mercredi 26 avril 2017

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ

Στην αυλή του σπιτιού μας ο αδερφός μου κι εγώ φορτώνουμε τελάρα με ελιές στο κόκκινο Datsun. Φθάνουν οι γονείς μας ντυμένοι με τα κυριακάτικα ρούχα τους. 
Ο πατέρας μου μας πληροφορεί ότι κατάφεραν, με την επέμβαση της Περσεφόνης, να πάρουν σαρανταοχτάωρη άδεια. Ήρθαν να μας βρούν γιατί διαφωνούν με τα σχεδιά μας να πάρουμε το σκύλο από το σπίτι. 
Η μάνα μου λέει ότι κανόνισαν με το γείτονα να τον ταΐζει πρωί και βράδυ, θα πληρώνουν γι΄αυτό δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ το χρόνο.
«Αυτό το ποσό είναι υπερβολικό», λέω εγώ, «ο σκύλος θα ΄ρθεί μαζί μου στο Παρίσι, θα τον βγάζω βόλτα δυό φορές την ημέρα, θα ζήσει καλά.»
«Και το σπίτι ποιός θα το φυλάει;» Ρωτάει ο πατέρας μου.
«Βάλαμε ηλεκτρονικό σύστημα επιτηρήσεως, με θερμικές κάμερες και ανιχνευτές κινήσεων», λέει ο Αλέκος, «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.»
Τότε έρχεται από τον κήπο ο ασπρόμαυρος σκύλος μας, είναι όμοιος με τη Ζαφείρω, τη σκύλα που είχαμε με τα γίδια στην Παλιονίκοβα και σκέφτομαι ότι αυτός θα είναι ο εγγονός της. Έρχεται σε ΄μένα και μου κάνει χαρές όπως έκανε η γιαγιά του όταν ήταν κουτάβι, τρέχει γύρω μου κουνώντας την ουρά του, με χαρούμενα γαυγίσματα.

Aucun commentaire: