jeudi 10 janvier 2019

Ο συνταγματάρχης Γαβρής

Την πρώτη φορά που είδα τον Γιώργο Γαβρή, αυτόν που θα ονόμαζα συνταγματάρχη τριάντα χρόνια αργότερα, ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό, με δυνατό ήλιο. 
Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου. Είχαμε πάει στην πλατεία ν΄αγοράσουμε ψάρια.
Πρώτα συναντήσαμε το δάσκαλο, είχε αναλάβει υπηρεσία εκείνη τη χρονιά.
΄Ηταν περίπου δέκα η ώρα, ο δάσκαλος συζητούσε, περί ανέμων και υδάτων, με τον παπά-Κώστα και κοινοτικούς παράγωντες δίπλα στο καφεπαντοπωλείο του Πολύμερου. 
Η μάνα μου χαιρέτησε το δάσκαλο με χειραψία, μετά αυτός έσκυψε μπροστά μου, με τσίμπησε ελαφρά στο μάγουλο και είπε :
-Του χρόνου θα έρθεις στο σχολείο! 
Τα λόγια του τα ερμήνευσα ως απειλή, είχα ακούσει για τον προηγούμενο δάσκαλο, ήταν φανατικός οπαδός των σωματικών τιμωριών ως της μόνης αποτελεσματικής μεθόδου διαπαιδαγωγήσεως των μαθητών.
Μετά μου έβγαλε και μου ξαναφόρεσε το καπέλο. Φορούσα ένα σχολικό πηλήκιο από τσόχα μπλέ μαρίν, δώρο μιάς εξαδέρφης της μητέρας μου, από τη Στυλίδα, της οποίας ο γιός μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο.
Ο δάσκαλος μουρμούρισε πως το πηλήκιο δεν ήταν υποχρεωτικό στο Δημοτικό, είχα ακόμη καιρό μέχρι να πάω στο Γυμνάσιο.
Ηταν κοντός, μελαχροινός, με φαλάκρα που προσπαθούσε να κρύψει, καλύπτοντας το κρανίο, με μιά τούφα μαλλιών που ο ελαφρός άνεμος την ανασήκωνε.
΄Εβλεπα το νέο δάσκαλο πρώτη φορά. Τον προηγούμενο τον είχα δει για πρώτη και τελευταία φορά την περασμένη ΄Ανοιξη, τέλη Μαΐου. Πηγαίναμε με τους αδερφούς Μακαρένκο και την μητέρα τους προς την τοποθεσία Καμπιά έξω από το χωριό. Οι μαθητές στην αυλή του σχολείου έπαιζαν φωνάζωντας, ενώ ο δάσκαλος πέρασε δίπλα μας με βιαστικό βήμα. Πήγαινε στην πλατεία. Η φαλάκρα του γιάλιζε κάτω από τον ήλιο του απογεύματος. ΄Ηταν ψηλός μελαχροινός, αδύνατος με λεπτό μουστάκι και καλοξυρισμένα μάγουλα. Τότε η μητέρα των Μακαρένκο μας μίλησε για τις βαρβαροτητές του, απειλώντας μας πως, «θα μας σιάξει αυτός όταν θα πέφταμε στα χέρια του», την επόμενη χρονιά.
Τη στιγμή που ο δάσκαλος μιλούσε για το σχολικό πηλήκιο, ο Γιώργος Γαβρής έφθασε με το τρίκυκλο. Ερχόταν από τη Στυλίδα. Πήγαινε κάθε μέρα, το πρωί, ν΄αγοράσει πάγο, εφημερίδες, τσιγάρα και προπαντός να δώσει πληροφορίες στην αστυνομία για τις κινήσεις των αμετανόητων κομμουνιστών και των μαθητών του Γυμνασίου.
΄Ηταν χονδρός και καβάλα στο μηχανάκι έμοιαζε με γορίλλα. Είχε την ίδια ηλικία με τη μάνα μου αλλά λόγω της άσωτης ζωής του φαινόταν πολύ μεγαλύτερος.
Μαρσάροντας το τρίκυκλο κατευθύνθηκε προς το σπίτι του στη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας, ενώ από το ηλεκτρόφωνο, στο μαγαζί του Δήμου, ακουγόταν το τραγούδι :

...στα ψηλά τα σκαλοπάτια όσες ανεβήκανε βρήκαν πλούτο μεγαλεία...



Aucun commentaire: