samedi 18 novembre 2017

Κειμήλια

Η Λιλή πριν από την οικονομική κρίση είχε κάνει ήδη τη δική της προσωπική κρίση της σαραντάρας υπό μορφήν διπολικής διαταραχής με αϋπνία, ανορεξία, μαύρες αυτολυτικές ιδέες, αδικαιολόγητες αγορές και σπατάλη χρήματος που δεν είχε και δανειζόταν ένα διάστημα, αλλά μετά όταν ξεπέρασε όλα τα όρια κανείς δεν δεχόταν να της δανείσει, ούτε τράπεζες, ούτε φίλοι, ούτε συγγενείς, ούτε εφήμεροι εραστές ενώ οι δικαστικοί κλητήρες έρχονταν κάθε μέρα να παραδώσουν ειδοποιήσεις για δίκες και άμεση πληρωμή χρεών. 
Αφού πούλησε τα έπιπλα, τα παλιά δερματόδετα βιβλία του πατέρα της, τη συλλογή γραμματοσήμων του παπού της, τα κοσμήματα ακόμη και αυτά που είχε κληρονομήσει από την προγιαγιά της και δεν είχε τίποτα άλλο για πούλημα, αποφάσισε να πάει την εικόνα στον αντικέρη, τυλιγμένη σε μιά μεταξωτή μανδήλα σε χρώμα βιολέτας.
Ο τύπος ήταν ειδικός, είχε σπουδάσει ιστορία της τέχνης στα Παρίσια. Γιάλισε το μάτι του μόλις είδε την παρθένο με το βρέφος που είχε μέγεθος μαθητικού τετραδίου. Την κοίταξε απ΄όλες τις πλευρές με τον μεγενθυντικό φακό, κατέβασε από τη βιβλιοθήκη του σκονισμένα  βιβλία με ολοσέλιδες φωτογραφίες βυζαντινών εικόνων, διάβασε λήμματα στο κομπιούτερ και είκοσι λεπτά αργότερα η πρώτη του εντύπωση επαληθεύτηκε. Η εικόνα αυτή δεν ήταν έργο ανθρώπινης χειρός. Επαναλάμβανε μέσα του αυτή τη φράση ενώ από τη μιά μεριά ένα συναίσθημα ενοχής γέμιζε τη συνειδησή του, από την άλλη ένα μεγάλο χρηματικό ποσό εμφανιζόταν νοερά στη σκέψη του γιατί σίγουρα θα έβρισκε συλλέκτη αλλά δεν έλεγε τίποτα στη Λιλή που ήταν έτοιμη να δεχτεί οποιαδήποτε προσφορά αν και είχε αποφασίσει να κάνει διαπραγματεύσεις γιατί η εικόνα ήταν πολύ παλιά και δεν επρόκειτο να αποκαλύψει στον αντικέρη την προελευσή της, είχε έτοιμη ήδη την απάντηση αν τη ρωτούσε : 
-Την έχουμε στην οικογένεια από γεννιά σε γεννιά. 
Δεν επρόκειτο να του πεί για τον παπού της, ήταν τσολιάς στο 5/42 σύνταγμα ευζώνων, την είχε φέρει κρυμμένη κατάσαρκα κάτω από το χιτώνιο, το πως κατάφερε να τη σώσει στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922 όταν τα ελληνικά στρατεύματα υποχωρούσαν κακήν κακώς, είδε την καιόμενη εκκλησία ενώ μια ανεξήγητη δύναμη τον ώθησε να εισέλθει καθώς όλα είχαν λαμπαδιάσει, το τέμπλο, τα στασίδια, τα μανουάλια, αλλά μόνο η εικόνα της παρθένου με το βρέφος ήταν ανέπαφη και μία μυστηριώδης γαλάζια ακτίνα τη φώτιζε οδηγόντας τον μέσα στον καπνό, που ήταν σαν πηχτή ομίχλη, ώστε μπόρεσε να βγει, κρατώντας την στην αγκαλιά του, χωρίς να πάθει τίποτα.
Όμως ο αντικέρης δεν έκανε ερωτήσεις. Σκέφτηκε να καλέσει αμέσως την αστυνομία και την αρχαιολογική υπηρεσία αλλά δίσταζε γιατί συγχρόνως η δεύτερη πλευρά του εαυτού του τού έφερνε στη σκέψη πάλι το ποσό με τα πολλά μηδενικά. Κοίταζε πάλι και πάλι την εικόνα με τον μεγενθυτικό φακό. Μιλούσε για την πανάρχαια λατρεία της παρθένου με το βρέφος, έλεγε για τη Σεμέλη με το Διόνυσο, τη Δανάη με τον Περσέα, την Ήρα με τον Ήφαιστο, την Ιώ με τον Έπαφο, την Ίσις με τον Ώρο, τη Μαρία με τον Ιησού...
Η Λιλή περίμενε, την ημέρα εκείνη είχε την υπομονή του κάκτου. Ήταν οι δυό τους μέσα στο κατάστημα σε μιά απόλυτη ησυχία.
Τότε η πόρτα άνοιξε κι ένα ανδρόγυνο μπήκε στο μαγαζί. Ο άνδρας έσερνε μιά βαλίτσα με ρόδες. Η γυναίκα μίλησε πρώτη. Είπε ότι ήθελαν να δείξουν, για πραγματογνωμοσύνη, ένα παλιό οικογενειακό κειμήλιο. Ο άνδρας το έβγαλε από τη βαλίτσα τυλιγμένο σε άσπρη κουβέρτα σαν να ήταν μωρό ολίγων ημερών. Φαινόταν να είναι βαρύ. Η γυναίκα του τον βοηθούσε. Πλησίασαν δειλά στο γραφείο. Και τότε το αντικείμενο έγινε ασήκωτο, γλίστρησε ανάμεσα από τα χέρια του ζεύγους κι έπεσε με πάταγο στο πέτρινο δάπεδο θρυμματιζόμενο σε τρία κομμάτια. Τα μάτια του αντικέρη ήταν τώρα φλογισμένα. Ήταν ένα αρχαίο κηροπήγιο, φτιαγμένο από μάρμαρο Πεντέλης.
Η Λιλή μόλις είδε το κηροπήγιο σαν να ξύπνησε από λήθαργο.
Τύλιξε την εικόνα στο μεταξωτό ύφασμα και βγήκε από το μαγαζί χωρίς να χαιρετήσει.


Aucun commentaire: