vendredi 26 mai 2017

ΤΑ ΟΣΤΑ*

Έπρεπε να φέρουμε τώρα τα οστά του παπού στο νεκροταφείο να κάνουμε την κηδεία του με παπά γιατί είχε πάει αδιάβαστος.
Τον παπού τον δολοφόνησαν, στις 28 Μαΐου 1948, στην τοποθεσία ΄Αγιος Κωνσταντίνος στην Παλαιοκερασιά Φθιώτιδος, άτακτοι ακροδεξιοί, των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου, μετά από υπόδειξη ντόπιων κομμουνιστών που μόλις είχαν ανανήψει. 
Τον είχε βρει ο πατέρας μου τρεις μέρες μετά. Το σώμα του, μισοφαγωμένο από τα σκυλιά και τα όρνια, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα και την κοιλιά του ξεσκισμένη με τα εντόσθια έξω.
Τον έθαψε τότε στα γρήγορα, μόνος του, και μόνο την προσευχή, "Βασιλεύ ουράνιε", μπόρεσε να πει, πριν φύγει ο ίδιος ως κληρωτός στις τάξεις του Εθνικού Στρατού να πολεμήσει στο Γράμμο...

Η κηδεία γίνεται την Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία. Τα οστά μέσα στο φέρετρο πλυμένα με ερυθρόν οίνον Νεμέας. Δίπλα η μοναδική ασπρόμαυρη φωτογραφία του παπού, εικοσιδύο χρονών, με τη στολή του Ελληνικού Στρατού, τον Μάιο του 1922, στην Μικρά Ασία. Το πηλήκιο ελαφρώς ανασηκωμένο απ΄όπου φαίνεται το πλατύ μέτωπο, τα μάτια του στο χρώμα του ουρανού και ο καστανόξανθος αγγιστροειδής μύστακας.
Και μέσα σε όλη την ομορφιά του διακρίνω μιά υποψία παράπονου.
Μόλις ο παπα-Κώστας τελειώνει την ψαλμωδία βγάζω έναν σύντομο λογύδριο. Μιλώ για το άνθος της υπαίθρου, τη νεολαία των αγροτοποιμένων. Πάντα στην πρώτη γραμμή. Τους έντυναν τσολιάδες και τους έστελναν σαν τα πρόβατα στο σφαγείο. Εστιάζω τα γεγονότα στην Μικρασιατική εκστρατεία, την πενταετή στρατιωτική θητεία του παπού, την αιχμαλωσία του και στην περίοδο της ναζιστικής Κατοχής, για τη δράση του, επιστρατευμένος από το ΕΑΜ, στο μεταγωγικό τμήμα του ΕΛΑΣ.

Στο νεκροταφείο μπροστά στον ανοιγμένο τάφο είναι παραταγμένα τα παιδιά του. Στη μέση ο πατέρας μου, η Ερασμία εκ δεξιών, στ΄αριστερά ο Απόστολος και οι δύο μικρότερες αδερφές.
Πίσω τους εμείς, τα δώδεκα εγγόνια του.
Και όταν οι νεκροθάφτες κατεβάζουν το φέρετρο με τις τριχιές η θεία μου Ερασμία αγγαλιάζει τον πατέρα μου με ραγισμένη φωνή : " Θανάση μου, ο πατέρας μας!" 
Τότε ο αδερφός μου κάνει νόημα στους μουσικούς να πλησιάσουν με τα κλαρίνα. Τους είχε βρει στο Γυφτομαχαλά στη Λαμία. 
"Μόνο δώδεκα κλαρίνα θέλω", είπε στο αρχηγό των Τσιγγάνων," ούτε χάλκινα, ούτε βιολιά και νταούλια."
Οι οργανοπαίκτες όλοι ίδιοι, μαυριδεροί, ντυμένοι στα μαύρα με ρεπούμπλικες και ψαλιδισμένα μουστάκια. 
Μόλις τα οστά ακουμπούν το χώμα τα κλαρίνα αρχίζουν δυνατά τον δικό τους σπαραγμό : "Να ΄χε καεί ο πλάτανος να του ΄πεφταν τα φύλλα..."
Και σαν μιά ομίχλη να σηκώνεται από τα γύρω μνήματα, οι νεκροί εγείρονται όλοι μαζί, ντυμένοι με λαμπριάτικα ενδύματα, έρχονται να υποδεχτούν τον παπού μας.  

*Απόσπασμα από την "ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ"

Aucun commentaire: