 mars 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΡΑΠΑΣ. LIVING*

Να στέκει η ελπίδα
της επαναφοράς μου γυμνή
στους νυσταγμένους δρόμους
κάποιας σκληρής πατρίδας
ένας απόηχος μιάς Κυριακής
μεσ΄σ΄ απέραντα δάση
ύστερα από τη συγκομιδή μανιταριών.

Η νύχτα δεν θα ξεχνούσε 
να πάρει το φεγγάρι στην ποδιά της.
Τροπικός του Αιγόκερω.

Αθήνα 2010

*Πρώτη δημοσίευση

mercredi 22 février 2017

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Τα παιδιά φόραγαν τις μάσκες και τα καπέλα τους. Κράταγαν ψεύτικα πιστόλια, πλαστικά με κόκκινα καψούλια. Μαζεύτηκαν στο πλάτωμα όπου έδεναν τα ζώα οι χωριανοί, όσοι είχαν τα σπίτια τους ολόγυρα. Μύριζε ο τόπος καβαλίνα και κάτουρο. Τώρα τα ζώα ήταν δεμένα στους σταύλους. Κυριακή σήμερα, αργία, χρονιάρα μέρα, κανένας δεν δούλευε. Τα παιδιά έπαιζαν ξέννοιαστα χωρίς κίνδυνο να φάνε κλωτσιά από τα γαϊδορομούλαρα που τάδεναν στην αμυδγαλιά και στο στύλο της ΔΕΗ. ΄Επαιζαν άλλοι τους ληστές και άλλοι τους σερίφηδες. ΄Εριχναν πιστολιές με τα ψεύτικα πιστόλια τους. ΄Ετρεχαν με γέλια και φωνές όταν έφτασε το αγόρι με το καινούργιο πουλόβερ. Δεν είχε μάσκα, ούτε καπέλο. Δεν του αγόρασε η μάνα του κι ας έκλαψε κι ας κυλίστηκε στο πάτωμα.
΄Υστερα μπήκε κρυφά στην καλή κάμαρη του σπιτιού, εκεί που φύλαγαν τα γιορτινά ρούχα. Πήρε την μπλούζα και την φόρεσε. Την είχε στείλει ο νονός του από την πόλη. ΄Ηταν πλούσιος, βαστιόταν καλά. ΄Ετσι άκουσε να λένε οι γονείς του. Είχε αυτοκίνητο. ΄Οταν ερχόταν στο χωριό έβαζε το αγόρι στο όχημα, πήγαιναν βόλτα. Το αγόρι γέλαγε, χαρούμενο.Τα άλλα παιδιά ζήλευαν, δεν είχαν μπει σε αυτοκίνητο, ούτε καν στο λεωφορείο. Του έβγαλαν το παρατσούκλι : "Ο Λουφορείος". Με αυτό το φώναζαν στο σχολείο όταν έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό.
Τώρα τελευταία το είχαν ξεχάσει, δεν έκαναν παρέα με αυτό το παιδί που πήγε αμαξάδα, δεν το ήθελαν στα παιγνίδια τους.
΄Ηταν ένα παιδί με γαλάνα μάτια, κεφάλι στρογγυλό και μαλλιά ατίθασα σαν ακανθόχοιρος.
Ως έφθασε και το είδαν τα άλλα παιδιά σταμάτησαν να ρίχνουν με τα ψεύτικα πιστόλια τους. Πήραν στα χέρια τους καβαλίνες, τις πέταγαν καταπάνω στο αγόρι που κοίταγε με δειλό χαμόγελο. Το πέτυχαν παντού, στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι, στο καινούργιο πουλόβερ που ήταν λευκό σαν ασβέστης.
Το αγόρι γύρισε πίσω τρέχοντας. Πίσω του έτρεχαν τα παιδιά με γέλια και χαρούμενες φωνές. Του πέταγαν ακόμα καβαλίνες. Τρέχοντας μπήκε στο σπίτι. Η μάνα του ήταν στην κουζίνα. Πιάστηκε από τη ρόμπα της, ήταν σίγουρο δεν κινδύνευε, σφιγγόταν να μην κλάψει.
-Κοτζάμ άνδρας, είχε πει ο νονός του, δεν πρέπει να κλαις.
΄Οταν η βέργα ανεβοκατέβηκε πολλές φορές και του μελάνιασε τα χέρια, τα πόδια, όλο του το κορμί, άρχισε ένα γοερό, ένα λυπημένο, ένα κλάμα γεμάτο παράπονο.

Το απόγευμα το παιδί μπήκε κρυφά στην αποθήκη. ΄Οταν βγήκε κρατούσε ένα κλαδευτήρι. Πήρε το δρόμο προς το λόφο τρέχοντας. Κοίταζε προσεκτικά τα μεγάλα σχοίνα. Χώθηκε μέσα στους θάμνους. Τα κλαριά που έκοβε τα έστρωνε κάτω. ΄Εφτιαξε φωλιά και ΄κει πάνω ξάπλωσε.
Μετά τη δύση του ήλιου η μάνα φώναξε το παιδί μέσα στο σπίτι. Μετά βγήκε στην αυλή. Ρώτησε τις γειτόνισσες. Είδαν το παιδί να φεύγει προς το λόφο. Φθάνει ο πατέρας. Του λένε τι συνέβει. Αρχίζει τις φωνές και το βρισίδι.
Παίρνουν φανάρια, λαδολύχναρα, φακούς ηλεκτρικούς, πηγαίνουν όλοι μαζί στο λόφο να βρουν το παιδί. Χωρίζονται, ψάχνουν δεξιά, αριστερά, φωνάζουν.
Το παιδί δεν ακούει, ούτε τα κλάματα της μάνας του, ούτε τα γαμοσταυρίδια του πατέρα του. Κοιμόταν. Τα πουλιά ξύπνησαν, τιβίτιζαν τρομαγμένα, πέταξαν μακριά.
Οι γονείς και οι χωριανοί έψαχναν. ΄Ωσπου άρχισε να ψιχαλίζει. Τότε ξύπνησε, τινάχτηκε πάνω σαν λαγός. ΄Ακουσε τις φωνές, είδε τα φανάρια να πηγαίνουν πέρα δώθε, τους μεγάλους ίσκιους. ΄Εβαλε τα κλάματα.
Πρώτος το εντόπισε ο αγροφύλακας. Σφύριξε δυνατά. ΄Ετρεξε ο πατέρας του, το πήρε στην αγκαλιά του, το φιλούσε κι έκλαιγε. ΄Εφθασε η μάνα του, το χάϊδευε.
Και γύρισαν όλοι πίσω χαρούμενοι. 
                                                                                                                              (1978)

vendredi 3 février 2017

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή

Ο θάνατος του συνταγματάρχη Γαβρή. Τον σκότωσε ένας νεαρός αγρότης με αφορμή μιά παλιά ιστορία μοιχείας. Πήρε το δίκανο του παπού του. ΄Ηταν ένα ωραίο όπλο βέλγικης κατασκευής. 
Ο παπούς του το απόκτησε στην κατοχή. ΄Εδωσε δύο κότες και δώδεκα αυγά σε έναν Αθηναίο μαυραγορίτη.
΄Εφθασε τρέχοντας στην πλατεία, μπροστά στο σπίτι του συνταγματάρχη. ΄Εριξε μια πέτρα στα κεραμίδια. Ο συνταγματάρχης κατά τη συνηθειά του, μετά το γεύμα, κοιμόταν για τη μεσημβρινή ανάπαυση, στο ντιβάνι του σαλονιού. ΄Εβλεπε ένα όνειρο με τον αδερφό του, έφεδρος Ανθυπολοχαγός, είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο : 

΄Εφηβοι έτρεχαν στην ακρογιαλιά, στον Αϊ-Γιάννη Στυλίδος. Ο αδερφός του πήγαινε μπροστά, βάδιζε πάνω στα κύματα, τον καλούσε να τον ακολουθήσει, αλλά ο συνταγματάρχης φοβόταν.

Ξύπνησε από τον κρότο της πέτρας στη σκεπή. Ενόμισε πως ήταν οι μαθητές του Γυμνασίου, κυνηγούσαν κοτσύφια με σφεντόνες.
«Τα καθάρματα, μας λιθοβολούν!» σκέφτηκε οργισμένος ο συνταγματάρχης. 
Καθώς φόραγε το σακκάκι του είδε την ώρα στο ξυπνητήρι. ΄Ηταν δεκατρείς και πενήντα. Το λεωφορείο δεν είχε έρθει, άρα δεν ήταν τα γυμνασιόπαιδα. Φόρεσε τα παπούτσια του, πήγε στο λουτρό όπου έπλυνε τα χέρια του και  το πρόσωπο. Κοίταξε για μια στιγμή τη φάτσα του στον καθρέφτη. Το πρόσωπο διαβρωμένο από την απογοήτευση και τις δυσκολίες της ζωής. Σκουπίστηκε γρήγορα και βγήκε στο ξύλινο μπαλκόνι. Κατεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα ακούμπησε το πιστόλι Μπερέττα στη δεξιά τσέπη του σακκακιού του. 
΄Ηταν οι αλκυονίδες ημέρες, μια μέρα ηλιόλουστη. Διέσχισε την αυλή, βγήκε από την αυλόπορτα στην έρημη πλατεία, βάδιζε ανύποπτος προς το καφενείο του Πολύμερου.
Ο φονιάς πετάχτηκε από τη γωνία, ήταν κρυμμένος δίπλα στο γκαράζ, πυροβόλησε δυό φορές, εκ του συστάδην, στο πρόσωπο. Μετά έφυγε τρεχάτος. 
Ο συνταγματάρχης αιμόφυρτος έπεσε δίπλα στο μαντρότοιχο, κάτω από την αιωνόβια, ανθισμένη, αμυγδαλιά του κήπου του.
Ο άνανδρος φόνος του συνταγματάρχη.

lundi 2 janvier 2017

ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Απέναντι από το Λύκειο Στυλίδος, στον ακάλυπτο χώρο, νοτιοδυτικά, γίνεται το πανηγύρι. Οι πωλητές έχουν απλώσει τα εμπορεύματα σε μικρά τραπέζια. Κυκλοφορώ ανάμεσα στο πλήθος με μιά φωτογραφική μηχανή. Σκέφτομαι να τραβήξω φωτογραφίες τους αγρότες, είμαι γοητευμένος από τα ηλιοψημένα πρόσωπα. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι μπροστά στη Λίζα, πουλάει ανταλακτικά για φωτογραφικές μηχανές, θέλει να με πείσει να αγοράσω ένα παρασόλ για τη δική μου, σε πολύ χαμηλή τιμή, με την έκπτωση, μπορώ να το αγοράσω στην τιμή των δέκα γαλλικών φράγκων. Αυτό το παρασόλ μοιάζει με χωνί, όταν το βάζω στη μηχανή βλέπω πολύ μακριά. Με τριγυρίζουν τα κορίτσια της γειτονιάς, η ατμόσφαιρα είναι ερωτικά ηλεκτρισμένη όταν το τοπίο μεταμορφώνεται σε πίστα αεροδρομίου, αναγκάζομαι να αποτραβηχθώ τροχάδην, ένα αεροπλάνο Hercules C 130 κατεβαίνει να προσγειωθεί. Ο ουρανός είναι γαλανός χωρίς κανένα σύννεφο. Ξαφνικά πολύχρωμα αερόστατα υψώνονται με θόρυβο, προς στιγμήν φοβάμαι, αλλά αμέσως τα αερόστατα ανοίγουν σαν τεράστιες ομπρέλλες, μοιάζουν με αλεξίπτωτα κάτω από τον κρότο των πυροτεχνημάτων, ενώ ακούγεται η δημοτική ορχήστρα, παίζει υπό την διεύθυνση ενός διάσημου μαέστρου, έχει έρθει από τη Γερμανία ειδικά για τη γιορτή. Δεν βλέπω τους μουσικούς. Ψάχνωντας στην πόλη φθάνω στην κεντρική πλατεία. 
Η ορχήστρα παίζει ακόμη, τώρα ακούγεται καθαρά, είναι τα Βασιλικά πυροτεχνήματα του ύδατος. Πλησιάζω στο λιμάνι. Η ορχήστρα είναι στην αποβάθρα. Ο μαέστρος με ρεδιγκότα, οι μουσικοί με σμόκιν. 
Τότε θυμάμαι τη Λίζα, είναι μόνη της στο πανηγύρι, πρέπει να επιστρέψω πριν νυχτώσει, αλλά θέλω να πάω πιο κοντά στην ορχήστρα, θυμάμαι τον βιολιτζή, έπαιζε του Αγίου Δημητρίου στο μαγαζί του Τσιάπα και αυτοί που χόρευαν έκαναν επίτηδες ακόμη και ακόμη, τον κέρναγαν μπύρα, αυτός συνέχιζε ζωηρά χωρίς διακοπή, όπως ήταν ντροπαλός δεν τολμούσε να σταματήσει, οι άλλοι χόρευαν, είχε ακούσει για τον Τσιάπα, πόσους αντάρτες είχε ψήσει στη σούβλα ζωντανούς, δεν τολμούσε να σταματήσει, οι χορευτές του πετούσαν κατοστάρικα, από ώρα ήθελε να ουρήσει και όλο σφιγγόταν, ώσπου δεν άντεξε, τα αμόλησε επί τόπου, τα ούρα σχημάτισαν λίμνη κάτω από την καρέκλα, συνέχισε να παίζει, οι χορευτές γελούσαν, ο Τσιάπας με ένα νεύμα του επέτρεψε να διακόψει το παίξιμο, ο βιολιτζής έτρεξε κατακόκκινος, ούρησε στον κορμό της μουριάς. Οταν γύρισε οι χορευτές είχαν φύγει.
Είμαι σίγουρος, παίζει στη δημοτική ορχήστρα, θέλω να δω πως του πάει το σμόκιν.

Δυτικά, εμφανίζεται το πλήθος των χορευτών, γεμίζει την πλατεία. Είναι ντυμένοι με παραδοσιακές στολές, κρατούν πολύχρωμες ομπρέλλες. Η ορχήστρα παίζει μουσική τζάζ. Είμαι μπροστά στο εστιατόριο του Ζαχαρία Λογοθετίδη, διαβάζω στη βιτρίνα, «πατσάς καθ΄εκάστην», τότε βλέπω τη φάτσα μου στο τζάμι, είμαι ντυμένος με κουστούμι κλόουν, μακιγιαρισμένος. Τρέχω προς την ομάδα των κλόουν, με παρασύρουν προς το λιμάνι. Ο Επίσκοπος  ετοιμάζεται να ρίξει το σταυρό επί των υδάτων : Εν Ιορδάνη βαπτιζουμένου Σου Κύριε... 
Οι κολυμβητές κάνουν προκαταρκτικές ασκήσεις, μετά βουτούν χωρίς δισταγμό. Το πλήθος υποχωρεί προς τη λεωφόρο Φαλάρων. Είμαι με τους φίλους  μου μπροστά στο καφενείο «Βυζάντιον». Η Λίζα ντυμένη με το μπεζ παλτό της, βαδίζει προς τη φορά του πλήθους, ατάραχη, αγκαζέ με την αδερφή της.