jeudi 12 juillet 2018

Κουρδισμένα βιολιά

Κατακαλόκαιρο είμαι στο ρέμα με τις λυγαριές μπροστά στο σπίτι μας. Είναι πρωί μετά την ανατολή του ηλίου. Βαδίζω μέσα στην απόλυτη ησυχία, δεν ακούγονται ούτε βελάσματα αιγοπροβάτων, ούτε γαυγίσματα σκυλιών, ούτε γκαρίσματα από τα γαιδούρια της γειτονιάς. Μόνο τα τζιτζίκια δειλά-δειλά τολμούν και κουρδίζουν τα βιολιά τους.
Αίφνης ακούγεται η θρηνώδης φωνή του Καζαντζίδη : ...θα σου κλείσω το στόμα με χίλια φιλιά και ας παν στην ευχή τα παλιά...
Ο Γιάννης ο Μαλλιάς έβαλε πάλι σε ενέργεια το ηλεκτρόφωνο. Κι εγώ που ήλπιζα να περάσω ήσυχες διακοπές στο χωριό.
Ανεβαίνω στο δρόμο. Πηγαίνω εκνευρισμένος προς το σπίτι του Μαλλιά να του κάνω συστάσεις να σταματήσει να βάζει τόσο δυνατά μουσική τον Ιούλιο, όσο θα μείνω εδώ, μετά ας κάνει όπως νομίζει. ΄Αμα δεν αλλάξει συμπεριφορά είμαι ικανός να φέρω την αστυνομία.
Προχωρώντας σκέφτομαι πως ο Γιάννης πέθανε πριν απο δέκα χρόνια και πως γίνεται να βάζει τραγούδια της νεοτητός του; Μήπως αναστήθηκε;
Τον βλέπω όρθιο μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού του, λευκός σαν σεντόνι, γερασμένος, είναι ντυμένος με ακατέργαστα δέρματα αιγοπροβάτων. Με κοιτάζει με έκπληξη και σαν να μου λέει πως φεύγει σε λίγο με το λεωφορείο. Θα πάει να το περιμένει στο καφενείο του Πολύμερου.



Aucun commentaire: